Κατοχή 1941-1945 - H δράση του ΚΚΕ και ο ρόλος των αστικών κομμάτων
29/10/09

Αναδημοσιεύεται από το βιβλίο «Από την 4η Αυγούστου ως τις μέρες μας - Η γενική πορεία της ταξικής πάλης - Αρθρα κριτικής», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

Η κατάκτηση της Ελλάδας απ' το γερμανοϊταλικό και το βουλγαρικό φασισμό, το 1941, όξυνε στο έπακρο τις αντι­θέσεις της ελληνικής κοινωνίας, ενώ έβαλε σε μεγάλη δοκιμασία όλες τις τάξεις και τα κόμματα της χώρας.

Το ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή ανέλαβε σθεναρή δράση. Η τιτάνια προσπάθεια του ΚΚΕ γινόταν ακόμη πιο δύσκολη εξαιτίας του αρνητικού διεθνούς και εσωτερικού συσχετι­σμού δυνάμεων.

Ηταν χαρακτηριστικά τότε τα λόγια του Χάρι Τρούμαν:

«Αν δούμε ότι η Γερμανία κερδίζει τον πόλεμο, οφεί­λουμε να βοηθήσουμε τη Ρωσία. Κι αν τον κερδίζει η Ρωσία, οφείλουμε να βοηθήσουμε τη Γερμανία και με τον τρόπο αυ­τόν ας τους αφήσουμε να σκοτώσουν όσο μπορούν περισσότερους»1.

Το ΚΚΕ είχε βγει από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου σκληρά χτυπημένο, ενώ είχε στερηθεί τις ση­μαντικές υπηρεσίες εκατοντάδων στελεχών του, τα οποία η ελληνική κυβέρνηση παρέδωσε τελικά στους Γερμανούς, όπως είχε στερηθεί τις υπηρεσίες και του Γενικού Γραμμα­τέα του, που επίσης τον παρέδωσαν στην Γκεστάπο και αυ­τή τον έστειλε στο στρατόπεδο Νταχάου. Εκεί κρατήθηκε 4 χρόνια.

Σοβαρό πρόβλημα, που στερούσε τότε το ΚΚΕ από τη διεθνή πείρα και αλληλεγγύη, ήταν η μη σύνδεσή του με την Κομμουνιστική Διεθνή (ΚΔ), λόγω των εξαιρετικά δύσκολων συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί. Η αποκοπή ενός διεθνι­στικού κόμματος όπως το ΚΚΕ, που αποτελούσε οργανικό τμήμα της ΚΔ, το εμπόδιζε ταυτόχρονα να συντονίσει την πολιτική και τη δράση του με τα άλλα κομμουνιστικά κόμ­ματα και κινήματα. Υπήρχαν, βεβαίως, οι αποφάσεις της ΚΔ. Ωστόσο, το κενό δεν έπαυε να είναι σημαντικό. Χρειάστηκε να περάσουν περίπου δύο χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ, για να υπάρξει μια πρώτη επαφή στο Κάιρο, τον Αύγουστο του 1943, με δημοσιογραφικούς κύκλους άλλων ΚΚ.

Χρειάστηκε, ακόμη, να καταβάλει το Κόμμα μας μεγάλες προσπάθειες για να ξεπεραστεί η χαφιεδοφοβία και η σύγ­χυση στις γραμμές του, που είχε δουλευτεί έντεχνα από την Κρατική Ασφάλεια στα χρόνια της τεταρτοαυγουστιανής δι­κτατορίας.

Εχει και τέτοια φαινόμενα η ταξική πάλη, παράλληλα με τον ηρωισμό τόσων και τόσων μαρτύρων του ΚΚΕ. Κι αν χρειάζεται να σημειώνονται, είναι για να θυμούνται και να διδάσκονται ορισμένοι καλοπροαίρετοι μελετητές με άστο­χα γραπτά, αλλά και για να «θυμούνται» άλλοι κακοπροαί­ρετοι, που βάλλουν κατά του ΚΚΕ.

Με κορμό τα εξόριστα στελέχη του, στα οποία συγκατα­λέγονταν και εκλεγμένα μέλη του ΠΓ και της ΚΕ που απέδρασαν από τους τόπους κράτησης, και με λίγες δυνάμεις στην παρανομία, σκόρπιες και ασύνδετες μεταξύ τους, το ΚΚΕ προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί, να οργανώσει το λαό και να διαμορφώσει την πολιτική του γραμμή στις νέες συν­θήκες.

Με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε το ΕΑΜ. Οι πολιτικές δυνάμεις, που μαζί με το ΚΚΕ συγκρότησαν το ΕΑΜ, ήταν η Ενωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ), το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΚΕ), το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας (ΑΚΕ). Επρόκειτο για μικροαστικά κόμματα, που έβλεπαν ότι με το πρό­γραμμα του ΕΑΜ μπορούσαν να εκπληρώσουν και τους πο­λιτικούς στόχους τους. Οι ηγέτες τους, που συνυπέγραψαν το ιδρυτικό του ΕΑΜ, ήταν ο Ηλίας Τσιριμώκος της ΕΛΔ, ο Χ. Χωμενίδης του ΣΚΕ και ο Βογιατζής του ΑΚΕ.

 

 

Στο ΕΑΜ επίσης - μεμονωμένα όμως και όχι ως παράτα­ξη - προσχώρησαν και βενιζελικά στοιχεία, ακόμη και φιλο­βασιλικοί παράγοντες, όπως οι συνταγματάρχες Πετρουλάκης, τέως υπασπιστής του βασιλιά, Ρήγος, κ.ά. Προσχώρησε ακόμη και μεγάλο τμήμα του λαϊκού κλήρου, καθώς και επιφανείς ανώτεροι κληρικοί.

Υπήρξε κι ένα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου (πολύ μικρό) που συνεργάστηκε με το ΕΑΜ, δίχως να προσχω­ρήσει σε αυτό. Κυριότερος πολιτικός εκφραστής αυτής της τάσης ήταν η ομάδα των Αριστερών Φιλελευθέρων, με βασικούς εκπροσώπους της τον βιομήχανο Αλκιβιάδη Λούλη, τον στρατηγό Νεόκοσμο Γρηγοριάδη, τους Νίκο Ασκούτση, Σταμάτη Χατζήμπεη και άλλους. Στην τάση αυτή ανήκε και ο Μιχ. Κύρκος, πρώην βουλευτής και υπουργός του Λαϊκού Κόμματος του Τσαλδάρη που, προς το τέλος της Εθνικής Αντίστασης, προσχώρησε στο ΕΑΜ. Στους παραπάνω πρέ­πει να καταταχθεί και ο καθηγητής Αλέξ. Σβώλος, ο οποίος μετά τη δημιουργία της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης - γνωστή και ως κυβέρνηση του βουνού) προσκλήθηκε και ανέλαβε την προεδρία της.

Σε αντίθεση με τη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων τους που συσπειρώθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ, τα κόμματα της ελ­ληνικής πλουτοκρατίας, τόσο αυτά της Δεξιάς όσο και του κεντρώου χώρου, καθώς και εκείνα της λεγόμενης «άκρας Δεξιάς», κράτησαν εντελώς διαφορετική στάση, ενώ δεν ήταν καθόλου μικρή (το αντίθετο) η υπηρεσία που πρόσφερε στους καταχτητές μια μεγάλη μερίδα του αστικού Τύπου, τό­σο εκείνη που υποστήριζε τα φιλελεύθερα κόμματα όσο και τη δεξιά-ακροδεξιά. Ολοι τους έδρασαν κατά του λαού.

Κατά του αγωνιζόμενου λαού στράφηκε και η επίσημη Εκκλησία. Είναι χαρακτηριστική η στάση που κράτησε ο αρ­χιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Απευθυνόμενος «προς τον ευ­σεβή Ελληνικόν Λαόν» έγραφε σε μήνυμά του:

«Ουδέν έχομεν να ωφεληθώμεν εξ οιωνδήποτε αποπει­ρών και προκλήσεων εναντίον των Αρχών κατοχής. Διά τού­το πάντες οφείλομεν, αφιερωμένοι εις την παραγωγικήν εργασίαν, ν' αναμείνωμεν την ώραν της ειρήνης, εγκαρτερούντες και πιστεύοντες εις τον δικαιοκρίτην Θεόν»2.

Ο ίδιος, σε επιστολή του προς τον πληρεξούσιο του Ράιχ στην Ελλάδα, Γκ. Αλτενμπουργκ, έγραφε:

«Είναι περιττόν και να λεχθή ότι εκ της τοιαύτης περι­πλοκής μόνον ζημίαι, υλικαί και ηθικοί, δύνανται να προκύ­ψουν δι' αμφότερα τα μέρη, ωφελήματα δε μόνον διά τους έχοντας συμφέρον να οξύνουν και να διαιωνίζουν την αντί­θεσιν μεταξύ Δυνάμεων Κατοχής και Ελληνικού Λαού»3!

1. Οι κατοχικές κυβερνήσεις

Ενα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου επέλεξε το δρόμο της ανοιχτής συνεργασίας με τους κατακτητές. Ηταν οι γνωστοί «κουίσλινγκ», που σχημάτισαν τις κατοχικές κυ­βερνήσεις υπό τους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο και Ι. Ράλλη. Με την ενίσχυση αυτών των κυβερνήσεων και των Γερμανών, σχηματίστηκαν τα φασιστικά κόμματα Εθνικο-σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, Εθνική Σοσιαλιστική Πα­τριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ), Οργάνωσις Εθνικών Δυνά­μεων Ελλάδος (ΟΕΔΕ), κ.ά.

Πρέπει να σταθούμε στο ζήτημα του σχηματισμού των κατοχικών κυβερνήσεων, γιατί υπάρχει μια ουσιαστική πλευρά της όλης υπόθεσης, που συνήθως παραγνωρίζεται.

Το αστικό κράτος συνέχιζε να υπάρχει και να λειτουργεί, βεβαίως μέσα στις συνθήκες μιας κατακτημένης χώρας. Ομως, συνέχιζε να υπάρχει, να λειτουργεί. Στο πλαίσιο της ύπαρξης και λειτουργίας του σχηματίστηκαν οι κατοχικές κυβερνήσεις, που αναφέρθηκαν παραπάνω, έγινε προσπά­θεια να ενισχυθούν οι μηχανισμοί καταστολής και καταπίε­σης του λαού. Δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας και συναφείς κρατικές οργανώσεις, ενώ συνέχισαν να λειτουρ­γούν η Ειδική Ασφάλεια, η Αστυνομία Πόλεων και η Χωροφυλακή (αν και η τελευταία στις περισσότερες περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας ξηλώθηκε σε μια πορεία και αντικαταστάθηκε από τον ένοπλο λαό). Είχε διατηρηθεί και το υπουρ­γείο Αμυνας, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε ο προηγού­μενος τακτικός στρατός.

Η παραπάνω εξέλιξη είχε αντικειμενική βάση. Η κατοχή δεν κατάργησε - ούτε ήθελε φυσικά να καταργήσει - το υπάρχον κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Και ήταν επόμενο ένα μέρος του αστικού πολιτικού και επιστημονικού κόσμου, καθώς και διάφορα κατακάθια της κοινωνίας, αλλά και τεταρτοαυγουστιανοί, να αναλάβουν την επάνδρωση των το­μέων του αστικού κράτους. Τα πράγματα, δηλαδή, έθεταν εξ αντικειμένου το ζήτημα ένα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου να διαχειριστεί και να υπερασπιστεί άμεσα - και κυ­ρίως μακροπρόθεσμα - την εξουσία της τάξης του. Αυτή την ανάγκη την αναγνώριζε ολόκληρος ο αστικός πολιτικός κόσμος. Γι' αυτό ακριβώς επικρότησε τη δημιουργία των κατο­χικών κυβερνήσεων ως εθνική ανάγκη. Γι' αυτό ακριβώς και ο αστικός Τύπος τις στήριξε. Πέρα, βεβαίως, και από το γε­γονός ότι οι κατακτητές χρειάζονταν κυβερνήσεις-υποχείριά τους για να συμβάλουν στο δικό τους (των κατακτητών) ρόλο καταστολής του λαού, ως τοποτηρητές των γερμανικών συμφερόντων.

Ο στόχος, επομένως, ήταν διπλός και αυτό το δίπτυχο αποτελούσε τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Πρέπει, λοιπόν, να αναγνωριστεί στους πολιτικούς παράγοντες-συνεργάτες των Γερμανών ότι επέδειξαν ταξική συνέπεια. Γι' αυτό ακριβώς οι συνεργάτες των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν από τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις, αλλά αξιοποιήθηκαν κατά των λαϊκών δυνάμεων και οι πολλοί στελέχωσαν τους κρατικούς μηχανισμούς και μετά από την απελευθέρωση.

2. Οι «απόντες»

Το μεγαλύτερο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου της εποχής ανήκει στους «απόντες» του αγώνα. Για παράδειγ­μα, στον Γ. Παπανδρέου, στον οποίο έγινε πρόταση να ηγηθεί του ΕΑΜ, ανήκει το κατηγορηματικό «όχι» που έδωσε ως απάντηση. Εξάλλου, από τη Νίκαια της Γαλλίας όπου είχε μετεγκατασταθεί, ο Ν. Πλαστήρας καλούσε με επιστολή του το λαό να συνεργαστεί με τους κατακτητές.

Ποια ήταν η επιδίωξή τους; Ηταν η ίδια της προπολεμικής-προδικτατορικής περιόδου: Οταν θα φύγουν κάποτε οι κατακτητές, να επανέλθουν τα πράγματα στην προ της 4ης Αυγούστου κατάσταση και ν' αναλάβουν αυτοί τα ηνία της διακυβέρνησης. Μέχρι τότε «ας κάτσουμε όλοι στ' αυγά μας», περιμένοντας την αίσια έκβαση του πολέμου, που θα την φέρουν οι ισχυροί σύμμαχοι... Από αυτή την άποψη, μό­νο δυσφορία δημιουργούσε σε όσους ήταν αντιβασιλικοί το θέμα του βασιλιά. Δυσφορούσαν από το γεγονός ότι οι Βρε­τανοί είχαν τη βασιλεία ως ένα από τα βασικά τους στηρίγ­ματα στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή που και οι ίδιοι στήριζαν στους Βρετανούς τις ελπίδες τους.

Μόλις η Ελλάδα κατακτήθηκε, αλλά και στην πορεία, ένα μεγάλο τμήμα του παραπάνω πολιτικού κόσμου μετακόμισε στην Αίγυπτο, απ' όπου γύρισε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση... Θα επιστρέψουμε στα όσα αφορούν στη δρά­ση τους στο εξωτερικό. Για την ώρα, ας μείνουμε στη στά­ση τους απέναντι στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση.

Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι και οι φιλε­λεύθερες (και όχι μόνο οι «δεξιές») πολιτικές δυνάμεις πο­λέμησαν ανοιχτά το ΕΑΜ ή το υπονόμευσαν εντέχνως. Το ίδιο και οι Εγγλέζοι «σύμμαχοι», μέσω της Ιντέλιτζενς Σέρβις και των στρατιωτικών μηχανισμών τους στην Ελλάδα και στη Μ. Ανατολή. Οι Εγγλέζοι προσπάθησαν να αξιοποιή­σουν σ' ένα βαθμό τη δύναμη του ΕΛΑΣ στο συμμαχικό πόλεμο, και το έκαναν. Ταυτόχρονα, όμως, επιχειρούσαν την υπονόμευση και τη χειραγώγησή του, ώστε να τον εξουδετερώσουν μετά την απελευθέρωση. Ο Εντι Μάγιερς είναι αποκαλυπτικός ως προς αυτό. Εγραψε:

«Η ρίζα του αγγλοαμερικάνικου προβλήματος στην Ελ­λάδα μεταξύ 1941-1944 ήταν ότι παρά τις προσπάθειές μας να κάνουμε την Αντίσταση και την εξόριστη κυβέρνηση πε­ρισσότερο αντιπροσωπευτικές, ώστε να μειώσουμε τις δυσχέρειες της Ελλάδας όταν θα κέρδιζε την ελευθερία της, η άμεση στρατιωτική μας πολιτική υποστήριξης του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (του μεγαλύτερου μέχρι τότε Κινήματος Αντίστασης) ήρθε σε άμεση αντίθεση με τα μακροπρόθεσμα πολιτικά μας σχέδια»4.

Ο αστικός πολιτικός κόσμος είχε βαθύτατη συνείδηση ότι ο λαϊκός αγώνας κατά των κατακτητών είχε κατά βάθος τα­ξικό περιεχόμενο. Δεν ξεγελιόταν από το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο του, που «υπερκάλυπτε» σε μεγάλο βαθμό το κοινωνικό. Κατανοούσε καλά πως ο ερχομός των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο, έστω με αφετηρία την εθνική απελευθέρωση, θα αφαιρούσε από τα αστικά κόμματα την πο­λιτική ηγεμονία. Και ότι στην πορεία της πάλης ήταν δυνα­τό να οξυνθούν και τα αντικαπιταλιστικά κριτήρια των λαϊκών μαζών. Γιατί, την ίδια στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα και η δυστυχία ήταν ο καθημερινός σύντροφος των υπολοίπων, κάποιοι θησαύριζαν. Η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο και η εξαθλίωση μεγάλου τμήματος της αγροτιάς δεν οφείλον­ταν μόνο στους κατακτητές. Μαζί με τους τελευταίους υπήρχε και η ντόπια αστική τάξη. Κατά συνέπεια, κατανο­ούσαν ότι σε κάποια στιγμή η λαϊκή αντίθεση μπορούσε να στραφεί εναντίον όλων. Γι' αυτό και έκαναν ό,τι περνούσε απ' το χέρι τους, για να μείνει ο λαός υποταγμένος. Η καλ­λιέργεια της ηττοπάθειας, του «ρεαλισμού» (!) και της κινδυνολογίας - μαζί με τον αντικομμουνισμό - οργίασαν.

3. Αλληλοσχέση και διαπλοκή

Η κατάταξη των αστικών πολιτικών δυνάμεων, που προη­γήθηκε, θα ήταν σχηματική αν δεν έβλεπε κανείς την αλληλοσχέση που υπήρχε μεταξύ τους.

Πώς εκφράστηκαν ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνά­μεις η αλληλοσχέση και η μεταξύ τους κοινή βάση; Ορισμέ­να παραδείγματα.

Είναι ανακριβές ότι ο αστικός πολιτικός κόσμος, που δεν μπήκε στις κυβερνήσεις των «κουίσλινγκ», ήταν αμέτοχος στη συγκρότησή τους και ότι αυτές δεν είχαν τη σύμφωνη γνώμη του. Το αντίθετο. Να τι έγραψαν οι αθηναϊκές εφη­μερίδες στις 8 του Μάη 1941:

«Ο Πρωθυπουργός κ. Τσολάκογλου εδέχθη χθες τους Πολιτικούς ηγέτας της χώρας, κ. κ. Πάγκαλον, Γονατάν, Οθωναίον, Μάξιμον, Κ. Τσαλδάρη, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλον, Β. Δηλιγιάννην, Γ. Πεσματζόγλου, Γ. Μερκούρην, Βελέντζαν και Περ. Ράλλην. Μετά τας συνομιλίας εδόθη εις τον Τύπον η κάτωθι επίσημος ανακοίνωσις: "Ο κ. Πρωθυπουργός ήκουσε μετά προσοχής τας γνώμας των ανδρών τούτων, αφού εξέθεσε την κατάστασιν και τας ακο­λουθητέας κατευθύνσεις της Κυβερνήσεως. Πάντες ανεγνώρισαν ότι η Κυβέρνησις Εθνικής Ανάγκης είναι επιβεβλημένον να υποστηριχθή εκ μέρους πάντων των Ελλήνων άνευ επιφυλάξεων και ειλικρινώς. Επίσης πάντες ανεγνώ­ρισαν το σφάλμα του εκπεσόντος καθεστώτος να κηρύξη τον πόλεμον κατά της Γερμανίας και διεκήρυξαν το χάσμα, το οποίον χωρίζει την Ελλάδα από την Κυβέρνησιν των εν Κρήτη εγκατασταθέντων φυγάδων. Πολλοί εξ αυτών εξε­δήλωσαν τον ζωηρόν αποτροπιασμόν των, διότι οι φυγάδες ούτοι δεν συνεταύτισαν τας τύχας των με τον Ελληνικόν Λαόν, τον οποίον, εκτός της συμφοράς του πολέμου, απεγύμνωσαν διά της αφαιρέσεως του Δημοσίου Χρήμα­τος..."»5.

Δηλαδή, οι παραπάνω πολιτικοί, αφού στήριξαν δημόσια την κυβέρνηση των Γερμανών στην Ελλάδα, έκαναν δήθεν και τον τιμητή στους υπόλοιπους της αστικής τάξης, που έφυγαν από τη χώρα κατακλέβοντας και το Δημόσιο Ταμείο!

Αλλο παράδειγμα της αλληλοσχέσης: Μετά το θάνατο του Μεταξά, την αυτοκτονία (;) του πρωθυπουργού Κορυζή και την εμφάνιση του Κοτζιά - πρωτοπαλίκαρου της 4ης Αυ­γούστου και δημάρχου Αθήνας - ως πρωθυπουργού για λί­γες ώρες, ο βασιλιάς Γεώργιος ο Β' κάλεσε τον Εμ. Τσουδερό στις 21 Απρίλη 1941 και τον διόρισε πρωθυπουργό. Για­τί διόρισε τον Τσουδερό, που ήταν βενιζελικός, και όχι κά­ποιον άλλον; Για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν έτοιμος να φύγει για την Κρήτη και σε συνέχεια για το Κάιρο και χρειαζόταν να έχει η κυβέρνησή του μια «δημοκρατική» βιτρίνα, μια βενιζελική πρόσοψη.

Ο Τσουδερός, λοιπόν, επιδίωξε η σύνθεση της κυβέρνη­σης να είναι αντιπροσωπευτική των κομμάτων. Αλλά μπήκαν στη μέση οι Εγγλέζοι, που ήθελαν να προφυλάξουν τους δημοκρατικούς πολιτικούς (Γ. Παπανδρέου κ.ά.) και έπεισαν τον Τσουδερό να σχηματίσει αμιγή «ακροδεξιά» κυβέρνη­ση. Στη σύνθεσή της περιλήφθηκαν τα πιο εκτεθειμένα, τα πιο αντιδραστικά στοιχεία: Ο ναύαρχος Σακελλαρίου, ο Μανιαδάκης - υφυπουργός Ασφαλείας επί Μεταξά -. ο Κοτζιάς, ο Νικολούδης, ο Δημητράτος!

Φεύγοντας η κυβέρνηση Τσουδερού άφησε πίσω της κυ­βερνητικό κλιμάκιο με επικεφαλής τον αρχιδήμιο Κ. Μανιαδάκη, «που έπρεπε να φροντίσει να μην απολυθούν οι φυ­λακισμένοι και οι εξόριστοι και να εμποδιστεί η αναχώρηση, στην Κρήτη ή αλλού, των ανεπιθύμητων στο καθεστώς. Ετσι, πολλοί φυλακισμένοι και εξόριστοι παραδόθηκαν στον κατακτητή και Κρητικοί, που ήθελαν να πάνε στο νησί τους και να πολεμήσουν, εμποδίστηκαν από το φρουρό του καθε­στώτος, τον Μανιαδάκη»6!

Ως προς την παραπάνω διαπλοκή μπορούμε να δούμε και τις περιπτώσεις των Δαμασκηνού και Αγγελου Εβερτ. Ο πρώτος ήταν (έγινε) αρχιεπίσκοπος στην Κατοχή, ενώ μετά την Κατοχή έγινε αντιβασιλιάς και έπαιξε ηγετικό ρόλο στην καταστολή του ΕΑΜικού κινήματος, ως στενός συνεργάτης και άνθρωπος του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ στη διάρκεια του Δεκέμβρη 1944 και μετά. Τον ίδιο ρόλο έπαιξε και ο Εβερτ ως διευθυντής της Ελληνικής Αστυνομίας. Και τους δύο τους προτίμησαν οι Γερμανοί, αλλά στηρίζονταν σε αυτούς και οι Εγγλέζοι. Τους ήθελε, όμως, και ο Γ. Παπανδρέου και ο Πλαστήρας και γενικά η πλειο­ψηφία του αστικού πολιτικού κόσμου...

Αλλο παράδειγμα: Ανάμεσα στις αστικές αντιστασιακές στρατιωτικές οργανώσεις, που δημιουργήθηκαν ως αντίβα­ρο στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ, η πιο σημαντική ήταν ο ΕΔΕΣ.

Τι έχει, ωστόσο, αποδειχτεί; Πρώτον, ότι ο ΕΔΕΣ, με καθοδηγητή τον Πλαστήρα, δημιουργήθηκε και δρούσε με την έμπνευση, τα σχέδια και τις λίρες της Μ. Βρετανίας. Δεύτε­ρο, ότι κύριος στόχος του δεν ήταν οι Γερμανοί, όπως ισχυ­ριζόταν η ηγεσία του, αλλά ο ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ. Τρίτο, ότι στην ηγεσία του συνυπήρχαν και συνεργάτες των Γερμα­νών, ενώ ο ίδιος ο Ζέρβας ήταν άνθρωπος των Εγγλέζων. Ταυτόχρονα, ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κομνηνός Πυρομάγλου συγκαταλεγόταν σε εκείνες τις προσωπικότητες που είχαν περισσότερες σχέσεις με φιλελεύθερους πολιτικούς. Ο ΕΔΕΣ στηριζόταν στην εγγλέζικη δύναμη, προκειμένου, μέσω αυτής της ενίσχυσης, να συμβάλει στη δημιουργία μετακατοχικών εξελίξεων διατήρησης της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης. Αυτό εξάλλου έκανε και το κάθε κόμμα της οικονομικής ολιγαρχίας.

Τον παραπάνω στόχο τον εξυπηρετούσαν και δυνάμεις συνεργαζόμενες με το ΕΑΜ, αλλά και δυνάμεις που ήταν εντός του ΕΑΜ. Και, βέβαια, οι επιδιώξεις τους ήταν φυσικό επακόλουθο του χαρακτήρα τους, ως αστικών δυνάμεων, και του προγράμματός τους.

Ηταν πρώτα απ' όλα θέμα της συνειδητής πρωτοπορίας του Μετώπου που δημιουργήθηκε να βάλει στόχο τη λαϊκή εξουσία. Αυτό, δυστυχώς, δεν έγινε κατορθωτό.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι καθόλου δεν υπήρχαν σινικά τεί­χη ανάμεσα στα κόμματα της αστικής τάξης, παρά τις μετα­ξύ τους αντιθέσεις. Αντίθετα, όσο κι αν αυτές οξύνονταν, τα κοινά υπόβαθρα παρέμεναν.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι η στάση των βα­σικών αστικών πολιτικών δυνάμεων έπαιρνε υπόψη της τις εξής παραμέτρους:

α) Τη στήριξη του κρατικού μηχανισμού και ταυτόχρονα τη συσπείρωση σωμάτων κρούσης που θα χτυπούσαν το ΕΑΜικό κίνημα και το ΚΚΕ.

β) Οτι η στρατιωτική δύναμη της Μεγάλης Βρετανίας ήταν μέσον εκ των ων ουκ άνευ για τη διατήρηση της κυ­ριαρχίας της τάξης. Και την αξιοποίησαν στο έπακρο.

γ) Την ταχύτατη ανάπτυξη του ΕAM και του ΚΚΕ, κατά συνέπεια την ανάγκη τους να παρεμβάλλουν εμπόδια και κυ­ρίως να υπονομεύουν πολιτικά και οργανωτικά την ΕΑΜική πάλη. Η παρουσία της εγγλέζικης αποστολής στα ελληνικά βουνά (Εντι Μάγιερς, Κρις Γουντχάουζ, κ.ά.) διεκπεραίωνε και αυτόν το ρόλο, σε συνεργασία με πολιτικούς παράγοντες που θεωρούνταν ...προοδευτικοί. Και τον διεκπεραίω­νε στο πλαίσιο της ταυτόχρονης αντιχιτλερικής πάλης που διεξήγε γενικότερα η Μ. Βρετανία.

4. Στην Αίγυπτο

Ο αστικός πολιτικός κόσμος, που μετακόμισε στο εξωτε­ρικό, περνούσε τον καιρό του στην Αίγυπτο μέσα σε ατέ­λειωτες αντιλαϊκές δράσεις που σκάρωνε με τους Εγγλέ­ζους. Κύριο μέλημά τους είχαν να συγκροτήσουν, να συντη­ρήσουν και να ενισχύσουν τα τμήματα του αστικού κρατικού μηχανισμού, που είχαν κουβαλήσει μαζί τους, προετοιμάζο­ντας και προσβλέποντας στις μεταπολεμικές εξελίξεις. Και πρέπει να τους αναγνωριστεί συνέπεια και σταθερότητα.

Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω παράδειγμα, που δεί­χνει τη στοχοπροσήλωση των αστικών κομμάτων στην υπε­ράσπιση της αστικής εξουσίας: Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, υπουργός στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας», που σχηματίστηκε μετά το «Συμβόλαιο του Λιβάνου», μιλώντας στους υπαλλήλους του υπουργείου Δικαιοσύνης, στο Κάι­ρο, έλεγε αποφασιστικά και τρομοκρατώντας:

«Οπως και εις όλας τας άλλας υπηρεσίας, ούτω και εις την υπηρεσίαν του υπουργείου της Δικαιοσύνης, πρέπει να επικρατήση το αίσθημα ότι απαρεγκλίτως άκαμπτος θα είναι η θέλησις προς εργασίαν και προς επιβολήν της τάξεως. Εκ της θελήσεως ταύτης θα προκύψει η έννοια του κράτους. Οσοι θέλουν να συμμορφωθούν προς την τοιαύτην έννοιαν του κράτους, θα έχουν στάδιον δράσεως. Οσοι θελήσουν να επιμείνουν εις τας κτηθείσας έξεις, θα παραμερισθούν και, εάν επιμείνουν, θα συντριβούν»7.

5. Η στρατιωτική δύναμη

Μέσα, λοιπόν, σε συνθήκες οξυμένων κοινωνικοπολιτι­κών αντιθέσεων, ένοπλου αντιστασιακού λαϊκού κινήματος και ανυπόληπτων αστικών κομμάτων, ήταν αδήριτη ανάγκη για την εγχώρια αστική τάξη να υπάρξει δύναμη ισχυρή και αποφασισμένη να σκορπίσει το θάνατο. Την τελευταία ιδιό­τητα η ντόπια αστική τάξη την διέθετε εξ ολοκλήρου. Εκεί­νη που της έλειπε, στον απαιτούμενο βαθμό, ήταν η στρα­τιωτική δύναμη. Η παρέμβαση του εγγλέζικου παράγοντα της έλυνε και αυτό το πρόβλημα.

Η παρέμβαση ήταν ακριβώς εκείνη που της χρειαζόταν: Αποφασιστική. Ηταν παρέμβαση με πυγμή που δεν είχε το χρόνο να «παίζει» με τις αντιθέσεις κομμάτων-παλατιού ή κομμάτων μεταξύ τους. Ηταν παρέμβαση πρακτική.

Στο Λίβανο, απέναντι στην αντιπροσωπεία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κάθονταν οι εκπρόσωποι των αστικών κομμάτων. Ομως, στο παρασκήνιο, πίσω από τις αστικές ηγεσίες βρί­σκονταν οι Εγγλέζοι. Ενώ στην Καζέρτα ήταν οι ίδιοι στο προσκήνιο. Και πολύ περισσότερο το Δεκέμβρη του 1944.

6. Ιστορική πείρα

Η Ιστορία γράφεται από τους νικητές, γι' αυτό και η δική τους ιστοριογραφία κυριαρχεί, για όσο διάστημα κυριαρχούν και εκείνοι.

Λέγεται - και σωστά - ότι τα διδάγματα από τη μελέτη των ιστορικών γεγονότων χρησιμεύουν στο παρόν, ως πείρα και ως συνέχεια. Το παραπάνω θα μπορούσε, ίσως, και να αντιστραφεί ως εξής: Η πείρα του παρόντος είναι χρήσιμη, κα­τά μία γενική αλλά και συγκεκριμένη έννοια, προκειμένου να γίνει ένα από τα εργαλεία που βοηθούν στο να δει κανείς από τη σωστή σκοπιά βασικά ιστορικά γεγονότα που απέ­χουν δεκαετίες από το παρόν.

Για παράδειγμα, αν στο απώτερο μέλλον συμβεί (ελπί­ζουμε και πιστεύουμε ότι δε θα συμβεί) να κυριαρχεί η αντι­λαϊκή πολιτική, τότε και η κυρίαρχη ιστοριογραφία θα χαρα­κτηρίζει τη σημερινή πολιτική του ΚΚΕ (15ο και 16ο Συνέδριο) ως πολιτική δογματική, σεχταριστική, αναχρονιστική, όπως ακριβώς χαρακτηρίζεται και σήμερα από τους πολέμι­ούς της. Κι ας είναι η μοναδική πολιτική που ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των μεσαίων στρω­μάτων της πόλης και του χωριού, της νεολαίας.

Ομοφωνία, βεβαίως, στην ανάλυση των ιστορικών ζητη­μάτων δεν μπορεί να υπάρξει. Εύλογο, αφού, ας το επανα­λάβουμε, η ιδεολογικοπολιτική μεθοδολογία και η ιστορική ανάλυση που την συνδέει έχουν ταξική αφετηρία.

Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για την περίοδο 1941-1945 (από τη δημιουργία του ΕAM μέχρι τη Βάρκιζα και μέ­χρι το 1949), όπου ξετυλίχτηκαν μεγάλα γεγονότα, σύνθε­τα, πολύπλοκα και πρωτόγνωρα από πολλές απόψεις.

Τα χρόνια που πέρασαν από την περίοδο 1941 -1945 βρί­σκουν όλες τις γενιές κατά πολύ απομακρυσμένες από την ώρα που διαδραματίζονταν εκείνα τα γεγονότα, κατά πολύ απομακρυσμένες από τον κουρνιαχτό που σήκωσαν η διαστρέβλωση, η λαθολογία και η υστερία του νικητή. Συσσωρεύτηκε στο μεταξύ και αρκετή εμπειρία. Ο ιδεολογικοπο­λιτικός πόλεμος για τα τότε χρόνια - που συνεχίζεται, όπως είναι φυσικό - ακόνισε καλά τα όπλα των αντιμαχομένων. Εχει κάνει πολύ καθαρές τις βασικές γραμμές που συ­γκρούονται. Ολα αυτά επιτρέπουν την εξαγωγή μιας σειράς συμπερασμάτων.

1. Νους και ψυχή της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, κα­θώς και κύριος αιμοδότης της, υπήρξε το ΚΚΕ. Δίχως το ΚΚΕ - αν μπορούσε να γίνει αυτή η αφαίρεση - δε θα υπήρχε ού­τε το ΕAM ούτε ο ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ.

Χρειάζεται η συνεχής επανάληψη και υπενθύμιση αυτού του γεγονότος, για μια σειρά λόγους. Ο σπουδαιότερος: Για να καταδείχνεται τόσο η αναγκαιότητα της ύπαρξης του ΚΚΕ και στις μέρες μας όσο και η σημασία που έχει η ολόπλευρη ενδυνάμωσή του για τη δημιουργία του Αντιμονο­πωλιακού Αντιιμπεριαλιστικού Δημοκρατικού Μετώπου πά­λης, για τη λαϊκή εξουσία. Το δίδαγμα είναι εξαιρετικά επί­καιρο, γιατί πολλά από τα βασικά χαρακτηριστικά εκείνης της εποχής συνεχίζουν να υπάρχουν και μάλιστα σε πολύ οξυμένη μορφή. Δεν είναι παρωχημένα...

Δεν είναι καθόλου τυχαίο - το αντίθετο - ότι πριν τη δη­μιουργία του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, συγκροτήθηκε το Εργατι­κό ΕAM (EEAM). Αυτή η ευαισθησία και η ετοιμότητα της ερ­γατικής τάξης να πρωτοστατήσει, οφείλεται στο γεγονός ότι ήταν (και είναι) η πιο εκμεταλλευόμενη τάξη της κοινω­νίας. Η οργάνωση των πρωτοποριακών τμημάτων της στο Εργατικό ΕΑΜ δεν εξέφραζε μόνο την απεριόριστη ανιδιοτέλεια της τάξης, αλλά και τη συγκεντρωμένη εμπειρία της από τους αγώνες (συχνά αιματηρούς) των προηγούμενων χρόνων, κατά των εργοδοτών και των πολιτικών που υπη­ρετούσαν την αστική τάξη. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Μάης του '36 απείχε μόλις πέντε χρόνια από την ίδρυση του ΕΕΑΜ. Ας μην ξεχνάμε τους χιλιάδες εργάτες που πέρασαν από τα κολαστήρια των Μεταξά - Μανιαδάκη ή τους δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματισμένους, εξόριστους, τους χιλιά­δες διωκόμενους εργάτες από τις κυβερνήσεις των Βενιζέ­λου, Πάγκαλου, Γούναρη και άλλων. Η δημιουργία του ΕΕΑΜ επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά ότι η αφετηρία και η ρί­ζα της πολιτικής των συμμαχιών πρέπει να είναι το κοινωνι­κό στοιχείο που, βεβαίως, είναι και πολιτικό.

Ορισμένοι συγγραφείς, στην προσπάθειά τους να δια­χωρίσουν τον ΕΛΑΣ από το ΚΚΕ και να αποδώσουν την ανά­πτυξη του ΕΛΑΣ στην αυτόνομη, όπως λένε, πορεία που είχε από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, κατηγορούν την τότε ηγεσία του ΚΚΕ ότι: Στο πλαίσιο «της επαναστατικής ορθοδοξίας» υπερέβαλλε και έριχνε το κύριο βάρος στην ανάπτυξη του κινήματος των πόλεων όπου βρισκόταν η εργατική τάξη, ενώ υποτιμούσε τη σημασία του βουνού. «Η αταβιστική (σημείωση: η μίμηση αρνητικών χαρακτηριστικών των προγόνων) καχυποψία του σταλινισμού απέναντι στην αγροτιά», γρά­φει ο Dominique Eudes8.

Η τότε ηγεσία του ΚΚΕ, βεβαίως, δεν έβλεπε με καχυ­ποψία την αγροτιά. Αντίθετα, πίστευε στις δυνάμεις της, πο­λύ περισσότερο που τότε η αγροτιά ήταν πολυπληθέστατη. Κατανοούσε, ωστόσο, ότι η εργατική τάξη είχε (έχει) μεγαλύτερη σταθερότητα, πειθαρχία και ομοιογένεια. Ηταν (εί­ναι) τάξη ικανή να ηγηθεί στις επαναστατικές εξελίξεις, για­τί συνεχώς αυξάνεται, συνεχώς συγκεντρώνεται, είναι η πιο εκμεταλλευόμενη, δεν έχει ιδιόκτητα μέσα παραγωγής, στοιχεία που δε συγκεντρώνει η αγροτιά. Και βεβαίως βρι­σκόταν στα μεγάλα κέντρα κυρίως. Εκανε, λοιπόν, σωστά η ΚΕ που θεωρούσε ότι το ΕΑΜικό κίνημα έπρεπε να στηρι­χτεί, πρώτα απ' όλα, στην εργατική τάξη. Αλλά υπήρχε και ένα ακόμη θέμα: Μπορούσε να κερδηθεί ο αγώνας, αν προ­πύργιά του δεν ήταν τα βασικά κέντρα (Αθήνα, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη κ.ά.); Και επιπλέον: Μπορούσε να στηριχτεί και να αναπτυχθεί το ένοπλο κίνημά του (ΕΛΑΣ) δίχως ένα πανίσχυρο πολιτικό μαζικό κίνημα, δίχως το ανίκητο παρά­νομο δίκτυο των πόλεων, το δίκτυο του ΕΑΜ; Κατ' αρχάς, ο ΕΛΑΣ δεν υπήρχε μόνο στα βουνά, υπήρχε και σε Αθήνα-Πειραιά, όπου ήταν μάλιστα και πολυπληθής. Και που η σύν­θεσή του ήταν κυρίως εργατική. Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν έπε­σε στο λάθος να αντιπαραθέσει το πολιτικό στο στρατιωτι­κό. Επιχείρησε να τα συζεύξει. Και το έκανε με αρκετή επι­τυχία.

Εξίσου σωστά αντιλαμβανόταν επίσης ότι η εργατική τά­ξη δίχως την αγροτιά θα διεξήγε αγώνα μάταιο. Η πόλη στήριζε το βουνό και το βουνό την πόλη. Και οι δύο μαζί τον αγώνα. Και, βεβαίως, η καθοδήγηση γινόταν από το Κόμμα της εργατικής τάξης.

Η σημασία των κέντρων (πόλεων) μπορεί να κατανοηθεί πιο καθαρά στα χρόνια 1947-1949. Η τροπή του εμφυλίου πολέμου θα ήταν διαφορετική, αν ο ΔΣΕ είχε στον έλεγχό του τέτοιες πόλεις. Και για να εξασφαλίζει εφεδρείες και για πολλούς άλλους λόγους.

2. Το ΚΚΕ υπογραμμίζει και σήμερα ότι είναι αδύνατο να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του δίχως τη συνεχή κατάκτη­ση της θεωρητικής γνώσης, την αφομοίωση της μαρξιστικής-λενινιστικής μεθόδου ανάλυσης των εξελίξεων, δίχως την αφομοίωση της διδασκαλίας για το Κόμμα.

Η παραπάνω υπόμνηση μας παραπέμπει εξ αντικειμένου και στα χρόνια της περιόδου 1941-1945, όπου, αν παρατη­ρήσει κανείς την τότε κατάσταση, θα διαπιστώσει την ύπαρ­ξη τέτοιων προβλημάτων.

Πρόκειται για θέμα θεμελιακής σημασίας, που αποτελεί και δίδαγμα, αλλά και που σε καμιά περίπτωση η επισήμαν­σή του δεν πρέπει να οδηγήσει σε αφ' υψηλού και εκ των υστέρων - άρα εκ του ασφαλούς - θεώρηση των πραγμάτων. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, να αμφισβητηθεί η μεγάλη προσφορά του ΚΚΕ και της ΕΑΜικής Αντίστασης, η ηρωική και μεγαλειώδης προσπά­θεια εκατομμυρίων απλών ανθρώπων, των λαϊκών μαζών. Και το θέμα, βεβαίως, δε βρίσκεται στο να ριχτεί στο πυρ το εξώτερον η τότε ηγεσία του ΚΚΕ, επειδή δεν αντιμετώπισε επαρκώς αυτά τα προβλήματα.

Η καθυστέρηση στη θεωρητική ανάπτυξη εξηγείται φυ­σικά και με αντικειμενικούς λόγους. Η παράνομη και ημιπαράνομη ζωή του ΚΚΕ (με διαλείμματα νομιμότητας) στα χρόνια 1918-1941, και το σχετικά νεαρό της ηλικίας του εμπόδισαν αναμφίβολα την ανάπτυξη συστηματικής θεωρητικής δουλειάς, παρά το γεγονός ότι είχε κάποιες δυνα­τότητες να βγάλει πιο ουσιαστικά και σε βάθος συμπερά­σματα από τη δική του πείρα αντιμετώπισης των κρίσεων που είχε στο μεταξύ περάσει (πάλη κατά του αρχειομαρξισμού, του λικβινταρισμού, των σοσιαλδημοκρατών που υπήρχαν στις γραμμές του από το 1918, κ.ά.). Ωστόσο, οι αντικειμενικές συνθήκες δεν αναιρούν την υποκειμενική ευ­θύνη. Οταν μάλιστα υπάρχει το παράδειγμα του Μπολσεβίκικου Κόμματος, που μέσα στη φωτιά της πάλης φρόντι­ζε να συνδέει την ιδεολογική και οργανωτική δράση με συ­νέπεια και συστοιχία. Βεβαίως, στην τότε Ρωσία υπήρχαν πλούσιες επαναστατικές παραδόσεις, πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η Οχτωβριανή Επανάσταση, κάτι που δεν υπήρξε στην Ελλάδα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Παράλληλα, αφομοιώθηκε από το ρωσικό επαναστατικό κίνη­μα η αντίστοιχη πείρα των επαναστατικών κινημάτων της Δυτικής Ευρώπης. Το γιατί δεν έγινε δυνατό σε μεγάλο βαθμό να αφομοιωθεί δημιουργικά η συγκεκριμένη εμπειρία, είναι ένα θέμα που ίσως να μην αφορά μόνο και κυρίως το ΚΚΕ εκείνων των χρόνων, αλλά να αφορά το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Και είναι θέμα προς μελέτη.

3. Καθένας από τους ηγέτες του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ έπαιξε ασφαλώς το μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο του, είχε τη σημαντική συμβολή του. Αλλά η πρώτη τιμή, ο πρώ­τος ρόλος, ανήκει στο ΚΚΕ.

Η ανάδειξη του συλλογικού όχι μόνο δε μειώνει το ατο­μικό, αλλά και το τοποθετεί στις σωστές διαστάσεις του. Προσδίδει στην ιστορική προσωπικότητα (Αρης - Σαράφης, κ.ά.) το πραγματικό ύψος της, δίχως να την μυθοποιεί.

Ο ηρωικός θάνατος ενός ηγετικού στελέχους (και γενι­κά η προσφορά του), όσο κι αν πρέπει να εξαίρεται και να παραδειγματίζει, δεν είναι πολιτικά - αλλά και ηθικά - σωστό να σβήσει τα όποια λάθη του στελέχους όταν αποτιμώνται η πορεία και η προσφορά του. Κι εξάλλου, υπάρχουν χιλιάδες νεκροί του αγώνα, ακόμη και παιδιά, που έδωσαν τη ζωή τους για τα ιδανικά του ΚΚΕ. Και που δεν έκαναν τίποτα λι­γότερο - από την άποψη της αυτοθυσίας - απ' ό,τι οι γνωστοί ήρωες και ηρωίδες του ΚΚΕ.

4. Η πείρα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είναι εξαιρετικά χρήσιμη και όταν αφορά στο ρόλο της βίας στην ταξική πάλη, ως συ­στατικό στοιχείο της. Ενθεν και ένθεν. Η επικαιρότητά του ως θέματος της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης είναι σημα­ντικά αυξημένη σήμερα. Κι όταν μάλιστα αναφερόμαστε στα χρόνια 1941-1945, που ο λόγος γίνεται για την ένοπλη βία των δικαίων και των αδίκων.

Καθόλου δεν είναι τυχαία η προπαγανδιστική προσπά­θεια των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών να συσκοτίσουν τα πράγματα, μιλώντας γενικά για καταδίκη της τρομοκρατίας. Πέρα από το γεγονός ότι με αυτόν τον τρόπο βγάζουν έξω από το λογαριασμό τη δική τους κρατική τρομοκρατία, επι­χειρούν και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό: Βάζουν στο ίδιο τσουβάλι (άρα είναι προς καταδίκη και δίωξη) την τρομο­κρατία οργανώσεων που οι ίδιοι καθοδηγούν ή χρησιμοποι­ούν ή αξιοποιούν, με τη λαϊκή πάλη! Γιατί αυτή η τελευταία είναι ο στόχος τους. Και η αντιμετώπισή της συνδέεται και με την πολιτική δυσφήμισή της, αλλά και με την απόρριψή της από τους ίδιους τους λαούς...

Από αυτή την άποψη, η πείρα των χρόνων 1941 -1945 (κα­θώς και μετά, η πείρα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας) είναι εξαιρετικά πολύτιμη. Μπροστά στη βία του αστικού κράτους και των οργανώσεων και μηχανισμών του, οι αγω­νιζόμενοι λαοί δεν έχουν τίποτα άλλο να αντιπαρατάξουν από το μαζικό πολιτικό αγώνα, που περιλαμβάνει όλες τις μορφές πάλης - και την ένοπλη. Τι άλλο έχουν ν' αντιπαρα­τάξουν σήμερα οι Παλαιστίνιοι ή οι Κουβανοί ή άλλοι; Αυτός ο αγώνας είναι όντως εχθρικός με την τρομοκρατία (την πά­σης φύσεως) που ασκεί ο ιμπεριαλισμός ή με τις δήθεν επαναστατικές οργανώσεις που λειτουργούν ως προβοκάτορες κατά των λαϊκών κινημάτων. Και βεβαίως δεν είναι πολιτικά σύμφωνος με τους απεγνωσμένους, που ζώνονται με πυ­ρομαχικά και χτυπούν στα τυφλά, προσδοκώντας ν' αντιπαλέψουν έτσι τον ιμπεριαλισμό.

5. Την άνοιξη του 1943 αποφασίστηκε η αυτοδιάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ). Το γεγονός αυτό ήταν με­γάλης σημασίας, όχι θετικής.

Δεν είναι της στιγμής να εξεταστεί εδώ η ιστορία της αυ­τοδιάλυσης, ούτε οι λόγοι που αναφέρονται στο σκεπτικό για τη συγκεκριμένη απόφαση, που σε τελευταία ανάλυση είναι λίγο-πολύ γνωστοί.

Οπως υπογράμμισε η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (15-16 Ιούλη 1995), «χρειάζεται να μελετηθούν στην πορεία και να φωτιστούν οι αρνητικές συνέπειες, οι επιπτώσεις από τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ως ενιαίου κέντρου, με την ανταλλαγή απόψεων και με άλλα κομμουνιστικά κόμματα»9.

* Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 5/2001 της ΚΟΜΕΠ.

Σημειώσεις

1. Τάιμς της Νέας Υόρκης, 24 Ιούλη 1941.

2. Ηλία Βενέζη, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, σελ. 194, εκδ. «Εστία».

3. Ο.π., σελ. 215.

4. Εντι Μάγιερς, Η ελληνική περιπλοκή, σελ. 280-281, εκδ. «Εξάντας».

5. Κομνηνού Πυρομάγλου, Ο Γεώργιος Καρτάλης και η εποχή του, τόμ. Α', σελ. 136-137, Αθήναι, 1965.

6. Γιώργη Αθανασιάδη, Η πρώτη πράξη της ελληνικής τραγωδίας, σελ. 67, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

7. Θεμιστοκλή Τσάτσου, Αι παραμοναί της Απελευθερώσεως (1944), σελ. 23, εκδ. «Ικαρος».

8. Dominique Eudes, Οι Καπετάνιοι, σελ. 25, εκδ. «Εξάντας».

9. Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρι­σαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού καθεστώτος στην Ευρώπη. Η ανα­γκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού, σελ. 64, έκδ. της ΚΕ του ΚΚΕ.

 
 
 
 
JSN ImageShow by JoomlaShine.com
 
Copyright © 2011 kke.gr