Ο αντεπαναστατικός γιορτασμός για το γκρέμισμα του «Τείχους του Βερολίνου»
16/11/09

Ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός έβαλε τα δυνατά του στον εορτασμό των 20 χρόνων από το «γκρέμισμα του Τείχους του Βερολίνου»: Εκδηλώσεις νίκης της αντεπανάστασης στο συμβολικό χώρο, όπου συναντήθηκε η παραδοσιακή αστικοποιημένη σοσιαλδημοκρατία, η νεοαριστερή της εκδοχή και κλασικές φιλελεύθερες αστικές πολιτικές δυνάμεις. Πολύωρα ντοκιμαντέρ, όπου παρήλασαν πρωτεργάτες της αντεπανάστασης εναλλάξ με μικροαστούς θριαμβευτές της. Πολυσέλιδα ένθετα που, παρά την ποικιλία των προσεγγίσεων, κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα, ότι το γκρέμισμα του Τείχους ήταν έργο μαζών, εκδήλωση της θέλησής τους για δημοκρατία και ελευθερία, τέλος στην περίοδο του «ψυχρού πολέμου» και άνοιγμα του δρόμου για τη διασφάλιση της ειρήνης.

Μισθωτοί εργαζόμενοι και λαϊκά στρώματα, ιδιαίτερα οι νέοι και οι νέες δέχθηκαν όλη αυτήν την πλύση εγκεφάλου, μαζί με τα ειρωνικά σχόλια δημοσιογράφων για το πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» («παλεύουμε για το σοσιαλισμό») σε πρωινές τηλεοπτικές παρουσιάσεις των εφημερίδων.

Βέβαια, παρά τη στοχοπροσήλωση και το συντονισμό στον παραπάνω στόχο, μια πιο υπομονετική ματιά στα ντοκιμαντέρ θα ανακάλυπτε και τη λαϊκή νοσταλγία για το καλύτερο βιοτικό επίπεδο επί σοσιαλισμού, τη σύγχυση και αμηχανία ανθρώπων στους κρατικούς μηχανισμούς ασφάλειας που έμειναν ακαθοδήγητοι στο ξέσπασμα της κατευθυνόμενης «αυθόρμητης» αντίδρασης για το γκρέμισμα του «Τείχους».

Για όλα αυτά δικαιούμαστε να θέσουμε τα εξής ερωτήματα:

  • Αφού δεν υπάρχει ιστορική αναγκαιότητα επαναστατικού περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό - κομμουνισμό, αφού ο καπιταλισμός δεν κινδυνεύει από τον κομμουνισμό που αποτελεί ιστορικό παρελθόν όπως η φεουδαρχία και το δουλοκτητικό σύστημα, γιατί τόσος ιδεολογικός μόχθος πάνω στο πτώμα του;
  • Γιατί καταδιώκονται συμβολισμοί του κομμουνιστικού κινήματος, ιδιαίτερα στις χώρες της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, αφού «οι ίδιες οι λαϊκές μάζες τον έχουν απορρίψει, τον έχουν ανατρέψει»; Γιατί διώκονται, μάλιστα πολύ περισσότερο από ό,τι φασιστικές - νεοναζιστικές κινήσεις, παρά το γεγονός ότι κομψά και άκομψα διοχετεύονται μύριοι ιδεολογικοί συνειρμοί περί «μαύρου» και «κόκκινου» ολοκληρωτισμού;
  • Γιατί, παρά τη στοχοπροσήλωση και το συντονισμό στην απαξίωση των σοσιαλιστικών επιτευγμάτων για τη λαϊκή πλειοψηφία - την κατάργηση της ανεργίας, την πλήρη εξασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία, στην εκπαίδευση, στη φροντίδα Υγείας-Πρόνοιας, στον Πολιτισμό-Αθλητισμό, στη στέγη - η λαϊκή μνήμη επιμένει να θεωρεί ότι ζούσε καλύτερα σε εκείνο το σοσιαλιστικό παρελθόν, τουλάχιστον από την άποψη των υλικών όρων;
  • Γιατί, παρά τη συγκέντρωση τόσων δυνάμεων για την προετοιμασία των εκδηλώσεων, συμμετείχαν στην κεντρική εκδήλωση περίπου 100.000, σύμφωνα με πληροφορίες μας, όταν στην ανάλογη πρωτοχρονιάτικη συγκεντρώνονται 1.000.000;

Το «Τείχος» προϊόν του διεθνούς συσχετισμού στην ταξική πάλη.

 
 

Διόλου τυχαία η καπιταλιστική επίθεση επικεντρώθηκε στα λεγόμενα «δημοκρατικά δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες», όπως διόλου τυχαία οι μαζικότερες«λαϊκές αντιδράσεις» γι' αυτά τα δικαιώματα έγιναν στη Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία (ΓΛΔ) και μάλιστα στο Ανατολικό Βερολίνο.

Η καπιταλιστική αντίδραση ποτέ δεν μπορεί να είναι αντικειμενική, αλλιώς δεν θα ήταν αντίδραση. Εργαλεία της είναι η στρέβλωση που πραγματοποιείται με τη χρησιμοποίηση της «μισής αλήθειας», με τη σκόπιμη αποσιώπηση των ιστορικών γεγονότων, την αξιοποίηση της ιστορικής άγνοιας και έλλειψης συνέχειας στην ιστορική μνήμη.

Το «Τείχος του Βερολίνου» δεν αποτελούσε σύνορο μεταξύ δύο διαφορετικών κρατών, ενός σοσιαλιστικού από ένα καπιταλιστικό, που χώρισαν το γερμανικό έθνος, αλλά χώριζε έναν καπιταλιστικό θύλακα - το δυτικό τμήμα του Βερολίνου - από το βασικό ιστό της πόλης του Βερολίνου που ανήκε στο σοσιαλιστικό κράτος. Οσο παράδοξη και αν φαίνεται αυτή η εξέλιξη, ήταν προϊόν του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία) και της σοσιαλιστικής ΕΣΣΔ κατά τη συνθηκολόγηση της ηττημένης Γερμανίας.

Ηταν επίσης προϊόν του γεγονότος ότι αυτή η αντιφασιστική συμμαχία ήταν τόσο συγκυριακή που αμέσως οδήγησε στην όξυνση της ταξικής πάλης στο έδαφος της Γερμανίας, προκάλεσε γρήγορη αναδιάταξη των συμμαχιών που εκδηλώθηκε ιδιαίτερα στο έδαφος του Βερολίνου. Ο «χωρισμός των οικογενειών» ανάμεσα στο Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο ήταν προϊόν αυτού του συσχετισμού, αυτής της πάλης και όχι της «δικτατορικής αναλγησίας» του συστήματος στη Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία (ΓΛΔ), σε αντίθεση με τη «δημοκρατική παράδοση» της Ομόσπονδης Δυτικής Γερμανίας.

Είναι καπιταλιστική υποκρισία να λοιδορούνται οι μηχανισμοί, οι υπηρεσίες ασφάλειας μιας χώρας όπως της ΓΛΔ, όταν δεν υπάρχει καπιταλιστική χώρα που να μη διαθέτει τις δικές της, μεταξύ αυτών συμπεριλαμβανομένης και της κατασκοπείας - αντικατασκοπείας. Πολύ περισσότερο που το Δυτικό Βερολίνο αυτό το ρόλο έπαιζε ως προωθημένο φυλάκιο του ευρωπαϊκού και αμερικάνικου ιμπεριαλισμού μέσα στο σώμα ενός σοσιαλιστικού κράτους. Κάτι ανάλογο, όμως σε περιορισμένη έκταση, χωρίς αστικό οικισμό, ήταν η βάση του Γκουαντανάμο των ΗΠΑ στην Κούβα.

Η αλήθεια είναι ότι η ΓΛΔ πάλεψε σχεδόν 10 χρόνια για να μη διαχωριστεί το Δυτικό από το Ανατολικό Βερολίνο με αυτόν τον τρόπο. Βεβαίως και προσπάθησε να γίνει λαϊκή υπόθεση η κυριαρχία των σοσιαλιστικών σχέσεων στο Δυτικό Βερολίνο, πράγμα που δεν έγινε κατορθωτό, γιατί βεβαίως ήταν ένα τμήμα της πόλης με ισχυρή την παρουσία της γερμανικής αστικής τάξης στηριγμένης στις διεθνείς ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που επέβαλαν αυτό το καθεστώς της διχοτόμησης του Βερολίνου μέσα στο έδαφος της ΓΛΔ. Και όχι μόνο, αλλά και εκμεταλλεύονταν τις κοινωνικές σχέσεις, με δωρεάν δημόσιες κοινωνικές παροχές, με τις οποίες αναπτυσσόταν η εργατική και επιστημονική δύναμη στη ΓΛΔ.

Είναι άλλο ζήτημα, της επιστημονικής κομμουνιστικής έρευνας, πόσο έγκαιρα ή ολοκληρωμένα ήταν τα μέτρα προστασίας του σοσιαλιστικού κράτους σε αυτήν την ιδιαιτερότητα, αν υπήρξε έγκαιρη και αντικειμενική εκτίμηση των προβλημάτων, του συσχετισμού, αν ήταν αντικειμενική η εκτίμηση για τη δυνατότητα να ενσωματωθεί το Δυτικό Βερολίνο, αν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μπορούσε να υπάρξει μια «ενιαία δημοκρατική Γερμανία» αποστρατιωτικοποιημένη ανάμεσα στα καπιταλιστικά και σοσιαλιστικά κράτη.

Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι στοιχείο του συστήματος και όχι μόνο της πάλης του με το σοσιαλιστικό σύστημα

Η νίκη της αντεπανάστασης είναι στοιχείο ιδεολογικής και στρατηγικής ενότητας του διεθνούς ιμπεριαλισμού ενάντια σε κάθε απόπειρα, εγχείρημα, κίνδυνο σε κάποια χώρα να σπάσει η ιμπεριαλιστική αλυσίδα, να ανατραπεί η εξουσία του κεφαλαίου.

Ομως αυτό το στοιχείο δεν αρκεί για να εξαλείψει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα των αγορών και με τη δύναμη συμβατικών και νέων όπλων. Το να γιορτάζουν από κοινού Σαρκοζί και Μέρκελ τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δε σηματοδοτεί εξάλειψη των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά διάθεση ισχυροποίησης μιας συμμαχίας καπιταλιστικών κρατών σε ένα συσχετισμό πολύ διαφορετικό από εκείνο που προέκυψε με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στην επόμενη 20ετία.

Αλλωστε, στην εικοσαετία από τη νίκη της αντεπανάστασης υπήρξαν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις - πόλεμοι, π.χ. στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν, που διεξήχθηκαν από κοινού από καπιταλιστικά κράτη που ανταγωνίζονται και διαφοροποιούνται ως προς το τι και πώς αποτυπώνουν οι συμμαχικές «συμφωνίες» (π.χ. στο ΝΑΤΟ, στην ΕΕ) σε σχέση με τη δύναμη του καθενός, ως προς τις «συμφωνίες» με νέα καπιταλιστικά κράτη, π.χ. τη Ρωσία, τη στρατηγική για την προμήθεια και τις υποδομές μεταφοράς ενεργειακών υλών και άλλα.

Τα καπιταλιστικά κράτη δεν έγιναν ούτε μπορούν να γίνουν ειρηνικά, επειδή γκρεμίστηκε το «Τείχος του Βερολίνου», επειδή δεν υφίσταται σοσιαλιστικό κράτος. Αντίθετα, γίνονται πιο επιθετικά, γιατί προέκυψε νέα λεία, γιατί δεν υφίσταται άμεσος κίνδυνος μιας εργατικής επανάστασης. Αυτοί οι ίδιοι παράγοντες που σπρώχνουν στην επιθετικότητα του κεφαλαίου, όχι μόνο απέναντι στην εργατική τάξη, στο λαό άλλης χώρας αλλά και της δικής του άμεσης κυριαρχίας, είναι ταυτόχρονα και παράγοντες όξυνσης των καπιταλιστικών αντιθέσεων, δυνάμει όξυνσης της ταξικής πάλης.

Για την αναζωογόνηση του κομμουνιστικού κινήματος

Ωστόσο, για να υπάρχει πραγματικά όξυνση της ταξικής πάλης προϋποθέτει ότι η πάλη της εργατικής τάξης συνειδητά και σχεδιασμένα προετοιμάζεται για να κατευθυνθεί στο στόχο της σύγκρουσης για την εξουσία.

Η νίκη της αντεπανάστασης έπληξε βαθιά - θεωρητικά, πολιτικά, οργανωτικά - το εργατικό κίνημα, εκδηλώθηκε με βαθύτατη κρίση του κομμουνιστικού κινήματος η οποία συνεχίζεται.

Ουσιαστική έξοδος από την κρίση και αναζωογόνηση του κομμουνιστικού κινήματος, του επαναστατικού εργατικού κινήματος, πέρα από τίτλους χωρίς αντίκρισμα, σημαίνει:

  • Αποφασιστική οργανωτική απόσχιση από χρόνια διαβρωμένες οπορτουνιστικές δυνάμεις που οδήγησαν ΚΚ σε εκφυλισμό.
  • Αποφασιστικό, χωρίς ταλαντεύσεις, μέτωπο με τις οπορτουνιστικές δυνάμεις - προερχόμενες από ΚΚ - που οργανώθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο ΚΕΑ.
  • Αταλάντευτο μέτωπο με την οπορτουνιστική γραμμή της «ενότητας της αριστεράς» για τη μεταρρυθμιστική εξυγίανση του καπιταλισμού, εγχώριου και ευρωενωσιακού ή τη συμμαχία με αστικές δυνάμεις για την ενίσχυση του «εθνικού καπιταλισμού» έναντι κάποιου ισχυρού καπιταλιστικού κέντρου. Υιοθέτηση πολιτικής γραμμής πάλης και συμμαχίας ενάντια σε κάθε μορφή ιμπεριαλιστικής ένωσης.
  • Υπεράσπιση της ιστορικής κίνησης οικοδόμησης του σοσιαλισμού στον 20ό αιώνα με κριτήρια αναγνώρισης λαθών και συμπερασμάτων από τη σκοπιά της αναγκαιότητας των σχέσεων κοινωνικής ιδιοκτησίας - κεντρικού σχεδιασμού - εργατικού ελέγχου, αναγνώριση της ταξικής πάλης που διεξάγεται και του καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος.

Αναμφίβολα σε αυτό το πεδίο δεν επαρκεί μόνο η επαναστατική διάθεση, το ταξικό ένστικτο και η εμπειρία, το ατσάλωμα στις μάχες αναμέτρησης με τους καπιταλιστές και το κράτος τους.

Εδώ είναι που πρέπει να πραγματοποιηθεί βαθιά επαναστατική τομή, ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, πρώτ' απ' όλα στην οικονομική θεωρία του νέου τρόπου παραγωγής. Αναμφίβολη πρόκληση είναι να συνειδητοποιηθούν τα θεωρητικά λάθη της σοβιετικής, και όχι μόνο, θεωρητικής σκέψης που επέδρασαν στην οικονομική πολιτική, η αξιακή (εμπορευματική) προσέγγιση στην πολιτική μισθών (στις σχέσεις κατανομής), τιμών, αποδοτικότητας της σοσιαλιστικής επιχείρησης και άλλα.

Το πεδίο αυτό απαιτεί και συντονισμένη δουλειά μεταξύ ΚΚ, αξιοποίηση μαρξιστών οικονομολόγων και άλλων θεωρητικών από ΚΚ, διαμορφώνοντας η ηγεσία τους προϋποθέσεις - συνθήκες ώστε η θεωρητική δουλειά να αποτελεί συστατικό της, η ευρύτερη ιδεολογική δουλειά και πάλη να αποτελεί συστατικό όλων των οργάνων και των οργανώσεων, της κομμουνιστικής οργάνωσης νεολαίας.

Αυτό πρώτ' απ' όλα αφορά ΚΚ των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, τα οποία άλλωστε έχουν και τη μεγαλύτερη πρόσβαση στο σχετικό προς έρευνα υλικό, θεωρητικό - πολιτικό - εμπειρικό.

Με αφορμή την επέτειο ενός από τα συμβολικά γεγονότα στην εξέλιξη της αντεπανάστασης, οι πιο εκλεπτυσμένες αστικές παρεμβάσεις προσπάθησαν να ενσωματώσουν τις σοσιαλιστικές κατακτήσεις στην αντεπαναστατική διαδικασία και ερμηνεία της.

Εκχυδαΐζουν τη σοσιαλιστική σχέση του κεντρικού σχεδιασμού, αφαιρώντας του την άλλη ουσιαστική πλευρά του, την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Ετσι, εμφανίζουν τον κεντρικό σχεδιασμό ως μια εκτεταμένη κρατική παρέμβαση επιβεβλημένη από τις συνθήκες του πολέμου, της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, που ενώ είχε εξαντλήσει τα ιστορικά της όρια καθυστέρησε να αντικατασταθεί λόγω γραφειοκρατίας, έλλειψη «δημοκρατικών πολιτικών παραδόσεων» και άλλα.

Είναι μια αστική ερμηνεία που έχει διπλό στόχο: Από τη μια, να αποδεσμεύσει στη λαϊκή μνήμη τη νοσταλγία για τις κοινωνικές κατακτήσεις από τη συνειδητοποίηση της υπεροχής των σοσιαλιστικών σχέσεων έναντι των καπιταλιστικών από τη σκοπιά της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών. Από την άλλη, να συσκοτίσει την εκτεταμένη υλική βάση της αντεπανάστασης, τα εμπορευματοχρηματικά, δυνάμει καπιταλιστικά, συμφέροντα που αναβίωσαν στις συνθήκες της ναζιστικής κατοχής και της ανάγκης της μεταπολεμικής ανόρθωσης, θεωρητικοποιήθηκαν από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και πρακτικά ενισχύθηκαν στις επόμενες δεκαετίες.

Η αναζωογόνηση του κομμουνιστικού κινήματος είναι αναγκαιότητα για τα γενικά εργατικά συμφέροντα σε όλο τον κόσμο, μια αναγκαιότητα που για να πραγματοποιηθεί - όπως συμβαίνει με όλους τους κοινωνικούς νόμους - χρειάζεται βαθιά και εκτεταμένη επαναστατική σκέψη και πράξη, αδιάρρηκτα συνδεδεμένη την επαναστατική σκέψη με την επαναστατική πράξη.

Το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ έκανε ένα πολύ σημαντικό βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση. Το Κόμμα μας με συνείδηση βαδίζει στο τιτάνιο έργο να αντιστοιχίσει την οργανωτική, ιδεολογική και μαζική του δράση για τη συγκέντρωση και συσπείρωση δυνάμεων στην πάλη για τη λαϊκή εξουσία, το σοσιαλισμό.

Της
Ελένης ΜΠΕΛΛΟΥ μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

 

Δείτε τα σχετικά βίντεο 

 
 
 
 
JSN ImageShow by JoomlaShine.com
 
Copyright © 2011 kke.gr