Αγρότες

article thumbnailΜήνυμα της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 107 χρόνια από την εξέγερση του Κιλελέρ

Η ΚΕ του ΚΚΕ, 107 χρόνια από την ηρωική εξέγερση των αγροτών του θεσσαλικού κάμπου (6 Μάρτη 1910), χαιρετίζει αγωνιστικά τους μικρομεσαίους αγροτοπαραγωγούς και κτηνοτρόφους που για άλλη μια χρονιά βρίσκονται στο δρό  .... 

Για τις μικρομεσαίες αγρότισσες και εργάτριες γης
11/03/08

Οι αγρότισσες όπως και οι αγρότες δεν αποτελούν ξεχωριστή κοινωνική τάξη, αλλά ανάλογα με το μέγεθος της αγροτικής τους εκμετάλλευσης,  το εισόδημά τους και τη χρησιμοποίηση μισθωτής εργασίας στην εκμετάλλευσή τους, κατατάσσονται στις δυο βασικές κοινωνικές τάξεις, την εργατική και την αστική και στα ενδιάμεσα μικροαστικά στρώματα.

Στη χώρα μας ένα πολύ μικρό ποσοστό των αγροτισσών ως ιδιοκτήτριες πολύ μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων ή ως σύζυγοι αγροτών με πολύ μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις ανήκουν στην αστική τάξη. Άλλο ένα μικρό ποσοστό εργατριών γης που δεν έχουν δική τους ιδιοκτησία ανήκει στην εργατική τάξη και το υπόλοιπο πολύ μεγάλο ποσοστό ανήκει στα ενδιάμεσα στρώματα. Από τα ενδιάμεσα στρώματα ένα μικρό κομμάτι ανήκει στα ανώτερα και το υπόλοιπο στα μικρά και μεσαία στρώματα που μαζί με τις εργάτριες γης αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία (περίπου 90%) των απασχολούμενων γυναικών στην αγροτική οικονομία.

Η παραπάνω ταξική διαφοροποίηση των αγροτισσών αποτελεί τη βάση για να βιώνουν αυτές οι γυναίκες με διαφορετικό τρόπο και συνέπειες τα διάφορα κοινωνικά προβλήματα και την ανισοτιμία των δυο φίλων.

Οι νομοθετικές ρυθμίσεις και τα Διοικητικά μέτρα που έχουν θεσμοθετήσει οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ συμβάλλουν στην προώθηση της τυπικής ισότητας της γυναίκας δε μπορούν όμως σε καμία περίπτωση να έχουν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική ισοτιμία.

Και αυτό γιατί η ανισοτιμία της γυναίκας έχει βαθύτερες αιτίες που ανάγονται στον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος το οποίο συντηρεί αναπαράγει και αξιοποιεί την ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων και τη διπλή καταπίεση της γυναίκας με στόχο την υπερεκμετάλλευσή της και την εξασφάλιση φθηνής εργατικής δύναμης.

Στις μικρομεσαίες αγρότισσες και στις εργάτριες γης η ανισοτιμία είναι ίσως μεγαλύτερη σε σχέση με άλλες κοινωνικές τάξεις και στρώματα γυναικών. Αυτή η διαφορά δεν οφείλεται μόνο στις συντηρητικές παραδόσεις την καθυστέρηση και τις προλήψεις που επιβιώνουν με μεγαλύτερο βαθμό στην ύπαιθρο.

Αλλά οφείλεται κατά κύριο λόγο στο βοηθητικό ρόλο που έχει η αγρότισσα στην αγροτική εκμετάλλευση ως βασικής παραγωγικής μονάδας της αγροτικής οικονομίας και στο φορτίο που σηκώνει με την κατ' αποκλειστικότητα διεκπεραίωση των εργασιών του νοικοκυριού της.

Ο ρόλος αυτός επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της ΕΣΥΕΕ που λένε ότι το 2003 το ποσοστό των αγροτισσών που ήταν αρχηγοί αγροτικών εκμεταλλεύσεων ήταν 28,5% ενώ το ποσοστό των απασχολούμενων γυναικών στην αγροτική οικονομία ήταν 41,2%.

Όμως το πραγματικό ποσοστό των αγροτισσών που είναι αρχηγοί αγροτικών εκμεταλλεύσεων είναι πολύ μικρότερο από αυτό που καταγράφουν οι στατιστικές. Και αυτό γιατί πολλές αγρότισσες έγιναν τυπικά αρχηγοί αγροτικών εκμεταλλεύσεων επειδή οι ποσοστώσεις που επέβαλε η ΕΕ σε πολλά αγροτικά προϊόντα σε επίπεδα χαμηλότερα  από την παραγωγή των περισσότερων αγροτικών εκμεταλλεύσεων ανάγκασε τις εκμεταλλεύσεις αυτές να διασπαστούν σε δυο ή και τρεις προκειμένου να έχουν μεγαλύτερες ποσοστώσεις (δικαιώματα παραγωγής). Επιπλέον πολλές υπερήλικες αγρότισσες έγιναν αρχηγοί αγροτικών εκμεταλλεύσεων όταν απεβίωσαν οι σύζυγοί τους και δεν είχαν διάδοχη κατάσταση οι εκμεταλλεύσεις τους οι οποίες στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι περιθωριακές.

Ο συμπληρωματικός - βοηθητικός ρόλος της αγρότισσας στην αγροτική οικονομία, οι πρόσθετες οικογενειακές υποχρεώσεις και η μη συμμετοχή σε κοινωνικές, πολιτιστικές, πολιτικές δραστηριότητες αναπαράγονται παρά τις διακηρύξεις και τις ειδικές πολιτικές της ΕΕ και των Ελληνικών Κυβερνήσεων.

Η πραγματικότητα αυτή επιβεβαιώνεται από αλλεπάλληλες εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γεωργίας οι οποίες διαπιστώνουν τη διαιώνιση της ανισοτιμίας της αγρότισσας παρά τα μέτρα που υποτίθεται ότι παίρνουν και εφαρμόζουν για την εξάλειψή της.

Τα αποτελέσματα αυτά είναι αναμενόμενα επειδή οι αλλαγές που γίνονται στην ΚΑΠ επιδεινώνουν τη θέση όλων των μικρομεσαίων αγροτικών εκμεταλλεύσεων, ενώ τα ειδικά μέτρα για τις αγρότισσες που παίρνονται στα πλαίσια αυτών των αλλαγών δε μπορούν ούτε στο ελάχιστο να αντισταθμίσουν τις αρνητικές συνέπειες που προκαλούνται στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις.

Η επιμονή της ΕΕ στα ίδια μέτρα τα οποία στην πράξη αποδείχνονται κατ' επανάληψη ότι δε συμβάλλουν στην ισοτιμία της μικρομεσαίας αγρότισσας δείχνει τις πραγματικές της προθέσεις που είναι η συγκάλυψη της διογκούμενης ανεργίας των αγροτισσών που προκαλούν οι αναθεωρήσεις της ΚΑΠ και η δημιουργία ενός φθηνού εργατικού δυναμικού για την εξασφάλιση υπερκερδών στο κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στην αγροτική οικονομία.

Οι αναθεωρήσεις της ΚΑΠ που ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 για να εξειδικεύσουν τους στόχους του Μάαστριχτ στην αγροτική οικονομία και να την προετοιμάσουν για την συμφωνία της ΓΚΑΤΤ (μετέπειτα ΠΟΕ) που καταργούσε σταδιακά όλα τα εμπόδια στο διεθνές εμπόριο των αγροτικών προϊόντων και διασφάλιζε την ελεύθερη διακίνησή τους, μεταξύ των άλλων είχε σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην αγρότισσα.

Και αυτό γιατί οι αλλαγές αυτές μείωσαν δραστικά τους ρυθμούς ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας που στη χώρα μας πολλές χρονιές εκφράστηκαν με αρνητικό πρόσημο και ταυτόχρονα επιτάχυναν τη συγκέντρωσή της σε λιγότερα χέρια με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά η αγροτική απασχόληση αλλά και η απασχόληση στους άλλους οικονομικούς τομείς της υπαίθρου που εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από την αγροτική παραγωγή (δευτερογενής, τριτογενής).

Οι συνέπειες αυτές αφορούσαν όλα τα μέλη των μικρομεσαίων αγροτικών νοικοκυριών (αγρότες, αγρότισσες) εξ' αντικειμένου όμως ήταν χειρότερες για τις αγρότισσες επειδή ο ρόλος τους στην αγροτική εκμετάλλευση ήταν βοηθητικός.

Για να συγκαλύψουν αυτές τις συνέπειες και να δώσουν κάποια διέξοδο στα αδιέξοδα που προκαλούσαν οι αλλαγές της ΚΑΠ, η ΕΕ μαζί με τις κυβερνήσεις των κρατών μελών της, συνδιαμόρφωσαν και έβαλαν σε εφαρμογή από το 1992 τη λεγόμενη υπαιθροκεντρική πολιτική σε αντίθεση με τη μέχρι τότε γεωργικεντρική πολιτική.

Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής θεσμοθετήθηκε ο λεγόμενος δεύτερος πυλώνας ανάπτυξης της υπαίθρου που αφορά παρεμφερείς προς τη γεωργία δραστηριότητες όπως αγροτουρισμός, παραγωγή παραδοσιακών και οικοτεχνικών προϊόντων κ.ά. και είναι συμπληρωματικός του πρώτου πυλώνα που είναι η αγροτική οικονομία.

Μέχρι το 1992 αποσπασματικά εφαρμόζονταν πολλές δραστηριότητες του δεύτερου πυλώνα. Από το 1992 και μετά οι δραστηριότητες αυτές συνεχίστηκαν, εμπλουτίστηκαν με νέες, αυξήθηκαν τα κοινοτικά και εθνικά κονδύλια και δημιουργήθηκε ειδικό θεσμικό πλαίσιο για να αναδειχθούν σε ένα νέο ολοκληρωμένο πυλώνα ανάπτυξης της υπαίθρου με στόχο τάχα να αναπληρώνει τη συρρίκνωση του πρώτου πυλώνα. Ενώ από το 2005 με την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ άρχισε η μεταφορά πόρων από τον πρώτο στο δεύτερο πυλώνα.

Με δυο λόγια η συγκρότηση του Β' πυλώνα έγινε, επειδή οι κυβερνήσεις και η ΕΕ εκτίμησαν ότι με τις αλλαγές της ΚΑΠ που έκαναν, οι περισσότερες αγροτικές εκμεταλλεύσεις δε θα μπορούσαν να επιβιώσουν μόνο από την αγροτική οικονομία.

Γι' αυτό στόχος του δεύτερου πυλώνα ήταν η εξασφάλιση συμπληρωματικής απασχόλησης κυρίως στις αγρότισσες που θίγονταν περισσότερο από τη συρρίκνωση του πρώτου πυλώνα και συμπληρωματικού εισοδήματος στα αγροτικά νοικοκυριά σαν αντιστάθμισμα των απωλειών που προκαλούσαν οι αλλαγές της ΚΑΠ στην αγροτική οικονομία.

Όμως τα εισοδήματα που θα αποκομίσουν ελάχιστα και όχι όλα τα αγροτικά νοικοκυριά από δραστηριότητες του δεύτερου πυλώνα είναι ψίχουλα και σε καμιά περίπτωση δε μπορούν να αντισταθμίσουν τις μειώσεις του αγροτικού εισοδήματος και της αγροτικής απασχόλησης που προκαλούν οι αντεργατικές αναθεωρήσεις της ΚΑΠ σε όλα τα μικρομεσαία αγροτικά νοικοκυριά.

Για παράδειγμα μόνο από την αλλαγή του κανονισμού του καπνού που έγινε στα πλαίσια της νέας ΚΑΠ χάθηκαν από τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του νέου κανονισμού (2006) 18.000 περίπου θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα και 7.000 περίπου θέσεις εργασίας στο μεταποιητικό τομέα επειδή 31.000 καπνοπαραγωγικές εκμεταλλεύσεις σε σύνολο 49.000 αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την καπνοκαλλιέργεια. Επιπλέον από το 2010 και μετά θα μεταφέρεται κάθε χρόνο στο δεύτερο πυλώνα το 50% των άμεσων επιδοτήσεων του καπνού ή 190 εκατομμύρια ευρώ για τη χρηματοδότηση μέτρων αγροτικής ανάπτυξης των καπνοπαραγωγικών περιοχών με συνέπεια τη δραστική μείωση των επιδοτήσεων και του εισοδήματος των καπνοπαραγωγών.

Οι απώλειες αυτών των θέσεων εργασίας όπως και του αντίστοιχου αγροτικού εισοδήματος δε μπορούν να αντισταθμιστούν από τις καλλιέργειες που αντικατέστησαν τον καπνό και τις δραστηριότητες του δεύτερου πυλώνα. Και αυτό γιατί ο καπνός απαιτεί οκταπλάσια τουλάχιστον απασχόληση και αποδίδει οκταπλάσιο τουλάχιστον στρεμματικό εισόδημα ενώ οι θέσεις εργασίας και τα εισοδήματα από το δεύτερο πυλώνα είναι ελάχιστα.

Συνολικότερα οι αναθεωρήσεις της ΚΑΠ και η συμφωνία της ΓΚΑΤΤ (1995) είχαν σαν αποτέλεσμα τη μείωση κατά 24,0 % του αγροτικού εισοδήματος την περίοδο 1996 - 2007 και τη μείωση κατά 34,6% (από 784.000 σε 512.240) της αγροτικής απασχόλησης, παρά το γεγονός ότι οι όποιες θέσεις εργασίας προέκυψαν από τις δραστηριότητες του δεύτερου πυλώνα καταγράφονται κατά τεκμήριο στην αγροτική απασχόληση.

Οι συνέπειες αυτές δε μπορούν ούτε στο ελάχιστο να αντισταθμιστούν από το δεύτερο πυλώνα.

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από τη μέχρι σήμερα πείρα αλλά και από τα κονδύλια που θα διατεθούν στο δεύτερο πυλώνα την περίοδο 2007 - 2013, τους στόχους που υλοποιούν και τους αποδέκτες αυτών των κονδυλίων.

Σύμφωνα με το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης (Ε.Σ.Σ.Α.Α.) «Αλέξανδρος Μπαλτατζής» 2007 - 2013 τα συνολικά κονδύλια (κοινοτικά και εθνικά) που θα διατεθούν από το 4ο ΚΠΣ μαζί με την πρόωρη σύνταξη για την ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών ανέρχονται στα 5,98 δισ. ευρώ, από τα οποία 710 εκατομμύρια ευρώ θα δοθούν για την «ποιότητα ζωής σε αγροτικές περιοχές και διαφοροποίηση της αγροτικής οικονομίας» (άξονας 3) και 295 εκατομμύρια ευρώ για τον άξονα 4 (Λίντερ).

Τα παραπάνω συνολικά και επιμέρους κονδύλια, αν και δεν είναι ασήμαντα, είναι ιδιαίτερα μικρά σε σχέση με τη μείωση του αγροτικού εισοδήματος και τα ελλείμματα στο αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο που προκαλεί η ΚΑΠ και οι αναθεωρήσεις της, ελλείμματα που το 2007 έφτασαν στα 2,998 δισ. ευρώ.

Εκτός από το ύψος των κονδυλίων, σημαντικό ρόλο στην αναποτελεσματικότητά τους παίζει ο προσανατολισμός τους και οι στόχοι που καλούνται να υλοποιήσουν. Πολλοί από τους στόχους που θα υλοποιήσουν δεν είναι παραγωγικοί, ενώ σημαντικά ποσά σπαταλούνται νόμιμα σε συνέδρια, ημερίδες, μελέτες και άλλες παρασιτικές δραστηριότητες με αποτέλεσμα η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και εισοδημάτων να είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τα διατιθέμενα κονδύλια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι 5.294 νέες θέσεις εργασίας (άμεσες και έμμεσες) που εκτιμάει το ΥΑΑΤ ότι θα δημιουργηθούν στην περίοδο 2007-13 από τις δραστηριότητες του 3ου άξονα όπως επίσης και τα 60 εκατομμύρια ευρώ Δημόσιας Δαπάνης που θα δοθούν από τους άξονες 3 και 4 για «απόκτηση δεξιοτήτων και εμψύχωση εφαρμογής», όταν τα κονδύλια που προγραμματίζονται να δοθούν από τον 3ο άξονα για «ενθάρρυνση τουριστικών δραστηριοτήτων» (αγροτουρισμός), ανέρχονται στα 200 εκατομμύρια ευρώ και για «στήριξη της δημιουργίας πολύ μικρών επιχειρήσεων» 90 εκατομμύρια ευρώ.

Αποδέκτες αυτών των κονδυλίων δεν είναι μόνο οι αγρότες και οι αγρότισσες αλλά και επιχειρηματίες, όπως είναι εταιρείες της Τοπικής και Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που αναθέτουν την υλοποίηση των έργων σε ιδιωτικές εταιρείες.

Τα παραπάνω στοιχεία επιβεβαιώνουν στην πράξη τον συμπληρωματικό χαρακτήρα του δεύτερου πυλώνα ο οποίος άλλωστε ομολογείται σε όλους τους σχετικούς κοινοτικούς κανονισμούς και επιβεβαιώνει ότι ο βοηθητικός - συμπληρωματικός ρόλος της αγρότισσας είναι κατοχυρωμένος με κανονισμούς της ΕΕ και των πολιτικών δυνάμεων του ευρωμονόδρομου παρά τις αντίθετες διακηρύξεις τους.

Βασικό όργανο υλοποίησης ορισμένων δραστηριοτήτων του Β' πυλώνα αποτελούν οι γυναικείοι συνεταιρισμοί οι οποίοι ενισχύονται με κοινοτικά και εθνικά κονδύλια. Η δημιουργία 130 γυναικείων συνεταιρισμών στη χώρα μας δείχνει στην πράξη τον ανισότιμο καταμερισμό εργασίας που επιβάλλει η ΕΕ ανάμεσα στους αγρότες και τις αγρότισσες. Οι αγρότες σύμφωνα με την υπαιθροκεντρική πολιτική της ΕΕ θα δραστηριοποιούνται κυρίως στον πρώτο τον κύριο πυλώνα που είναι η αγροτική οικονομία και οι αγρότισσες μέσα από γυναικείους συνεταιρισμούς στο δεύτερο συμπληρωματικό - βοηθητικό πυλώνα, με αποτέλεσμα ο ρόλος τους στην παραγωγική διαδικασία και κατ' επέκταση στην οικογένεια και την κοινωνία να διαιωνίζεται ως συμπληρωματικός - βοηθητικός και όχι ως ισότιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση οι γυναικείοι συνεταιρισμοί χρησιμοποιούνται σαν όργανα επιβολής αυτού του ανισότιμου καταμερισμού εργασίας με στόχο να συμβιβαστούν οι αγρότισσες με ένα συμπληρωματικό - βοηθητικό ρόλο και να παραιτηθούν από την πάλη τους για τη βελτίωση του αγροτικού εισοδήματος και τη διεκδίκηση βασικών δικαιωμάτων όπως πλήρη απασχόληση, οικονομική αυτοτέλεια κ.ά.

Σαν αντάλλαγμα αυτού του συμβιβασμού οι γυναικείοι συνεταιρισμοί μπορούν να προσφέρουν σε ελάχιστες αγρότισσες βιώσιμο εισόδημα και στις περισσότερες τα προσωπικά τους έξοδα μαζί με την ψευδαίσθηση κάποιας «κοινωνικοποίησης» εξαιτίας της συμμετοχής τους στις δραστηριότητες και τις διοικήσεις των συνεταιρισμών.

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από τα λίγα στοιχεία που υπάρχουν για τους γυναικείους συνεταιρισμούς. Οι 130 περίπου γυναικείοι συνεταιρισμοί της χώρας μας έχουν 2.100 περίπου μέλη όταν το σύνολο των γυναικών που ασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα στην αγροτική οικονομία είναι 212 χιλιάδες, και το σύνολο των ασφαλισμένων εν ενεργεία αγροτισσών στον ΟΓΑ 375 χιλιάδες. Στοιχεία για την απασχόληση κατά οικονομικά αποτελέσματα των γυναικείων συνεταιρισμών δεν υπάρχουν, αλλά σύμφωνα με εκτιμήσεις των αρμόδιων κρατικών φορέων τα έσοδα της συντριπτικής πλειοψηφίας των γυναικών μελών των συνεταιρισμών με δυσκολία καλύπτουν τα ατομικά τους έξοδα.

Η ενίσχυση του δεύτερου πυλώνα που έγινε με τη νέα ΚΑΠ (ενδιάμεση αναθεώρηση) κυρίως με τη λεγόμενη ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ στα πλαίσια της οποίας μεταφέρθηκαν από τον πρώτο πυλώνα το 5% των άμεσων επιδοτήσεων των αγροτικών εκμεταλλεύσεων που το σύνολο των άμεσων επιδοτήσεών τους ξεπερνούσαν τα 5.000 ευρώ το χρόνο, δεν αναβάθμισε τις αγρότισσες όπως υπόσχονταν η ΕΕ.

Τα ίδια αποτελέσματα θα έχει και η νέα ενίσχυση του δεύτερου πυλώνα που σχεδιάζεται με τη νέα αλλαγή της ΚΑΠ που θα γίνει με αφορμή το λεγόμενο έλεγχο υγείας, στα πλαίσια της οποίας προτείνεται με διάφορες παραλλαγές να αυξηθεί το ποσοστό του 5%. Και αυτό γιατί δεν αλλάζουν οι στόχοι και οι αποδέκτες αυτών των κονδυλίων.

Με δυο λόγια, με τις αναθεωρήσεις της ΚΑΠ και τον αγροτουρισμό ένα μέρος των γεωργικών κονδυλίων μεταφέρεται από τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις στις τουριστικές επιχειρήσεις με πρόσχημα ότι θα επενδύσουν στην ύπαιθρο και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας για το εργατικό δυναμικό της υπαίθρου. Όμως οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στις αγροτουριστικές μονάδες είναι πολύ λιγότερες από αυτές που χάνονται στην αγροτική οικονομία εξ' αιτίας της συρρίκνωσής της και κατ' επέκταση στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα της οικονομίας. Οι εργασιακές σχέσεις με τις οποίες εργάζονται οι ελάχιστες αγρότισσες και αγρότες είναι οι γνωστές της μερικής απασχόλησης, της αυτασφάλισης στον ΟΓΑ και των πολύ χαμηλών αμοιβών που σε καμία περίπτωση δε μπορούν να αντισταθμίσουν τις απώλειες του αγροτικού εισοδήματος από τη μείωση των αγροτικών επιδοτήσεων και τη συρρίκνωση της αγροτικής οικονομίας. ΄

Φαινομενικά η ισότητα της αγρότισσας προωθείται με την κοινοτική και εθνική νομοθεσία μέσα από την αυξημένη μοριοδότηση ένταξης στα διάφορα προγράμματα όπως των νέων αγροτών, που παίρνει 5 μόρια σε σύνολο 100, των σχεδίων βελτίωσης, της διαφοροποίησης, της δημιουργίας μικρών επιχειρήσεων κ.ά. Όμως η αυξημένη μοριοδότηση σε ορισμένα  προγράμματα ακυρώνεται από βασικές προϋποθέσεις των προγραμμάτων που συνήθως δε διαθέτουν οι νέες γυναίκες. Για παράδειγμα, για να ενταχθεί μια νέα στο πρόγραμμα νέων αγροτών θα πρέπει να διαθέτει αγροτική εκμετάλλευση η οποία σε μια πενταετία θα είναι βιώσιμη - ανταγωνιστική ή βιώσιμη μη ανταγωνιστική, όταν οι περισσότερες νέες γυναίκες δεν διαθέτουν καν αγροτική εκμετάλλευση.

Το γεγονός ότι το ποσοστό των αγροτισσών που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα των νέων αγροτών του 3ου ΚΠΣ ανέρχεται στο 10% περίπου επί των 18.681 συνολικών εγκρίσεων και μικρότερο από 10% στο πρόγραμμα των «σχεδίων βελτίωσης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων» δείχνει την αναποτελεσματικότητα της μοριοδότησης και τις αυταπάτες που προσπαθούν να καλλιεργήσουν στις αγρότισσες με τη χρησιμοποίηση αυτών των μέτρων η ΕΕ και οι ελληνικές κυβερνήσεις.

Χειρότερη είναι η κατάσταση για τις εργάτριες γης (αλλοδαπές ή ημεδαπές)[1] επειδή στις περισσότερες αν όχι όλες τις περιπτώσεις δεν εφαρμόζεται η εργατική νομοθεσία, οι αμοιβές είναι χαμηλότερες από αυτές που προβλέπει η Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα έχουν αποδεκατισθεί  από την αυθαίρετη μετάταξή τους από το ΙΚΑ στον ΟΓΑ, που έκαναν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ με στόχο να μειώσουν το μη μισθολογικό κόστος των εργατών και εργατριών γης.

Εκτός από το κοινοτικό και εθνικό θεσμικό πλαίσιο που αναπαράγει τον ανισότιμο ρόλο της φτωχομεσαίας αγρότισσας στην παραγωγική διαδικασία, σημαντικό αρνητικό ρόλο στην προσπάθειά της να βελτιώσει την κοινωνική της θέση παίζει η έλλειψη βασικών κοινωνικών υποδομών και υπηρεσιών στην ύπαιθρο που αναγκάζουν την αγρότισσα να ασχολείται με τις λεγόμενες δουλειές της οικογένειας.

Η έλλειψη βρεφονηπιακών σταθμών, νηπιαγωγείων ακόμα και δημοτικών σχολείων στα περισσότερα χωριά, καθώς και σχολικών λεωφορείων εξαναγκάζουν την αγρότισσα να διαθέτει το μεγαλύτερο χρόνο της ημέρας στην οικογένειά της. Με τις ελλείψεις αυτές και την παραπαιδεία που ξεκινάει από το Δημοτικό σχολείο με τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών η αγρότισσα είναι υποχρεωμένη να πηγαινοφέρνει τα παιδιά της στο νηπιαγωγείο, στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο, στο φροντιστήριο, ή να μετακομίζει στην πλησιέστερη κωμόπολη με αποτέλεσμα οποιαδήποτε απασχόληση στο αγροτικό νοικοκυριό ή σε εξωγεωργική δραστηριότητα να είναι συμπληρωματική και εξαντλητική αν είναι πλήρους απασχόλησης.

Σημαντικό εμπόδιο στην προσπάθεια της αγρότισσας να δουλέψει εντός ή εκτός της αγροτικής εκμετάλλευσης αποτελεί και η φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών επειδή δεν υπάρχει αντίστοιχη υποδομή στην ύπαιθρο και για οικονομικούς ή παραδοσιακούς λόγους πολλά νέα ζευγάρια αγροτών συγκατοικούν ή έχουν τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων τους.

Τις δυσκολίες αυτές τις χρησιμοποιούν σαν άλλοθι οι κυβερνήσεις και τα κόμματα του ευρωμονόδρομου για να προβάλλουν τις δραστηριότητες του δεύτερου πυλώνα σαν ιδανικές για τις αγρότισσες που εξ' αντικειμένου δε μπορούν και δεν πρέπει να έχουν πλήρη απασχόληση επειδή ασχολούνται με την ανατροφή των παιδιών, τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών και τις δουλειές του νοικοκυριού.

Σημαντικό ρόλο στη δύσκολη θέση της αγρότισσας αποτελούν οι ελλείψεις στους τομείς της πρόνοιας και της υγείας, με άμεσες συνέπειες στην υγεία της, ακόμα και στην ίδια τη ζωή της.

Η έλλειψη ειδικών γιατρών και των απαιτούμενων υποδομών σε όλα τα κέντρα υγείας που υποτίθεται ότι προσφέρουν πρωτοβάθμια περίθαλψη αλλά και σε πολλά επαρχιακά νοσοκομεία σε συνδυασμό με το χαμηλό εισόδημα των μικρομεσαίων αγροτικών νοικοκυριών και τις προκαταλήψεις που επιβιώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό στην ύπαιθρο, έχουν σαν αποτέλεσμα πολλές αγρότισσες να μην κάνουν τις απαραίτητες προληπτικές εξετάσεις με ολέθριες συνέπειες για την υγεία τους.

Την ανισοτιμία της αγρότισσας και γενικότερα της γυναίκας της υπαίθρου επιδεινώνει η έλλειψη οποιασδήποτε πολιτιστικής υποδομής για ψυχαγωγία και δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου με αποτέλεσμα μοναδικά μέσα ενημέρωσης να αποτελούν οι κρατικοί και ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί με την παραπληροφόρηση και τα πολιτιστικά υποπροϊόντα. Η ίδια περίπου κατάσταση υπάρχει και για τους αγρότες που έχουν όμως τη διέξοδο του καφενείου στο οποίο συζητούν τα προβλήματά τους και τη γενικότερη πολιτική κατάσταση, συναντούν τους εμπόρους και πωλούν την παραγωγής τους, παρακολουθούν συζητήσεις πολιτικών κομμάτων και παρατάξεων Τοπικών και Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων κ.ά.

Καθοριστικό ρόλο στην ισόβια εξάρτηση της αγρότισσας από την αγροτική εκμετάλλευση του συζύγου της ή από τη φιλευσπλαχνία των παιδιών της, αποτελεί το επίδομα ελεημοσύνης που το ονομάζουν αγροτική σύνταξη και την παίρνει στα 65 χρόνια, παρά το γεγονός ότι πρόσφατες μελέτες της ΕΕ έδειξαν ότι το αγροτικό επάγγελμα μαζί με αυτό των οικοδόμων αποτελούν τα πιο βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα.

Το επιχείρημα που προβάλλεται από τις ελληνικές κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ για να δικαιολογήσουν τις χαμηλές αγροτικές συντάξεις, ότι οι αγρότες και αγρότισσες πριν το 1988 δεν πλήρωναν ασφαλιστικές εισφορές είναι αληθοφανές άλλα αβάσιμο. Και αυτό γιατί πριν θεσμοθετηθούν άμεσες εισφορές στον ΟΓΑ και τον ΕΛΓΑ οι αγρότες κατέβαλαν στο κράτος για τις οποιεσδήποτε κοινωνικές παροχές, πέρα από τους άμεσους και έμμεσους φόρους, παρακράτηση 5% επί της ακαθάριστης αξίας της αγροτικής παραγωγής και έπ' αυτής 1,2% χαρτόσημο. Δηλαδή οι αγρότες πλήρωναν εισφορές για ανύπαρκτες ή μηδαμινές κοινωνικές παροχές και στις περιπτώσεις που δεν είχαν καθαρό εισόδημα, επειδή η παρακράτηση υπολογίζονταν στην ακαθάριστη αξία της παραγωγής τους.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

            Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ έχουν αποκλειστική ευθύνη για την ανισότιμη θέση της αγρότισσας η οποία δεν εξαλείφεται αλλά αναπαράγεται εκσυγχρονισμένη. Η ευθύνη τους αυτή δεν τους εμποδίζει όταν είναι στην αντιπολίτευση να την περιγράφουν χωρίς όμως να προτείνουν τίποτε διαφορετικό με στόχο την κολακεία των γυναικών και την ψηφοθηρία. Όταν είναι στην κυβέρνηση την εξωραΐζουν και διογκώνουν όσες παροχές - ψίχουλα αναγκάστηκαν να κάνουν κάτω από την πίεση του γυναικείου, του αγροτικού και γενικότερα του λαϊκού κινήματος. Παροχές που πολλές φορές δεν είναι αντίθετες με τις ανάγκες του κεφαλαίου που θέλει τις γυναίκες να μπουν στην παραγωγική διαδικασία αλλά με ανισότιμο ρόλο για να εξασφαλίσουν φθηνή εργατική δύναμη.

Σήμερα η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ προβάλλουν σαν πανάκεια για την ισοτιμία των αγροτισσών το δεύτερο πυλώνα, παρά το γεγονός ότι τους διαψεύδει η πραγματικότητα. Μάλιστα δηλώνουν ότι ο δεύτερος πυλώνας ταιριάζει στο ρόλο της αγρότισσας επειδή εξασφαλίζει τάχα συμπληρωματική απασχόληση και εισόδημα μιας και η αγρότισσα δε μπορεί και δεν πρέπει να έχει πλήρη απασχόληση. Διεκδικούν να αυξηθούν τα κονδύλια του δεύτερου πυλώνα και προσποιούνται ότι διαφωνούν με τη μεταφορά κονδυλίων από τον πρώτο στο δεύτερο πυλώνα αλλά ψηφίζουν αυτή τη μεταφορά όποτε ζητηθεί από την ΕΕ.

Υπόσχονται βελτίωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των αγροτών και αγροτισσών αλλά ιδιωτικοποιούν και εμπορευματοποιούν την υγεία, θεσμοθετούν εισφορά για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη τόσο στους συνταξιούχους όσο και στους εν ενεργεία αγρότες και αγρότισσες και επιβάλλουν συμμετοχή στα φάρμακα.

Ισχυρίζονται ότι θα βελτιωθούν οι αγροτικές συντάξεις των αγροτών με την ίδρυση και λειτουργία του Ταμείου Κύριας Ασφάλισης των Αγροτών, το οποίο δεν προβλέπει κατώτερη σύνταξη, καταργεί την προνοιακή σύνταξη και την αντικαθιστά με ανταποδοτική και μεταφέρει αυθαίρετα από το ΙΚΑ στον ΟΓΑ τους εργάτες και τις εργάτριες γης με αποτέλεσμα να αποδεκατίζονται οι συντάξεις τους και οι άλλες παροχές.

Για τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης της αγρότισσας το ΠΑΣΟΚ πρότεινε πρόσφατα τη συνταξιοδότησή της μετά από 37 χρόνια ασφάλισης ανεξάρτητα από όρια ηλικίας. Όμως η πρόταση αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί μετά το 2025 επειδή η ασφάλιση των αγροτισσών ξεκίνησε το 1988 και θα αφορά ελάχιστες αγρότισσες που θα έχουν 37 χρόνια ασφάλισης και ηλικία μικρότερη των 65 χρόνων.

Πρόταση για μείωση του ορίου ηλικίας των αγροτισσών στα 60 ή στα 62 χρόνια έχουν κάνει και ορισμένοι βουλευτές της ΝΔ που μπορεί να γίνει αποδεκτή από την κυβέρνηση σύμφωνα με σκόπιμα διαρρέουσες πληροφορίες από αρμόδιους κρατικούς και κυβερνητικούς μηχανισμούς με την προϋπόθεση ότι θα είναι μειωμένη η σύνταξή τους.

Ο ΣΥΝ ασκεί κριτική στις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ για την ανισοτιμία της αγρότισσας όχι όμως και στην ΕΕ. Θεωρεί και αυτός πανάκεια το δεύτερο πυλώνα και τους γυναικείους συνεταιρισμούς για την ισοτιμία της αγρότισσας με το επιπλέον επιχείρημα ότι οι δραστηριότητες του δεύτερου πυλώνα ταιριάζουν στην οικολογική ευαισθησία της αγρότισσας. Διεκδικεί την ενίσχυση του δεύτερου πυλώνα αλλά διαφωνεί με τη μεταφορά κονδυλίων από τον πρώτο στο δεύτερο πυλώνα παρά το γεγονός ότι γνωρίζει ότι η ενίσχυση του δεύτερου πυλώνα γίνεται σε βάρος του πρώτου. Αποδίδει σε μεγάλο βαθμό την ανισοτιμία της αγρότισσας στις ανδροκρατικές παραδόσεις της υπαίθρου, υποτιμώντας συνειδητά τις ταξικές αιτίες που γενούν και αναπαράγουν την ανισοτιμία της γυναίκας και της αγρότισσας στο καπιταλιστικό σύστημα, γι' αυτό αθωώνει και εξωραΐζει τους μηχανισμούς (δεύτερο πυλώνα) που αναπαράγουν την ανισοτιμία της αγρότισσας.

 

ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ

            Το ΚΚΕ πιστεύει ότι η ανισοτιμία της αγρότισσας και της εργαζόμενης γυναίκας γενικότερα, έχει τις αιτίες της στο ίδιο το εκμεταλλευτικό σύστημα και η εξάλειψή της προϋποθέτει ριζικές κοινωνικές αλλαγές αλλά και σημαντικές προσπάθειες αφού γίνουν αυτές οι αλλαγές για να εξαλειφθούν συνήθειες και παραδόσεις που συμβάλλουν στη διατήρηση της ανισοτιμίας των γυναικών.

Γι' αυτό το ΚΚΕ την πάλη του για την ισοτιμία της γυναίκας και της αγρότισσας ειδικότερα την εντάσσει στην πάλη του για γενικότερες κοινωνικές αλλαγές που θα καταργούν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Στα πλαίσια αυτής της πάλης προσπαθεί να διαλύσει τις αυταπάτες που καλλιεργούν στις αγρότισσες η ΕΕ, οι ελληνικές κυβερνήσεις και τα κόμματα του ευρωμονόδρομου, ότι μπορούν να κατακτήσουν την ισοτιμία τους μέσα από διάφορα προγράμματα και ορισμένα διοικητικά μέτρα, όπως οι ποσοστώσεις, χωρίς να γίνουν βαθιές κοινωνικές αλλαγές.

Θεωρεί αποπροσανατολιστική και αδιέξοδη την αντιπαράθεση αγροτών - αγροτισσών χωρίς να παραβλέπει νοοτροπίες και παραδόσεις που συμβάλλουν στην διατήρηση της ανισοτιμίας.

Στηρίζει τον αγώνα των γυναικών και του λαϊκού κινήματος για την προώθηση των γυναικείων αιτημάτων που βελτιώνουν τη θέση τους και συμβάλλουν στη δημιουργία των πολιτικών προϋποθέσεων για την εξάλειψη της ανισοτιμίας των γυναικών.

Ειδικότερα για τις αγρότισσες διεκδικεί:

• Την ανάπτυξη και όχι τη συρρίκνωση της αγροτικής οικονομίας, με κριτήρια τη διατροφική αυτάρκεια του λαού μας, τη βελτίωση του εισοδήματος των μικρομεσαίων αγροτικών νοικοκυριών, την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας τόσο στον πρωτογενή όσο και στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα της οικονομίας της υπαίθρου. Η ανάπτυξη αυτή επιβάλλεται από τη διατροφική εξάρτηση που εκφράζεται με τα ελλείμματα στο αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο που το 2007 έφθασαν στα 2,998 δισ. ευρώ και από το γεγονός ότι μια νέα θέση εργασίας στον πρωτογενή τομέα δημιουργεί τρεις νέες θέσεις στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα.

• Την αλλαγή των προϋποθέσεων καταβολής των κοινοτικών και εθνικών κινήτρων των διαφόρων προγραμμάτων, όπως των νέων αγροτών για να έχουν πρόσβαση σ' αυτά και οι φτωχές νέες αγρότισσες που με τις υπάρχουσες προϋποθέσεις αποκλείονται.

• Την κατάργηση των κανονισμών που μεταφέρουν κονδύλια από τον πρώτο στο δεύτερο πυλώνα και την ένταξη στις δραστηριότητες του δεύτερου πυλώνα μόνο των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών και αγροτισσών όπως επίσης των εργατοαγροτών και εργατοαγροτισσών που το ετήσιο ατομικό εξωγεωργικό τους εισόδημα είναι μικρότερο από 12.000 ευρώ.

• Την έμπρακτη αναγνώριση της κοινωνικής προσφοράς της αγρότισσας αλλά και της βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας που κάνει με:

- Μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 55 χρόνια, άμεσο διπλασιασμό των αγροτικών συντάξεων και επαναφορά από τον ΟΓΑ στο ΙΚΑ των εργατριών γης.

- Επιδημιολογικές έρευνες για τις επαγγελματικές ασθένειες των αγροτισσών, ενημέρωσή τους και θεσμοθέτηση μέτρων πρόληψης και αντιμετώπισης τους.

- Πληρωμένη άδεια τοκετού ενός χρόνου κατά την οποία η αγρότισσα θα αμείβεται με την κατώτερη σύνταξη του ΟΓΑ.

- Ολοκληρωμένο δίκτυο κοινωνικών υποδομών για την οικογένεια, το παιδί, τα άτομα τρίτης ηλικίας και τα άτομα με ειδικές ανάγκες.

• Την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας στις εργάτριες γης και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

• Την προνομιακή χρηματοδότηση των νέων ζευγαριών για την απόκτηση πρώτης αγροτικής κατοικίας.

• Τη δημόσια δωρεάν υγεία - πρόνοια και παιδεία μέσα από αποκλειστικά δημόσια και αποκεντρωμένα συστήματα υγείας - πρόνοιας και παιδείας και δωρεάν μεταφορά των παιδιών των αγροτών με σχολικά οχήματα σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης.

• Τη δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων και πολιτιστικών κέντρων στην ύπαιθρο για την ψυχαγωγία και τη δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου των κατοίκων της. 



[1] Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΣΥΕΕ του Γ' τριμήνου 2007 -  για τα οποία υπάρχουν έντονες επιφυλάξεις όσον αφορά τα στοιχεία των αλλοδαπών - οι απασχολούμενες στον πρωτογενή τομέα ήταν 212.417 από τις οποίες 207.166 ημεδαπές και 5.251 αλλοδαπές, στο σύνολό τους εργάτριες γης. Ενώ το σύνολο των αλλοδαπών εργαζομένων στον πρωτογενή τομέα ήταν 16.654 από τις οποίες 5.251 γυναίκες και οι υπόλοιποι άντρες.

 
 
 
 
JSN ImageShow by JoomlaShine.com
 
Copyright © 2011 kke.gr