Το ΚΚΕ γεννά Μπελογιάννηδες
26/04/10

Άρθρα του τμήματος Ιστορίας της ΚΕ με αφορμή τα 58 χρόνια από την εκτέλεση του κομμουνιστή Νίκου Μπελογιάννη

«Η κατάσταση που παρακολουθώ στην Ελλάδα, μου γεννάει μια ανυπομονησία πότε να βρεθώ κάτω, αδιαφορώντας για τις συνθήκες και τις δυσκολίες που θα συναντήσω. Δεν είμαστε πλασμένοι εμείς σήμερα για "ειρηνική" ζωή...».1

(Νίκος Μπελογιάννης)

Οι συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στην Ελλάδα μετά το τέλος του αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), σφραγίζονταν από τις διώξεις κατά του ΚΚΕ και του ΕΑΜικού κινήματος, ενώ το ίδιο το ΚΚΕ πάλευε ηρωικά όντας «τριχοτομημένο»: Ενα τμήμα του, μαζί και το καθοδηγητικό του κέντρο, ήταν στην πολιτική προσφυγιά, ένα άλλο στις φυλακές και στις εξορίες στην Ελλάδα και ένα τρίτο στην παράνομη δράση. Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ προσπαθούσε να αξιοποιήσει τις όποιες νόμιμες δυνατότητες παρείχε η λειτουργία του αστικού πολιτικού συστήματος, συνδυάζοντας την παράνομη δουλειά με τη νόμιμη, αλλά και να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες οπορτουνιστικές πιέσεις που εκδηλώνονταν στο εσωτερικό του Κόμματος καθώς και στον περίγυρό του. Από την άλλη, τα κτυπήματα των οργανώσεων από τις διωκτικές αρχές είχαν διαμορφώσει ένα κλίμα «χαφιεδοφοβίας», που γινόταν αιτία πολλές συλλήψεις κομμουνιστών να θεωρούνται αποτέλεσμα της ύπαρξης χαφιέδων στον παράνομο μηχανισμό και όχι αποτέλεσμα διαφορετικών αιτιών, όπως της παραβίασης συνωμοτικών κανόνων, τυχαίων περιστατικών και άλλων. Και όλα αυτά, τη στιγμή που η ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων πρόβαλε ως το υπ' αριθμόν ένα καθήκον του Κόμματος, ενώ διαρκούσαν οι προσπάθειες πολλαπλής υπονόμευσής του.

Την άνοιξη του 1949 υπεύθυνος του παράνομου κομματικού κλιμακίου στην Ελλάδα ανέλαβε ο Νίκος Πλουμπίδης, μέλος της ΚΕ, αντικαθιστώντας τον Στέργιο Αναστασιάδη, μέλος του ΠΓ, που είχε πέσει στα χέρια της Ασφάλειας. Μαζί με τον Αναστασιάδη πιάστηκαν και άλλοι καθοδηγητές των παράνομων οργανώσεων, καθώς και πολλοί ακόμα σύντροφοι της Αθήνας και του Πειραιά. Οι οργανώσεις σχεδόν εξαρθρώθηκαν.

Το πρόβλημα των συλλήψεων είχε απασχολήσει και την 7η Ολομέλεια της ΚΕ (14-18 Μαΐου 1950), η οποία αποφάσισε σχετικά με τα παράνομα στελέχη στην Ελλάδα:

«Ολα τα κομματικά στελέχη που τώρα δουλεύουν παράνομα στην Ελλάδα πρέπει να περάσουν στο εξωτερικό για λόγους ασφάλειας των κομματικών οργανώσεων, για ξεκούραση και μόρφωση και για να γίνει εξέταση με σκοπό να βρεθεί άκρη για τα σοβαρά χτυπήματα που μας κατάφερε ο εχθρός στα τελευταία χρόνια»2.

Μετά τις συλλήψεις της άνοιξης 1949 η οργάνωση των ΕΠΟΝιτών, όπως λεγόταν, με επικεφαλής τον Σταύρο Κασιμάτη, αυτονομήθηκε από το κλιμάκιο που καθοδηγούσε ο Ν. Πλουμπίδης. Ο ίδιος ο Κασιμάτης, λαθεμένα, υποψιαζόταν ότι ο Ν. Πλουμπίδης είχε δώσει στην Ασφάλεια τον παράνομο μηχανισμό. Η απόφαση για τη δημιουργία του δεύτερου καθοδηγητικού κέντρου πάρθηκε δίχως προηγούμενη συνεννόηση του Κασιμάτη με το ΠΓ. Αργότερα, το ΠΓ ενέκρινε την επιλογή της αυτονόμησης.

Οπως έγραψε ο Κασιμάτης, σε σύσκεψη που πραγματοποίησαν ο ίδιος με τους Κώστα Φιλίνη, Φώφη Λαζάρου, Πέτρο Διβέρη, αποφάσισαν τη συγκρότηση του δεύτερου καθοδηγητικού κέντρου του ΚΚΕ στην Αθήνα. Διαβάζουμε:

«Χωρίς περιστροφές αναφέρομαι σύντομα στις συλλήψεις, στη δημιουργημένη από αυτές κατάσταση και προτείνω να αναλάβουμε εμείς οι τέσσερις πρωτοβουλία για ανασυγκρότηση των οργανώσεων, όχι μόνο της ΕΠΟΝ αλλά και του Κόμματος»3.

Στο δεύτερο καθοδηγητικό κέντρο, που το συναντάμε και ως κέντρο των ΕΠΟΝιτών, άλλοτε και των Μακρονησιωτών, εντάχθηκαν και απολυμένοι από τη Μακρόνησο, όπως ο Αντώνης Μπριλλάκης, ο Πότης Παρασκευόπουλος και ο Παναγιώτης Κατερίνης.

Στο πλαίσιο των μέτρων ανασυγκρότησης των παράνομων Κομματικών Οργανώσεων, η 7η Ολομέλεια προσέλαβε τους Νίκο Μπελογιάννη και Νίκο Ακριτίδη ως αναπληρωματικά μέλη της ΚΕ.

Λίγες ημέρες μετά την 7η Ολομέλεια ο Μπελογιάννης αναχώρησε για την Ελλάδα από την πολιτική προσφυγιά όπου βρισκόταν, μέσω της διαδρομής Παρίσι - Ρώμη - Αθήνα. Εφθασε αεροπορικώς στις 7 Ιουνίου 1950, με το όνομα Ερρίκος Πανόζ στο Αργεντινό του διαβατήριο. Πέντε μήνες αργότερα, το Νοέμβριο του 1950, τον ακολούθησε ο Νίκος Ακριτίδης.

Ο Μπελογιάννης δούλεψε ως καθοδηγητής των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ, μαζί και των Πλουμπίδη και Βαβούδη4.

Σε τηλεγράφημα, με ημερομηνία 21 Ιουνίου 1950, που έστειλε στο ΠΓ μετά τον ερχομό του ο Μπελογιάννης ανέφερε για τους Πλουμπίδη και Βαβούδη, με τους οποίους είχε εντολή να μη συνδεθεί:

«Από 1

Αρ. 31

Κ

Εφθασα 7 Ιούνη. Ρώμη ψώνισα ένα Ιταλό 300 δολάρια και έβγαλε τράνζιτο. Σας γράφω κρίσεις μου για ανθρώπους μας. Ο Μπ (Νίκος Πλουμπίδης) είναι εντάξει (...) Αρρώστια και απομόνωση συντελούν βλέπει μερικά ζητήματα στενά σχολαστικά χλιαρά. Κουφός (Νίκος Βαβούδης) μάλλον εντάξει. Σε άρρωστο Μπ, πρότεινε αναλάβει αυτός καθοδήγηση»5.

Υπονόμευση του ΚΚΕ

Οταν ο Μπελογιάννης ήρθε στην Ελλάδα, παράλληλα και ταυτόχρονα με την πολύμορφη κατασταλτική επίθεση εναντίον του ΚΚΕ βρισκόταν σε εξέλιξη και η προσπάθεια ιδεολογικής και οργανωτικής υπονόμευσης του Κόμματος.

Η προσπάθεια να διαλυθεί ή να μεταλλαχθεί το ΚΚΕ, ή να δημιουργηθεί στη θέση του ένα άλλο «εθνικό» κόμμα, άρχισε αμέσως μετά το τέλος του λαϊκού ένοπλου αγώνα 1946 - 1949. Επιχειρήθηκε από ντόπιες και ξένες υπηρεσίες, ανάμεσα σε αυτές και της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και από δυνάμεις που συνεργάζονταν με το παράνομο ΚΚΕ σε συμμαχικά πολιτικά σχήματα.

Λίγες ημέρες μετά τον ερχομό του ο Ν. Μπελογιάννης έστειλε στο ΠΓ το εξής ραδιοτηλεγράφημα:

«Αθήνα από εποχή κυβερνητικής κρίσης βρίσκεται γνωστός κατάσκοπος Κρις6 και ο ίδιος και πράχτορές του πλησιάζουν για ψάρεμα Μακρονησιώτες. Επίσης το ίδιο κάνει και Σερβική πρεσβεία σε μεγάλη κλίμακα. Ο σταθμός πρέπει να τονώσει με εκπομπές του αγωνιστική διάθεση και ηθικό απολυμένων Μακρονησιωτών»7.

Η δραστηριότητα του γιουγκοσλαβικού παράγοντα, που για δικό του λογαριασμό προσπαθούσε να ασκήσει επιρροή στις γραμμές του ΚΚΕ, είχε επισημανθεί και στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ. Τότε καταγγέλθηκε από τον Ν. Ζαχαριάδη, ότι ο Τίτο πραγματοποίησε συνάντηση με τον Δημ. Γιωτόπουλο, γνωστό τροτσκιστή και ύποπτο για συνεργασία με την ελληνική Κρατική Ασφάλεια.

Εξάλλου, στον Τύπο της εποχής γράφτηκε:

«Τώρα μπορεί να αποκαλυφθούν οι λόγοι, οι οποίοι έφεραν την διάσπαση και τον σχηματισμό διαφόρων ανεξαρτήτων ομάδων μεταξύ των αριστερών και ο σχηματισμός των ομάδων αυτών εγένετο διότι επήλθε ριζική διαφωνία μεταξύ των ηγετών. Εάν δηλαδή έπρεπε να δημιουργήσουν την επαναστατικήν αυτήν κίνηση στους κόλπους του ΚΚΕ ή όχι. Οι γνώμες διχάσθηκαν (...) οι υπό τον Καραμαούναν ανέλαβον να ευνοήσουν την δημιουργίαν του Τιτοϊκού κινήματος εν Ελλάδι. (...) ήρχισαν αι επαφαί Γιόβιτς και αριστερών... Γιόβιτς συνηντήθη με τον Καραμαούναν - Θυμογιάννην και άλλους αριστερούς παράγοντας οι οποίοι εις όλας τας δεξιώσεις του Γιουγκοσλαβικού προξενείου ήσαν παρόντες.

Ο Καραμαούνας ευθύς ως ήλθεν εις επαφήν με τον Γιόβιτς και έλαβε τας οδηγίας του αρχηγού του Νέου ΚΚΕ ήρχισε τας πρώτας κινήσεις του. Ο Γιουγκοσλάβος πρόξενος Γιόβιτς μετά την επιτυχίαν του αυτήν, ενθαρρυνθείς, ήρχισε να κινήται ζωηρότερον»8.

Ο Ν. Πλουμπίδης επίσης είχε αναφερθεί πολλές φορές στο ρόλο των «Τιτικών», όπως ονόμαζαν εκείνους που υποστήριζαν την πολιτική της Γιουγκοσλαβίας:

«Ολες οι προσπάθειες κάθε λογής σοσιαλιστών, αρχείων, λικβινταριστών, τροτσκιστών, ελδιτών, τιτικών, αντιηγετικών, είχαν αποτύχει οικτρά»9.

Σε Δελτίο Πληροφοριών, που βρίσκεται στο Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών, με ημερομηνία 26 Μαρτίου 1951, διαβάζουμε:

«...Οντως σαν η Κυβέρνησις δεν κατορθώσει να βελτιώσει την έκρυθμον ούτως ειπείν κατάστασιν θέτουσα ένα σχετικόν φραγμόν εις την ακρίβειαν του βίου και να περιορίσει την ανεργίαν, υπάρχει φόβος να επικρατήσει εις προσεχείς εκλογάς ο αριστερισμός, ματαιούμενης της προσπάθειας των εθνικιστών κομμουνιστών να εκμηδενίσουν τον Ζαχαριάδη»10.

Σε άλλο Πληροφοριακό Σημείωμα, με ημερομηνία 13 Νοεμβρίου 1951, αναφέρεται:

«Η υφισταμένη ενδοκομματική διένεξις εις τους κόλπους της ΕΔΑ προήλθεν εκ της ασυμφωνίας μελών τινών της Δ.Ε. (Διοικούσας Επιτροπής) της ΕΔΑ επί της ακολουθητέας γραμμής χαραχθείσης υπό της ηγεσίας του ΚΚΕ. Φαίνεται, δια τον ως άνω λόγον, ότι παρηγκωνίσθη ο ΚΥΡΚΟΣ εκ της Δ.Ε. της ΕΔΑ. (...) Η διαπιστωθείσα ασυμφωνία (...) μεταξύ ανωτάτων εξωκομματικών στελεχών της παραμένει σταθερά αιτία διαφωνιών και κινδύνων ρήξεως και διασπάσεως της ΕΔΑ και δημιουργίας μιας νέας αριστεράς κινήσεως ως στρεφομένης εναντίον του ΚΚΕ... Η κίνησις αυτή είτε είναι αντικειμενικώς υπάρχουσα είτε σκοπίμως εξαγγελόμενη προς εκφοβισμόν των ως άνω προσωπικοτήτων οι οποίοι δεν δεικνύουν διάθεσιν συνεργασίας και υποταγής εις τα κελεύσματα του ΚΚΕ, είναι τα μάλιστα εκμεταλλεύσιμος υπό του Κράτους»11.

Από τη μια, λοιπόν, η γιουγκοσλαβική πρεσβεία και, από την άλλη, μια σειρά μυστικές υπηρεσίες του ιμπεριαλισμού, είχαν δραστηριοποιηθεί κατά του παράνομου ΚΚΕ. Για το ίδιο θέμα παρατίθεται και η μαρτυρία του Σταύρου Κασιμάτη:

«Μπορώ να ισχυριστώ ότι με τη δουλειά που κάναμε εμείς, το δικό μας κομμάτι των οργανώσεων, στους Μακρονησιώτες και τους απολυμένους και στους του Στρατοπέδου, μέσα στις γενικότερες αγωνιστικές συνθήκες πετύχαμε να ναυαγήσουν οι αποσχιστικές προσπάθειες και του Εγγλέζου Κρις (...) και οι προσπάθειες της γιουγκοσλαβικής πρεσβείας. Ελέγχαμε πλήρως τις κινήσεις της τελευταίας»12.

Εξάλλου, από τα τέλη του 1949 ο Ν. Βαβούδης πληροφορούσε το ΠΓ για τον τότε υπουργό Εσωτερικών και την Ασφάλεια:

«Ρέντης και Ασφάλεια δουλεύουν εντατικά για την ίδρυση του νέου ΚΚΕ, αλλά όπως λένε καθυστερούν γιατί δεν ήρθαν ακόμα τα στελέχη από τη Γιουγκοσλαβία. Κινούνται για το κόμμα αυτό, ο δημοσιογράφος Γραμματικόπουλος, δικηγόρος Αποστολόπουλος και ο γιος του εκ μέρους εφημερίδας "Βήμα" (...) Είναι έμπιστος του Ρέντη. Αλλες πληροφορίες ότι η Ασφάλεια έχει δημιουργήσει από καιρό στις συνοικίες οργανώσεις τις οποίες καθοδηγή (...)»13.

Τι σήμαινε η μετατροπή του ΚΚΕ σε «νέο ΚΚΕ»; Λίγα χρόνια αργότερα, το 1956, ο Ηλίας Τσιριμώκος, γενικός γραμματέας του σοσιαλδημοκρατικού σχηματισμού ΕΛΔ - ΣΚΕ, έγραψε σχετικά με αυτό:

«Εις το σύνολον, μια τέτοια τοποθέτησις του νομίμου κινήματος της Αριστεράς θα επανέφερε εις την ορθήν βάσιν το θέμα των σχέσεων Αριστεράς και έθνους, που η πολιτική του Ζαχαριάδη έχει ανατρέψει. Η πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ κατόρθωσε να μεταβάλη τα δεδομένα του προβλήματος εις την Ελλάδα. Και να διαβάλη, από άποψιν εθνικήν, όχι μόνο το ΚΚΕ, αλλά ολόκληρη την Αριστεράν ως "αντεθνικώς" σκεπτόμενην ή ενεργούσαν. Το ΚΚΕ με τα Δεκεμβριανά εμείωσε τους ακατάλυτους εθνικούς τίτλους του ΕΑΜ...»14!

Ο ίδιος τόνιζε:

«Είναι δυνατόν να γίνη σήμερα λόγος δια την δημιουργίαν μιας νέας Αριστεράς με την συμμετοχή των ΕΔΑΐτικων στοιχείων; Από την ειλικρινή στροφήν ολόκληρης της Αριστεράς προς μιαν γνήσιαν αυτόχθονα εθνικήν ανεξάρτητον γραμμήν, εξαρτάται κατά πολύ η περαιτέρω διαμόρφωσις της πολιτικής ζωής της χώρας. Εις την τύχην της Αριστεράς εν Ελλάδι εβάρυναν - και βαραίνουν δια το μέλλον της - η στάσις του Δεκεμβρίου του 1944 και ο εμφύλιος πόλεμος»15.

Οταν έγραφε τα παραπάνω ο Ηλίας Τσιριμώκος, ήταν η περίοδος αμέσως μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956). Είναι χαρακτηριστικό ότι στο ίδιο κείμενο ο Τσιριμώκος εξυμνούσε τον Βλαντισλάβ Γκομούλκα, ΓΓ της ΚΕ του Πολωνικού Κόμματος:

«Το όνομα ενός Βλαντισλάβ Γκομούλκα αίφνης θα γραφή με μεγάλα γράμματα εις την ιστορίαν του Εργατικού Κινήματος. Διότι αποδεικνύεται γνήσιος Πολωνός και γνήσιος επαναστάτης. Ο πολωνικός δρόμος προς τον σοσιαλισμόν δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την πλήρη μεταβολήν εις τας μεθόδους, την σύνδεσιν του Κινήματος με το πολωνικόν έθνος, την πολωνική πραγματικότητα και την καταστροφήν των σταλινικών μεθόδων»16.

Τέτοιες αντιλήψεις ενδυναμώθηκαν ιδιαίτερα μετά το 20ό Συνέδριο. Επί της ουσίας, αυτές τις αντιλήψεις εξέφραζαν και στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και σειρά συνεργαζόμενοι με το ΚΚΕ.

Τρεις μήνες πριν από τον ερχομό του Μπελογιάννη είχαν πραγματοποιηθεί οι βουλευτικές εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950, στις οποίες το ΚΚΕ συμμετείχε στο σχήμα «Δημοκρατική Παράταξη» με την επωνυμία «Δημοκρατικός Συναγερμός». Με το ίδιο σχήμα το ΚΚΕ πήρε μέρος αργότερα στη δημιουργία της ΕΔΑ.

Διαβάζουμε για εκείνα τα χρόνια:

«Καταβλήθηκε ακόμα και προσπάθεια να εκβληθεί ο Συναγερμός από την ΕΔΑ, να εκτοπιστεί, δηλαδή, η πιο σφριγηλή δύναμή της. Αλλά ματαιώθηκε, όταν συνειδητοποίησαν τον αντίκτυπο που θα προκαλούσε μια τέτοια ενέργεια στο δημοκρατικό λαό της Αριστεράς»17.

Και παρακάτω:

«Μετά την ίδρυση της ΕΔΑ, υποστηρίχθηκε ότι το ΚΚΕ έπρεπε να διαλυθεί, ή μάλλον να συγχωνευτεί στις τάξεις της. Στην ιστορία των πολιτικών κομμάτων δεν υπήρχε προηγούμενο»18.

Από τις αρχές της 10ετίας του 1950 άρχισε να καλλιεργείται και η πλαστή αντίθεση ανάμεσα στους κομμουνιστές που ζούσαν στο εξωτερικό και στους κομμουνιστές που βρίσκονταν στο εσωτερικό. Την όξυνση αυτής της πολιτικά ανύπαρκτης αντίθεσης επεδίωκε και ο αστικός πολιτικός κόσμος. Σημείωσε σχετικά ο Νίκος Κιτσίκης, υποψήφιος δήμαρχος Αθήνας το 1964 και νικητής των τότε εκλογών:

«Νομιμοποίηση ΚΚΕ. Ο Βενιζέλος και άλλα κόμματα υποστηρίζουν τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ... Εβαζαν τη θέση να αποκλεισθούν αυτοί που τους αφαιρέθηκε η ιθαγένεια και να χωριστούν οι μέσα απ΄ την Ελλάδα απ΄ τους έξω»19.

Στην καλλιέργεια αυτής της πλαστής αντίθεσης συνέβαλαν20 στελέχη της ΕΔΑ στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ενώ και σήμερα στελέχη του οπορτουνισμού υποστηρίζουν ότι η αντίθεση ήταν υπαρκτή. Είναι χαρακτηριστικά τα εξής:

«Ο Στ. Ηλιόπουλος έθεσε τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων, όταν αναφέρθηκε στη "διατήρηση σε παρανομία του ΚΚΕ και την απουσία της ηγεσίας του". Οταν υποστήριξε την ανάγκη "τα κόμματα που αποτελούν την ΕΔΑ να αναλάβουν, με πλήρη ευθύνη και αυτοτέλεια, την άσκηση της πολιτικής της Αριστεράς στη χώρα", ασφαλώς δεν άφηνε έξω από τις συνιστώσες της ΕΔΑ τους κομμουνιστές, οι οποίοι, παρ' όλη την εκτός νόμου θέση του κόμματός τους, μετείχαν οι ίδιοι ενεργητικά στη νόμιμη δράση της ΕΔΑ και εκπροσωπούνταν, άτυπα ή συγκαλυμμένα, στη Δ.Ε. (Διοικούσα Επιτροπή) και τα άλλα όργανά της. Και αυτοί περιλαμβάνονταν ασφαλώς στο "εμείς" της διατύπωσης του Στ. Ηλιόπουλου, που δεν μπορούσε να είναι σαφέστερη εξαιτίας της νομοθεσίας του αντικομμουνιστικού κράτους. Είναι άξιο προσοχής ότι η πρώτη επισήμανση του σημαντικού αυτού προβλήματος (μεταφορά του καθοδηγητικού κέντρου μέσα στη χώρα), το οποίο έμελλε να δεσπόσει την επόμενη δεκαετία στη ζωή της Αριστεράς, έγινε από ένα ηγετικό στέλεχος του ΣΚΕ (Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας), που ακριβώς εξαιτίας της ιδιότητάς του αυτής ήταν απαλλαγμένο από τις δεσμεύσεις και αναστολές που είχαν οι κομμουνιστές»21.

Σήμερα, με βάση και τη συγκεντρωμένη εμπειρία, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η αστική τάξη επιχείρησε να εκμεταλλευτεί την ύπαρξη της ΕΔΑ, προκειμένου να υπονομεύσει το ΚΚΕ. Ελπιζε ότι θα μπορούσε να την αξιοποιήσει ως μοχλό κατά του ΚΚΕ, εκμεταλλευόμενη απόψεις δυνάμεων που συμμετείχαν στην ΕΔΑ, αλλά και δυνάμεων του ΚΚΕ με οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις.

Βεβαίως, το ΚΚΕ δε βρισκόταν πρώτη φορά στο στόχαστρο των αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων. Τώρα όμως είχαν δημιουργηθεί νέα δεδομένα, που καθόριζαν την πιο σκληρή επίθεση εναντίον του, από όσες είχε γνωρίσει στο παρελθόν. Νέα δεδομένα, γιατί εκείνο που κρινόταν τη δεκαετία του 1940, ήταν το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Εκ των πραγμάτων τέθηκε τότε το «ποιος - ποιον», αν δηλαδή ως αποτέλεσμα κορύφωσης της ταξικής πάλης η εξουσία θα παρέμενε αστική ή αν η εργατική τάξη θα κατακτούσε τη δική της εξουσία, διαμορφώνοντας τον απαραίτητο συσχετισμό δυνάμεων και συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα του χωριού και της πόλης.

Τελικά η γνωστή έκβαση που είχε η ταξική πάλη οδήγησε στη διατήρηση της αστικής κυριαρχίας. Και ακριβώς επειδή αυτό έγινε μετά από παρατεταμένους ένοπλους αγώνες, ακριβώς επειδή η αστική τάξη γνώρισε μεγάλο κίνδυνο, η αντίδρασή της κατά του ΚΚΕ, πριν και μετά τη νίκη της, πήρε πρωτόγνωρες διαστάσεις.

Η πίεση που ασκήθηκε κατά των λαϊκών δυνάμεων αποτέλεσε έναν από τους λόγους που ενίσχυσαν απόψεις για το επιζήμιο της ύπαρξης παράνομων κομματικών οργανώσεων.

Οι παράνομες οργανώσεις και ο Μπελογιάννης

Ετσι, σε μια σειρά κομμουνιστές διαμορφωνόταν από εκείνα τα χρόνια άποψη αντίθετη από την οργανωτική πολιτική του ΚΚΕ. Σχετικά με αυτό το θέμα ο Λεωνίδας Τζεφρώνης, που το 1952 ήταν ένας από τους καθοδηγητές του παράνομου κομματικού μηχανισμού και στη συνέχεια στέλεχος του οπορτουνιστικού χώρου, ομολόγησε αργότερα:

«...έρχονταν στιγμές που ένιωθα μέσα μου ένα κενό. Σαν να ήμουν διχασμένος, δισυπόστατος (...) Τον αγώνα τον έκανε η ΕΔΑ. Εβλεπες τους ανθρώπους της ΕΔΑ να τρέχουν συνεχώς ανάμεσα στον κόσμο. Αυτοί ναι. Κάνανε πραγματικόν αγώνα και έβλεπαν και χαίρονταν χειροπιαστά αποτελέσματα (...) Η ΕΔΑ κατακτούσε μέρα με τη μέρα καινούργιες θέσεις, καινούργια κάστρα θα 'λεγα (...) και το παράνομο ΚΚΕ ακουγόταν μόνον όταν γίνονταν συλλήψεις που φοβίζανε τον κόσμο, προκαλούσαν νέα κυνηγητά και δίκες που δηλητηριάζανε την πολιτική ζωή.

(...) Η δική μας δουλειά ήταν να βγάζουμε καμία προκήρυξη (...) Κι όταν τις έβλεπε κανείς κολλημένες στον τοίχο άλλαζε δρόμο. Σκορπούσαμε κάτω κανένα τρικ, μα κανένας δεν τα άγγιζε (...) Ολη αυτή η ιστορία με την αποστολή παράνομων στην Ελλάδα ήταν εντελώς χωρίς νόημα»22.

Ιδια αντίληψη με την παραπάνω επιχείρησαν στις μέρες μας πολλοί (ανάμεσά τους και η Ελλη Παππά)23 να αποδώσουν και στον Μπελογιάννη. Δηλαδή, ότι είχε ταχθεί κατά της λειτουργίας παράνομων οργανώσεων. Είπε η Ελλη Παππά:

«Ο Μπελογιάννης δεν πίστευε σε αυτές τις παράνομες οργανώσεις. Ηταν εναντίον. Καθαρά εναντίον»24.

Ακόμα:

«Ο Νίκος ξανοιγόταν σε παλιούς πολιτικούς που μπορούσαν να έρθουν κοντά, να κάνουν ένα πλατύ κίνημα. Οπως έγινε μετά με την ΕΔΑ. Αυτό ήταν το όνειρό του. Αυτό ήταν το σχήμα που ήθελε»25.

Είναι αναμφισβήτητο ότι ο Μπελογιάννης ξανοιγόταν σε παλιούς πολιτικούς. Ομως αυτό το έκανε υλοποιώντας την πολιτική του ΚΚΕ για τη δημιουργία ενός δημοκρατικού μετώπου. Δεν ήταν προσωπική του σύλληψη και επιλογή. Και βεβαίως, υλοποιώντας πάντα την πολιτική του ΚΚΕ, επεδίωκε την οικοδόμηση γερών παράνομων κομματικών οργανώσεων.

Τη διαφορετική της αντίληψη για το Κόμμα και το χαρακτήρα του, που η Ελλη Παππά διαμόρφωσε πολλά χρόνια αργότερα, την παρουσίασε ως άποψη του Μπελογιάννη! Ωστόσο, εκείνα τα χρόνια και η ίδια άλλα πίστευε από εκείνα που υποστήριξε εκ των υστέρων. Περιγράφοντας την κατάσταση που κατά τη γνώμη της είχε διαμορφωθεί στις κομματικές οργανώσεις και στηλιτεύοντας κομματικούς υπεύθυνους, οι οποίοι παραμελούσαν την εφαρμογή των κανόνων κομματικής λειτουργίας, έγραψε στον Νίκο Ζαχαριάδη:

«Αφήνω που όλη η σκληρή μας πείρα των τελευταίων χρόνων έχει πάει περίπατο, η δουλιά γίνεται με τις μέθοδες του 47 (ραντεβού στο δρόμο και διάφορα τέτοια, ανάκατη νόμιμη και παράνομη δουλιά, πλήθος συνδέσεις και εντολές, καμιά αποκέντρωση κλπ.)»26.

Κάνοντας, λοιπόν, η Ελλη Παππά λόγο για την ανάγκη συνδυασμού της νόμιμης με την παράνομη δουλειά και για την ανάγκη αποκέντρωσης της οργανωμένης δράσης, είναι φανερό ότι αποδεχόταν και η ίδια την αναγκαιότητα ύπαρξης των παράνομων κομματικών οργανώσεων. Μόνο οι παράνομες οργανώσεις λειτουργούν αποκεντρωμένα, συνδέουν τη νόμιμη δράση με την παράνομη κλπ. Εξάλλου, δεν υπήρχε περίπτωση να απευθύνεται στον Ζαχαριάδη, για να του προτείνει την κατάργηση του παράνομου μηχανισμού...

Δεν έχει επίσης καμία σχέση με την πραγματικότητα ο ισχυρισμός της Ελλης Παππά ότι με το «μακριά από σήματα και οργανώσεις»27, φράση που η ίδια υποστήριξε ότι της είπε, ο Μπελογιάννης απέρριπτε την αναγκαιότητα των παράνομων οργανώσεων. Με το «μακριά από σήματα (δηλαδή τους ασυρμάτους για τη μετάδοση πληροφοριών στο ΠΓ) και οργανώσεις», το αντίθετο έλεγε ο Μπελογιάννης: Να οικοδομηθούν παράνομες οργανώσεις, που δε θα έχουν την παραμικρή οργανωτική σχέση με τον παλιό μηχανισμό, οργανώσεις που θα είναι περιφρουρημένες. Και αυτό, γιατί μετά τη σύλληψή του ο Μπελογιάννης έκρινε ότι δεν έπρεπε να είχε συνδεθεί με τους Πλουμπίδη και Βαβούδη, για το λόγο ότι ήταν πολύ πιθανό η Ασφάλεια να βρισκόταν στα ίχνη του Πλουμπίδη, αλλά και ότι ο Βαβούδης, που είχε τους ασυρμάτους στην ευθύνη του, δεν ήταν δυνατό να ανακατεύεται και με την οργανωτική δουλειά όπως γινόταν, όχι με δική του ευθύνη.

Εγραψε ο Ακριτίδης σχετικά με αυτή την εκτίμηση του Μπελογιάννη:

«...Ο Νίκος ως τα τελευταία του είχε εμπιστοσύνη στον Μπάρμπα και το μόνο που μου μίλησε είναι ότι ο Μπάρμπας είναι εντάξει, μα μπορεί να τον έχει η ασφάλεια στα χέρια της»28. Δηλαδή, ότι μπορεί να τον παρακολουθούσε.

Ο Μπελογιάννης πάλεψε με όλες τις δυνάμεις του για να εφαρμόσει την οργανωτική πολιτική του ΚΚΕ. Επιπλέον, εξέφρασε και γραπτώς την άποψή του για την παράνομη δράση. Προτού να έρθει στην Ελλάδα, έγραψε στο ημερολόγιό του (16 Οκτωβρίου 1949):

«Από τότε που έγινα μέλος του Κόμματος, όσο θυμάμαι, κάθε καινούργια δουλειά που μου αναθέτουν είναι ή εξαιρετικά δύσκολη ή μια οργάνωση, ή τμήμα που δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση ή μου αναθέτουν τη δημιουργία μιας καινούργιας. Αυτή είναι η "μοίρα" της κομματικής μου ζωής μέχρι σήμερα, κι όταν κάθε φορά το αναλογίζομαι νιώθω μέσα μου ξεχωριστή περηφάνια...»29.

Ενώ στην απολογία του κατά τη δεύτερη δίκη υποστήριξε:

«Γι' αυτό ακριβώς και η μεγαλύτερη μάχη δίνεται για τον παράνομο μηχανισμό και οι αντίπαλοί μας προσπαθούν να τρομοκρατήσουν όσους δουλεύουν στον παράνομο μηχανισμό. Εγώ δεν αρνούμαι ότι ήρθα στην Ελλάδα ακριβώς για να εφαρμόσω τη γραμμή του Κόμματος»30.

Εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος, που είναι ταυτόχρονα και απάντηση σε όσους επιχειρούν να παρουσιάσουν διαφορετικά την πραγματικότητα: Ο Μπελογιάννης συμβόλιζε την αταλάντευτη οργανωμένη παρουσία και δράση του ΚΚΕ σε όλες τις συνθήκες και με όλες τις μορφές πάλης. Η ύπαρξη της παράνομης οργάνωσης ερχόταν σε αντίθεση, υπονόμευε και εξουδετέρωνε σε εκείνες τις συνθήκες το στόχο, είτε υποκατάστασης του ΚΚΕ από ένα υποταγμένο στο σύστημα ΚΚ, είτε απορρόφησής του από συμμαχικά σχήματα.

Belogiannis_Diki.jpgΗ πολεμική για την αποστολή Μπελογιάννη

Σχετικά με την αποστολή του Νίκου Μπελογιάννη έχει διεξαχθεί και συνεχίζεται ως τις μέρες μας έντονη ιδεολογικοπολιτική επίθεση κατά του ΚΚΕ, κυρίως από την πλευρά του οπορτουνιστικού χώρου. Στο επίκεντρο της επίθεσης βρίσκεται πρωταρχικά ο χαρακτήρας του ΚΚΕ ως κόμματος νέου τύπου, όπως επίσης και ο τότε ΓΓ της ΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης.

Τόσο στην προπολεμική περίοδο, όσο και στα χρόνια που αναφερόμαστε, στην επίθεση κατά του ΚΚΕ και του Ζαχαριάδη ως Γενικού Γραμματέα, πρωτοστάτησαν, φυσικά, οι ιδεολογικοί και πολιτικοί μηχανισμοί της αστικής τάξης. Ωστόσο, πολλές φορές η παρέμβασή τους γινόταν σχεδόν περιττή, αφού το ρόλο τους αναλάβαιναν άλλοι, προερχόμενοι «εκ των έσω». Για παράδειγμα, είναι περίπου μνημειώδης η συκοφαντική επίθεση του Γιάννη Πετσόπουλου, ο οποίος, σε βιβλίο του - λίβελο1 κατά του Ζαχαριάδη, τον κατηγορεί ότι «έσπασε» στα μπουντρούμια της Μεταξικής δικτατορίας και έγραψε ένα σοσιαλπατριωτικό γράμμα (εννοεί το πρώτο γράμμα για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο), προκειμένου να σώσει τη ζωή του!

Μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) ακολούθησε η 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ (11-12 Μαρτίου 1956), η οποία καθαίρεσε τον Ζαχαριάδη από ΓΓ της ΚΕ. Στη συνέχεια, η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ (18-24 Φεβρουαρίου 1957) τον καθαίρεσε από την ΚΕ και τον διέγραψε από μέλος του Κόμματος, ενώ αποφάσισε να διερευνήσει ολόκληρη την κομματική πορεία του, για να εξετάσει αν ήταν πράκτορας του εχθρού.

Ολα αυτά τα χρόνια, τόσο η αστική, όσο και η οπορτουνιστική προπαγάνδα έχουν υψώσει ένα αντιδημοκρατικό ιδεολογικό τείχος, με σκοπό να γίνει απροσπέλαστη, αν όχι να φαίνεται εκ προοιμίου αφερέγγυα και δογματική, κάθε άλλη φωνή που επιχειρεί να κρίνει αντικειμενικά τον Ζαχαριάδη. Σε αυτό το πλαίσιο αντιμετωπίζεται και η αποστολή του Μπελογιάννη στην Ελλάδα.

Ο οπορτουνιστικός χώρος έχει υποστηρίξει ότι η αποστολή του Μπελογιάννη υπονόμευε την πορεία της πολιτικής και δημοκρατικής ομαλότητας, που, όπως ισχυρίζεται, είχε ξεκινήσει από τον Απρίλιο του 1950, με το σχηματισμό της κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα - Σοφ. Βενιζέλου - Γ. Παπανδρέου. Και αυτό γιατί:

«Οταν ο Μπελογιάννης έφυγε από το Βουκουρέστι, άφησε εκεί μια κομμουνιστική ηγεσία και ένα Κόμμα που μολονότι είχε ηττηθεί, δεν είχε αποβάλει την αντάρτικη στολή και την ψυχολογία του βουνού. Ο Ζαχαριάδης διακήρυσσε από το ραδιοφωνικό σταθμό που είχε εγκαταστήσει στις ανατολικές χώρες ότι οι αντάρτες κρατούν τα όπλα "παρά πόδα".

(...) Ετσι στο εσωτερικό της χώρας άρχισε να καλλιεργείται από το "σκληρό πυρήνα" της άκρας δεξιάς η ανησυχία ότι ο κομμουνιστές ετοιμάζουν τον "τρίτο γύρο"».2

Ακόμα:

«Και ο Μπελογιάννης, σ' αυτή την υπόθεση (...) ήταν ο ιδεολόγος κομμουνιστής που αντιμετώπισε με αξιοπρέπεια και πνευματική ηρεμία τις συνέπειες ενός εμφυλίου πολέμου που, ενώ είχε λήξει από καιρό, οι "σκληροί" πυρήνες των αντιπάλων συντηρούσαν το κλίμα του τεχνητά, σ' ένα απίθανο και εθνικά επιζήμιο πολιτικό παιχνίδι».3

Χαώδης είναι η απόσταση που χωρίζει αυτές τις απόψεις από κάθε έννοια επαναστατικής αντίληψης και πρακτικής, που περιλαμβάνει και την παράνομη, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε συνθήκες. Είναι άποψη που αρνείται κάθε έννοια στοιχειώδους αντίστασης απέναντι στην αιματοβαμμένη αστική εξουσία.

Παρόμοιες αντιλήψεις του οπορτουνιστικού χώρου δείχνουν επιπλέον τέλεια αδιαφορία για όσα συνέβαιναν στον κόσμο, που μέρος τους αποτελούσαν και οι εξελίξεις στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, οι τέτοιες απόψεις της ηττοπάθειας και της υποταγής εμπεριέχουν και το εχθρικό στοιχείο απέναντι στην πολιτική της Σοβιετικής Ενωσης, που την τοποθετούν στη θέση της συνυπεύθυνης με τις ΗΠΑ για την πολιτική του «ψυχρού πολέμου». Κι ας κηρύχθηκε ο τελευταίος από τον ιμπεριαλισμό, κόντρα στη φιλειρηνική πολιτική της Σοβιετικής Ενωσης και των άλλων κρατών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Είναι γεγονός ότι η 6η Ολομέλεια (9 Οκτωβρίου 1949) είχε αποφασίσει:

«...στη χώρα ξεσπούν κα φουντώνουν μεγάλοι λαϊκοί αγώνες, ενώ οι κύριες δυνάμεις του ΔΣΕ, παρά τη μοναρχοφασιστική επιτυχία στο Βίτσι - Γράμμο, παραμένουν άθιχτες και με το όπλο παρά πόδα».4

Ταυτόχρονα, η 6η Ολομέλεια είχε αποφασίσει την πλήρη αλλαγή της τακτικής του ΚΚΕ. Συγκεκριμένα:

«α) Να σταματήσει σήμερα τον ένοπλο αγώνα αφήνοντας μόνο μικρά παρτιζάνικα τμήματα, σαν μέσο πίεσης για όσο το δυνατόν περισσότερο εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής του τόπου με βάση τις προτάσεις της Σ.Ε. και σαν μορφή άμυνας εναντίον του δολοφονικού οργίου των κρατικών και παρακρατικών οργάνων του μοναρχοφασισμού.

β) Να μεταφέρει το κέντρο βάρους της δουλειάς του στην οργάνωση και καθοδήγηση των οικονομικών και πολιτικών αγώνων... (...)

δ) Στο κέντρο της προσοχής του Κόμματος πρέπει να μπει το πρόβλημα της υπεράσπισης της ειρήνης (...)

ζ) Το Κόμμα πρέπει, χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες που υπάρχουν, να βγάλει στην Αθήνα νόμιμη, περιοδική, μαζική πολιτική εφημερίδα».5

Με βάση αυτά τα ντοκουμέντα, πρέπει να προσεγγίζεται η ιστορική αλήθεια και για την «υπόθεση Μπελογιάννη», ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην πολιτική του ΚΚΕ εντοπίζεται η αντίφαση, από τη μία να γίνεται λόγος για επαναστατική κατάσταση και, από την άλλη, να ακολουθείται (σωστά) η προηγούμενη πολιτική κατεύθυνση.

Ομως, η επίθεση για την αποστολή Μπελογιάννη έχει και τα συκοφαντικά χαρακτηριστικά της. Εξιστόρησε στο παρελθόν η Ελλη Παππά, που τα λεγόμενά της έγραψε Η ΑΥΓΗ μετά το θάνατό της:

«Ο Ζαχαριάδης είχε ανάγκη να δημιουργήσει τον μύθο ενός μάρτυρα και τον μύθο ενός προδότη. Τον Μπελογιάννη τον χρησιμοποίησε στη θέση του μάρτυρα. Και τον Πλουμπίδη στη θέση του προδότη»6.

Τα ίδια έγραψαν οι Πότης Παρασκευόπουλος, Τάσος Βουρνάς κ.ά. Τα γεγονότα διαψεύδουν τέτοιες αυθαιρεσίες.

Η αποστολή του Μπελογιάννη ήταν αναγκαία και από την άποψη ότι χρειαζόταν να έρθει στην Ελλάδα κάποιο από τα πιο ικανά στελέχη που διέθετε τότε το ΚΚΕ. Και ήρθαν εκείνα τα χρόνια δεκάδες στελέχη από την προσφυγιά, για να βοηθήσουν στην ανασυγκρότηση του Κόμματος. Ετσι έπρεπε να κάνει ένα Κομμουνιστικό Κόμμα που σέβεται το όνομά του και την ιστορία του.

Εκείνα τα χρόνια ήρθε παράνομα η Ρούλα Κουκούλου, γυναίκα του Ζαχαριάδη, μέλος της ΚΕ. Επίσης, τα μέλη του ΠΓ Δημήτρης Βλαντάς, Γιώργης Βοντίσιος (Γούσιας), Κώστας Κολιγιάννης, Γιώργης Ερυθριάδης (Πετρής), πολλά μέλη της ΚΕ, όπως οι Αύρα Παρτσαλίδου, Χαρίλαος Φλωράκης, Κώστας Λουλές, Μιλτιάδης Πορφυρογένης, Βασίλης Ζάχος, Μήτσος Δάλλας και άλλοι. Ο Πλουμπίδης ζητούσε να έρθει στην Ελλάδα μέλος του ΠΓ, μετά τη σύλληψη του Αναστασιάδη.

Στον Μπελογιάννη το ΠΓ και η ΚΕ είχαν επενδύσει μεγάλες ελπίδες. Το έδειχναν η ανάδειξή του στην ΚΕ και η ευθύνη που του ανατέθηκε στον παράνομο μηχανισμό.

Ετσι, είναι απόλυτα ταιριαστές οι παρακάτω φράσεις:

«Για να μην υπάρξουν ταλαντεύσεις και στο εσωτερικό και να εφαρμοστεί πιστά η γραμμή της, η ηγεσία του ΚΚΕ στέλνει με πλαστά διαβατήρια στην Ελλάδα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Νίκο Μπελογιάννη και Νίκο Ακριτίδη, παλιό μαθητή της σχολής Ευελπίδων και ηγετικό στέλεχος της ΕΠΟΝ κατά την Κατοχή».7

Ο Μπελογιάννης είχε γράψει στο ημερολόγιό του:

«...μια ζωή μονότονη, πληχτική, χωρίς σοβαρό περιεχόμενο. Οαση η Συνδιάσκεψη και η 6η Ολομέλεια. Ο καιρός περνάει με το διάβασμα και με την προσμονή να ριχτούμε από μέρα σε μέρα στη δουλειά και στη δράση».8

Ιδιαίτερα σε εκείνες τις συνθήκες, στην Ελλάδα έπρεπε να έρθουν στελέχη σαν τον Μπελογιάννη, για τον οποίο ισχύουν στο ακέραιο τα λόγια του Στάλιν:

«Να θυμάστε, σύντροφοι, ότι μόνο εκείνα τα στελέχη είναι καλά, που δε φοβούνται τις δυσκολίες, που δεν κρύβονται από τις δυσκολίες, αλλά, αντίθετα, πηγαίνουν να συναντήσουν τις δυσκολίες για να τις υπερνικήσουν και να τις εξαλείψουν. Μόνο στην πάλη με τις δυσκολίες σφυρηλατούνται τα πραγματικά στελέχη».9

Παρέμβαση της Ελλης Παππά ...μετά θάνατον

Στα τόσα που γράφτηκαν και ειπώθηκαν για τον Μπελογιάννη, μετά το θάνατο της Ελλης Παππά, οι ρήτορες και οι συγγραφείς επεδίωξαν να αποσυνδέσουν τον Μπελογιάννη από το πραγματικό γεγονός: Οτι έζησε και εκτελέστηκε ως στέλεχος του ΚΚΕ. Ταυτόχρονα, ισχυρίστηκαν, και συνεχίζουν να ισχυρίζονται, ότι ο Μπελογιάννης δεν ανήκει στο ΚΚΕ, αλλά ότι ανήκει στη λεγόμενη «κομμουνιστική αριστερά» ή και γενικότερα στην «αριστερά»! Ετσι, μετά τον Λ. Κύρκο, ο οποίος έγραψε ότι ο Μπερλινγκουέρ του θύμισε αργότερα κάτι από τον Μπελογιάννη(!), πολλοί ακόμα από τον οπορτουνιστικό και σοσιαλδημοκρατικό χώρο, όπως οι Π. Παρασκευόπουλος, Τ. Βουρνάς κ.ά., έγραψαν παρόμοια φαιδρά, ενώ πρόσφατα στην ΕΤ-3 (27/3/2010) ο συγγραφέας Β. Βασιλικός είπε ότι ο Μπελογιάννης ήταν ο Ελληνας Γκράμσι!..

Επίσης έχουν επιχειρήσει διάφοροι να «τεκμηριώσουν» το παράδοξο, ότι ο Μπελογιάννης, όπως και ο Πλουμπίδης, δεν ανήκουν στο ΚΚΕ, αλλά ότι ανήκουν στον πολιτικό χώρο που βρίσκονται σήμερα τα συγγενικά τους πρόσωπα!..

Belogiannis.jpgΟι Μπελογιάννηδες ανήκουν στο ΚΚΕ. Και βεβαίως δεν ανήκουν πολιτικά στους συγγενείς τους, οπουδήποτε και αν βρίσκονται οι τελευταίοι ιδεολογικά ή και κομματικά. Είναι τελείως διαφορετικοί οι συγγενικοί δεσμοί αίματος, από τους δεσμούς αίματος των ηρωικών νεκρών μας με το ΚΚΕ. Μόνον αυτοί οι δεσμοί μπορούν να αποτιμηθούν ιστορικά και πολιτικά.

Παρόμοιες τοποθετήσεις είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν η Ελλη Παππά. Σε μία από αυτές, με αφορμή συνέντευξη που έδωσαν στη ΝΕΤ (22 Απριλίου 1998) η ίδια και η Διδώ Σωτηρίου, είχε απαντήσει ο «Ριζοσπάστης» με το άρθρο Το ΚΚΕ γεννάει Μπελογιάννηδες10. Ανάμεσα σε άλλα στο άρθρο γράφτηκε:

«...δεν μπορεί κανείς να μην επισημάνει, τόσο ορισμένες ουσιώδεις παραλείψεις, όσο και αρνητικές υπογραμμίσεις στις οποίες στάθηκαν η Διδώ Σωτηρίου και η Ελλη Παππά.

(...) Ο Νίκος Μπελογιάννης υπήρξε γνήσιο παιδί του ΚΚΕ. Στις γραμμές του διαπαιδαγωγήθηκε και αναπτύχθηκε, μέσα στις φυλακές, στην ΕΑΜική Αντίσταση, στο Δημοκρατικό Στρατό, στην παρανομία. Ουσιαστικά ο Μπελογιάννης, όντας στο ΚΚΕ από τα πρώτα εφηβικά χρόνια μέχρι το τέλος του, δεν γνώρισε άλλη ζωή πέραν αυτής στο ΚΚΕ. Εκεί διαμόρφωσε την προσωπικότητά του. Δίχως το ΚΚΕ δεν θα υπήρχε Μπελογιάννης. Οπως δεν θα υπήρχαν και οι χιλιάδες επώνυμοι και μη επώνυμοι Μπελογιάννηδες που γέννησε τούτο το Κόμμα.

Και όμως, αυτό το οφθαλμοφανέστατο, αυτό το χιλιάδες φορές αποδεδειγμένο και θεμελιακής σημασίας θέμα, δεν θεώρησαν άξιο λόγου να το αναφέρουν ούτε μια φορά οι Ελλη Παππά και Διδώ Σωτηρίου(...) Το προσπέρασαν ως μη υπάρχον.

(...) Να σημειωθεί, με την ευκαιρία, ότι μια σειρά ασχολούμενοι με την Ιστορία του ΚΚΕ συνηθίζουν να διαχωρίζουν τα πρόσωπα από το Κόμμα, σα να πρόκειται για δύο άσχετες μεταξύ τους οντότητες».

Πολλά χρόνια πριν από το θάνατό της η Ελλη Παππά κατέθεσε στο Μουσείο Μπενάκη δύο πολυσέλιδα κείμενα, με την εντολή να δημοσιευτούν αφού πεθάνει. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έχει δημοσιευτεί μόνο η επιστολή11, την οποία κατέθεσε με το δεύτερο κείμενο και που την έχει σχολιάσει ο «Ριζοσπάστης» (6 Δεκεμβρίου 2009).

Διαβάζοντας την επιστολή αντιλαμβάνεται κανείς γιατί πανηγύρισε ο αστικός Τύπος, που βεβαίως δεν σκοτίστηκε για την ιστορική αλήθεια, παρά μόνο για το πώς θα επιτεθεί στο ΚΚΕ.

Στο μεταξύ τίποτα το νέο δεν υπάρχει στα δημοσιεύματά τους επί δεκαετίες. Απλώς αναμασούν τα ίδια και τα ίδια. Και εκλαμβάνουν περίπου ως θέσφατο οτιδήποτε έχει πει κάποιος από τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής, αρκεί αυτό να στρέφεται κατά του ΚΚΕ. Για τον ίδιο λόγο αντιμετωπίζουν ως ιστορική πηγή κάθε μαρτυρία της Ελλης Παππά. Αυτό συνιστά αυθαιρεσία. Το γιατί, φαίνεται από το εξής παράδειγμα:

Πολλές φορές η Ελλη Παππά υπογράμμισε σε συνεντεύξεις της ότι ο Μπελογιάννης της είπε «να ζήσεις για το παιδί και για την εκδίκηση». Το νόημα που η Ελλη Παππά έδωσε σε αυτήν τη φράση, έπειτα από χρόνια, είναι ότι με τη λέξη «εκδίκηση» ο Μπελογιάννης, ούτε λίγο - ούτε πολύ, εννοούσε ανατροπές στην οργανωτική λειτουργία του Κόμματος, στα επαναστατικά του χαρακτηριστικά και άλλα, όπως και «εκδίκηση» για την επιλογή από το ΚΚΕ της ένοπλης πάλης στα 1946-1949. Ομως, άλλα έγραψε η ίδια πριν από πολλά χρόνια σχετικά με τη λέξη «εκδίκηση».

Στις 3 Μαΐου 1952 ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» μετέδωσε το δεύτερο γράμμα της Ελλης Παππά, που είχε δημοσιευτεί στη γαλλική εφημερίδα «Ουμανιτέ» τέσσερις μέρες πριν (29 Απριλίου), με τον τίτλο «Εκδίκηση». Εκεί έγραψε:

«Πρέπει να ζήσεις για την εκδίκηση. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Μπελογιάννη όταν έφευγε για το εκτελεστικό απόσπασμα. Είμαι βέβαιη πως εσείς λεύτεροι άνθρωποι στην Ελλάδα και σ' όλο τον κόσμο, τον ακούσατε μαζί μου, μα και πως σας εμπνέουν την ίδια αγανάκτηση, την ίδια φλόγα, για να εκδικηθείτε τους δολοφόνους του Μπελογιάννη, τους δολοφόνους χιλιάδων και χιλιάδων αγωνιστών, εκείνους που αλυσοδένουν τους λαούς και δολοφονούν τα καλύτερα παιδιά του»12.

Εξάλλου, στα γράμματα που έστειλε στον Νίκο Ζαχαριάδη από τη φυλακή, το 1952, η Ελλη Παππά αναφέρθηκε και πάλι στην «εκδίκηση», γράφοντας:

«Αγαπητέ μου σ., αυτά είναι λίγα μπροστά στα όσα έχω να σου πω. Δεν ξέρω αν κατάφερα τίποτα, βλέπεις δεν διαβάζω13 και τι γράφω και ίσως βρεις και ασυναρτησίες. Πάντως το να σας το πω έστω και κουτσά το θεωρώ σαν υπέρτατη υποχρέωσή μου και σε σας και στο Κόμμα και στην εκδίκηση που μου ζήτησε ο Νίκος. Σκέφτεσαι σ. πως όλη αυτή η πλεκτάνη δεν θα μπορούσε να γίνει αν ζούσε; Γι' αυτό τον φάγανε (...) Σύντροφε, σου στέλνουμε όλη μας τη σκέψη, την αγάπη και την ελπίδα πως θα γιατρέψετε γρήγορα την κατάσταση όπως πρέπει και όπως περιμένουμε»14.

Τόσο από αυτό, όσο και από το γράμμα στην «Ουμανιτέ», γίνεται φανερό ότι άλλο ήταν το νόημα της λέξης «εκδίκηση» και όχι αυτό που εκ των υστέρων υποστήριξε η Ελλη Παππά.

Το βέβαιο είναι ότι ο Μπελογιάννης επέδειξε αταλάντευτη στάση στην εφαρμογή της πολιτικής του Κόμματος. Και πάντως κανένας δε δικαιούται να «μεταφέρει» σήμερα τον Μπελογιάννη στο λεγόμενο «ανανεωτικό» χώρο. Γιατί αυτό επιχειρείται.

Δεν είναι, λοιπόν, αξιόπιστη κάθε μαρτυρία της Ελλης Παππά, αφού στα λόγια και στα γραπτά της υπάρχουν πολλές αντιφάσεις. Ας προστεθούν εδώ και τα παρακάτω αξιοσημείωτα:

Αν και η Ελλη Παππά σωστά πάλεψε για να πείσει ότι ο Πλουμπίδης δεν ήταν πράκτορας του εχθρού, όπως τον είχε άδικα κατηγορήσει η ηγεσία του ΚΚΕ, ωστόσο κάποιο διάστημα και η ίδια είχε ερωτηματικά για τον Πλουμπίδη, τα οποία διατύπωσε στον Ν. Ζαχαριάδη σε μία από τις εκθέσεις που του έστειλε από τη φυλακή. Διαβάζουμε:

«Λίγα ακόμα για το ζήτημα του Πλουμπίδη. Εμένα με βασάνισαν τρία σημεία: 1) Οταν ήρθε στη φυλακή η Κατερίνα Τριανταφ(υλλίδη) μου είπε: "Ο Πλουμπίδης είναι έξω φρενών μαζί σου γιατί πήγες στο σπίτι του Καλοφωλιά, ενώ στο είχε απαγορεύσει". Εγώ έμεινα κατάπληχτη, γιατί στο σπίτι του Καλοφ(ωλιά) πήγα ακριβώς ύστερα από συνεννόηση μαζί του (από κει θα παίρναμε επαφή με την οργάνωση μετά τη σύλληψη του Νίκου). Τότε το απέδωσα σε υπερβολικότητες της Κατερίνας. Μετά την καταγγελία για τον Πλ(ουμπίδη) με βασάνισε πολύ. 2) Η τοποθέτηση της Ειρήνης Καστανάκη σε τόσο σοβαρή δουλειά. Απ' αυτήν ξεκινάει στην υπόθεσή μας όλο το κορδόνι της παρακολούθησης. Ο Πλ. όταν την έβαλε στη δουλειά μού είχε διαβάσει μια έκθεσή της στην οποία έλεγε πως υπέγραψε δήλωση στη Μακρόνησο ύστερα από βασανιστήρια, "που δεν έπαθε ούτε ο Χριστός". Του είχα πει τότε πως δεν μ' αρέσει εμένα αυτή η γυναίκα που διαφημίζει το τι πέρασε για να δικαιολογήσει τη δήλωσή της (τότε δεν ξέραμε ακόμη πως δεν έγιναν ατομικά βασανιστήρια στη Μακρον. στις γυναίκες). Οταν ήρθα στη φυλακή έμαθα από τις γυναίκες πως η Καστανάκη ουδέποτε είχε πάει στη Μακρ., ότι αντίθετα είχε συλληφθεί το 1948 με τους ιδιωτ. υπάλληλους, ότι αφέθηκε ελεύθερη, χωρίστηκε η δίκη της και δεν έγινε ποτέ (όπως και τώρα). Το έγραψα στον Πλ. ρωτώντας τον πώς μας κορόιδεψε. Δεν πήρα απάντηση. Κι αυτό μ' απασχολεί πολύ. 3) Η υποχώρησή του στις εκλογές για να μην χάσουμε τον Κύρκο, ενώ είχαμε πεισθεί πριν πιαστώ πως ο Κύρκος ήταν ανοιχτός χαφιές και προβοκάτορας. Ομως όλα αυτά τα ήξερε ο Νίκος, τα δυο τελευταία τα συζητήσαμε στην Καλλιθέα, μα ποτέ δεν έδειξε να αμφέβαλε για την καλή πίστη του Πλ(ουμπίδη)»15.

Και τα έγραψε αυτά στην ίδια επιστολή όπου στη συνέχεια σωστά υπεραμυνόταν της αθωότητας του Πλουμπίδη.

Εξάλλου η Ελλη Παππά ήταν κατηγορηματική και για την Ρόζα Ιμβριώτη και για πολλές άλλες συγκρατούμενές της:

«Χρησιμοποιούνται ανεξέλεγκτα από την οργάνωση στοιχεία αντικομματικά - αντιηγετικά που έκαναν θραύση στις φυλακές και στις εξορίες (όπως κάτι δικηγορίνες που είχαμε εδώ) ή η Ρόζα Ιμβριώτη που στην εξορία έκανε καθαρά αντιηγετική δουλιά και κατά τη γνώμη μου είναι πράχτορας»16.

Κατηγορηματική ήταν η Ελλη Παππά και όσον αφορά τον Βαβούδη. Σίγουρα χαφιέ θεωρούσε η Ελλη Παππά και τον Νίκο Ακριτίδη. Μέχρι το θάνατό της πίστευε ότι ο Ακριτίδης πρόδωσε τον Μπελογιάννη. Εγραψε η Ελλη Παππά στον Ζαχαριάδη:

«Και - έξω απ' τους μικρούς - πραγματικός χαφιές είναι αυτός που βρίσκεται στην Αθήνα επικεφαλής της δουλειάς. Αν αυτός είναι πάντα ο Ακριτίδης, τότε χαφιές είναι ο Ακριτίδης».17

Ακόμα:

«2) Τι συμβαίνει με τους κώδικες; Πριν αρχίσει η δεύτερη δίκη ο Μπάρμπας μού είχε γράψει πως αρχείο δεν κρατιόταν και δεν μπορούσαν να έχουν τίποτα στα χέρια τους. Αποδείχτηκε ότι είχαν πολλά στα χέρια τους. Σχηματίσαμε βαριές υπόνοιες για τον Βαβούδη. Ο Νίκος μάλιστα στην Καλλιθέα μου είπε πως ο Β. στην Κατοχή ήταν στον Τίτο και μπορεί να τον ψωνίσανε τότε. Για το Β. εγώ είχα υπόνοιες από τις εκλογές του 1950. Αλλοτε μπορώ να σας πω πού τις στήριζα. Τις είπα στο Μπάρμπα, που όμως δεν τις πήρε στα σοβαρά. Και μάλιστα του τις είπε σαν κριτική δική μου. Από τότε χρονολογείται και το άσβεστο μίσος του Β. για μένα που το πληροφορήθηκα πολύ αργά, μόλις είδα το αξιοθρήνητο σήμα για μένα και το Νίκο. Τις υπόνοιές μου για αυτόν τις διατηρώ. Κανείς δεν τον είδε νεκρό. Θα φρίξετε αν κάποτε μάθετε πώς δούλευε αυτός ο άνθρωπος. Μα και μόνο η προσπάθειά του να μας συκοφαντεί όλους και η τάση του να θέλει να πάρει όλη τη δουλειά στα χέρια του, δείχνουν πολλά. Ούτε και μπορούμε να πιστέψουμε πως αυτοί έχουν στις γραμμές μας ένα πράχτορα και όχι δίχτυ από τέτοιους. Αν οι κώδικες δεν είναι από τον Βαβούδη, ποιος τους έδωσε; Σ' αυτό ίσως θα μπορούσε να δώσει απάντηση ο Μπάρμπας. Νομίζω πως αυτό θα μπορούσε να το κάνει μόνο ο Ακριτίδης»18.

Επομένως, ούτε η Ελλη Παππά ήταν απαλλαγμένη από τη γενικότερη τάση «χαφιεδολογίας» που υπήρχε στην ηγεσία του Κόμματος, βεβαίως σε συνθήκες που η Ασφάλεια κατέφερε ισχυρά χτυπήματα στις παράνομες οργανώσεις του, αλλά και σε συνθήκες εσωκομματικής ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης, την οποία αξιοποιούσε ο ταξικός εχθρός.

Το γεγονός ότι η Ελλη Παππά έκανε λαθεμένες εκτιμήσεις για πρόσωπα και πράγματα, εξηγείται, μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί και να δικαιολογείται, παίρνοντας κανείς υπόψη τις δύσκολες και σύνθετες συνθήκες δράσης του ΚΚΕ. Ωστόσο, στις μέχρι το θάνατό της δημόσιες τοποθετήσεις, δεν έχει σταθεί αυτοκριτικά, ενώ έχει επιπλέον καταγγείλει άλλους που υπέπεσαν στα ίδια λάθη με τα δικά της.

Για τη μαρτυρία ως ιστορική πηγή

Σχετικά με τη μαρτυρία διατυπώθηκε και η εξής άποψη:

«...η μαρτυρία ως αναδρομική εξιστόρηση, μνήμη και αναστοχασμός, αποτυπώνει τα βιώματα, τις σκέψεις και τις εμπειρίες μιας εποχής, δανειζόμενη από την ύστερη γνώση και τις μεταγενέστερες συνειδητοποιήσεις»19.

Η αποδοχή αυτής της άποψης για τη μαρτυρία είναι πιθανό να οδηγήσει στην αποδοχή μιας παραποιημένης πραγματικότητας, ακόμα και αν δεχθούμε ότι τη συγκεκριμένη στιγμή που η μαρτυρία διαμορφωνόταν, πράγματι απεικόνιζε με ακρίβεια το ιστορούμενο γεγονός. Γιατί οι μεταγενέστερες συνειδητοποιήσεις και η ύστερη γνώση, ίσως «δανείζουν» στη μαρτυρία, όμως δανείζοντας μπορεί και να την παραμορφώνουν. Αυτό συμβαίνει σε πάμπολλες περιπτώσεις. Τα στρώματα του χρόνου που συσσωρεύονται στη μνήμη, ανακατεμένα σε πολλούς και πολλές με την παθογένεια νέων ιδεολογικών τάσεων (οπορτουνιστικών), κάνουν τη μαρτυρία σύμβουλο κακό. Στην περίπτωση της Ελλης Παππά αυτό το τελευταίο είναι αναμφισβήτητο.

Επιπλέον υπάρχει το εξής ερώτημα: Με ποια κριτήρια θεωρείται φερέγγυα η τάδε ή η δείνα μαρτυρία της και με ποια κριτήρια δεν θεωρείται φερέγγυα κάποια άλλη;

Καμιά προσωπική μαρτυρία δεν αποτελεί ιστορική πηγή, παρά μόνο στην περίπτωση που επιβεβαιώνεται από επίσημα ντοκουμέντα. Αν το τελευταίο δεν συμβαίνει, τότε απαραίτητη προϋπόθεση, για να θεωρηθεί η μαρτυρία ιστορική πηγή, είναι να υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες που να συμπίπτουν με τη συγκεκριμένη προσωπική μαρτυρία. Προϋπόθεση είναι, ακόμα, όλες μαζί να συναρθρώνονται στην ολόπλευρη και λεπτομερή ανάλυση της εξεταζόμενης περιόδου. Διαφορετικά, η αξιοπιστία κάθε μαρτυρίας μένει να αποδειχθεί.

Η μαρτυρία ενός μεμονωμένου προσώπου αναμφίβολα μετά την πάροδο χρόνων σημαδεύεται με συναισθηματικά κίνητρα, προσωπικά κριτήρια, αναστοχασμούς κλπ. Ομως, αυτά δεν ακυρώνουν τον κυρίαρχο ρόλο που διαδραματίζει στη μαρτυρία του η πολιτική του τοποθέτηση. Πολύ περισσότερο, θα λέγαμε ότι το ατομικό ταξικό πρίσμα προσδιορίζει και τα συναισθηματικά κριτήρια και τους αναστοχασμούς.

Από την άλλη, η μαρτυρία δεν είναι από μόνη της Ιστορία. Για παράδειγμα, η μαρτυρία ενός «ανανήψαντος» (ή και πολλών), που πιστεύει ότι ήταν λάθος του να πολεμήσει στα 1946-1949, δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετήσει ότι κακώς διεξήχθη ο αγώνας του ΔΣΕ.

Σειρά λόγων, λοιπόν, συνηγορούν στο να μην είναι πολλές φορές οι πρωταγωνιστές και οι πιο αντικειμενικοί κριτές ιστορικών γεγονότων. Επιπλέον, οι πρωταγωνιστές δεν ερμηνεύονται αυθεντικά μόνο ή κυρίως από τις μαρτυρίες συγγενών και φίλων. Αυτό επιχειρείται σήμερα για τους Μπελογιάννη και Πλουμπίδη, ενώ συμπίπτουν στους στόχους συγγενείς και αστική ιδεολογία. Γι' αυτό οι προσωπικές εκμυστηρεύσεις έχουν ελάχιστη ιστορική αξία. Τις εκμυστηρεύσεις έχει χρησιμοποιήσει κατά κόρον και με σαφή υπονοούμενα η Ελλη Παππά, κάνοντας συνεχείς αναφορές στο τι της είπε ή δεν της είπε ο Μπελογιάννης, ή τι εννοούσε για το ένα ή για το δείνα θέμα.

Αστοχο. Ούτε μπορεί να την διαψεύσει κανείς, αφού κανείς δεν ήταν παρών στην απομόνωση του κρατητηρίου, ούτε εκείνη μπορούσε να αποδείξει τα λεγόμενά της. Και αν υπολόγιζε ότι στους ισχυρισμούς, που έχει εγείρει, δίνει το ακαταμάχητο το αγωνιστικό της παρελθόν, επίσης αστόχησε. Γιατί είπε τόσα στο παρελθόν, τα οποία στη συνέχεια «ξέχασε», ώστε έχει χάσει και το «ακαταμάχητο».

Η ανάδειξη της ιστορικής αλήθειας απαιτεί επιστημονική μεθοδολογία, ανάλυση όλων των βασικών παραγόντων που διαμόρφωσαν τα ιστορικά γεγονότα, μελέτη της διαλεκτικής σχέσης των διαφόρων παραγόντων, εργασία που απαιτεί συλλογικότητα και σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με την ατομική μαρτυρία.

Η ιστοριογραφία είναι ταξική. Δεν υπάρχει «ουδέτερη» συγγραφή, είτε αυτό το αντιλαμβάνεται ο ιστορικός που τοποθετείται με την αστική σκοπιά, είτε δεν το αντιλαμβάνεται.

Το ΚΚΕ γεννά Μπελογιάννηδες - Στα 58 χρόνια από την εκτέλεση του κομμουνιστή

Η πρώτη δίκη με το νόμο 509/1947

Ο Μπελογιάννης έπεσε στα χέρια της Ασφάλειας στις 20 Δεκεμβρίου 1950. Οι αστυνομικοί, που κατά πάσα πιθανότητα τον περίμεναν, τον συνέλαβαν μόλις μπήκε στο σπίτι της οδού Πλαπούτα 30, κοντά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Το σπίτι λειτουργούσε ως γιάφκα του παράνομου μηχανισμού.

Η σύλληψη ανακοινώθηκε από τον Τύπο στις 4 Ιανουαρίου 1951. Αναφέρονταν ανάμεσα σε άλλα:

«Ο Νίκος Μπελογιάννης, εξ Αμαλιάδος, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, αποσταλείς κατόπιν εντολής του Πολιτικού Γραφείου από τας χώρας του Παραπετάσματος εις την Ελλάδα (...) διά την ανασυγκρότησιν του παρανόμου μηχανισμού και την προπαρασκευήν του Τετάρτου Γύρου. (...) συνελήφθη εις τας Αθήνας, κατόπιν κεραυνοβόλου ενεργείας της Ασφαλείας του Κράτους, (...) Ο Μπελογιάννης έφθασεν εις τας Αθήνας, κατέλυσεν εις το ξενοδοχείον «Μέγα» και ήρχισεν αμέσως τας επαφάς του με τα στελέχη, χρησιμοποιών ως σύνδεσμον την Ελλη Ιωαννίδου, μέλος της ΚΟΑ»1.

Μαζί με τον Μπελογιάννη πιάστηκαν ακόμα 92 σύντροφοι.

Οι 93 κομμουνιστές παραπέμφθηκαν σε δίκη με βάση το νόμο 509/1947, ότι επεδίωξαν «την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος».

Η δίκη τους άρχισε στις 19 Οκτωβρίου 1951 στο Εκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, που συνεδρίαζε στα δικαστήρια της οδού Σανταρόζα. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο αντισυνταγματάρχης της στρατιωτικής δικαιοσύνης Ανδρέας Σταυρόπουλος και στρατοδίκες οι ταγματάρχες Νικόλαος Κομνιανός, Γεώργιος Παπαδόπουλος (ο μετέπειτα δικτάτορας), Γεώργιος Κοράκης και ο λοχαγός Θεμ. Κυριακόπουλος.

Με τη στάση του στο δικαστήριο ο Μπελογιάννης συνέτριψε το κατηγορητήριο, υπεράσπισε την πολιτική του ΚΚΕ και τον αγώνα του ΔΣΕ:

«Αντιτάξαμε βία στη βία. Δεν ήταν δυνατό να καθίσουμε και να λέμε "σφάξε με αγά μου, ν' αγιάσω". Η πολιτική μας αυτή στηρίζονταν στο λαό, γι' αυτό και τρία χρόνια αντιμετωπίσαμε τόσες δυσκολίες»2.

Τέλειωσε την απολογία του με τα παρακάτω λόγια:

«Σας μίλησα για την πολιτική του ΚΚΕ. Θέλω όμως να τονίσω και αυτό: Οτι το ΚΚΕ έχει ρίζες στο λαό ποτισμένες με αίμα και δεν εξοντώνεται ούτε με στρατοδικεία, ούτε με εκτελεστικά αποσπάσματα. Η πολιτική του απόβλεπε πάντοτε στο καλό του λαού και της χώρας μας. Σ' αυτό αποβλέπει και σήμερα. Γι' αυτό και ο λαός το υποστηρίζει. (...) Γι' αυτή μας την πολιτική με δικάζετε. Δεν ζητώ την επιείκειά σας. Θα δεχτώ με περηφάνια και στωικότητα την καταδίκη μου και θαρραλέα θα αντιμετωπίσω ακόμη και το εκτελεστικό σας απόσπασμα».3

Η δίκη διάρκεσε έως τις 16 Νοέμβρη. Από τους 93 κατηγορούμενους οι 12 καταδικάστηκαν σε θάνατο.4

Μετά τη δίκη ο Μπελογιάννης μεταφέρθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας. Εκεί ολοκλήρωσε το γνωστό βιβλίο «Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Πρώτες μακρινές ρίζες, προσχέδιο, σημειώσεις», το οποίο είχε αρχίσει να σχεδιάζει στο κελί της απομόνωσης.

Οι ασύρματοι - η δεύτερη δίκη με το νόμο 375/1936

Στο μεταξύ, δύο μέρες πριν από τη λήξη της πρώτης δίκης, στις 14 Νοέμβρη 1951, δυνάμεις της Κρατικής Ασφάλειας περικύκλωσαν τη βίλα «ΑΥΡΑ» στην Ανω Γλυφάδα και το σπίτι της οδού Λυκούργου 39 στην Καλλιθέα. Η βίλα «ΑΥΡΑ», όπου ζούσε η οικογένεια του Ηλία Αργυριάδη, παλιού στελέχους του ΚΚΕ, ήταν η κρύπτη του ενός ασυρμάτου και το σπίτι της Καλλιθέας, όπου κατοικούσε η οικογένεια του Νίκου Καλούμενου, επίσης παλιού στελέχους του Κόμματος, ήταν η κρύπτη του δεύτερου ασυρμάτου. Σε αυτήν βρισκόταν εκείνη την ώρα και ο Βαβούδης. Στο μεταξύ, από τις 23 Οκτώβρη 1951 είχε συλληφθεί από την Ασφάλεια Πειραιά ο δικηγόρος και οικονομολόγος Δημήτρης Μπάτσης.5

Ο Αργυριάδης συνελήφθη, ενώ η γυναίκα του Κατερίνα Δάλλα φέρεται να αυτοκτόνησε λίγες μέρες αργότερα, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Αστυνομίας. Συνελήφθη επίσης ο Ν.Καλούμενος. Ο Βαβούδης αυτοκτόνησε μέσα στην κρύπτη.

Με το «στοιχείο» των ασυρμάτων άρχισε στις 15 Φλεβάρη 1952 η δεύτερη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη και ακόμα 28 κομμουνιστών, με την κατηγορία της «διενέργειας κατασκοπείας κατά των συμφερόντων του κράτους».

Η δίκη στο Α΄ Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών διεξήχθη με βάση τον Μεταξικό νόμο 375/1936, που ανασύρθηκε από τα συρτάρια και μπήκε σε εφαρμογή.

Με την κατηγορία της κατασκοπείας το αστικό κράτος επεδίωξε το διασυρμό του ΚΚΕ ως κόμματος ξενοκίνητου, που η δράση του δήθεν ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τα συμφέροντα του λαού. Η κατηγορία εξυπηρετούσε το στόχο της απομόνωσης του ΚΚΕ από το λαό, τη συκοφάντηση και το μηδενισμό της ηρωικής δράσης του ενάντια στο γερμανοϊταλικό και βουλγαρικό και στη συνέχεια στον αγγλικό και αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Ο ταξικός αντίπαλος κατασκεύασε αυτήν την κατηγορία, διαστρέφοντας απόλυτα το περιεχόμενο του προλεταριακού διεθνισμού, τον πατριωτισμό της εργατικής τάξης.

Στην Ελλάδα, η «Φωνή της Αμερικής» μετέδωσε:

«Η δίκη Μπελογιάννη αποδεικνύει στον Ελεύθερο Κόσμο πως τα κομμουνιστικά κόμματα, όπου κι αν βρίσκονται, δεν είναι πολιτικά κόμματα, όπως τα υπόλοιπα, αλλά κατασκοπευτικές οργανώσεις»6.

Το αστικό κράτος είχε και άλλους λόγους που χρειαζόταν την αναβίωση του συγκεκριμένου νόμου. Η επιλογή του συντασσόταν με τη διεθνή αντικομμουνιστική υστερία και την ψυχροπολεμική πολιτική του καπιταλισμού. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι την ίδια περίοδο στις ΗΠΑ (29 Μάρτη 1951) καταδικάστηκαν σε θάνατο ως κατάσκοποι της Σοβιετικής Ενωσης ο Τζούλιους και η Εθελ Ρόζενμπεργκ, που εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα στις 19 Ιούνη 1953.

Στις 18 Φλεβάρη 1952 η ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου «για τους πραγματικούς σκοπούς της νέας δίκης Μπελογιάννη» ανέφερε:

«Ποιος θα πιστέψει το συνεργάτη του Ιταλού κατακτητή και τον οργανωτή της δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ7, το δήμιο του ελληνικού λαού Ρέντη, τα παραμύθια και τα κατασκευάσματά του;

Ποιος θα πιστέψει την κατηγορία για κατασκοπεία τη στιγμή που ο επίσημος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον Ο(ργανισμό) Ε(νωμένων) Ε(θνών) Κύρου από πολύ τώρα καιρό ζητούσε απ' την κυβέρνηση, όπως έγραψε το προσωπικό δημοσιογραφικό του όργανο, η "Εστία" της 12ης του Δεκέμβρη 1951, οι κομμουνιστές να δικάζονται όταν δε συνεδριάζει η γενική συνέλευση του ΟΕΕ και με την κατηγορία της κατασκοπείας, ανεξάρτητα αν αυτή στέκει είτε όχι;

(...) Ποιος μπορεί να αμφιβάλλει για τους πραγματικούς σκοπούς της νέας δίκης Μπελογιάννη, όταν οι υπουργοί της παλατιανής καμαρίλας και του Πλαστήρα, Σακελλαρίου και Ρέντης (...) δήλωναν στη Βουλή στις 10 του Δεκέμβρη του 1951 ότι η πρώτη δίκη του Μπελογιάννη ήταν λάθος, ότι έπρεπε να παραπεμφεί ο Μπελογιάννης με τους συναγωνιστές του στο τακτικό στρατοδικείο, (...) "θα είχον αναμφιβόλως σήμερον εκτελεστεί" (Ρέντης) και όταν ξέρει την κανιβαλική δήλωση του Σακελλαρίου στην ίδια συνεδρίαση: "Σας δίνω το λόγο μου ότι θα εκτελεσθούν όλοι";»8.

Σε επόμενη ανακοίνωση, στις 23 Φλεβάρη 1952, «Η σκηνοθεσία καταρρέει. Κάτω τα χέρια απ' τον Μπελογιάννη» το ΠΓ κατάγγειλε:

«Ο γνωστός (...) Ρέντης ομολόγησε χτες στη Βουλή ότι καταρρακώθηκε κιόλας η εγκυρότητα του στρατοδικείου και της απόφασής του. (...) Το ΚΚΕ ποτέ δεν έκρυψε την πολιτική του (...) δηλώνει ότι είναι πάντα έτοιμο να δεχθεί μέσα στην ίδια την Αθήνα οποιαδήποτε πολιτική αντιδικία με τον μοναρχοφασισμό και την αμερικανοκρατία, εφόσον θα εξασφαλίζονταν οι απαραίτητες νομικές και πολιτικές εγγυήσεις, κάτω από την εποπτεία του ίδιου του λαού και αρμόδιων διεθνών δημοκρατικών και προοδευτικών οργανώσεων».9

Για πολλούς λόγους, λοιπόν, το αστικό κράτος «ξεπάγωσε» το νόμο 375/1936 «περί κατασκοπείας» και οδήγησε τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του σε δεύτερη δίκη, παρά το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο οι εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων είχαν σταματήσει και παρά το γεγονός ότι ο Μπελογιάννης είχε ήδη καταδικαστεί σε θάνατο με το νόμο 509/1947. Η κατηγορία της κατασκοπείας ήταν πολύ δύσκολο έως αδύνατο να εμπέσει σε αμνηστία, σε αντίθεση με τις καταδίκες με τον 509, για τις οποίες διαφαινόταν ότι μπορούσε η ποινή του θανάτου να μετατραπεί σε ποινή ισόβιων δεσμών.

Στο μεταξύ, ενώ κινήθηκε η διαδικασία παραπομπής των θανατικών ποινών στο Συμβούλιο Χαρίτων, που σε συνέχεια η γνωμάτευσή του θα αποστελλόταν στον βασιλιά Παύλο, ο οποίος θα έπαιρνε την τελική απόφαση, ογκώθηκε η διεθνής αντίδραση για τη ματαίωση των εκτελέσεων και πύκνωσαν οι διαμαρτυρίες και τα τηλεγραφήματα προς την κυβέρνηση και τον βασιλιά. Προσωπικότητες παγκόσμιου κύρους, όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Λουί Αραγκόν, ο Πωλ Ελυάρ, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο Ζαν Κοκτώ και άλλοι, κινητοποιήθηκαν, μαζί με εκατομμύρια ανθρώπους, για τη σωτηρία του Μπελογιάννη και των συντρόφων του.

Η κατηγορία «περί κατασκοπείας» αντιμετωπίστηκε ως πρόκληση από ανθρώπους των επιστημών και των τεχνών με διεθνές κύρος, ακόμα και από πολιτικούς του αστικού κόσμου, οι οποίοι αντιμετώπισαν ευέλικτα αυτή την ασύστατη κατηγορία.

Το ΚΚΕ, με ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ, στις 18 Φλεβάρη 1952, διακήρυξε:

«Μας κατηγορούν για παράνομη δράση. Τους απαντάμε: Το πιο νόμιμο και ιερό δικαίωμα και υποχρέωση του κάθε πατριώτη Ελληνα είναι να παλεύει την παρανομία τους και το νόμο τους. Η πιο άγια και απαραβίαστη νομιμότητα σήμερα στην Ελλάδα είναι ο αγώνας, ο ανειρήνευτος και αποφασιστικός».10

Απολογία κουκουέδων

Η στάση του Μπελογιάννη, της Ελλης Ιωαννίδου, του Τάκη Λαζαρίδη και άλλων κατηγορουμένων στη δεύτερη δίκη ήταν υποδειγματική, όπως και στην πρώτη. Η επιχειρηματολογία τους κατακεραύνωσε και συνέτριψε την κατασκευασμένη κατηγορία.

belogiannis_efimerida.jpgΠαραθέτουμε ένα απόσπασμα από την απολογία του Νίκου Μπελογιάννη:

«... Τον Απρίλη του 1944 στη Λακωνία, τότε που ήταν η περίοδος που οι σύμμαχοι ετοίμαζαν την απόβαση στη Δυτική Ευρώπη, το δεύτερο μέτωπο, για να παραπλανηθούν οι γερμανοί έδωσε εντολή εδώ πέρα το Στρατηγείο της Μ. Ανατολής, έδωσε εντολή στον ΕΛΑΣ να αρχίσει μια έντονη δράση κατά των γερμανών, με σκοπό ακριβώς αυτοί να παραπλανηθούν. Και πραγματικά άρχισε αυτή η δράση. Οι γερμανοί νόμισαν ότι μπορεί κάτι να συμβεί εδώ πέρα και άρχισαν να παίρνουν μέτρα και ειδικότερα στη Νότια Πελοπόννησο πιο πολύ. Εκείνη την περίοδο ακριβώς στη Λακωνία πήρα μια πληροφορία ότι θα περάσει ένας γερμανός Στρατηγός με το επιτελείο του και ένα τμήμα γερμανικό για να επιθεωρήσει τα έργα που γινόντουσαν στη Νότια Πελοπόννησο και με ρώτησαν οι άγγλοι τι θα κάνουμε, θα τους χτυπήσουμε ή όχι; Και η ερώτηση αυτή είχε το νόημά της, γιατί ένα γερμανό Στρατηγό θα τον πληρώναμε πολύ ακριβά. Είχαν προηγηθεί άλλες περιπτώσεις. Στο Κούρνοβο ανατινάχτηκε μια αμαξοστοιχία και εκτελέστηκαν 120 στελέχη του ΚΚΕ που είχαν κάνει και στην Ακροναυπλία. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν χωρούν δισταγμοί και αδίσταχτα είπα, χτυπήστε τους. Πέρασαν, δεν έχω ακριβώς την εφημερίδα και ξεχνώ το όνομα του Στρατηγού, τον χτύπησαν, σκοτώθηκε ο γερμανός, το επιτελείο του και αρκετοί φαντάροι. Για αντίποινα οι γερμανοί τουφέκισαν 200 στελέχη του Κόμματος στο σκοπευτήριο της Καισαριανής από το Χαϊδάρι. Επίσης την ίδια ακριβώς περίοδο ανακοίνωσαν: "ως αντίποινα διά την δολοφονία δύο γερμανών Αξ/κών διαπραχθείσαν την 25 Απριλίου 1944 ανάνδρως εξ ενέδρας, διέταξα τον τυφεκισμόν 110 κομμουνιστών επί τόπου και την ριζικήν καταστροφήν του χωρίου Κυριάκη. Ο Ανώτατος Αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Αστυνομίας Ελλάδος", δηλαδή ο περιβόητος Σιμάνα. Αυτή ήταν η δική μας δράση. Και αυτές τις εκατόμβες προσφέραμε. Ετσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με την καρδιά μας και με το αίμα μας».11

Την 1η Μαρτίου εκδόθηκε η απόφαση του στρατοδικείου που προέβλεπε την ποινή του θανάτου για 8 κατηγορούμενους12. Ο Μπελογιάννης καταδικάστηκε δις εις θάνατον.

Στο «συνήθη τόπο» νύχτα Κυριακής

Την Κυριακή 30 Μάρτη 1952 ο Νίκος Μπελογιάννης και ακόμα 3 από τους 8 καταδικασμένους σε θάνατο (ο Ηλίας Αργυριάδης, ο Νίκος Καλούμενος και ο Δημήτρης Μπάτσης) έπεφταν νεκροί από τα βόλια του εκτελεστικού αποσπάσματος. Η εκτέλεση των τεσσάρων κομμουνιστών έγινε στο «συνήθη τόπο» των εκτελέσεων (Γουδή, πίσω από το νοσοκομείο «Σωτηρία») υπό το φως των προβολέων των στρατιωτικών αυτοκινήτων. Ηταν νύχτα, ώρα 4 και 10΄. Σε λίγο θα ξημέρωνε.

Οι νεκροί μεταφέρθηκαν στο Γ΄ Νεκροταφείο όπου και θάφτηκαν, ενώ πλήθος κόσμου, μόλις πληροφορήθηκε τις εκτελέσεις, άρχισε να καταφθάνει στο Γ΄ Νεκροταφείο, για να αποθέσει ένα κόκκινο γαρύφαλλο, φωνάζοντας συνθήματα κατά των δολοφόνων. Η αστυνομία προχώρησε σε συλλήψεις.

Το ΚΚΕ κατάγγειλε τη δολοφονία με ανακοίνωση του ΠΓ στις 30 Μάρτη 1952, όπου ανέφερε μεταξύ άλλων:

«Σήμερα στις 4 η ώρα έπαψε να χτυπάει η φλογερή καρδιά ενός μεγάλου αγωνιστή του λαού της Ελλάδας και της φιλειρηνικής ανθρωπότητας. (...) Ο Μπελογιάννης έπεσε από τα αμερικάνικα βόλια που τα έριξαν οι δήμιοι Πλαστήρας - Βενιζέλος. Ο Μπελογιάννης όμως ζει μέσα στις καρδιές εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο Μπελογιάννης πέρασε στο πάνθεον των μεγάλων ηρώων της προοδευτικής ανθρωπότητας».13

Για την εκτέλεση του Μπελογιάννη γράφτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 30 Μάρτη 1952:

«Κατεβλήθη προσπάθεια όπως η ποινή του Μπελογιάννη μετατραπεί εις ισόβια δεσμά, λόγω της αναγραφής εις την απόφασιν του Στρατοδικείου της φράσεως ότι καταδικάζεται διά το αδίκημα της κατασκοπείας διά το μέχρι του Ιουνίου 1950 χρονικόν διάστημα. Αλλά, λόγω της θέσεως την οποίαν κατέχει εις το ΚΚΕ, η άποψις αυτή δεν έγινεν δεκτή από τον Ανώτατον Αρχοντα».

Οι δολοφόνοι

Στην εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του επέμεναν οι ΗΠΑ, η κυβέρνηση της Μ. Βρετανίας και οι εγχώριοι αστοί, Παλάτι και κομματικές ηγεσίες, με πρώτη φυσικά την κυβέρνηση του Ν. Πλαστήρα, μαζί και ο υπουργός Δικαιοσύνης Δημ. Παπασπύρου, ο οποίος προσποιήθηκε όλα τα μετέπειτα χρόνια ότι δεν γνώριζε πως οι εκτελέσεις θα γίνονταν Κυριακή!

belogiannis_1.jpgΜέχρι και ο Νίκος Παπαπολίτης δημοσίευσε άρθρο στο οποίο έγραφε:

«...πρέπει πάντως να επισημανθεί ο ρόλος του αρμόδιου υπουργού της Δικαιοσύνης, ο οποίος εξυπαρχής υπήρξε σκοτεινός και ακατανόητος».14

Ας θυμηθούμε ότι ο Πλαστήρας έκανε τις παρακάτω δηλώσεις στις 17 Νοέμβρη 1951, μετά την πρώτη δίκη και καταδίκη σε θάνατο του Νίκου Μπελογιάννη:

«Ο Μπελογιάννης και οι μετ' αυτού καταδικασθέντες σε θάνατο από το Εκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών δεν πρόκειται να εκτελεστούν. Απόφασις της κυβερνήσεως είναι ότι δι' αδικήματα διαπραχθέντα προ της 1ης Νοεμβρίου 1951, οπότε η παρούσα κυβέρνησις δεν ευρίσκετο εις την Αρχήν, αι τυχόν επιβαλλόμεναι θανατικαί ποιναί διά κομμουνιστικήν δράσιν θα υπήγοντο εις την ρύθμισιν η οποία είχε συμφωνηθεί δι' όλας τας μέχρι τούδε επιβληθείσας και μη εκτελεσθείσας θανατικάς καταδίκας».15

Ωστόσο, στις 8 Δεκέμβρη 1951 ο ρ/φ σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» μετέδωσε:

«Περίμενε ο Πλαστήρας να τελειώσει η συζήτηση του ελληνικού ζητήματος στη Γ.Σ. του ΟΗΕ για να εξαγγείλει τις οριστικές αποφάσεις της κυβέρνησής του για τα λεγόμενα μέτρα επιεικείας, που τα κοιλοπόνησε βδομάδες ολόκληρες. Και τις ανακοίνωσε χτες με τον υπουργό του της Δικαιοσύνης Παπασπύρου, όταν στον ΟΗΕ έκλεινε η συζήτηση στο ελληνικό. Το πρώτο μέτρο "ειρήνευσης" που παίρνει ο Πλαστήρας είναι ότι εξαιρεί την περίπτωση του Ν. Μπελογιάννη και των 11 συντρόφων του - που τους καταδίκασε σε θάνατο το στρατοδικείο της Αθήνας - από την μετατροπή των θανατικών ποινών σε ισόβια δεσμά. Ο Παπασπύρου δήλωσε επίσης ότι η "υπό όρους απόλυσις" δεν θα ισχύσει για τους καταδικασμένους πάνω από 20 χρόνια και γι' αυτούς που καταδικάστηκαν απ' τα κακουργιοδικεία, δηλαδή για όλους τους φυλακισμένους αγωνιστές της πρώτης Εθνικής Αντίστασης».16

Η διάσταση λόγων και έργων μετά τη δεύτερη δίκη είναι προφανής. Πολλά χρόνια αργότερα ο Ανδρέας Ιωσήφ, υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ στην κυβέρνηση Πλαστήρα, αποκάλυψε σε εκπομπή της ΝΕΤ (28 Μάρτη 2002):

«Είχαμε συνεδρίαση του λεγομένου μικρού υπουργικού συμβουλίου. Εξήταζε τα κάπως μυστικά ζητήματα. Και το θέμα ήταν το αποτέλεσμα της δίκης και το τι γίνεται παραπέρα. Ηταν ένα συμβούλιο στο οποίο μετείχαν μόνο ο Σοφοκλής Βενιζέλος, φυσικά ο Πλαστήρας, ο Γιώργος Καρτάλης, ένας έκτακτος άνθρωπος, έντιμος, καλός οικονομολόγος που είχε το βάρος του υπουργείου Συντονισμού, ο υπουργός Ρέντης, απόγονος του Ζαΐμη και εγώ. Και ακούω σε κάποια στιγμή να λέει ο Ρέντης: "Πόσους να στείλουμε στο απόσπασμα; Τέσσερις ή έξι;" Και φαίνεται πετάχτηκα αυθόρμητα και είπα: Κύριε Υπουργέ μιλάμε για εκτελέσεις. Δεν απήντησε αλλά μου έστειλε ένα φονικό βλέμμα (...)

Δημοσιογράφος (Κούλογλου): Κανείς άλλος δεν πήρε το λόγο να μιλήσει, ούτε ο Πλαστήρας δεν πήρε θέση;

Ιωσήφ: Μιλιά. Ούτε αυτός, ούτε ο Βενιζέλος, ούτε ο Καρτάλης.

Το άλλο πρωί αμέσως έτρεξα στον Γιώργο Καρτάλη. Και του είπα: "Γιώργο το να πει κάτι ή να κάνει κάτι ένας μικρός κούκος Ανοιξη δεν έρχεται. Αν εσύ όμως παραιτηθείς, η κυβέρνηση πέφτει και τα πράγματα είναι αλλιώς και παύουμε να ρεζιλευόμαστε σε έναν ολόκληρο λαό που μας αγάπησε και έτσι η χώρα μπορεί να πηγαίνει καλύτερα". Ξέρετε τι μου απήντησε ο Καρτάλης; "Σήμερα το πρωί ο Αγγλος πρέσβης ήρθε εδώ και με πίεσε να μην παραιτηθώ, διότι όπως θα ξέρεις οι Αγγλοι θέλουν να βοηθήσουν τους Αμερικανούς να πάει το πράγμα προς τον Παπάγο"».

Οσον αφορά τον υπουργό Συντονισμού Γεώργιο Καρτάλη, πήγε στον Πλαστήρα και υπέβαλε την παραίτησή του μετά τις εκτελέσεις. Και έπειτα από παράκληση του Πλαστήρα παρέμεινε στην κυβέρνηση...

Ο Πλαστήρας υπήρξε για ένα διάστημα ο ευνοούμενος των ΗΠΑ και των Ανακτόρων για την πρωθυπουργία. Ωστόσο, εκείνο το διάστημα είχε διαφανεί ότι ΗΠΑ και Ανάκτορα προσανατολίζονταν πια προς τον Παπάγο. Η κυβέρνηση Πλαστήρα δεν αντιτάχθηκε στην εκτέλεση του Μπελογιάννη, για να διατηρήσει την εύνοιά τους και να παραμείνει στην εξουσία.

Η ΕΔΑ

Ως προς τις αντιδράσεις της ΕΔΑ μετά τις εκτελέσεις, διαβάζουμε:

«Οι επίσημες αντιδράσεις της ΕΔΑ για τις εκτελέσεις ήταν έντονες και σοβαρές, αλλά ήπιες στη φρασεολογία, προσαρμοσμένες στις τότε συνθήκες. Στις ανακοινώσεις της προβάλλεται περισσότερο η ανάγκη για γαλήνευση της χώρας, παρά εκείνο που είναι πια ένα τετελεσμένο συνταρακτικό γεγονός.

Το βράδυ της Δευτέρας, 31ης Μαρτίου 1952, την άλλη μέρα δηλαδή από τις εκτελέσεις, στη συνεδρίαση της Βουλής, ο πρόεδρος της ΕΔΑ ζητά να του δοθεί ο λόγος πριν από την ημερήσια διάταξη. Ο πρόεδρος της Βουλής αρνείται. Υστερα από αυτό, οι οχτώ βουλευτές της ΕΔΑ αποχωρούν από την συνεδρίαση, ακολουθούμενοι και από τον ανεξάρτητο Μιχάλη Κύρκο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, αφού καταθέτουν σχετικό έγγραφο στο προεδρείο. Η έγγραφη διαμαρτυρία τους για τις εκτελέσεις καταλήγει με έκκληση προς "τους αντιπροσώπους του Εθνους όσους πιστεύουν εις την εθνικήν ανάγκην της ειρηνεύσεως του τόπου να αντικρύσουν το ελληνικό πρόβλημα ψύχραιμα χωρίς προκαταλήψεις και φανατισμούς, παραμερίζοντες τας ξενικάς επεμβάσεις"»!17

Οι βουλευτές της ΕΔΑ αποχώρησαν από τη Βουλή, επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στον Πασαλίδη. Εκείνο όμως που θα είχε αξία ήταν οι καταθέσεις τους στο δικαστήριο ως μάρτυρες υπεράσπισης του Μπελογιάννη, κάτι που δεν έκαναν.18 Αλλά και δεν προσπάθησαν να κινητοποιήσουν κόσμο που θα πολιορκούσε τη φυλακή, για να παρεμποδίσει τις εκτελέσεις.

Για το θέμα αυτό ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» μετέδωσε στις 11 Μάρτη 1952:

«Στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, του Βόλου κ.α. συζητιέται πολύ το γεγονός ότι η ΕΔΑ και οι βουλευτές της κράτησαν και γύρω από τη δίκη, όπου ουσιαστικά δικαζόταν και η ΕΔΑ, και γύρω από τις κινητοποιήσεις για τη σωτηρία των δικασμένων σε θάνατο λαϊκών αγωνιστών, πολύ περίεργη ανεκτική και χλιαρή στάση. Συζητιέται και το γεγονός ότι στη δίκη δεν παρουσιάστηκαν, (...) ούτε οι βουλευτές της ΕΔΑ, ούτε και ο Σαράφης...».19

Υπάρχουν και απόψεις ότι σωστά έπραξαν οι βουλευτές της ΕΔΑ, που δεν πήγαν μάρτυρες υπεράσπισης! Διαβάζουμε:

«Ετσι, ορθά (συν)εκτιμήθηκε από τους δημοκρατικούς παράγοντες της ΕΔΑ, αλλά και από τον κομμουνιστικό πυρήνα της, ότι μια δημόσια εμφάνιση βουλευτών της, ως μάρτυρες υπεράσπισης του Νίκου Μπελογιάννη στη δεύτερη δίκη για "κατασκοπεία", θα μπλοκάριζε την κυβέρνηση Πλαστήρα, και θα επιτάχυνε τη διαδικασία του Αν. Ν. 509/1947 για να διαλύσει την ΕΔΑ και να τη θέσει εκτός νόμου (...) Αυτός ήταν ο πολύ σοβαρός λόγος, της μη εμφάνισης της επίσημης κοινοβουλευτικής ΕΔΑ, στη διάρκεια της δεύτερης δίκης του Νίκου Μπελογιάννη».20

Την απουσία των βουλευτών της ΕΔΑ είχε στηλιτεύσει και η Ελλη Παππά σε μία από τις επιστολές της στον Νίκο Ζαχαριάδη:

«Η ΕΔΑ το ήξερε (...) Τι υπάρχει πίσω από όλα αυτά;».21

Την αντίδραση του ΚΚΕ στην εκτέλεση του Μπελογιάννη, ο οπορτουνιστικός χώρος επί της ουσίας την αποδοκίμασε. Γράφτηκε:

«Πιο έντονη και βίαιη είναι η αντίδραση του ΚΚΕ. Ο ραδιοσταθμός του από το εξωτερικό χαρακτηρίζει τον Πιουριφόι "γκάγκστερ", τους Πλαστήρα και Βενιζέλο "δήμιους", που "παζάρεψαν το κεφάλι του Μπελογιάννη για να μείνει η κυβέρνησή τους" και ανοίγουν τον δρόμο στον Παπάγο. Το ίδιο περιεχόμενο έχουν και οι εκπομπές στα ελληνικά της Μόσχας και άλλων χωρών της Αν. Ευρώπης»!22

Τελικά, ποιο ήταν εκείνο που τροφοδότησε με τόση δύναμη τον Μπελογιάννη, που τροφοδότησε με τόση δύναμη εκατομμύρια Μπελογιάννηδες στην Ελλάδα και όπου Γης, ώστε να αντιμετωπίσουν με τόση περιφρόνηση το θάνατο; Ηταν δίχως αμφιβολία το όραμα για μια κοινωνία απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, μια κοινωνία αληθινής ελευθερίας. Ηταν η πίστη ότι αυτά θα γίνουν πραγματικότητα. Οι νέες γενιές των κομμουνιστών ας κρατήσουν τα λόγια του Μπελογιάννη:

«Αντλείς όμως απέραντες και ανεξάντλητες δυνάμεις από την πίστη σου στο Κόμμα και στη νίκη».23

Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

 

 
 
 
JSN ImageShow by JoomlaShine.com
 
Copyright © 2011 kke.gr