Αγρότες

article thumbnailΜήνυμα της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 107 χρόνια από την εξέγερση του Κιλελέρ

Η ΚΕ του ΚΚΕ, 107 χρόνια από την ηρωική εξέγερση των αγροτών του θεσσαλικού κάμπου (6 Μάρτη 1910), χαιρετίζει αγωνιστικά τους μικρομεσαίους αγροτοπαραγωγούς και κτηνοτρόφους που για άλλη μια χρονιά βρίσκονται στο δρό  .... 

Για το αγροδιατροφικό πρόβλημα
27/05/08

Η παραγωγή τροφίμων με σκοπό την κάλυψη ζωτικών αναγκών του ανθρώπου πέρασε από πολλά στάδια στη διάρκεια της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών.

Στο πρώτο στάδιο δεν υπήρχε παραγωγή αλλά κυνήγι και συλλογή τροφίμων από τη φύση με αποκλειστικό σκοπό τις διατροφικές ανάγκες των πρώτων ανθρώπων.

Στην πορεία, με τη χρησιμοποίηση πρωτόγονων εργαλείων, η ανθρωπότητα από τη συλλογή πέρασε στην υποτυπώδη παραγωγή τροφίμων με σκοπό την αυτοκανανάλωση στα πλαίσια της λεγόμενης φυσικής οικονομίας.

Αργότερα, με την εξέλιξη των εργαλείων παραγωγής και τον καταμερισμό εργασίας, αυξήθηκε η παραγωγικότητα της εργασίας και δημιουργήθηκε περίσσευμα τροφίμων που μπορούσαν οι παραγωγοί τους να το ανταλλάξουν στην αγορά με άλλα είδη τα οποία είχαν ανάγκη τόσο για την παραγωγή τους, όσο και για την επιβίωσή τους.

Η παραπέρα εξέλιξη αυτής της διαδικασίας που είχε σαν συνέπεια τη ραγδαία αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας σε συνδυασμό με την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, άλλαξε το χαρακτήρα παραγωγής των τροφίμων μετατρέποντάς τα σε εμπορεύματα.

Στο στάδιο αυτό του ανεπτυγμένου καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται από τη γενικευμένη εμπορευματοποίηση, η παραγωγή τροφίμων διαχωρίστηκε από την κατανάλωση και βασικό κριτήριο παραγωγής των τροφίμων όπως και όλων των εμπορευμάτων είναι η εξασφάλιση μεγαλύτερου κέρδους σε αυτούς που παράγουν τα τρόφιμα και όχι η κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών.

Η κατάληξη αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι σήμερα πάνω από 850 εκατομμύρια άνθρωποι υποσιτίζονται ή λιμοκτονούν ενώ οι παραγωγικές δυνατότητες του πλανήτη μας σύμφωνα με τεκμηριωμένες εκτιμήσεις του FAO (Παγκόσμιος Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας που λειτουργεί στα πλαίσια του ΟΗΕ) μπορούν να καλύψουν τις διατροφικές ανάγκες διπλάσιου αριθμού ανθρώπων από αυτούς που υπάρχουν στη γη και υπολογίζονται στα 6,5 δισεκατομμύρια.

Επιβεβαιώνεται επίσης από το γεγονός ότι μερικά από τα 850 εκατομμύρια των υποσιτιζόμενων ανθρώπων είναι κάτοικοι των πιο ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών όπως των ΗΠΑ και της ΕΕ, οι οποίες κάθε χρόνο καταστρέφουν τεράστιες ποσότητες τροφίμων ή με διάφορους τρόπους περιορίζουν την παραγωγής τους για να διατηρηθούν οι τιμές και τα κέρδη των βιομηχανιών τροφίμων στα επιθυμητά επίπεδα.

Στη χώρα μας, όπως και σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, η παραγωγή τροφίμων γίνεται από δυο σημαντικούς τομείς. Από την αγροτική οικονομία με κύριο χαρακτηριστικό τη χρησιμοποίηση της γης ως μέσο παραγωγής που παράγει το σύνολο των τροφίμων, είτε ως τελικών προϊόντων είτε ως πρώτη ύλη για τα μεταποιημένα τρόφιμα και από τη βιομηχανία τροφίμων η οποία μεταποιεί, τυποποιεί και διακινεί τα τρόφιμα.[1]

 

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 

Στην αγροτική οικονομία η παραγωγή των αγροτικών προϊόντων και κατ' επέκταση των τροφίμων καθορίζεται με την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) από το 1981 που η χώρα μας μπήκε στην ΕΟΚ, μετέπειτα ΕΕ.

Διαχρονικοί στόχοι της ΚΑΠ, οι οποίοι προσαρμόζονται με βάση την εξέλιξη της ΕΕ είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της αγροτικής οικονομίας, η προσαρμογή της αγροτικής παραγωγής στα δεδομένα της αγοράς όπως αυτή διαμορφώνεται με τις κρατικές, διακρατικές (ΕΕ) και διεθνείς (ΠΟΕ) ρυθμίσεις και η εξασφάλιση φθηνής πρώτης ύλης και υψηλής κερδοφορίας στις βιομηχανίες τροφίμων.

 

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

 

Η προσαρμογή της κοινοτικής αγροτικής παραγωγής στην αγορά διακρίνεται σε δυο βασικές περιόδους που εξαρτώνται από τις εσωτερικές εξελίξεις της ΕΕ και τις εξελίξεις στο διεθνές εμπόριο των αγροτικών προϊόντων.

Η πρώτη περίοδος που διήρκησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν πιο «εσωστρεφής», είχε περισσότερες κοινοτικές ρυθμίσεις και παρεμβάσεις και είχε ως κύριο στόχο την προσαρμογή της κοινοτικής γεωργίας στην κοινοτική αγορά, αλλά και στη διεθνή αγορά που εκφράζονταν κυρίως μέσα από τις προτιμησιακές συμφωνίες της ΕΕ με τις χώρες της ΑΚΕ (Αφρικής, Καραϊβικής και Ειρηνικού) οι περισσότερες από τις οποίες ήταν πρώην αποικίες των ιμπεριαλιστικών κρατών της ΕΕ.

Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της δεύτερης περιόδου έπαιξε η συνθήκη του Μάαστριχτ και η συμφωνία της ΓΚΑΤΤ (μετέπειτα ΠΟΕ) που απελευθέρωσε το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων και είχε σαν κύριο στόχο την προσαρμογή της κοινοτικής γεωργίας στη λεγόμενη παγκοσμιοποιημένη αγορά.

Κοινός στόχος και των δυο περιόδων ήταν η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής, επειδή η παραγωγή των αγροτικών προϊόντων - τροφίμων αυξάνονταν με ετήσιο ρυθμό 2%, ενώ οι ανάγκες της αγοράς τροφίμων με 1%, με αποτέλεσμα η μεγαλύτερη προσφορά σε σχέση με τη ζήτηση των αγροτικών προϊόντων - τροφίμων να μειώνει τις τιμές και τα κέρδη των εμποροβιομηχάνων και τα αποθέματα να απαιτούν σημαντικά ποσά από τον προϋπολογισμό για τη συντήρησή τους ή εκποίησής τους.

Εξυπακούεται ότι οι ανάγκες της αγοράς σε τρόφιμα δεν έχουν καμία σχέση με τις παγκόσμιες διατροφικές ανάγκες, πράγμα το οποίο αποδείχνεται και από το γεγονός ότι πάνω από 850.000.000 άνθρωποι υποσιτίζονται.

Στην πρώτη περίοδο, ποια αγροτικά προϊόντα και σε ποιες ποσότητες θα παρήγαγε η ΕΕ, όπως επίσης και ποιες τιμές θα έπαιρναν οι αγρότες καθορίζονταν με ποσοστώσεις και πρόστιμα συνυπευθυνότητας, με κοινοτικές παρεμβάσεις και τιμές παρέμβασης στα βασικότερα αγροτικά προϊόντα και με σχετικά υψηλές παραγωγικές επιδοτήσεις, δασμούς και εξαγωγικές επιδοτήσεις. Το οικονομικό κόστος αυτών των ρυθμίσεων επιβάρυνε στο σύνολό του τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ταυτόχρονα όμως απαγορεύονταν με αυστηρά πρόστιμα η καταβολή εθνικών επιδοτήσεων στην αγροτική παραγωγή οποιουδήποτε κράτους μέλους.

Η προσαρμογή της ελληνικής γεωργίας στην κοινοτική αγορά την πρώτη περίοδο επιβλήθηκε με τις χαμηλές ποσοστώσεις και τα πρόστιμα συνυπευθυνότητας, με τις χαμηλές τιμές παρέμβασης και τη μαζική καταστροφή αγροτικών προϊόντων (χωματερές) που είχαν σαν αποτέλεσμα τη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής, την επιδείνωση της σύνθεσής της σε βάρος της ζωοκομικής παραγωγής και την ένταση της διατροφικής εξάρτησης του λαού μας.

Στη δεύτερη περίοδο, η προσαρμογή της κοινοτικής και κατ' επέκταση της ελληνικής αγροτικής οικονομίας στη λεγόμενη διεθνή αγορά επιβλήθηκε με την απελευθέρωση του εμπορίου των αγροτικών προϊόντων με αποτέλεσμα οι μικρομεσαίοι αγρότες της χώρας μας κλήθηκαν να ανταγωνιστούν τους μεγαλοαγρότες των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών που έχουν πολύ μικρότερο κόστος παραγωγής εξ' αιτίας του πολύ μεγάλου μεγέθους των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, της εκμηχάνισής τους και της χρησιμοποίησης φθηνών αλλοδαπών εργατών γης.

Κλήθηκαν επίσης να ανταγωνιστούν και τα αναπτυσσόμενα κράτη όπου η αγροτική παραγωγή σε πολλά από αυτά γίνεται σε λατιφούντια (τσιφλίκια) και οι αμοιβές των εργατών γης ή των αγροτών είναι 1-2 δολάρια την ημέρα χωρίς ασφάλιση.

Ο ανταγωνισμός αυτός είχε σα συνέπεια τις αθρόες εισαγωγές αγροτικών προϊόντων σε τιμές πολύ χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής της χώρας μας και τη μείωση των εξαγωγών με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγής και την όξυνση της διατροφικής εξάρτησης.

Η προσαρμογή της κοινοτικής και κατ' επέκταση της ελληνικής αγροτικής οικονομίας στη διεθνή αγορά έγινε με την αντικατάσταση των κοινοτικών τιμών από τις διεθνείς τιμές των αγροτικών προϊόντων που ήταν πολύ χαμηλότερες.

Μαζί με τις διεθνείς τιμές στη δεύτερη περίοδο πάρθηκαν πολλά μέτρα για τη μείωση της αγροτικής παραγωγής και των αποθεμάτων βασικότερα από τα οποία ήταν:

Η επιδοτούμενη υποχρεωτική και προαιρετική αγρανάπαυση των σιτηρών που δικαιολογήθηκε με περιβαλλοντικά προσχήματα.

Η επιδοτούμενη εκρίζωση αμπελώνων και οπωρώνων για να μηδενισθούν τα διαρθρωτικά πλεονάσματα και να απαλλαγεί ο κοινοτικός προϋπολογισμός από τα έξοδα συντήρησης ή εκποίησής τους.

Ο εκφυλισμός και η κατάργηση της παρέμβασης έτσι ώστε να μην υπάρχουν κατώτερες εγγυημένες τιμές, να αποτρέπεται η καλλιέργεια και να μειώνεται η παραγωγή και τα αποθέματα αγροτικών προϊόντων.

Η αποσύνδεση των επιδοτήσεων από την παραγωγή, με αποτέλεσμα οι αγρότες  στη μεταβατική αυτή περίοδο να εξασφαλίζουν σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να παράγουν.

Η επιβολή ποσοστώσεων και προστίμων συνυπευθυνότητας σε όσα προϊόντα υπάρχει ένα ποσοστό συνδεδεμένης επιδότησης με την παραγωγή όπως στο ρύζι το σκληρό σιτάρι κ.ά. με αποτέλεσμα την ίδια περίοδο που η τιμή του ρυζιού στην κατανάλωση αυξήθηκε κατά 74% ελληνες ορυζοπαραγωγοί να πληρώνουν πρόστιμο συνυπευθυνότητας επειδή ξεπέρασαν την ποσόστωση των 203.000 στρεμμάτων.

Η συνεχής μείωση των γεωργικών κονδυλίων του κοινοτικού προϋπολογισμού για να διατεθούν σε άλλες κοινές κοινοτικές πολιτικές όπως την ΚΕΠΠΑ, τον Ευρωστρατό κ.ά. Δηλαδή να διατεθούν στην αγορά και παραγωγή εξοπλισμών αντί στην παραγωγή τροφίμων.

Η χρησιμοποίηση γεωργικών εκτάσεων και δημητριακών στην παραγωγή βιοκαυσίμων που δικαιολογήθηκε με περιβαλλοντικά προσχήματα, ενώ εξυπηρετούσε συγκεκριμένα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα στις ενεργειακές αντιθέσεις που έχουν δημιουργηθεί.

Όλα μαζί αυτά τα μέτρα είχαν ιδιαίτερα αρνητικά αποτελέσματα για τους μικρομεσαίους αγρότες, το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο και τη διατροφική εξάρτηση του λαού μας.

Το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο από πλεονασματικό που ήταν πριν την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ, έγινε ελλειμματικό αμέσως μετά την ένταξη. Ο ρυθμός αύξησης του ελλείμματος καλπάζει, με αποτέλεσμα το 2007 έφτασε στα 2,998 δισ ευρώ, ποσό ιδιαίτερα μεγάλο για τα οικονομικά δεδομένα της χώρας μας.

Αθρόες εισαγωγές βοδινών χοιρινών κρεάτων και πουλερικών από χώρες της ΕΕ, αρνιών από Βουλγαρία, Ρουμανία και FYROM πρόβειου γάλακτος από FYROM και Ρουμανία, νωπών κρεάτων από απομακρυσμένες χώρες όπως Λατινικής Αμερικής κ.α. σαν αποτέλεσμα νέων τεχνολογικών μεθόδων συντήρησης σε τιμές πολύ χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής των αντίστοιχων ελληνικών αγροτικών προϊόντων είχαν σαν αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της κτηνοτροφίας.

Στην περίοδο 1980-2006 η αυτάρκεια της χώρας μας στο κρέας πουλερικών μειώθηκε από 100,4% στο 75%, στο χοιρινό από 84% στο 38%, στο βοδινό από 66% στο 25% και στο αιγοπρόβειο από 92% στο 75%. Μέσα σε ένα χρόνο (2007) με την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ η αυτάρκεια στης χώρας μας στη ζάχαρη μειώθηκε από 100% στο 50% σε τάση μεγαλύτερης μείωσης επειδή οι εγχώριες τιμές εξισώνονται με τις διεθνείς.

Μέσα σε μια δεκαετία από το 1996 έως το 2006 οι καλλιεργούμενες εκτάσεις της χώρας μας με δημητριακά από τα οποία παράγονται τα βασικότερα τρόφιμα όπως το ψωμί τα ζυμαρικά κ.α. αλλά και ζωοτροφές για την παραγωγή των ζωοκομικών προϊόντων όπως κρέατα, γαλακτοκομικά κ.ά. μειώθηκαν κατά 3.350.000 στρέμματα (από 12.700.000 στρέμματα το 1996 σε 9.350.000 στρέμματα το 2006) την ίδια περίοδο 2.110.000 στρέμματα εγκαταλείφθηκαν επειδή η καλλιέργειά τους ήταν ασύμφορη, από τα οποία 1.537.000 στρέμματα τη διετία 2004 που ψηφίστηκε η νέα ΚΑΠ έως το 2006.

Αυτή την πολιτική με τη σύμφωνη γνώμη της Ελληνικής Κυβέρνησης θα τη συνεχίσει η ΕΕ με τα μέτρα που ανακοίνωσε ότι θα πάρει με αφορμή τον λεγόμενο έλεγχο υγείας της ΚΑΠ παρά τις όποιες υποχωρήσεις αναγκασθεί να κάνει για να εκτονώσει τη λαϊκή αγανάκτηση, όπως η κατάργηση της αγρανάπαυσης και της επιδότησης των ενεργειακών καλλιεργειών.

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από τις προτάσεις της επιτροπής για κατάργηση των παρεμβάσεων σε όποια αγροτικά προϊόντα υπάρχουν. Για μεταφορά περισσότερων κονδυλίων από τη γεωργία στο δεύτερο πυλώνα. Για ολική αποδέσμευση των επιδοτήσεων από την παραγωγή σε όλα τα προϊόντα. Για παραπέρα μείωση των γεωργικών κονδυλίων του προϋπολογισμού. Και για σταδιακή κατάργηση των ποσοστώσεων στα γάλα έτσι ώστε να μη δημιουργηθεί υπερπροσφορά και καταρρεύσει η αγορά γάλακτος.

Παρόμοια μέτρα προσαρμογής της αγροτικής οικονομίας στη λεγόμενη παγκοσμιοποιημένη αγορά πήραν όλα τα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα την ίδια περίοδο που χρησιμοποιούσαν μια επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία ορμόνη στη βοοτροφία για να αυξήσουν κατά 10-15% την απόδοση γάλακτος των αγελάδων, επιδοτούσαν τη σφαγή 1,5 εκατομμυρίων αγελάδων για να μην υπάρχει υπερπροσφορά που μειώνει τις τιμές και τα κέρδη των βοοτροφικών επιχειρήσεων και των βιομηχανιών γάλακτος.

Οι πολιτικές αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής και των αποθεμάτων τροφίμων, τη διατάραξη της ισορροπίας προσφοράς - ζήτησης, την αύξηση των τιμών βασικών αγροτικών προϊόντων και τη δημιουργία των προϋποθέσεων κερδοσκοπίας του μεγάλου κεφαλαίου στα τρόφιμα που γίνεται στα διεθνή χρηματιστήρια των εμπορευμάτων με τη μορφή των προθεσμιακών συμφωνιών αγοροπωλησίας αγροτικών προϊόντων.

Διάφοροι χρηματιστηριακοί αναλυτές εκτιμούν ότι το 40% των βασικών ειδών διατροφής ελέγχεται από το μεγάλο χρηματιστηριακό κεφάλαιο και ότι το 30% των αυξήσεων στα τρόφιμα οφείλεται στη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, ποσοστό που αυξάνεται σε καθημερινή βάση, εκτοξεύοντας στα ύψη τις τιμές των τροφίμων.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν η αύξηση μέσα σε ένα χρόνο (Μάρτης 2007 - Μάρτης 2008) κατά 31% της τιμής του καλαμποκιού, 74% του ρυζιού, 87% της σόγιας και 130% του σιταριού. Η αύξηση αυτή σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται στις κλιματικές αλλαγές και στην αύξηση της κατανάλωσης των αναπτυσσόμενων χωρών. Και αυτό γιατί η ετήσια αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης τροφίμων είναι μικρή και έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι μπορεί να υπερκαλυφθεί από την αύξηση της παραγωγής αν υπάρχει πολιτική θέληση, ενώ οι κλιματικές αλλαγές έχουν μακροχρόνιες και όχι άμεσες συνέπειες. Η επίδραση των καιρικών συνθηκών που υπήρχε και θα υπάρχει στην αγροτική παραγωγή, αλλά είναι αντιστρόφως ανάλογη των επενδύσεων που γίνονται στην αγροτική οικονομία, αποτελεί λαθροχειρία αν συνδεθεί άμεσα με τις όποιες κλιματικές αλλαγές και αποσκοπεί στη συγκάλυψη της πολιτικής που εξυπηρετεί την κερδοφορία του κεφαλαίου και όχι τις διατροφικές ανάγκες της ανθρωπότητας.

Οι αυξήσεις αυτές, που ξεκίνησαν τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας και εντάθηκαν την τελευταία περίοδο σύμφωνα με τα στοιχεία του FAO είχαν σαν αποτέλεσμα μέσα σε μια πενταετία από το 2002-03 έως το 2007-08, την αύξηση κατά 236% (από 14.025 σε 33.113 εκατομμύρια δολάρια) των ποσών που πλήρωσαν οι 82 φτωχότερες χώρες του κόσμου, από τις οποίες οι 69 στην Ασία και την Αφρική, για την εισαγωγή δημητριακών.

Στην αντίθετη πλευρά, τα μεγαλύτερα μονοπώλια του αγροτοβιομηχανικού κλάδου όπως η Monsanto, η Gargill κ.ά., διπλασίασαν τα κέρδη τους την τελευταία χρονιά. Παρόμοια κερδοφορία έχουν και οι εγχώριες μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ποιοι ωφελούνται και ποιοι ζημιώνονται από τη λεγόμενη διατροφική κρίση και διαψεύδουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο όσους υποστήριζαν ότι η ΓΚΑΤΤ και ο ΠΟΕ θα ευνοούσαν τις φτωχές χώρες, επειδή μέσα από την απελευθέρωση της αγοράς των αγροτικών προϊόντων θα τους εξασφάλιζαν φθηνά αγροτικά προϊόντα - τρόφιμα.

Αν συνεχισθεί αυτή η κατάσταση, το εξωτερικό χρέος των φτωχών κρατών θα εκτιναχθεί στα ύψη και ο υποσιτισμός θα προσλάβει εφιαλτικές διαστάσεις επειδή στα 850 εκατομμύρια ανθρώπους που υποσιτίζονται θα προστεθούν άλλα 100 εκατομμύρια στο άμεσο μέλλον σύμφωνα με εκτιμήσεις του FAO.

Η πιθανότητα να συνεχισθεί και να οξυνθεί η λεγόμενη διατροφική κρίση μπορεί να γίνει πραγματικότητα στο άμεσο μέλλον, αν συνεχισθεί η χρησιμοποίηση των ενεργειακών καλλιεργειών για την παραγωγή βιοκαυσίμων με σκοπό να καλυφθούν οι στόχοι που έχουν βάλλει διάφορα ιμπεριαλιστικά κράτη.

Μέχρι σήμερα η χρησιμοποίηση των ενεργειακών καλλιεργειών στην παραγωγή βιοκαυσίμων έχει παίξει ασήμαντο ρόλο στην αύξηση των τιμών των τροφίμων επειδή στην ΕΕ οι εκτάσεις που χρησιμοποιοήθηκαν για βιοκαύσιμα έφθασαν περίπου στο 1%, ενώ στη Βραζιλία που είναι η μεγαλύτερη χώρα παραγωγής βιοκαυσίμων οι ενεργειακές καλλιέργειες έχουν περισσότερο δασική και λιγότερο αγροτική προέλευση. Δηλαδή, η Βραζιλία καταστρέφει παρθένα δάση για την παραγωγή βιοκαυσίμων που πουλάει στις ΗΠΑ, με απρόβλεπτες αρνητικές συνέπειες για το περιβάλλον, γεγονός που αποδεικνύει την υποκρισία όσων προωθούν τα βιοκαύσιμα πρώτης γενεάς (από ενεργειακές καλλιέργειες) ως φιλοπεριβαλλοντικό μέτρο.

Όμως η παραγωγή βιοκαυσίμων πρώτης γενεάς θα έχει σοβαρά αρνητικά αποτελέσματα για το παγκόσμιο διατροφικό πρόβλημα αν συνεχισθεί με σκοπό να καλυφθούν οι στόχοι που έχουν βάλει διάφορα ιμπεριαλιστικά κράτη. Και αυτό γιατί σύμφωνα με εκτιμήσεις του ιδρύματος Worldwatch για να καλύψει το 10% των συνολικών αναγκών σε καύσιμα η Βραζιλία θα πρέπει να χρησιμοποιήσει το 3% των αγροτικών της εκτάσεων, ενώ για το ίδιο ποσοστό οι ΗΠΑ θα χρειασθούν το 30% και η ΕΕ το 72% της καλλιεργήσιμης γης.

Η προσαρμογή της αγροτικής οικονομίας στην αγορά όπως αυτή διαμορφώνεται από τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη έχει άμεσα αποτελέσματα στις αγροτικές οικονομίες όλων των κρατών όπως στο μέγεθός τους, στη σύνθεση της αγροτικής παραγωγής στις τιμές πώλησής της κ.ά.

Η συμφωνία της ΓΚΑΤΤ και ο ΠΟΕ δεν αμφισβητούν την κυριαρχία των ΗΠΑ στο διεθνές εμπόριο των αγροτικών προϊόντων - τροφίμων, σε αντίθεση με την ΕΕ η οποία και για εσωτερικούς λόγους διατήρησε τα ελλείμματά της στο αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο.

Στη χώρα μας η προσαρμογή αυτή, που έγινε στα πλαίσια της ΕΕ, είχε ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας με συνέπεια να υπολείπεται των παραγωγικών της δυνατοτήτων και των διατροφικών αναγκών του λαού μας.

Στην πρώτη φάση προσαρμογής, ήταν πιο έντονα τα πολιτικά μέτρα σε σχέση με τα οικονομικά (ανταγωνισμός), γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις γενικευμένες ποσοστώσεις και τον τρόπο κατανομής τους, από τις γενικευμένες παρεμβάσεις, από τις τιμές παρέμβασης ή ελάχιστες τιμές σε όλα σχεδόν τα αγροτικά προϊόντα, από τους υψηλούς δασμούς και τις εξαγωγικές επιδοτήσεις.

Στη δεύτερη φάση προσαρμογής ατόνησαν αισθητά τα πολιτικά μέτρα σε όφελος του ανταγωνισμού, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τον εκφυλισμό ή κατάργηση των ποσοστώσεων και των παρεμβάσεων, από την κατάργηση των εξαγωγικών επιδοτήσεων και τη δραστική μείωση των δασμών εισαγωγής.

Η προσαρμογή της δεύτερης φάσης στην οποία κυριαρχεί ο ανταγωνισμός αναδείχνει με εντονότερο τρόπο τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής γεωργίας (μικρός και πολυτεμαχισμένος κλήρος) και πιέζει ασφυκτικά για την επίλυσή τους. Δηλαδή, επιταχύνει το ξεκλήρισμα των μικρομεσαίων αγροτών και τη συγκέντρωση της γης και της παραγωγής σε λίγους μεγαλοαγρότες - επιχειρηματίες.

 

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της κοινοτικής και της ελληνικής γεωργίας είναι συστατικό στοιχείο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης που έχει κριτήριο το κέρδος των εμποροβιομηχάνων και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον αγροτικό τομέα. Αυτός ο δρόμος ανάπτυξης οδηγεί στη συγκέντρωση της γης και της παραγωγής σε λιγότερα χέρια και στο μαζικό ξεκλήρισμα των μικρομεσαίων αγροτών.

Χαρακτηριστική είναι η συγκέντρωση της κτηνοτροφίας και των ιχθυοκαλλιεργειών όπου λίγοι επιχειρηματίες μονοπωλούν κλάδους ολόκληρους και έχουν καθοριστικό ρόλο στις ποσότητες που θα παραχθούν στις τιμές πώλησης κ.ά.

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της αγροτικής οικονομίας έχει τεράστιες αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα και ασφάλεια των αγροτικών προϊόντων - τροφίμων επειδή υλοποιείται με τη χρησιμοποίηση φθηνών μέσων και μεθόδων παραγωγής που είναι επικίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.

Ο ισχυρισμός των οπαδών της ελεύθερης αγοράς ότι ο ανταγωνισμός βελτιώνει την ποιότητα και την ασφάλεια των αγροτικών προϊόντων - τροφίμων διαψεύδεται διαχρονικά από τα διάφορα διατροφικά σκάνδαλα.

Βασικότερα από τα σκάνδαλα αυτά στη ζωική παραγωγή είναι η χρησιμοποίηση των κρεατάλευρων ως ζωοτροφών ακόμα και στα φυτοφάγα ζώα (μηρυκαστικά) με αποτέλεσμα την εξάπλωση της ασθένειας της Σπογγώδους Εγγεφαλοπάθειας των Βοοειδών (τρελές αγελάδες) η οποία είναι ζωοανθρωπονόσος και στον άνθρωπο είναι η γνωστή πια ασθένεια Κρόιπσφελ - Γιάκοπς.

Η χρησιμοποίηση ορυκτελαίων στη διατροφή των πουλερικών με αποτέλεσμα τα δειοξινούχα κοτόπουλα. Η χρησιμοποίηση ορμονών στα βοοειδή κ.ά. Όπως και η χρησιμοποίηση κλωνοποιημένων ζώων στην παραγωγή ζωικών τροφίμων, που προωθείται αυτή την περίοδο.

Στη φυτική παραγωγή εκτός από την κατάχρηση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων πιο επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον είναι η χρησιμοποίηση των Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (μεταλλαγμένα) για την παραγωγή αγροτικών προϊόντων και τροφίμων που προωθούνται κυρίως από τις ΗΠΑ αλλά και την ΕΕ και άλλες κυβερνήσεις παρά την αντίθεση των λαών.

Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι πολυεθνικές και οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών που λειτουργούν ως εκπρόσωποί τους για τη χρησιμοποίηση των μεταλλαγμένων στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων και τροφίμων είναι κυρίως οικονομικά και κοινωνικά και αποσκοπούν στη συγκάλυψη της επικινδυνότητας, αλλά και των πραγματικών τους στόχων που είναι η αύξηση των κερδών τους και η διαιώνιση της εξάρτησης ολόκληρων κρατών και λαών από τις πολυεθνικές που μονοπωλούν τη βιοτεχνολογία.

Ισχυρίζονται οι πολυεθνικές και οι κυβερνήσεις τους ότι η χρησιμοποίηση των μεταλλαγμένων στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων και τροφίμων παρά το γεγονός ότι μπορεί να εμπεριέχει κάποιο ρίσκο για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία είναι ωφέλιμη επειδή παράγουν φθηνότερα και περισσότερα τρόφιμα απαραίτητα για την επίλυση του παγκόσμιου διατροφικού προβλήματος.

Όμως το πρόβλημα της πείνας και του υποσιτισμού δεν είναι τεχνοκρατικό αλλά κυρίως κοινωνικό - πολιτικό πρόβλημα. Η αύξηση της παραγωγικότητας της αγροτικής οικονομίας που πετυχαίνει ο καπιταλισμός με κίνητρο το υπερκέρδος δε μπορεί να λύσει το παγκόσμιο διατροφικό πρόβλημα επειδή η παραγωγή και κατανομή των αγροτικών προϊόντων γίνεται με κριτήριο το κέρδος.

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι με την υπάρχουσα «συμβατική» γεωργία μπορούν να παραχθούν τρόφιμα αρκετά για να ικανοποιήσουν τις διατροφικές ανάγκες διπλάσιου αριθμού ανθρώπων από αυτούς που υπάρχουν σήμερα στην υφήλιο.

Επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στις ΗΠΑ που χρησιμοποιούν μαζικά τα μεταλλαγμένα και είναι η πρώτη χώρα εξαγωγής αγροτικών προϊόντων, 11 εκατομμύρια αμερικανοί υποσιτίζονται και άλλα 22 εκατομμύρια δυσκολεύονται περιοδικά να καλύψουν τις διατροφικές τους ανάγκες με αποτέλεσμα 28 εκατομμύρια αμερικανοί να ενταχθούν σε συσσίτια.

Παρόμοιο, τεχνοκρατικού χαρακτήρα επιχείρημα για τη λύση του παγκόσμιου διατροφικού προβλήματος χρησιμοποιήθηκε και πριν από λίγες δεκαετίες με αφορμή τη λεγόμενη πράσινη επανάσταση η οποία αν και αύξησε τις αποδόσεις σιτηρών δεν έλυσε το πρόβλημα της πείνας το οποίο οξύνθηκε επειδή είναι πολιτικό και όχι τεχνοκρατικό πρόβλημα.

Η υποκρισία των πολυεθνικών και των κυβερνήσεών τους ότι με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τη χρησιμοποίηση των μεταλλαγμένων θέλουν να λύσουν το παγκόσμιο διατροφικό πρόβλημα, αποκαλύπτεται ανάγλυφα αυτή την περίοδο που παρατηρείται μια προκλητική κερδοσκοπία στα τρόφιμα μέσα από τα χρηματιστήρια των κρατών που «κόπτονται» για το διατροφικό πρόβλημα με αποτέλεσμα να αυξάνονται ακόμα πιο πολύ οι τιμές των τροφίμων και να επιδεινώνεται το παγκόσμιο διατροφικό πρόβλημα.

Από όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, που αποτελεί βασικό διαχρονικό στόχο της ΚΑΠ, δεν εξασφαλίζει φθηνά και υγιεινά τρόφιμα στους λαούς και δε συμβάλλει στην αντιμετώπιση του παγκόσμιου διατροφικού προβλήματος. Αντίθετα, μεγαλώνει τα κέρδη της βιομηχανίας τροφίμων, συγκεντρώνει την αγροτική παραγωγή σε λιγότερα χέρια και υπονομεύει τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.

 

ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΦΘΗΝΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΥΛΗΣ ΚΑΙ ΥΨΗΛΗΣ

ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΙΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

 

Με το σύστημα των τιμών και των γενικευμένων επιδοτήσεων που αποτελούσε βασικό μηχανισμό της πρώτης περιόδου της ΚΑΠ, η ΕΕ εξασφάλιζε φθηνή πρώτη ύλη στις βιομηχανίες τροφίμων επειδή ένα σημαντικό μέρος του εισοδήματος των αγροτών προέρχονταν από τις επιδοτήσεις και το υπόλοιπο από τις εμπορικές τιμές.

Το γεγονός ότι η ΚΑΠ επιδοτούσε και μάλιστα με μεγάλα ποσά μόνο τα μεταποιήσιμα αγροτικά προϊόντα, δηλαδή αυτά που αποτελούσαν πρώτη ύλη για τη βιομηχανία τροφίμων και καθόλου τα αντίστοιχα προϊόντα που καταναλώνονταν ωμά, αποδεικνύει ότι ένας από τους βασικούς στόχους των επιδοτήσεων ήταν η εξασφάλιση φθηνής πρώτης ύλης και υψηλής κερδοφορίας στις βιομηχανίες τροφίμων.

Για παράδειγμα η επιδότηση στα χυμοποιήσιμα πορτοκάλια πριν τροποποιηθεί αυτό το καθεστώς με τη νέα ΚΑΠ που εφαρμόστηκε το 2006 αποτελούσε το 81% του συνολικού εισοδήματος του αγρότη και η εμπορική τιμή που πλήρωνε ο βιομήχανος στους παραγωγούς μόνο το 19%, ενώ στα επιτραπέζια πορτοκάλια δεν υπήρχε καμιά επιδότηση.

Στα συμπύρηνα (βιομηχανικά) ροδάκινα η επιδότηση αποτελούσε το 20% του εισοδήματος των ροδακινοπαραγωγών, ενώ στα επιτραπέζια ροκάκινα δεν υπήρχε επιδότηση. Στη βιομηχανική τομάτα η επιδότηση αποτελούσε το 50% του εισοδήματος, ενώ στην επιτραπέζια δεν υπήρχε καμιά επιδότηση.

Στο σκληρό σιτάρι η επιδότηση αποτελούσε το 50% του εισοδήματος και στο μαλακό το 30% περίπου του συνολικού εισοδήματος του αγρότη.

Στα ζωοκομικά προϊόντα (γάλατα, κρέατα) οι επιδοτήσεις κυμαίνονταν στα ίδια περίπου επίπεδα με τα φυτικά προϊόντα αλλά δίνονταν έμμεσα στα ζώα και όχι άμεσα στα προϊόντα.

Με τη νέα ΚΑΠ αποσυνδέθηκαν οι επιδοτήσεις από τα προϊόντα, πάγωσαν στα επίπεδα του μέσου όρου της τριετίας 2000-02 και θα καταβάλλονται τουλάχιστον ως το 2013 που αποτελεί μεταβατική περίοδο προσαρμογής της κοινοτικής γεωργίας στη λεγόμενη παγκοσμιοποιημένη αγορά όπως αυτή διαμορφώθηκε για τα αγροτικά προϊόντα με τη συμφωνία του ΠΟΕ.

Μαζί με τις παραπάνω αλλαγές μειώθηκαν δραστικά οι δασμοί εισαγωγής οι οποίοι θα καταργηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να απελευθερωθούν οι εισαγωγές που γίνονται σε τιμές πολύ μικρότερες από αυτές των εγχώριων προϊόντων, να συμπιέζουν τις εγχώριες με αποτέλεσμα να εξασφαλίζουν φθηνή πρώτη ύλη στις βιομηχανίες τροφίμων, εγχώρια ή εισαγόμενη.

Οι χαμηλότερες τιμές των εισαγόμενων αγροτικών προϊόντων πυροδότησαν τις παράνομες ελληνοποιήσεις και την κερδοσκοπία των εμποροβιομηχάνων σε βάρος των καταναλωτών.

Με βάση το γεγονός ότι η πρώτη ύλη στις βιομηχανίες τροφίμων συμβάλλει στο συνολικό κοστολόγιο με ένα ποσοστό από 30% έως 75% γίνεται φανερό ότι η εξασφάλιση φθηνής πρώτης ύλης, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται, αποτελεί βασικό παράγοντα εξασφάλισης της κερδοφορίας τους.

Το πάγωμα ή και η μείωση των πραγματικών τιμών των αγροτικών προϊόντων σε συνδυασμό με την απελευθέρωση των τιμών των τροφίμων άνοιξε την ψαλίδα ανάμεσα στις τιμές παραγωγού και καταναλωτή η οποία κατά μέσο όρο είναι τριπλάσια έως τετραπλάσια και αύξησε την κερδοφορία των εμποροβιομηχάνων.

 

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

 

Η βιομηχανία τροφίμων ανήκει στη μεταποιητική βιομηχανία στην οποία έχει σημαντική θέση επειδή έχει το 26% του κύκλου εργασιών της και το 25% των συνολικών της κεφαλαίων. Απασχολεί το 24% που προσωπικού και παράγει το 22% της συνολικής προστιθέμενης αξίας του μεταποιητικού τομέα και ο αριθμός των επιχειρήσεων (1.400) ξεπερνάει το 20% του συνόλου των μεταποιητικών βιομηχανικών επιχειρήσεων (μελέτη ΙΟΒΕ Μάρτης 2007).

Την τελευταία περίοδο παρατηρείται έντονη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κλάδου που είναι αποτέλεσμα των κινήτρων συγχωνεύσεων και εξαγορών που θεσμοθέτησαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ για τη δημιουργία μεγάλων βιομηχανικών συγκροτημάτων με στόχο να αντέξουν στο σκληρό ανταγωνισμό της λεγόμενης παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Όπως επίσης και των εθνικών και κοινοτικών επενδυτικών κινήτρων, της συρρίκνωσης και πώλησης συνεταιριστικών βιομηχανιών στις μεγάλες ιδιωτικές βιομηχανίες που έχουν εξελιχθεί σε πολυκλαδικά μονοπώλια.

Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση είχε σαν αποτέλεσμα οι 52 μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου με προσωπικό περισσότερο από 250 άτομα από τις 1.400 συνολικά επιχειρήσεις να έχουν το 45,2% του συνολικού τζίρου και να καρπώνονται το 71,8% των συνολικών καθαρών κερδών του κλάδου. Ενώ οι μικρότερες 1.141 επιχειρήσεις με προσωπικό μέχρι 50 άτομα είχαν το 26,7% του τζίρου και το 7,9% των κερδών.

Στον κλάδο των φυσικών χυμών, 5 μεγαλύτερες επιχειρήσεις που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από γνωστές πολυεθνικές ελέγχουν το 90% της συνολικής αγοράς, ενώ το ποσοστό των χυμών που διακινούσαν τα Σούπερ - Μάρκετ το 2001 ξεπερνούσε το 80%.

Στον κλάδο της αρτοποιίας και αρτοσκευασμάτων τέσσερις μεγαλύτερες επιχειρήσεις κατείχαν το 2001 το 70% της συνολικής αγοράς, ενώ στον κλάδο των κατεψυγμένων 3-4 μεγάλες επιχειρήσεις είχαν μερίδιο αγοράς που κυμαίνονταν από 60% έως 90% ανάλογα με το προϊόν. Στον κλάδο των γαλακτοκομικών, οι δέκα μεγαλύτερες επιχειρήσεις το 2001 είχαν το 80,3% του συνολικού τζίρου.

Σε ορισμένους τομείς η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση συνδυάζεται με καθετοποίηση της παραγωγής που γίνεται με διάφορες μορφές.

Στο κρασί οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου είναι καθετοποιημένες με αποτέλεσμα το 2000 το 1,5% των μεγαλύτερων αμπελουργικών εκμεταλλεύσεων πολλές από τις οποίες ήταν καθετοποιημένες, καλλιεργούσε το 30% των αμπελώνων.

Στην πτηνοτροφία κρεοπαραγωγής ελάχιστες πτηνοτροφικές επιχειρήσεις κυριαρχούν στον κλάδο, όχι επειδή έχουν μεγάλο ποσοστό του εκτρεφόμενου πτηνοτροφικού κεφαλαίου (οι περισσότερες δεν έχουν καθόλου εκτός από τα πατρογονικά και τους νεοσσούς) αλλά επειδή έχουν συμβάσεις με μικρομεσαίους πτηνοτρόφους οι οποίοι δουλεύουν με ένα ιδιότυπο σύστημα φασόν για λογαριασμό των επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις πωλούν στους πτηνοτρόφους τους νεοσσούς, τις πτηνοτροφές, τα φάρμακα κ.ά. και αγοράζουν τα πουλερικά που εκτρέφουν οι πτηνοτρόφοι σε δικές τους εγκαταστάσεις. Οι επιχειρήσεις με όπλο την κυριαρχία τους στον κλάδο επειδή έχουν τα εφόδια, τα πτηνοσφαγεία και το εμπορικό δίκτυο επιβάλλουν τα συμφέροντά τους στους πτηνοτρόφους με τις υψηλές τιμές των νεοσσών και των εφοδίων και με τις χαμηλές τιμές αγοράς των πουλερικών.

Στην αλιεία και ειδικότερα στις ιχθυοκαλλιέργειες παρατηρείται έντονη καθετοποίηση, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής με εξαγορές και επενδύσεις που δεν περιορίζονται στα σύνορα της χώρας, αλλά επεκτείνονται και σε άλλες μεσογειακές χώρες (Τουρκία, Ισπανία) μέχρι και τις Βόρειες Ευρωπαϊκές (Ουαλία).

Αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι η κυριαρχία στον κλάδο ελάχιστων επιχειρήσεων που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο και στα κεφάλαιά τους συμμετέχουν ξένοι επενδυτικοί όμιλοι (Σαουδαραβικός Ομιλος Jazay) με συνέπεια να εξελίσσονται σε πολυεθνικές επιχειρήσεις.

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ (ΑΣ0) ΣΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

 

Το ποσοστό των αγροτικών προϊόντων που «πέρασε» από τις ΑΣΟ το 1985 ήταν 3% για το χοιρινό κρέας και τα λαχανικά, 2% με το βοδινό κρέας και τα αυγά, 15% για το κρέας των πουλερικών, 20% για το γάλα και 49% για τα σιτηρά.

Νεότερα στοιχεία για το ρόλο των ΑΣΟ δεν υπάρχουν επειδή η ΑΤΕ στα πλαίσια της ιδιωτικοποίησης και επαναπροσανατολισμού του ρόλου της, έχει υποβαθμίσει την αντίστοιχη υπηρεσία. Είναι όμως βέβαιο ότι ο ρόλος των ΑΣΟ έχει σημαντικά υποχωρήσει επειδή πολλές και μεγάλες οργανώσεις έκλεισαν, άλλες συρρικνώθηκαν δραστικά και ορισμένες (ΑΓΝΟ, ΟΛΥΜΠΟΣ, ΡΟΔΟΠΗ, κ.ά.) πουλήθηκαν στους ιδιώτες.

Αξίζει όμως να επισημανθεί ότι και τα προϊόντα που «περνάνε» από τις ΑΣΟ έχουν πολύ μικρό έως ανύπαρκτο βαθμό μεταποίησης με αποτέλεσμα πολλές ΑΣΟ να ασκούν μόνο εμπορικές δραστηριότητες και να λειτουργούν σα μεσάζοντες μεταξύ των αγροτών και των εμποροβιομηχάνων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα σιτηρά το οποία «περνάνε» σε μεγαλύτερο ποσοστό από τις ΑΣΟ, αλλά μόνο μια συνεταιριστική οργάνωση (ΕΑΣ Κιλκίς) κάνει μεταποίηση σε πολύ μικρό ποσοστό. Αλευροποιεί 1,2 χιλιάδες τόνους μαλακό σιτάρι, δηλαδή, το 0,4% της εθνικής παραγωγής, ενώ στο σκληρό σιτάρι που είναι πολύ μεγαλύτερη η παραγωγή δεν υπάρχει καμιά συνεταιριστική αλευροβιομηχανία.

Εκτός από τις συνεταιριστικές μεταποιητικές βιομηχανίες υπάρχει και η Κρατική Βιομηχανία Ζάχαρης (ΕΒΖ) με πέντε εργοστάσια από τα οποία τα δυο έκλεισαν σε πρώτη φάση με την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ που συρρίκνωσε δραστικά την τευτλοκαλλιέργεια. Τα άλλα τρία βρίσκονται σε διαδικασία ιδιωτικοποίησης.

Η πολιτική περιθωριοποίησης του ρόλου των συνεταιριστικών και κρατικών βιομηχανιών, σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση που παρατηρείται και στον κλάδο των βιομηχανιών τροφίμων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία των γνωστών καρτέλ.

 

 

 

ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

 

Η χρησιμοποίηση ανταγωνιστικών αλλά επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία μέσων και μεθόδων παραγωγής δεν περιορίζεται μόνο στη φάση της παραγωγής των αγροτικών προϊόντων αλλά επεκτείνεται και μάλιστα με εντονότερο βαθμό και στη φάση της μεταποίησης.

Τα γνωστά «Ε» που αφορούν συντηρητικά, βελτιωτικά και άλλες ουσίες που χρησιμοποιούνται στη μεταποίηση και επεξεργασία των τροφίμων με σκοπό να αναβαθμίσουν τις οργανοληπτικές τους ιδιότητες και να βελτιώσουν την εμφάνισή τους πολλές φορές έχουν σοβαρές παρενέργειες στη δημόσια υγεία. Παρόμοιες παρενέργειες προκαλούν και οι νέες μέθοδες συντήρησης ευαίσθητων τροφίμων όπως τα κρέατα στα οποία προστίθενται επικίνδυνες και πολλές φορές απαγορευμένες ουσίες όπως η χρήση φωσφορικών αλάτων, η ακτινοβόληση κ.ά. ή η υπερπαστερίωση στο γάλα που καταστρέφει σημαντικά θρεπτικά του συστατικά.

Οσο οξύνεται ο ανταγωνισμός και συγκεντρώνεται η παραγωγή τόσο αυξάνεται και η επικινδυνότητα των τροφίμων γεγονός που επιβεβαιώνεται από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών των ΗΠΑ, το οποίο αποκαλύπτει ότι κάθε χρόνο 76 εκατομμύρια Αμερικανοί αρρωσταίνουν και 5.000 χάνουν τη ζωή τους από κατανάλωση ακατάλληλων τροφίμων.

Το γεγονός αυτό, που δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ, αλλά όλα τα καπιταλιστικά κράτη ανάγκασε τις βιομηχανίες τροφίμων και τις κυβερνήσεις που τις εκπροσωπούν να δημιουργήσουν κρατικούς φορείς ελέγχου που πολλές φορές λειτουργούν ως μηχανισμοί αναβάθμισης της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στα προϊόντα των βιομηχανιών και εκτόνωσης της λαϊκής αγανάκτησης.

Η λειτουργία αυτή επιβεβαιώνεται από τα αλλεπάλληλα διατροφικά σκάνδαλα που αποκαλύφθηκαν και όσα δεν έχουν αποκαλυφθεί τα οποία «διέφυγαν» ή είχαν την έγκριση των ελεγκτικών φορέων. Επιβεβαιώνονται και από τις αποκαλύψεις του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών των ΗΠΑ στις οποίες υποτίθεται ότι λειτουργεί ένα οργανωμένο σύστημα ελέγχου τροφίμων και το καλύτερο σύστημα αυτοελέγχου των βιομηχανιών.

Στα πλαίσια αυτών των αναγκών δημιουργήθηκε, τη ίδια περίπου περίοδο (τέλη της δεκαετίας του 1990) η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των τροφίμων (EFSA) και ο Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ) στην Ελλάδα.

Όμως ο ΕΦΕΤ ούτε ενιαίος είναι ούτε ουσιαστικούς ελέγχους κάνει.

Δεν είναι ενιαίος επειδή ο ιδρυτικός νόμος εξαιρεί από τους ελέγχους του ΕΦΕΤ την πρώτη φάση της παραγωγής των τροφίμων που είναι η παραγωγή όλων των αγροτικών προϊόντων (φυτικών, ζωοκομικών, αλιευτικών) ενώ στην πρώτη μεταποίηση των νωπών φυτικών και ζωοκομικών προϊόντων θα υπάρχει παράλληλη αρμοδιότητα ελέγχου με τις υπηρεσίες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΑΑΤ).

Εκτός από το ΥΑΑΤ, ελέγχους στα τρόφιμα κάνουν με κοινά κλιμάκια οι υπάλληλοι του ΕΦΕΤ και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Δηλαδή στον έλεγχο των τροφίμων εμπλέκονται οι υπηρεσίες άλλων δυο υπουργείων, πέραν του ΕΦΕΤ που υπάγεται στο υπουργείο Ανάπτυξης.

Ο ΕΦΕΤ δε μπορεί να κάνει ουσιαστικούς ελέγχους επειδή από την ίδρυσή του δεν έχει τις απαραίτητες προϋποθέσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικοτεχνική υποδομή. Οι 13 υπηρεσίες που προβλέπονται στον ιδρυτικό νόμο με 530 άτομα μόνιμο προσωπικό και 40 αορίστου χρόνου, δεν επαρκούν για να κάνουν τους αναγκαίους και ουσιαστικούς ελέγχους ώστε να διασφαλίζεται σε ικανοποιητικό βαθμό η δημόσια υγεία.

Η κατάσταση γίνεται πολύ χειρότερη από τη συνειδητή ολιγωρία των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ να στελεχώσουν και να λειτουργήσουν τις υπηρεσίες του ΕΦΕΤ με αποτέλεσμα εννέα χρόνια μετά την ίδρυσή του να λειτουργούν οι μισές από τις 13 υπηρεσίες και να έχει προσληφθεί μόνο το 28% του προβλεπόμενου προσωπικού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του ρόλου, της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας του ΕΦΕΤ αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε η κυβέρνηση και ο ΕΦΕΤ το πρόσφατο διατροφικό σκάνδαλο του κεφαλαίου και η κάλυψη που παρείχε στον ΕΦΕΤ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ελέγχου Τροφίμων.

Η δυνατότητα που παρέχει ο νόμος στον ΕΦΕΤ να υπογράφει προγραμματικές συμβάσεις ακόμα και με ιδιωτικούς φορείς, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, για την υλοποίηση των σκοπών του, που ψήφισε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και διατηρεί η Κυβέρνηση της ΝΔ, αποδείχνει στην πράξη ότι σκοπός της ίδρυσής του δεν είναι η προστασία της δημόσιας υγείας αλλά των συμφερόντων των βιομηχανιών.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

 

Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ως κυβερνήσεις ψήφισαν και εφαρμόζουν με ιδιαίτερο ζήλο τον ΠΟΕ, την ΚΑΠ και τις αναθεωρήσεις της που συρρικνώνουν την παραγωγή αγροτικών προϊόντων και τροφίμων, τη συγκεντρώνουν σε λιγότερα χέρια, ευνοούν τις εισαγωγές σε βάρος της εγχώριας παραγωγής και εξασφαλίζουν πάμφθηνη πρώτη ύλη στη βιομηχανία τροφίμων.

Απελευθέρωσαν την αγορά τροφίμων με αποτέλεσμα να ανοίξει η ψαλίδα ανάμεσα στις τιμές παραγωγού και καταναλωτή και να ενισχυθεί η κερδοφορία των εμποροβιομηχάνων. Τα μέτρα που κατά καιρούς εξαγγέλλουν κατά της ακρίβειας, όπως οι διάφορες «συμφωνίες κυρίων» με τους βιομηχάνους, τα διάφορα παρατηρητήρια τιμών που απλά παρατηρούν την κερδοσκοπία και οι παρακλήσεις προς τους βιομηχάνους για αυτοσυγκράτηση, εξ' αντικειμένου δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα επειδή θεωρούν τα κέρδη ιερά και απαραβίαστα. Στόχο έχουν να παραπλανήσουν τα λαϊκά στρώματα και να εκτονώσουν την αγανάκτησή τους.

Οι Κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ με ισχυρά κίνητρα για συγχωνεύσεις και εξαγορές και με εθνικά και κοινοτικά επενδυτικά κίνητρα συνέβαλαν καθοριστικά στην συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της βιομηχανίας τροφίμων και στη δημιουργία των γνωστών καρτέλ τα οποία δεν υπάρχουν μόνο στο γάλα. Ταυτόχρονα, χρεοκόπησαν τις συνεταιριστικές οργανώσεις και τις πούλησαν στους ιδιώτες για να μην υπάρχει κανένα εμπόδιο στην ασυδοσία των εμποροβιομηχάνων.

Ψήφισαν τη χρησιμοποίηση των μεταλλαγμένων στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων και τροφίμων με αποτέλεσμα να καταναλώνονται και στη χώρα μας σημαντικές ποσότητες εισαγόμενων μεταλλαγμένων τροφίμων παρά το γεγονός ότι δεν καλλιεργούνται ακόμα στη χώρα μας σαν αποτέλεσμα της πίεσης του λαϊκού κινήματος.

Οικοδόμησαν ένα σύστημα ελέγχου των τροφίμων που δεν είναι ενιαίο και δε μπορεί να κάνει επαρκείς και ουσιαστικούς ελέγχους ακόμα και αν στελεχωθεί και αποκτήσει τις υποδομές που προβλέπει η σχετική νομοθεσία, επειδή στόχος αυτού του μηχανισμού είναι η προστασία των βιομηχανιών τροφίμων και όχι των καταναλωτών.

Τις αρνητικές συνέπειες που προκαλεί η πολιτική τους στα λαϊκά στρώματα και στο περιβάλλον προσπαθούν να τις συγκαλύψουν με διάφορα επιχειρήματα και ιδεολογήματα που διαψεύδονται στην πράξη.

Τη συρρίκνωση της παραγωγής των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων που έχει σαν αποτέλεσμα τη διατροφική εξάρτηση προσπαθούν να τη δικαιολογήσουν με το επιχείρημα ότι η ελληνική γεωργία στα πλαίσια της λεγόμενης παγκοσμιοποιημένης αγοράς είναι βιώσιμη μόνο αν στραφεί προς την ποιοτική και όχι την ποσοτική παραγωγή αγροτικών προϊόντων και αν γίνει πιο φιλική προς το περιβάλλον. Δηλαδή, αν στραφεί στα βιολογικά και πιστοποιημένα προϊόντα. Αυτή τη γεωργία η ΝΔ την ονομάζει «Άλλη γεωργία» και το ΠΑΣΟΚ «πράσινη γεωργία».

Όμως το επιχείρημα αυτό είναι παράλογο, υποκριτικό και αποπροσανατολιστικό.

Είναι παράλογο επειδή καμιά κυβέρνηση δε μπορεί να αδιαφορεί για την ποσότητα των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων όταν έχει μια τεράστια διατροφική εξάρτηση και τα ελλείμματα στο αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο είναι δυσθεώρητα.

Είναι υποκριτική επειδή η βιολογική γεωργία παρά τις διακηρύξεις των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ παραμένει περιθωριακή (μικρότερη του 3%) ενώ η κατανάλωση των μεταλλαγμένων αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς που θα γίνουν μεγαλύτεροι όταν σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ και του ΠΟΕ επιβληθεί η καλλιέργειά τους και στη χώρα μας.

Είναι και αποπροσανατολιστική επειδή η καταλληλότητα και η ποιότητα των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων δεν είναι ασύμβατες με την ποσότητα. Αλλά και επειδή έχει ως σκοπό να φορτώσει τις ευθύνες της αντιαγροτικής πολιτικής της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων στους ίδιους τους αγρότες οι οποίοι δεν παράγουν τάχα ποιοτικά αγροτικά προϊόντα γι' αυτό δεν έχουν ικανοποιητικό εισόδημα.

Την πολιτική συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης που προωθούν στον κλάδο της βιομηχανίας τροφίμων την εξωραΐζουν με το επιχείρημα ότι το μειωμένο κόστος παραγωγής θα μειώσει τις τιμές καταναλωτή. Όμως η πραγματικότητα δείχνει εντελώς αντίθετα αποτελέσματα. Η μονοπώληση του κλάδου μειώνει το κόστος παραγωγής αλλά αυξάνει τις τιμές καταναλωτή και τα κέρδη των βιομηχάνων και σε συνδυασμό με τους αναποτελεσματικούς ελέγχους συμβάλλει στην παραγωγή εμφανίσιμων αλλά επικίνδυνων πολλές φορές τροφίμων.

Για τις εξευτελιστικές τιμές των εγχώριων αγροτικών προϊόντων ισχυρίζονται ότι φταίει η διεθνής αγορά, την οποία όμως συνδιαμόρφωσαν στα πλαίσια της ΕΕ και του ΠΟΕ, ενώ για τις υψηλές τιμές των τροφίμων φταίει η αύξηση της κατανάλωσης τροφίμων των αναπτυσσόμενων χωρών. Με το παράλογο και αντιφατικό αυτό επιχείρημα θέλουν να συγκαλύψουν τους πραγματικούς υπεύθυνους για τις χαμηλές τιμές των αγροτικών προϊόντων και τις υψηλές τιμές των τροφίμων που είναι τα υπερκέρδη των βιομηχάνων και τα χρηματιστηριακά παιχνίδια που παρατηρούνται την τελευταία περίοδο και στα τρόφιμα και έχουν ως αποτέλεσμα τη λεγόμενη «φούσκα» των τιμών των τροφίμων που στοιχίζει πολύ ακριβά στα λαϊκά στρώματα.

Στην υποκριτική τους προσπάθεια να αποδείξουν ότι στηρίζουν την εγχώρια παραγωγή, δε διστάζουν να κατηγορούν τα αγροτικά προϊόντα των αναπτυσσόμενων χωρών ότι είναι κατώτερης ποιότητας και αμφίβολης καταλληλότητας. Όμως δεν κάνουν το ίδιο για τα αγροτικά προϊόντα των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών παρά το γεγονός ότι στα κράτη αυτά γεννήθηκαν τα μεγαλύτερα διατροφικά σκάνδαλα όπως των τρελών αγελάδων, των διοξεινούχων κοτόπουλων και τυριών, των ορμονούχων κρεάτων, των μεταλλαγμένων, των τοξικών κρασιών κ.ά.

Για τους ελέγχους των τροφίμων ισχυρίζονται ότι παίρνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να είναι έγκαιροι και αποτελεσματικοί οι έλεγχοι και εντελώς υποκριτικά ζητούν τη συμπαράσταση των καταναλωτών. Όμως οι ελεγκτικοί μηχανισμοί που έχουν δημιουργήσει δε θέλουν και δε μπορούν να κάνουν έγκαιρους, επαρκείς και αποτελεσματικούς ελέγχους όχι μόνο επειδή έχουν τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές. Αλλά επειδή όσο υπάρχει το κέρδος ως βασικό κριτήριο παραγωγής των τροφίμων θα αποτελεί τη βασική αιτία των διατροφικών σκανδάλων. Οσον αφορά στη συμμετοχή των καταναλωτών, την επιδιώκουν με την προϋπόθεση ότι θα κινείται στη λογική τους. Θα λειτουργεί σαν μια κυβερνητική υπηρεσία, αλλά τυπικά θα ανήκει στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, επειδή η αντίφαση αυτή προσδίδει αξιοπιστότερο άλλοθι στην πολιτική τους.

Και τα δυο κόμματα στα λόγια προωθούν τη μεσογειακή διατροφή, στην πράξη όμως αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς η κατανάλωση προπαρασκευασμένων τροφίμων που είναι και τα πιο ανθυγιεινά. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΚΑ, η κατανάλωση γρήγορου φαγητού (φαστ φουντ) στα αστικά κέντρα το 2000 ανέρχονταν στο 42% και το 2007 έφθασε στο 54,14% του συνολικού φαγητού.

Τα αποτελέσματα αυτά ήταν και είναι αναμενόμενα επειδή το διατροφικό μοντέλο κάθε λαού εξαρτάται από τον τρόπο ζωής στον οποίο καθοριστικό ρόλο παίζουν οι εργασιακές σχέσεις.

Η μερική απασχόληση, η κατάργηση της σταθερής και μόνιμης δουλειάς, οι ιδιαίτερα χαμηλοί μισθοί, συντάξεις και ημερομίσθια που αναγκάζουν πολλούς εργαζόμενους να δουλεύουν σε δυο και τρεις δουλειές μαζί με τις πολύωρες μετακινήσεις από τον τόπο κατοικίας στους χώρους δουλειάς, εξανεμίζουν τον ελεύθερο χρόνο των εργαζόμενων και τους οδηγούν στα έτοιμα αλλά υποβαθμισμένα και ανθυγιεινά τρόφιμα.

Η επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων με την ευαλφάλεια που προωθεί η ΕΕ και οι ελληνικές κυβερνήσεις εκτός των άλλων θα επιταχύνει τη διατροφική υποβάθμιση του λαού μας και η προβολή της μεσογειακής διατροφής εξ' αντικειμένου δε θα έχει κανένα αποτέλεσμα.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝ - ΣΥΡΙΖΑ

 

Ο ΣΥΝ συμφωνεί με την ΚΑΠ και τις αναθεωρήσεις τους, αλλά τα αρνητικά της αποτελέσματα τα φορτώνει στη διαχειριστική διαπραγματευτική ανικανότητα των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ χωρίς να προτείνει διαφορετικό τρόπο διαχείρισης επειδή ξέρει ότι και αυτός καθορίζεται με μεγάλη λεπτομέρεια από την ΕΕ.

Πιστεύει ότι η «νέα» ΚΑΠ έχει περιβαλλοντικές ευαισθησίες και βοηθάει στην παραγωγή ποιοτικών και βιολογικών προϊόντων.

Διαφωνεί με τα μεταλλαγμένα αλλά ψήφισε τους κανονισμούς για την επισήμανση, την συνύπαρξη με τις συμβατικές καλλιέργειες κ.ά. με το σκεπτικό να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές τους επιπτώσεις αφού θεωρεί δεδομένη τη χρησιμοποίησή τους, παραβλέποντας το γεγονός ότι στόχος αυτών των κανονισμών και οδηγιών ήταν να ρίξουν στάχτη στα μάτια των λαϊκών στρωμάτων και να κάμψουν τις αντιρρήσεις τους για να διευκολυνθεί η χρησιμοποίησή τους.

Συμφωνεί με τη μεσογειακή διατροφή αλλά υιοθετεί με ορισμένες προϋποθέσεις πολλές από τις νέες αντεργατικές εργασιακές σχέσεις όπως τη μερική απασχόληση, τα προγράμματα Stage κ.ά. που αποτελούν την αντικειμενική βάση υποβάθμισης του διατροφικού μοντέλου του λαού μας.

Συμφωνεί με την αγορά και τα κέρδη αλλά με μπόλικη δόση αυταπάτης προτείνει να μπουν κανόνες στην αγορά για να είναι υγιής, έτσι ώστε να υπηρετεί τους καταναλωτές και οι άνθρωποι με κάποιο μαγικό αλλά ανεφαρμόσιμο τρόπο να μπουν πάνω από τα κέρδη.

Εξυπακούεται ότι ο ΣΥΝ ποτέ και πουθενά δε ζητάει την κατάργηση της εμπορευματοποίησης των τροφίμων που μπορεί να γίνει με την κοινωνικοποίηση των βιομηχανιών τροφίμων και με την συνεταιριστικοποίηση της αγροτικής οικονομίας σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς.

 

Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

 

Το ΚΚΕ σε αντίθεση με τις πολιτικές δυνάμεις του Ευρωμονόδρομου, πιστεύει ότι τα τρόφιμα δε μπορούν να αποτελούν εμπορεύματα και αντικείμενα κερδοσκοπίας. Ταυτόχρονα, θεωρεί τα τρόφιμα στρατηγικής σημασίας προϊόντα.

Με βάση αυτή την αρχή, η πρότασή του για τον κλάδο των τροφίμων αποτελεί οργανικό κομμάτι της γενικότερης πρότασής του για λαϊκή οικονομία - λαϊκή εξουσία, που θα στηρίζεται στα κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής και στους παραγωγικούς συνεταιτερισμούς, στους τομείς που υπάρχει μικρή συγκέντρωση της παραγωγής. Θα διευθύνεται από κεντρικό πανεθνικό σχεδιασμό, στη διαμόρφωση του οποίου οι εργαζόμενοι και όλα τα λαϊκά στρώματα θα συμμετέχουν ουσιαστικά.

Η πρόταση του ΚΚΕ για τα τρόφιμα είναι ολοκληρωμένη και αφορά τόσο στην παραγωγή των αγροτικών προϊόντων όσο και στην βιομηχανία παραγωγής των μεταποιημένων τροφίμων.

Για το ΚΚΕ βασικά κριτήρια παραγωγής των αγροτικών προϊόντων είναι η αξιοποίηση όλων των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, δηλαδή του ανθρώπινου δυναμικού, των εδαφοκλιματολογικών συνθηκών και των επιστημοτεχνικών κατακτήσεων, η κάλυψη των σύγχρονων διατροφικών αναγκών του λαού μας με υγιεινά τρόφιμα, η προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.

Τα κριτήρια αυτά είναι αντίθετα με την κατεύθυνση της ΚΑΠ που καταδικάζει στη στασιμότητα και τη συρρίκνωση την αγροτική παραγωγή της χώρας μας και στρεβλώνει τη σύνθεσή της σε βάρος της ζωικής παραγωγής. Γι' αυτό η σύγκρουση με την ΕΕ και η ανατροπή της ΚΑΠ αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας σε όφελος του λαού και των μικρομεσαίων αγροτών.

Τα κριτήρια του ΚΚΕ είναι αντίθετα με τη λογική της ανταγωνιστικότητας και του κέρδους γι' αυτό δε συμβιβάζονται με τα μεταλλαγμένα, τα κρεατάλευρα, τα ορυκτέλαια και τόσα άλλα μέσα και μεθόδους παραγωγής που αυξάνουν την παραγωγικότητα σε βάρος της υγείας και του περιβάλλοντος.

Βασικοί φορείς παραγωγής των αγροτικών προϊόντων θα είναι οι κοινωνικοποιημένες καθετοποιημένες μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις και οι παραγωγικοί συνεταιρισμοί των μικρομεσαίων αγροτών. Οι φορείς αυτοί μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα της αγροτικής οικονομίας, να μειώσουν δραστικά το κόστος παραγωγής επειδή μπορούν να εξουδετερώσουν τα μειονεκτήματα του μικρού και πολυτεμαχισμένου κλήρου που υπάρχει σε σημαντικό βαθμό στη χώρα μας. Σε συνδυασμό με την αύξηση των γεωργικών επενδύσεων που έχουν καθηλωθεί από τότε που η χώρα μας μπήκε στην ΕΟΚ, μπορούν να αυξήσουν την αγροτική παραγωγή και να λύσουν το πρόβλημα της διατροφικής εξάρτησης του λαού και της χώρας μας.

Καθοριστικό ρόλο στην ολόπλευρη και ισόρροπη παραγωγή των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων θα παίζει ο κρατικός λαϊκός τομέας ο οποίος θα σχεδιάζει ολόκληρη την πολιτική τροφίμων που θα υλοποιείται από τις κοινωνικοποιημένες αγροτικές επιχειρήσεις, τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς, τις κοινωνικοποιημένες βιομηχανίες τροφίμων, τους δημόσιους αγροτικούς οργανισμούς και ιδρύματα έρευνας και τις κρατικές επιχειρήσεις παραγωγής αγροτικών εφοδίων και μηχανημάτων.

Η μεταποίηση των αγροτικών προϊόντων θα γίνεται από τις κοινωνικοποιημένες επιχειρήσεις ενώ ο ρόλος των παραγωγικών συνεταιρισμών στη μεταποίηση θα αφορά διαδικασίες διαλογής και τυποποίησης σε ορισμένα προϊόντα όπως και μεταποίηση για προϊόντα τοπικού χαρακτήρα, μικρής οικονομικής σημασίας.

Η κοινωνικοποίηση των βιομηχανιών τροφίμων θα καταργήσει το κέρδος που αποτελεί βασική αιτία της ακρίβειας και των διατροφικών σκανδάλων και μαζί με τη λαϊκή συμμετοχή που θα αποτελεί οργανικό στοιχείο σε όλες τις φάσεις της παραγωγής, της διακίνησης και του ελέγχου, θα εξασφαλίζει στο λαό φθηνά και υγιεινά τρόφιμα.

Ο έλεγχος των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων θα γίνεται από ειδικό δημόσιο ελεγκτικό φορέα ο οποίος θα είναι ανεξάρτητος από τη διαδικασία παραγωγής και διακίνησης με στόχο να αξιολογεί έγκαιρα την ασφάλεια των νέων τρόπων παραγωγής και να προλαβαίνει τυχαία γεγονότα που μπορούν να συμβάλουν στην ακαταλληλότητα των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων.

Η πρόταση του ΚΚΕ αποτελεί μονόδρομο για την επιβίωση των μικρομεσαίων αγροτών στα πλαίσια των παραγωγικών συνεταιρισμών, συμβάλλει στη διατροφική αυτάρκεια του λαού μας και στο μέτρο των δυνατοτήτων της, στην αντιμετώπιση του παγκόσμιου διατροφικού προβλήματος.

Συγκρούεται με τα συμφέροντα των εμποροβιομηχάνων και των πολυεθνικών, με την ΕΕ και τις πολιτικές δυνάμεις του Ευρωμονόδρομου.

Η ρεαλιστικότητα της πρότασης του ΚΚΕ στηρίζεται στο κοινό συμφέρον της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς, απέναντι στα μονοπώλια και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Σε αυτή τη βάση μπορεί να οικοδομηθεί η συμμαχία της εργατικής τάξης με  τη μικρομεσαία αγροτιά, τους αυτοαπασχολούμενους της πόλης, για τη δημιουργία του Αντιιμπεριαλιστικού, Αντιμονοπωλιακού, Δημοκρατικού Μετώπου πάλης για τη λαϊκή εξουσία.

Το ΚΚΕ, τη δράση του για τη δημιουργία αυτών των προϋποθέσεων τη συνδέει άμεσα με την πάλη του για την καθημερινή βελτίωση των διατροφικών προβλημάτων του λαού μας.

Στα πλαίσια αυτής της πάλης διαφώνησε με τον ΠΟΕ, την ΚΑΠ και τις αναθεωρήσεις της και αποκάλυψε στους μικρομεσαίους αγρότες και σε όλα τα λαϊκά στρώματα το φιλομονοπωλιακό χαρακτήρα της ΕΕ και του ΠΟΕ στην αγροτική οικονομία.

Εναντιώθηκε στις ποσοστώσεις και στα πρόστιμα συνυπευθυνότητας και πάλεψε για σύστημα τιμών και επιδοτήσεων που να εξασφαλίζει βιώσιμο εισόδημα στους μικρομεσαίους αγρότες αλλά και φθηνά τρόφιμα στους εργαζόμενους.

Αποκάλυψε την περιβαλλοντική υποκρισία της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων και εναντιώθηκε σε τρόπους παραγωγής που υπονομεύουν τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Είναι το μοναδικό ελληνικό κόμμα που καταψήφισε όλους τους κανονισμούς για τα μεταλλαγμένα.

Θεωρεί τη λεγόμενη στροφή της γεωργίας στην παραγωγή ποιοτικών προϊόντων πρόσχημα για να συγκαλυφθεί η μείωση των ρυθμών αύξησης της αγροτικής παραγωγής που επιβάλλει η ΚΑΠ και επιμένει ότι η ποιότητα και η ποσότητα δεν είναι ασύμβατες έννοιες.

Διεκδικεί την κατάργηση του ΦΠΑ στα τρόφιμα, συμμετέχει και στηρίζει το κίνημα κατά της ακρίβειας χωρίς να καλλιεργεί αυταπάτες ότι οι βιομηχανίες και οι πολυεθνικές τροφίμων μπορούν να εξασφαλίσουν φθηνά και υγιεινά τρόφιμα στα λαϊκά στρώματα.

Είναι αντίθετο στις νέες αντεργατικές εργασιακές σχέσεις και διεκδικεί μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους τους εργαζόμενους, μείωση του εργάσιμου χρόνου και των ορίων συνταξιοδότησης και ουσιαστικές αυξήσεις στις αποδοχές και συντάξεις επειδή αποτελούν προϋποθέσεις και για τη  διατροφική βελτίωση των λαϊκών στρωμάτων.

Είπε όχι στα βιοκαύσιμα από ενεργειακές καλλιέργειες επειδή δε συμβάλλουν στην αναβάθμιση του περιβάλλοντος αλλά αυξάνουν τις τιμές των τροφίμων και καταδικάζουν στον υποσιτισμό τα λαϊκά στρώματα.

Διαφώνησε με την πολιτική χρεοκοπίας και περιθωριοποίησης των αγροτικών συνεταιρισμών και την πώλησή τους στο ιδιωτικό κεφάλαιο και διεκδικεί εκδημοκρατισμό και στήριξη των συνεταιρισμών από το κράτος για να λειτουργήσουν σα μηχανισμοί αντίστασης στους εμποροβιομήχανους.

Διεκδικεί μαζί με άλλους φορείς και κοινωνικές οργανώσεις στελέχωση των ελεγκτικών μηχανισμών και εξασφάλιση σύγχρονων υποδομών για να κάνουν περισσότερους και ουσιαστικότερους ελέγχους. Ταυτόχρονα όμως, αποκαλύπτει σε όλα τα λαϊκά στρώματα ότι όσο το κέρδος αποτελεί βασικό κριτήριο παραγωγής των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων, το διατροφικό πρόβλημα θα οξύνεται, η δημόσια υγεία θα υπονομεύεται, το περιβάλλον θα υποβαθμίζεται και οι οποιοιδήποτε έλεγχοι θα έχουν περιορισμένα αποτελέσματα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις θα λειτουργούν σαν άλλοθι για να συνεχίζεται η ίδια κατάσταση.

Ολες οι πλευρές του διατροφικού προβλήματος δείχνουν ότι είναι ένα ταξικό πολιτικό πρόβλημα που αφορά πρώτα και κύρια την εργατική τάξη, τους μικρομεσαίους αγρότες και όλα τα λαϊκά στρώματα.

Γι' αυτό οι αγώνες τους για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος πρέπει να είναι συντονισμένοι και να φθάνουν μέχρι την αιτία του. Δηλαδή να συνδέονται με το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας.



[1] Ολα τα τρόφιμα προέρχονται από αγροτικά προϊόντα, όμως όλα τα αγροτικά προϊόντα δεν αποτελούν τρόφιμα όπως βαμβάκι, καπνός κ.ά.

 

 
 
 
 
JSN ImageShow by JoomlaShine.com
 
Copyright © 2011 kke.gr