Παιδεία

article thumbnailΗ τοποθέτηση του ΚΚΕ για το νέο νόμο και το «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο» για την Έρευνα & την Καινοτομία

Αγαπητοί φίλοι και φίλες, Το σχέδιο νόμου για την Έρευνα, την Τεχνολογική Ανάπτυξη και την Καινοτομία (ΕΤΑΚ), που τέθηκε σε διαβούλευση το Δεκέμβρη του 2013 και εκκρεμεί η κατάθεσή του στη Βουλή, αποτελεί μια ακ  .... 

Για την Παιδεία
20/01/02

Βασικά συμπεράσματα από τις εξελίξεις και τη δράση μας στο κίνημα της Παιδείας.

Κατευθύνσεις και προγραμματισμός δουλιάς

ΓΕΝΑΡΗΣ 2002

 

Το Κόμμα μας, καιρό τώρα, έχει αναδείξει την υπόθεση της Παιδείας σε βασικό πεδίο της ταξικής πάλης. Εγκαιρα έχει καταθέσει τις θέσεις του για το χαρακτήρα της προωθούμενης, από την κυβέρνηση και την ΕΕ, εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης, καθώς και για τις ώριμες, ριζικές, αλλαγές που η εκπαίδευση χρειάζεται, προκειμένου να ανταποκριθεί στις σύγχρονες λαϊκές απαιτήσεις. Σήμερα, συνεκτιμώντας τα αποτελέσματα και τα νέα αρνητικά δεδομένα που διαμορφώνει η κυβερνητική παρέμβαση, συνεχίζει και εντείνει την προσπάθειά του να επικοινωνήσει με όλο το λαό και ιδιαίτερα με την εργατική τάξη και τα άλλα καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας μας, που έχουν άμεσο συμφέρον να αντιπαλέψουν τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και την πολιτική τής ακόμη σκληρότερης υλικής και πνευματικής εκμετάλλευσής τους.

 

Α. Οι επιπτώσεις από την εφαρμογή της «μεταρρύθμισης» μετά την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου της

Τέσσερα χρόνια μετά την εφαρμογή της «εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης», επιβεβαιώνονται οι εκτιμήσεις του Κόμματός μας για τις δραματικές συνέπειές της στη μόρφωση και τη ζωή της νεολαίας, ιδιαίτερα των παιδιών των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων:

α) Οι ταξικοί φραγμοί ενισχύθηκαν. Η διαρροή από την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση (δημοτικό και γυμνάσιο) συνεχίζεται. Με την ίδρυση μάλιστα των «σχολείων β` ευκαιρίας» που δεν πληρούν ούτε τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις ενός σχολείου, η υποχρεωτική εκπαίδευση υπονομεύεται και η διαρροή νομιμοποιείται.

Ο αριθμός των μαθητών που διεκδίκησαν φέτος απολυτήριο λυκείου έφτασε μόλις τις 63.768, ενώ το 1997, πριν την εφαρμογή της «μεταρρύθμισης», απολυτήριο αποκτούσαν διπλάσιοι μαθητές (περισσότεροι από 120.000). Το χειρότερο είναι ότι ένα σημαντικό ποσοστό των μαθητών που δε συνεχίζει στο Λύκειο, δε φοιτά ούτε στα ΤΕΕ ή σταματά στον πρώτο κύκλο τους. Ετσι το 25% των αποφοίτων του Γυμνασίου σταματά εντελώς πριν τα 18 του χρόνια το σχολείο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό πριν την εφαρμογή της «μεταρρύθμισης» ήταν 2%. Συγκεκριμένα από τους 120.430 αποφοίτους του Γυμνασίου της σχολικής χρονιάς 1997-1998, κάπου 30.000 εγκατέλειψαν κάθε μορφής εκπαίδευση.

Οι απόφοιτοι των ΤΕΕ, αν και τυπικά έχουν το δικαίωμα συμμετοχής σε ειδικές εξετάσεις για την εισαγωγή τους στα ΤΕΙ, ουσιαστικά δεν μπορούν να το ασκήσουν, αφού η υποβαθμισμένη εκπαίδευσή τους είναι απαγορευτική για τη συνέχιση των σπουδών. Ενδεικτικά, μόνον οι μισοί από τους μαθητές που φοιτούσαν στο Β` κύκλο των ΤΕΕ (14.710 από τις 26.675 μαθητές), τόλμησαν να συμμετάσχουν στις φετινές εξετάσεις και μόλις το 10% των μαθητών (2.721 μαθητές) κατόρθωσε να εισαχθεί, ενώ οι διατιθέμενες θέσεις ήταν 3.500.

Η ανώτατη εκπαίδευση μαζικοποιείται αλλά ταυτόχρονα πολυκατηγοριοποιείται και διασπάται σε κύκλους (προπτυχιακό και μεταπτυχιακούς διαφόρων κατηγοριών). Ετσι υποβαθμίζεται και μετατοπίζεται στα μεταπτυχιακά, για πολύ λιγότερους και ταξικά επιλεγμένους, με εξετάσεις και δίδακτρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα ΤΕΙ, που πρόσφατα εντάχθηκαν χωρίς καμία προϋπόθεση αναβάθμισής τους στην ανώτατη εκπαίδευση, ένα πολύ μικρό ποσοστό των σπουδαστών ολοκληρώνει τις σπουδές του. Η συντριπτική πλειοψηφία τις εγκαταλείπει, εξ αιτίας του χαμηλού επιπέδου και του υψηλού, και χωρίς αντίκρισμα, κόστους τους. Π.χ., στο ΤΕΙ Πειραιά που αποτελεί ένα από τα κεντρικά ΤΕΙ, μόλις το 25% των σπουδαστών αποκτά πτυχίο.

β) H ιδιωτικοποίηση - εμπορευματοποίηση εντείνεται. Η λαϊκή οικογένεια διπλοπληρώνει το αντιδημοκρατικό, αναχρονιστικό σύστημα της εκπαίδευσης. Σε 1.000 δισ. δραχμές περίπου, όσο ο κρατικός προϋπολογισμός για την Παιδεία, έφτασαν οι ιδιωτικές δαπάνες για φροντιστήρια, εξωσχολικά μαθήματα και δραστηριότητες, βιβλία, σχολικά είδη, έξοδα σπουδών (νοίκι και διατροφή φοιτητών), επαγγελματική «κατάρτιση» κλπ. Για τα παιδιά των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων, το κόστος της εκπαίδευσης, ιδιαίτερα στο Λύκειο και στα ΑΕΙ - ΤΕΙ, μετατρέπεται σε ανυπέρβλητο εμπόδιο στη συνέχιση των σπουδών τους: Τα φροντιστήρια γενικών μαθημάτων, που επιβάλλονται σαν αναγκαίο συμπλήρωμα του Λυκείου, στοιχίζουν έως και 150.000 - 200.000 δραχμές μηνιαία, το φροντιστήριο ξένης γλώσσας, που αν και απολύτως αναγκαία, διδάσκεται υποτυπωδώς στα σχολεία, κοστίζει 30.000 - 50.000 δραχμές μηνιαία και οι σπουδές εκτός τόπου κατοικίας το λιγότερο 1.500.000 δραχμές ετήσια.


Η κυβέρνηση δημαγωγεί και υποκρίνεται, όταν παρουσιάζεται σαν αντίπαλος των φροντιστηρίων, γιατί παράλληλα προωθεί μέτρα, ώστε το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα να λειτουργεί όλο και περισσότερο ενισχυτικά, για τον ιδιωτικό τομέα: Η ανικανότητα του σχολείου να ολοκληρώσει το εκπαιδευτικό του έργο και το βαθμοθηρικό πνεύμα του, έχει σαν αποτέλεσμα τα φροντιστήρια να ξεκινούν νωρίτερα, ακόμη και από το δημοτικό. Η ένταξη των εξετάσεων εισαγωγής στα πανεπιστήμια, μέσα στο Λύκειο, καθιστά τα φροντιστήρια απαραίτητα όχι μόνο για εκείνους που ενδιαφέρονται να συνεχίσουν στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, αλλά και για εκείνους που θέλουν να ολοκληρώσουν το Λύκειο. Η ανυπαρξία κρατικού συστήματος γλωσσομάθειας με πυρήνα του το δημόσιο σχολείο (και απονομή, μέσα απ' αυτό, των αντίστοιχων κρατικών τίτλων επάρκειας στην ξένη γλώσσα), τροφοδοτεί τους μεγαλοφροντιστηριούχους, ντόπιους και ξένους. Περίπου 6 δισ. δραχμές χαρίζονται κυριολεκτικά, μέσω των ξένων κρατικών ιδρυμάτων (Γκαίτε, Βρετανικό Συμβούλιο, Γαλλικό Ινστιτούτο κλπ.) στα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη, μόνο για τις εξετάσεις απόκτησης των διάφορων τίτλων γλωσσομάθειας. Η επιμόρφωση των δημόσιων εκπαιδευτικών στη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών δωρίζεται στους μεγαλοϊδιοκτήτες των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών και των ιδιωτικών ΙΕΚ. Οι διαλυτικές καταστάσεις στα ΤΕΕ, πριμοδοτούν αντικειμενικά τα ιδιωτικά ΤΕΕ και οδηγούν σταδιακά στην έξοδό τους από τη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με σκοπό την υπαγωγή τους και τυπικά στο, ελεγχόμενο από τους ιδιώτες, σύστημα «επαγγελματικής κατάρτισης», μαζί με τα ΙΕΚ και τα ΚΕΚ. Η επιβίωση των πανεπιστημίων και ο βαθμός κρατικής επιχορήγησής τους συνδέεται σταδιακά με την ανταπόκρισή τους στις «ανάγκες της αγοράς», με την ιδιωτικοοικονομική λειτουργία τους, (π.χ. την επιβολή διδάκτρων, προς το παρόν στα μεταπτυχιακά).

Στα παραπάνω προστίθεται ο εντεινόμενος εξαναγκασμός των γονιών να συμβάλουν στα έξοδα ακόμη και του δημόσιου σχολείου.

γ) Η υποβάθμιση του μορφωτικού επιπέδου της νεολαίας επιδεινώνεται δραματικά. Το σημερινό σχολείο έχει χάσει και τα ελάχιστα ψήγματα μορφωτικής λειτουργίας που του είχαν απομείνει. Ο όγκος της διδακτέας ύλης, η αναγωγή των επιδόσεων και των εξετάσεων σε αυτοσκοπό, περιορίζει στο ελάχιστο τα περιθώρια δημιουργικής παρέμβασης των εκπαιδευτικών στο περιεχόμενο του. Ετσι ως «καλό» σχολείο αναγορεύεται αυτό που μιμείται το φροντιστήριο. Αυτό δηλαδή που, αντί να οργανώνει επιστημονικά τη γνώση, ως σύστημα ερμηνείας της πραγματικότητας και πολύτιμο εφόδιο για τη ζωή, τυποποιεί, συσκευάζει και παραδίδει αποσπασματικές γνώσεις, ως εμπόρευμα για κατανάλωση στις εξετάσεις. Σαν αναπόφευκτη συνέπεια της φροντιστηριοποίησης του σχολείου, το περιεχόμενό του γίνεται ακόμη πιο φορμαλιστικό, σχολαστικό, ανιαρό. Το πρόγραμμά του υπερφορτώνεται με ολοένα και περισσότερες ανούσιες και ασύνδετες μεταξύ τους λεπτομέρειες, που καταβροχθίζουν άσκοπα, όχι μόνο τον ελεύθερο χρόνο του μαθητή, αλλά και εκείνον που χρειάζεται για να σκεφθεί, να αφομοιώσει, να προβληματιστεί. Το βαθμοθηρικό ανταγωνιστικό πνεύμα, που δεν ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση της νεολαίας, εντείνεται στο έπακρο. Αποτέλεσμα είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών παγιδεύεται στην αποστροφή προς το διάβασμα και το σχολείο, ενώ ακόμη και εκείνοι οι λίγοι μαθητές που κατακτούν υψηλές επιδόσεις, δεν αποκτούν ουσιαστικές γνώσεις. Εξαντλούνται στη στείρα αποστήθιση και ξεχνούν όσα έμαθαν την επόμενη των εξετάσεων. Ενα μεγάλο μέρος των μαθητών, κάτω από την πίεση για πάνω από 75 ώρες εβδομαδιαία εργασία (π.χ. στο Λύκειο), εκφράζει την αντίδρασή του προς το σχολείο, σπρώχνοντας, όπως - όπως, τα μαθήματα για να περάσει οριακά τις εξετάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μορφωτικές αποσκευές των σημερινών φοιτητών είναι πολύ λιγότερες από εκείνες πριν τη «μεταρρύθμιση». Ούτε γενική παιδεία αποκτούν, ούτε τις ειδικές γνώσεις που απαιτεί το επιστημονικό αντικείμενο που σπουδάζουν.

Στο πλαίσιο της εξοντωτικής αυτής λειτουργίας, που καταστρέφει τον ψυχικό δυναμισμό της νεολαίας και οδηγεί την πλειοψηφία των μαθητών στην υποτίμηση και την αποστροφή, όχι απλά του σχολείου, αλλά της μόρφωσης γενικά, η κοινωνικοπολιτική συνείδηση της νεολαίας υπονομεύεται βαθιά. Γεγονός που δεν αποτυπώνεται μόνο στη σχολική πράξη, αλλά και σε όλες τις εκφράσεις της νεολαιίστικης ζωής, όπως π.χ. στην ψυχαγωγία. Ο εξουθενωμένος, αλλά και ο παρατημένος από κάθε προσπάθεια μόρφωσης μαθητής, αναζητά υποκατάστατα χαράς μέσα από την εκτόνωση και την κατανάλωση των μαζικών, εμπορευματοποιημένων πολιτιστικών υποπροϊόντων, αντί να ζει αληθινά τη ζωή, μέσα από το πλάτεμα των πνευματικών του οριζόντων, τη συλλογική δημιουργία, την κοινωνική δραστηριότητα.

Η κατάσταση διαμορφώνεται πολύ χειρότερη στα ΤΕΕ, όπου ο ίδιος ο χαρακτήρας τους, ως προθάλαμος της κατάρτισης, με τις συνεχείς αλλαγές ειδικοτήτων στο μέσον των σπουδών και την έλλειψη υποδομών, αναπαράγει τα αδιέξοδα και την ψυχολογία της παραίτησης από κάθε μορφωτική προσπάθεια, τη διάθεση του «να τελειώνουμε να φύγουμε».

Σοβαρός παράγοντας που επιδρά στην υποβάθμιση του σχολείου, είναι η υποβάθμιση της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης και Ερευνας, από τις οποίες το σχολείο τροφοδοτείται σε περιεχόμενο και έμψυχο δυναμικό. Γιατί η σημαντικότερη επίπτωση της πλήρους υποταγής της Ανώτατης Εκπαίδευσης στο μονοπωλιακό κεφάλαιο -που προχωρεί ραγδαία- είναι η ολοσχερής αναίρεση της όποιας κοινωνικής αποστολής της επιστήμης, η υπονόμευση της εξέλιξής της και η διαστροφή του περιεχομένου της. Συνακόλουθα, τα εφόδια της πλειοψηφίας των αποφοίτων των προπτυχιακών σπουδών περιορίζονται στο επίπεδο αποφοίτων επαγγελματικών σχολών, ενώ οι απόφοιτοι των μεταπτυχιακών ειδίκευσης, στο μεγαλύτερο μέρος τους, θα αντιστοιχηθούν με τους, ως σήμερα, αποφοίτους των προπτυχιακών. Οι προπτυχιακές σπουδές προσανατολίζονται στη μαζική χορήγηση ρηχών γνώσεων και αποσπασματικών επαγγελματικών δεξιοτήτων, απογυμνωμένων από τη θεωρητική τους θεμελίωση, για μια ληξιπρόθεσμη απασχόληση στο πλαίσιο της διαρκούς εναλλαγής επαγγελμάτων, ή μετατρέπονται σε δεξαμενές ανέργων, μέσα από ένα γενικόλογο, σεμιναριακό και αποσπασμένο από την εφαρμογή, περιεχόμενο σπουδών. Παράλληλα, ο ρόλος των Πανεπιστημίων στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας ενισχύεται και η ιδεολογική επίθεση καθυπόταξης της φοιτητικής νεολαίας στη λογική της παντοδυναμίας της αγοράς και των καπιταλιστικών προτύπων, δυναμώνει, μέσα και από νέες μορφές παρέμβασης του μονοπωλιακού κεφαλαίου στο περιεχόμενο και τη λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης.

δ) Επιβεβαιώνεται καθημερινά το αδιέξοδο της ατομικής λύσης για τη λαϊκή οικογένεια, που ολοένα και περισσότερο σφίγγει τη ζώνη, για να προσφέρει στα παιδιά της μια εκπαίδευση χωρίς αντίκρισμα για τη ζωή και το μέλλον τους. Η συνεχής αύξηση της ανεργίας κάνει αδυσώπητο τον ανταγωνισμό για περισσότερα «εκπαιδευτικά» εφόδια. Ωστόσο, για την πλειοψηφία των νέων, ακόμη και των αποφοίτων των πανεπιστημίων, γίνεται ολοένα και πιο παρατεταμένη, ασταθής και δύσκολη η πορεία ένταξής τους στην παραγωγή. Ταυτόχρονα, η νεολαία αποτελεί το πρώτο θύμα της ανατροπής των εργασιακών σχέσεων. Παρατηρείται μια τεράστια αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης όσων νέων κατορθώνουν να εξασφαλίσουν εργασία, χωρίς ωράριο, ασφάλιση και άλλα στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα.

Ο κεντρικός στόχος της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης είναι η στενότερη και αποδοτικότερη υπαγωγή της εκπαίδευσης στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, στη διαμόρφωση του «απασχολήσιμου» και προπαντός ελεγχόμενου ανθρώπινου δυναμικού. Πρόκειται για την πολιτική που επιτάσσουν οι αντιθέσεις και τα κυρίαρχα συμφέροντα της «οικονομίας της αγοράς», σε πλήρη αντίθεση με τις ώριμες λαϊκές ανάγκες και δυνατότητες της εποχής μας για ποσοτική και ποιοτική διεύρυνση της εκπαίδευσης, για πλήρη εργασία με δικαιώματα και δημιουργικό ελεύθερο χρόνο. Τα αποτελέσματά της αποτελούν απόδειξη της κρίσης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, που υποτάσσει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, πρώτα και κύρια του ανθρώπου, στα στενά όρια του μονοπωλιακού υπερκέρδους.

Ωστόσο, η διαμόρφωση του νέου εκπαιδευτικού τοπίου, σε συνδυασμό με το εργασιακό, βρίσκεται σε εξέλιξη και χρειάζεται διαρκής παρακολούθηση και καταγραφή των νέων στοιχείων που αναδεικνύονται.

Β. Η κυβερνητική πολιτική και η στάση των άλλων πολιτικών δυνάμεων

Η επίθεση της κυβέρνησης θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Θεωρώντας ότι το νέο σύστημα «ισορρόπησε» και με κεντρικό προπαγανδιστικό σύνθημα την «έμφαση στην ποιότητα», ετοιμάζεται να εξαπολύσει ένα νέο μπαράζ αντιδραστικών μέτρων και αυταρχικών ρυθμίσεων, που αυτή τη φορά, μαζί με τις καθιερωμένες υποσχέσεις για βελτίωση των υποδομών, ακουμπούν βαθύτερα το περιεχόμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας: τα αναλυτικά προγράμματα, τα σχολικά βιβλία, τους εκπαιδευτικούς ως βασικούς συντελεστές της εκπαιδευτικής πράξης.

Σύμφωνα με αυτές:

  • Ενα μέρος των αναλυτικών προγραμμάτων της υποχρεωτικής εκπαίδευσης (Δημοτικό, Γυμνάσιο) θα διαμορφώνεται «ελεύθερα» στο κάθε σχολείο, στη βάση ενός φακέλου με προκαθορισμένο κεντρικά περιεχόμενο. Εμπειρία αυτής της «καινοτόμου» πρακτικής υπάρχει ήδη στα σχολεία, από τα πιλοτικά προγράμματα και τις άλλες δραστηριότητες που χρηματοδοτεί η ΕΕ, όπως η εισβολή των φυλλαδίων που προπαγανδίζουν τον ευρωπαϊκό μονόδρομο με αφορμή την ενημέρωση για το κοινό νόμισμα, η διδασκαλία του Ολυμπισμού για τον αποπροσανατολισμό της νεολαίας μέσα από τον εξωραϊσμό της κερδοσκοπικής αθλητικής αθλιότητας, η «αγωγή υγείας» με βασικούς συνδιοργανωτές τις εταιρίες οδοντόκρεμας, η «σεξουαλική διαπαιδαγώγηση» που μετατρέπεται σε προβολή αντισυλληπτικών με τη χορηγία φαρμακευτικών πολυεθνικών κλπ. Με πρόσχημα το ζωντάνεμα του σχολείου και το δέσιμό του με τη ζωή, στην ουσία επιχειρείται μια πιο άμεση, ευλύγιστη στην ενσωμάτωση νέων δεδομένων και περισσότερο αποτελεσματική και διεισδυτική προπαγάνδιση των κυρίαρχων μονοπωλιακών επιλογών, των καπιταλιστικών προτύπων και αξιών. Στο όνομα της «σύνδεσης του σχολείου με την κοινωνία και την παραγωγή», διευκολύνεται το μονοπωλιακό κεφάλαιο να παρεμβαίνει άμεσα στα σχολικά προγράμματα και την αγωγή των νέων ανθρώπων, ενώ παράλληλα επιδιώκεται, μέσα από εργασίες, επισκέψεις και άλλες δραστηριότητες, η διοχέτευση της δημιουργικότητας της νεολαίας στη λογική του συστήματος.

Οι «νέες» αυτές «παιδαγωγικές» πρακτικές εμφυτεύονται στο γόνιμο έδαφος της διανοητικής σύγχυσης που καλλιεργούν οι παραδοσιακές μορφές διδασκαλίας και τα σχολικά βιβλία.

  • Τα βιβλία του Δημοτικού και του Γυμνασίου και στη συνέχεια του Λυκείου αλλάζουν ξανά ως το 2003, όπως άλλαξαν και τρία χρόνια πριν, εντείνοντας τη σύγχυση σε εκπαιδευτικούς και μαθητές. Ως βασικά συστατικά της μέχρι σήμερα «ανανέωσής» τους αναδείχνονται: η ποσοτική συσσώρευση ενός τεράστιου όγκου κατατεμαχισμένων γνώσεων και ασήμαντων λεπτομερειών, η τυπολατρία και η επιδερμικότητα, η αντιεπιστημονικότητα και η αντιφατικότητα, η ενδυνάμωση.

της αστικής προπαγάνδας και του αντικομμουνισμού, περιβεβλημένων με σοσιαλδημοκρατικό μανδύα, σε αρμονική συνύπαρξη με ακραίες εθνικιστικές και αντιδραστικές θεωρίες. Τα εκατοντάδες παραδείγματα των σχολικών βιβλίων, σε συνδυασμό με την εντεινόμενη εντατικοποίηση του σχολείου, αποδεικνύουν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια συνειδητή επιχείρηση αποδιοργάνωσης της σκέψης και αχρήστευσης της νοημοσύνης των μαθητών, που αποσκοπεί να ενισχύσει το ρόλο του σχολείου ως βασικού μηχανισμού ιδεολογικοπολιτικής χειραγώγησης. Στα πλαίσια αυτά, τα μέτρα εξαγοράς και ενσωμάτωσης των εκπαιδευτικών, εκσυγχρονίζονται και δυναμώνουν. Τα δεκάδες σεμινάρια, συνέδρια και ημερίδες και κυρίως τα «καινοτόμα» προγράμματα της ΕΕ - που προαναφέρθηκαν - και για τα οποία οι εκπαιδευτικοί επιβραβεύονται με πρόσθετη αμοιβή και μόρια για την εξέλιξή τους, αποτελούν νέες και πιο επικίνδυνες μεθόδους ελέγχου, που συναντούν μάλιστα την επιδοκιμασία ενός μέρους των γονιών, από άγνοια ή έλλειψη σωστής πληροφόρησης.

Οι πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης για μείωση της διδακτέας ύλης και «διαθεματική» προσέγγιση κάθε μαθήματος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, παρότι ακουμπούν σε υπαρκτά προβλήματα, δε θα δώσουν ουσιαστικά λύσεις. Αποτελούν επιφανειακή προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα κραυγαλέα προβλήματα του λειτουργικού αναλφαβητισμού (τα οποία εντείνονται κάτω από την υπερφόρτωση των βιβλίων και των προγραμμάτων), χωρίς να αντιπροσωπεύουν καμιά ποιοτική αλλαγή στο περιεχόμενο του σχολείου. Γιατί ο σκοπός της εκπαίδευσης, που είναι να παρέχει στους πολλούς τόσα μόνον εφόδια ώστε να μη ζημιώνονται τα συμφέροντα των λίγων, παραμένει και ενισχύεται.

  • Ταυτόχρονα, με εργαλεία τη διαφοροποίηση των προγραμμάτων, την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και τη δυνατότητα επιλογής σχολείου, που προετοιμάζεται, η κυβέρνηση προτίθεται να καθιερώσει και τυπικά τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα σχολεία, να παγιδεύσει τους γονείς στη λογική της διαχείρισης της μιζέριας, του «δώσε και συ για να γίνει καλύτερο». Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής θα είναι η ενίσχυση της ιδιωτικοποίησης της δημόσιας εκπαίδευσης και της ταξικής διαφοροποίησής της.

Η αξιολόγηση ανάγεται γενικότερα σε βασικό μοχλό προσαρμογής όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων (από το δημοτικό έως και το πανεπιστήμιο) σε μια επιχειρηματική λογική, που αντιμετωπίζει την αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης με την απόδοσή της σε, ειδικά για την εκπαίδευση, θεσπισμένους από την ΕΕ και τον ΟΟΣΑ, δείκτες. Δείκτες που αποτιμούν το βαθμό προσαρμογής της εκπαίδευσης στις σημερινές απαιτήσεις του κεφαλαίου (π.χ. συγκεκριμένες γνωστικές επιδόσεις και δεξιότητες, προγράμματα σπουδών και έρευνας για τις τρέχουσες ανάγκες των μονοπωλίων κλπ.), αντί για το μορφωτικό - παιδαγωγικό και γενικότερα κοινωνικό της έργο. Τα όσα προαναφέρθηκαν για το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της σημερινής εκπαίδευσης αποδεικνύουν ότι το πρόβλημα της «ποιότητας» και της αποδοτικής λειτουργίας της, κάθε άλλο παρά είναι ζήτημα αξιολόγησης και θεσμών. Είναι ζήτημα του σκοπού της εκπαίδευσης, των γενικότερων αντιλαϊκών οικονομικών και κοινωνικών στόχων που έρχεται να εξυπηρετήσει.

Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, αποδεχόμενες και στηρίζοντας την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής, διαπραγματεύονται δευτερεύουσες πτυχές της. Η πολιτική τους αυτή εκφράζεται σε όλα τα κεντρικά ζητήματα της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης:

  • Στο πρόβλημα της ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης, στη σχέση δημόσιου και ιδιωτικού σχολείου. Τα άλλα πολιτικά κόμματα μιλούν μεν για δημόσιο σύστημα, αλλά δεν αντιτίθενται στην παράλληλη και διευρυνόμενη παρουσία ενός ολοκληρωμένου πλέγματος ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας στο χώρο αυτό, που οδηγεί στην υποβάθμιση του δημοσίου και εξωθεί στην έμμεση ιδιωτικοποίησή του.
  • Στο πρόβλημα της δομής του εκπαιδευτικού συστήματος, όπου παραχαράζοντας τη θέση μας για ενιαίο υποχρεωτικό δωδεκάχρονο σχολείο, υποστηρίζουν μια ταξικά διαχωρισμένη δωδεκάχρονη εκπαίδευση, μέσα από διάφορες παραλλαγές του διπλού σχολικού συστήματος.
  • Στο σκοπό της εκπαίδευσης, όπου θεωρούν δεδομένο το ρόλο της στην αναπαραγωγή της ταξικής δομής και της αστικής ιδεολογίας και επομένως δεν υπεισέρχονται στην ουσία του περιεχομένου και της λειτουργίας της. Βεβαίως δεν περιμένει κανείς, ειδικά από τα κόμματα εξουσίας, να στηρίξουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο θα προβάλλει διαφορετικές αντιλήψεις και μάλιστα αντιλήψεις που έρχονται σε αντίθεση με τη λογική των μονόδρομων. Ωστόσο, με τη στάση τους συνηγορούν στον αντιεπιστημονικό χαρακτήρα του περιεχομένου της.
  • Στη σχέση της εκπαίδευσης με τους γενικότερους πολιτικοοικονομικούς στόχους, η οποία αποκρύπτεται συστηματικά, έτσι ώστε η εκπαίδευση να παρουσιάζεται αποϊδεολογικοποιημένη, σαν ένα αυτόνομο από την κυρίαρχη πολιτική σύστημα, το οποίο μπορεί με καλύτερη διαχείριση να βελτιωθεί.

Στο συνδικαλιστικό κίνημα, η πολιτική των άλλων δυνάμεων εκδηλώνεται με την υποταγή της πλειοψηφίας των οργάνων του στη διαχειριστική λογική του μερεμετίσματος της αντιλαϊκής πολιτικής κυβέρνησης και ΕΕ, με την υπονόμευση της σύνδεσης του κινήματος της Παιδείας και του γενικότερου εργατικού -λαϊκού κινήματος.

Με βάση τα παραπάνω, η σχέση των προβλημάτων της Παιδείας με τα γενικότερα κοινωνικά προβλήματα και η ανάγκη σύνδεσης του αγώνα για την αντιμετώπισή τους με τον αγώνα για ριζική αναδιοργάνωση της Παιδείας και της κοινωνίας, αποτελεί την κεντρική διαχωριστική γραμμή της πολιτικής του ΚΚΕ από εκείνη των αστικών και μικροαστικών κομμάτων.

Γ. Οι αγώνες που αναπτύχθηκαν, η συνέχεια και η προοπτική τους

Οι αγώνες που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια είχαν μαζικότητα, διάρκεια, σωστό προσανατολισμό, μπόλιασαν, εκτός από τους μαθητές, βασικά τμήματα του χώρου της εκπαίδευσης, όπως ένα μέρος των γονιών και των εκπαιδευτικών, έφεραν κάποιες μικρές κατακτήσεις. Εξανάγκασαν όχι μόνο την κυβέρνηση αλλά και τις άλλες πολιτικές δυνάμεις σε ελιγμούς, με προσαρμογές στις θέσεις τους. Ανέδειξαν τις διαθέσεις αμφισβήτησης από τη νεολαία όχι μόνο του σχολείου, αλλά και ουσιαστικών πλευρών της συνολικότερης κοινωνικής πραγματικότητας που οικοδομείται, τις δυνατότητες που υπάρχουν στη νεολαία, παρά την επίθεση αποπροσανατολισμού που δέχεται, να προσεγγίσει, μέσα από τις δικές της εμπειρίες, την πολιτική του κόμματός μας. Προπαντός, όμως, αποτελούν παρακαταθήκη για το μέλλον, υπερβαίνοντας τον χαρακτήρα μιας απλής διαμαρτυρίας για την υπεράσπιση των όποιων κεκτημένων, με την προβολή ριζοσπαστικών, σ' ένα βαθμό, αιτημάτων διεκδίκησης και διεξόδου. Αιτημάτων που μπορούν να εμπνεύσουν και να συσπειρώσουν την εργατική τάξη και πλατιά λαϊκά στρώματα στην πάλη για τη μόρφωση και τη ζωή της νεολαίας. Παρ' όλα αυτά, οι αγώνες αυτοί ήταν σε αναντιστοιχία με την ένταση της επίθεσης, αναδείχνοντας τις δυνατότητες, τις δυσκολίες και τις νέες απαιτήσεις από τη δουλιά μας. Καταγράφηκε η αδυναμία και απουσία ενός ταξικού εργατικού κινήματος, ικανού να δώσει ώθηση και συνέχεια, ενσωματώνοντας συνειδητά και ολοκληρωμένα τα βαθύτερα στοιχεία που αναδείχτηκαν. Ενός κινήματος που θα προβάλλει καθαρότερα τη διέξοδο μέσα από το συντονισμένο, κοινό αγώνα εργατικής τάξης και νεολαίας για την Παιδεία, την εργασία και τις αναγκαίες γενικότερες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές.

Το Κόμμα μας και η ΚΝΕ είχαν μια σημαντική συμβολή στην ανάπτυξή τους. Πρωτοστάτησαν, συνέβαλαν στο συντονισμό και στην αλληλεγγύη ανάμεσα στα διάφορα τμήματα νεολαίας, γονιών, εκπαιδευτικών και, σ' ένα βαθμό, του εργατικού κινήματος. Ωστόσο, αναδείχτηκε έντονα η αναγκαιότητα μιας βαθύτερης και πολυμέτωπης δουλιάς για την Παιδεία, ώστε να καταχτιέται το περιεχόμενο της διεξόδου και οι πολιτικοί όροι της. Μιας δουλιάς για την καταξίωση του κόμματός μας ως πρωτοπορίας, όχι μόνο στους αγώνες, αλλά και στη συνολική ιδεολογική, πολιτική, παιδαγωγική διαπάλη για το κέρδισμα της νέας γενιάς, μέσα στο σχολείο και έξω απ' αυτό. Γιατί η εκπαίδευση δεν αποτελεί το μοναδικό κρίκο του κοινωνικού συστήματος με τον οποίο διαμορφώνει συνείδηση η νεολαία. Δίπλα στο σχολείο, υπάρχει το σχολείο της ζωής, όπου γίνεται μια αδιάκοπη διαδικασία «διαπαιδαγώγησης» της νεολαίας και όπου «παιδαγωγός» είναι το κοινωνικό περιβάλλον, η οικογένεια, η παρέα, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και μια σειρά άλλοι μηχανισμοί, με τους οποίους η αστική ιδεολογία και το κυρίαρχο σύστημα αξιών επιδρά στη συνείδησή της. Η χειροτέρευση της εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τη γενικότερη πνευματική και ηθική κρίση παγιδεύουν μεγάλα τμήματα της νεολαίας στον ατομισμό και στην αδιαφορία. Δημιουργούν προϋποθέσεις για μελλοντική διεύρυνση των φαινομένων περιθωριακής ψυχολογίας και συμπεριφοράς, που ήδη αναπτύσσονται και στη χώρα μας.

Οι επισημάνσεις αυτές αναδείχνουν ακόμη πιο έντονα την αναγκαιότητα αντιμετώπισης του προβλήματος της Παιδείας, ταυτόχρονα με το πρόβλημα της κοινωνικής προοπτικής και των προϋποθέσεων για την επίλυσή του. Γιατί τα οξυμένα προβλήματα της εκπαίδευσης δεν είναι αποτέλεσμα έλλειψης προγραμματισμού, προχειρότητας ή κακής διαχείρισης από την πλευρά της κυβέρνησης, όπως ισχυρίζονται -καθένα με τον τρόπο του - τα άλλα κόμματα που αποδέχονται την ουσία της πολιτικής της. Η πολιτική που προσποιείται ότι οικοδομεί το «σχολείο του αύριο», χρησιμοποιώντας τα ίδια παλιά υλικά του χτες, δεν μπορεί παρά να επιδεινώνει τα προβλήματα της Παιδείας και να υποβαθμίζει το μορφωτικό επίπεδο της νεολαίας. Εκπαιδευτική «αναγέννηση» δεν μπορεί να προέλθει από την πολιτική που γεννά τη φτώχεια και την ανεργία, το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου, την ανατροπή των εργασιακών δικαιωμάτων, τον πόλεμο. Ο αγώνας για την ανασυγκρότηση της Παιδείας, σε όφελος του λαού και της νεολαίας, συνδέεται και ενισχύεται από τον αγώνα για γενικότερες, ριζικές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές. Ετσι, το κίνημα για την Παιδεία δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε κάποιες μάχες για την άμβλυνση των επιπτώσεων της αντιδραστικής επέλασης, ή τη διατήρηση των ελάχιστων κατακτήσεών του. Χρειάζεται να αναδείξει και να προτάξει στις διεκδικήσεις του στόχους για μια Παιδεία που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες λαϊκές απαιτήσεις και κοινωνικές ανάγκες, τις οποίες οι αντικειμενικές υλικές προϋποθέσεις γεννούν. Να προσλαμβάνει χαρακτηριστικά ενός όχι μόνο πανεκπαιδευτικού, αλλά παλλαϊκού κοινωνικού μετώπου. Ν' αναδείξει το βαθύτερο πυρήνα του εκπαιδευτικού προβλήματος, ότι η αναγκαία αναδιοργάνωση της Παιδείας είναι αναπόσπαστη από την ανάγκη μιας νέας οργάνωσης ολόκληρης της κοινωνίας, σε αντίθεση και ρήξη με τη λογική της παντοδυναμίας της «οικονομίας της αγοράς» και του κέρδους, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτός ο αγώνας δεν είναι αγώνας του αύριο. Είναι αγώνας που απαντά στο σήμερα: Στα πιεστικά καθημερινά προβλήματα και αδιέξοδα στη μόρφωση και στη ζωή των νέων ανθρώπων, που όσο ο παραγόμενος πλούτος αυξάνεται, όσο η επιστήμη και η τεχνική προοδεύουν, αντί να περιορίζονται, πολλαπλασιάζονται.

Δ. Οι άμεσοι στόχοι της δουλιάς μας. Ο σχεδιασμός μας στο μαζικό κίνημα

 

1. Η γενικευμένη και εφ' όλης της ύλης εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, που προωθεί η κυβέρνηση, οξύνοντας τα προβλήματα της εκπαίδευσης, αντικειμενικά απασχολεί και κινητοποιεί μεγάλες κατηγορίες κοινωνικών δυνάμεων (εκπαιδευτικοί, γονείς, μαθητές, φοιτητές-σπουδαστές, πανεπιστημιακοί), με την αντίστοιχη συνδικαλιστική τους έκφραση. Ωστόσο, η εναπόθεση του προβλήματος της Παιδείας μόνο στις δυνάμεις, που πιο άμεσα εμπλέκονται στο χώρο της εκπαίδευσης, δεν αρκεί για την ανάδειξη του κοινωνικού χαρακτήρα του και των όρων για την επίλυσή του.

Χρειάζεται ποιοτική στροφή στον τρόπο αντιμετώπισής του, ώστε να γίνει υπόθεση όλων των Κομματικών Οργανώσεων, συνοικιακών και κλαδικών, με στόχο την παρέμβαση του εργατικού κινήματος. Είναι και αυτός ένας δρόμος για να δοθεί αποτελεσματική βοήθεια στο μέχρι σήμερα δομημένο κίνημα της Παιδείας, να ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση, ιδιαίτερα στο συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών, που αποτελεί συστατικό κομμάτι του εργατικού κινήματος, να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις, στηριζόμενο και στηρίζοντας το ευρύτερο εργατικό κίνημα. Η ευθύνη και ο ρόλος του κινήματος, που δρα άμεσα στο χώρο της εκπαίδευσης, δεν περνά σε δεύτερη μοίρα. Ομως, πρέπει να φανεί και να καταγραφεί ο ρόλος της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο, που οι αναδιαρθρώσεις προχωρούν και αγκαλιάζουν όλες τις σφαίρες της οικονομίας και της κοινωνικής πολιτικής, προπαντός τις εργασιακές σχέσεις. Ετσι, θα αναδειχτεί καλύτερα ο ταξικός χαρακτήρας της Παιδείας και θα ανοίξει ο δρόμος ώστε το κίνημα της Παιδείας να αποτελέσει βασικό μέτωπο συσπείρωσης και πάλης, μέσα από το οποίο θα προωθούνται οι προϋποθέσεις για μια πραγματική διέξοδο στα προβλήματα της Παιδείας μαζί και της κοινωνίας.

Η προώθηση αυτής της κατεύθυνσης επιβάλλει τη συσπείρωση, σ' ένα κοινό ταξικό ρεύμα, όλων των τμημάτων της εργατικής τάξης που δραστηριοποιούνται στο χώρο της Παιδείας, των εκπαιδευτικών και των εργαζόμενων γονιών.

Παράλληλα, χρειάζεται να αναβαθμίσουμε τη συμβολή μας στα προβλήματα του χώρου της ιδιωτικής εκπαίδευσης, ιδιαίτερα της επαγγελματικής κατάρτισης (ΟΑΕΔ, ΙΕΚ, ΚΕΚ, ΚΕΣ κλπ.), που συγκεντρώνει τα πιο φτωχά λαϊκά στρώματα, στους αδιόριστους εκπαιδευτικούς και στους φορείς της ΤΑ.

Επιδίωξή μας είναι η συνέχιση των αγώνων κάθε χώρου και κυρίως η διαμόρφωση ενός ενιαίου κινήματος που να διεκδικεί μια Παιδεία η οποία να αντιστοιχεί στο επίπεδο των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και δε θα αρκείται στην προηγούμενη κατάσταση ή σε παραλλαγές της.

2. Η τακτική μας για τη διαμόρφωση ενός ενιαίου, παλλαϊκού κινήματος για την Παιδεία:Δουλεύουμε για να ενισχύεται η δημοκρατική λειτουργία, η συλλογικότητα και η πρωτοβουλία των φορέων του μαζικού κινήματος, για να προωθείται η μαζικότητα, η ενεργοποίηση των εργαζομένων και η συμπαράταξη, για να διαμορφώνονται κέντρα ανάπτυξης των αγώνων για την Παιδεία, μέσα από τις δομές των μαζικών φορέων και των επιτροπών αγώνα, καθώς και για το συντονισμό τους σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο.

α. Βασικοί άξονες κοινής δράσης και πάλης

  • Στη βάση του γενικού κλίματος που διαμορφώνουν οι εξελίξεις, χρειάζεται να επικεντρωθούμε και να προβάλουμε καλύτερα το κεντρικό πλαίσιο των στόχων πάλης και των αιτημάτων που συνδέουν όλα τα τμήματα της εργατικής τάξης και όσων εμπλέκονται στην εκπαίδευση, των εκπαιδευτικών και των γονιών, των πλατύτερων λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας στην προοπτική του Μετώπου. Παίρνοντας υπόψη μας ότι η λαϊκή οικογένεια δυσκολεύεται να τα «βγάλει πέρα» με το υπέρογκο κόστος της εκπαίδευσης, με το άγχος των παιδιών της, με την αγωνία για το μέλλον τους αλλά και τους κινδύνους που τα γυροφέρνουν, προσδοκώντας το δημόσιο σχολείο να αποτελέσει αντιστάθμισμα σε αυτούς, το γενικό πλαίσιο διαμορφώνεται γύρω από τους παρακάτω άξονες:
  •  

Απαλλαγή της λαϊκής οικογένειας από τα δυσβάστακτα οικονομικά βάρη της εκπαίδευσης και τον εξαναγκασμό σε ένα δεύτερο σχολείο, μετά το σχολείο. ΟΧΙ στη μόρφωση-εμπόρευμα, που ανάλογα με την τσέπη σου αγοράζεις. Κάλυψη του συνόλου των εκπαιδευτικών αναγκών μέσα από το δημόσιο και δωρεάν εκπαιδευτικό σύστημα, στην κατεύθυνση της κατάργησης κάθε μορφής ιδιωτικής εκπαίδευσης.

  • Ολόπλευρη γενική μόρφωση για όλους τους νέους έως την ηλικία των 18 χρόνων, που ο άνθρωπος βασικά ενηλικιώνεται ψυχικά, πνευματικά και σωματικά. ΟΧΙ στον εξαναγκασμό για επιλογή ζωής από τα 15. Ενιαία δωδεκάχρονη γενική εκπαίδευση για όλους, χωρίς διακρίσεις, ως προαπαιτούμενο οποιασδήποτε επαγγελματικής επιλογής. Ούτε σχολείο - φροντιστήριο, ούτε σχολείο - προγυμναστήριο «απασχολήσιμων». Κατάργηση του διπλού σχολικού δικτύου (Λύκειο και ΤΕΕ), που χωρίζει τους μαθητές σε ικανούς και ανίκανους να «πάρουν τα γράμματα». Επαγγελματική εκπαίδευση δημόσια και δωρεάν πάνω στο υπόβαθρο μιας ουσιαστικής και στέρεης γενικής μόρφωσης, κοινής για όλους.
  • Ριζική αλλαγή στο περιεχόμενο (αναλυτικά προγράμματα, βιβλία) και στη λειτουργία του σχολείου. Σχολείο που να κερδίζει τους μαθητές, γιατί δίνει διέξοδο στη δημιουργικότητα και πραγματικά εφόδια για τη ζωή τους. Βιβλία κατανοητά και επικεντρωμένα στα πιο σταθερά στοιχεία της γνώσης, στις βασικές αρχές και νόμους που κυβερνούν τη φύση και την κοινωνία, και στην αλληλοσύνδεσή τους, που είναι βασική προϋπόθεση για να μπορεί ο άνθρωπος να ερμηνεύει τη ζωή. Σχολείο που να οργανώνει όχι μόνο τη γνώση αλλά και την κοινωνική ζωή των μαθητών, να διαμορφώνει σταθερές προσωπικότητες, ανθρώπους με χαρακτήρα και άλλες κοινωνικές αξίες, για να μπορέσουν να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους.
  • Συγκρότηση Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης στην υπηρεσία των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και της εξέλιξης της επιστήμης, που να εξασφαλίζει υψηλού επιπέδου επιστημονική ειδίκευση για όλους αδιάκριτα τους φοιτητές. Χωρίς τον αναχρονιστικό διχασμό σε πανεπιστημιακή και τεχνολογική, που αναπαράγει την ανισοτιμία ΑΕΙ-ΤΕΙ. Χωρίς κατηγοριοποιήσεις ανάμεσα στα Ιδρύματα, τα τμήματα και τους αποφοίτους τους. Χωρίς τον αντιεπιστημονικό, ταξικό διαχωρισμό των προπτυχιακών σπουδών σε κύκλους, που μετατρέπει την πανεπιστημιακή εκπαίδευση σε τεταρτοβάθμια, για πολύ λιγότερους. Σύνδεση των σπουδών και των τίτλων τους με το επάγγελμα και το κοινωνικό δικαίωμα στην εργασία. Ανώτατη εκπαίδευση που να αποσκοπεί στην ολόπλευρη ανάπτυξη των παραγωγικών και πνευματικών δυνατοτήτων της χώρας μας, για να εξασφαλίσει την πρόοδο και την ευημερία του συνόλου του λαού και όχι μιας μικρής μερίδας.
  • Σταθερή εργασία με πλήρη δικαιώματα για όλους τους νέους

β. Αιτήματα και διεκδικήσεις που η ζωή έχει καταγράψει και εκφράζουν το παραπάνω πλαίσιο

  • Μείωση της αναλογίας διδάσκοντα/ διδασκομένων σε 1:15 στο νηπιαγωγείο και το δημοτικό και 1:20 στο Γυμνάσιο και Λύκειο, ξεκινώντας από τα σχολεία των φτωχότερων συνολικώς περιοχών της χώρας.
  • Σχολεία πρωινά σύγχρονα και ασφαλή, με όλη την απαιτούμενη υποδομή και εξοπλισμό σε εργαστήρια και βιβλιοθήκες χωρίς κανένα κενό σε εκπαιδευτικό προσωπικό. Σ' όλα τα σχολεία υποδομή ιατρικής πρόληψης και υγιεινής.
  • Οικονομική και επιστημονική στήριξη των εκπαιδευτικών, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στο σύνθετο λειτούργημά τους. Επιστημονική στήριξη που να ξεκινά από την εκπαίδευσή τους σε παιδαγωγικές σχολές και να συνεχίζεται με την περιοδική, ετήσια επιμόρφωσή τους με ευθύνη των πανεπιστημιακών τμημάτων
  • Ολοκλήρωση της εργασίας μέσα στο σχολείο, με εξατομικευμένη βοήθεια σε κάθε μαθητή, ανάλογα με τις ανάγκες του, αλλά και με άθληση, αισθητική αγωγή και καλλιτεχνική παιδεία, ευρύτερη πολιτιστική και κοινωνική δραστηριότητα.
  • Επαρκή διδασκαλία των ξένων γλωσσών και χορήγηση τίτλου γλωσσομάθειας μιας ξένης γλώσσας μέσα από το σχολείο. Δωρεάν εξασφάλιση των ξενόγλωσσων βιβλίων στο Λύκειο.
  • Ενίσχυση, βελτίωση και αναδιοργάνωση της νυχτερινής εκπαίδευσης, ώστε να αποτελεί ουσιαστική διέξοδο για τους εργαζόμενους νέους που εμποδίστηκαν να ολοκληρώσουν την εκπαίδευσή τους. Οχι στον εμπαιγμό των «σχολείων β` ευκαιρίας».
  • Αναλυτικά προγράμματα και βιβλία επικεντρωμένα στα θεμελιακά και καταξιωμένα στη διάρκεια του χρόνου στοιχεία της γνώσης, ώστε να δίνουν μια σφαιρική και συγκροτημένη εικόνα για τη ζωή. Αύξηση των ωρών διδασκαλίας των βασικών για τη γενική μόρφωση μαθημάτων (γλώσσα, μαθηματικά, ιστορία, φυσική, χημεία), απαλλαγή των προγραμμάτων από ανούσιες και δευτερεύουσας σημασίας λεπτομέρειες, από την προσπάθεια να στριμωχτούν μέσα σ' αυτά, όλα τα επιστημονικά αντικείμενα των πανεπιστημίων. Βιβλία επιστημονικά και παιδαγωγικά επεξεργασμένα, ώστε να προσαρμόζονται στις ανάγκες και τις δυνατότητες της κάθε ηλικίας, αντί να αποτελούν δυσνόητες συντμήσεις των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Που να μην αποκρύπτουν, ούτε να διαστρεβλώνουν τις διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις, ως προϋπόθεση για την καλλιέργεια της κριτικής, δημιουργικής σκέψης. Οχι στον καταναγκασμό σε έναν ορισμένο τρόπο σκέψης και έκφρασης.
  • Απεξάρτηση του προγράμματος και των εξετάσεων του λυκείου από το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια, ως βασική προϋπόθεση για να ολοκληρώνουν όλοι οι νέοι τη γενική μόρφωση.
  • Κατάργηση του διπλού σχολικού δικτύου Λύκειο -ΤΕΕ, που αναπαράγει τους αποκλεισμούς και τις ανισότητες στην εκπαίδευση. Καθιέρωση Ενιαίου δωδεκάχρονου βασικού υποχρεωτικού σχολείου, κοινού για όλους. Ριζική αναμόρφωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, ώστε να οικοδομηθεί σε μεταλυκειακό επίπεδο, στα γερά θεμέλια της δωδεκάχρονης βασικής εκπαίδευσης, μέσα σε Δημόσιες Επαγγελματικές Σχολές, για υψηλής ποιότητας επαγγελματική μόρφωση και ουσιαστικά εφόδια για την άσκηση του επαγγέλματος. Δίχρονη δημόσια και δωρεάν προσχολική αγωγή.
  •  Διεύρυνση του ανώτατου χαρακτήρα των πανεπιστημίων και των προπτυχιακών πανεπιστημιακών σπουδών. Οχι στις υποβαθμισμένες σχολές καταρτισιακού ή σεμιναριακού χαρακτήρα, όχι στο διαχωρισμό της ανώτατης εκπαίδευσης σε πανεπιστημιακή και τεχνολογική, όχι στους κύκλους σπουδών, που αποσκοπούν να αποκλείσουν την πλειοψηφία των φοιτητών από την απόκτηση ανώτατης εκπαίδευσης. Ισοτιμία όλων των ΑΕΙ.
  • Διασφάλιση της δωρεάν και δημόσιας παροχής της Ανώτατης Εκπαίδευσης σε όλους τους φοιτητές. Κατάργηση κάθε είδους διδάκτρων, εξασφάλιση δωρεάν συγγραμμάτων, της σίτισης και στέγασης όλων των φοιτητών, την παροχή υποτροφιών σε όλους τους μεταπτυχιακούς φοιτητές. Αποκλειστική απασχόληση του διδαχτικού προσωπικού ΑΕΙ -ΤΕΙ.
  • Γενναία χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής έρευνας από τον κρατικό προϋπολογισμό, ως όρο για την ανάπτυξή της σε όλους τους τομείς και την αποτροπή της ασφυκτικής υπαγωγής των πανεπιστημίων στα μονοπωλιακά συμφέροντα. Οχι στην έρευνα για το ΝΑΤΟ.
  • Διπλασιασμό των κρατικών δαπανών για την εκπαίδευση, αναπροσανατολισμό των κοινοτικών κονδυλίων, ώστε να καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες της.
  • Ωστόσο, σχεδιάζοντας τη δράση μας για να οικοδομείται η συσπείρωση και η κοινή δράση σε κάθε χώρο, (Νομό, Δήμο ως και τη σχολική μονάδα) το γενικό πλαίσιο στόχων πάλης και αιτημάτων δεν αρκεί. Χρειάζεται διαρκώς να αφουγκραζόμαστε τις ανησυχίες και να ακουμπάμε στις διαθέσεις, όπως διαμορφώνονται στις συγκεκριμένες συνθήκες, με σκοπό τον εντοπισμό εκείνων των ζητημάτων - κρίκων και αιτημάτων δράσης που μπορούν να θέτουν σε κίνηση πλατιά τμήματα της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων. Ταυτόχρονα, όμως, χρειάζεται να μας απασχολεί η επιλογή και συγκρότηση του κατάλληλου φορέα που αναλαμβάνει πρωτοβουλία, δίνει συνέχεια και προοπτική στην όποια δράση αναπτύσσεται, συνδέοντας το ειδικό με το γενικό.
  • Χρειάζεται να συμβάλλουμε ώστε να αναπτυχθεί μεγαλύτερη πρωτοβουλία και ευελιξία στις μορφές πάλης και παρέμβασης, σε κάθε φάση του κινήματος και ιδιαίτερα στη σημερινή, όπως η διοργάνωση εκδηλώσεων, μέσα στο σχολείο και έξω απ' αυτό, με κοινωνικοπολιτικό - ιδεολογικό - πολιτιστικό περιεχόμενο γύρω από επίκαιρα ζητήματα, ή θέματα που απασχολούν τη σχολική ζωή και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, ενισχύουν τον προσανατολισμό, αναδείχνουν και στηρίζουν σωστά αιτήματα πάλης.
  • Ουσιαστικός παράγοντας, για να αποκτήσουν οι πρωτοβουλίες της συντονισμένης δράσης γερά θεμέλια και προοπτική, είναι η ανάπτυξη της δράσης μας σε κάθε χώρο και τμήμα του κινήματος, ώστε να δυναμώνουν και να συντονίζονται σε ανώτερο επίπεδο τα επιμέρους τμήματα και φορείς του κινήματος. Είναι η δουλιά στη βάση, στο σχολείο, στο δήμο, στο νομό και ταυτόχρονα η αξιοποίηση από την πλευρά του μαζικού κινήματος των θεσμοθετημένων οργάνων, σαν πεδίου πάλης, για την ανάδειξη των ουσιωδών προβλημάτων του σχολείου, αντί να διαχειρίζονται τη μιζέρια του: των σχολικών επιτροπών, των δημοτικών και νομαρχιακών επιτροπών Παιδείας (στις οποίες συμμετέχουν εκπαιδευτικοί, γονείς, δεκαπενταμελή των μαθητών και ΤΑ).

3. Η αυτοτελής δράση μας για την προώθηση της συσπείρωσης και της πολιτικής συμμαχιών του Κόμματος προϋπόθεση για τον προσανατολισμό του κινήματος και την ωρίμανση των πολιτικών όρων διεξόδου

Για να μαζικοποιηθεί, να ανέβει η πολιτικοποίηση και η αποτελεσματικότητα του μαζικού κινήματος χρειάζεται, πέρα από την παρέμβασή μας σε αυτό, μια αυτοτελής, πλατιά εκλαϊκευτική πολιτική και ιδεολογική δουλιά με βάση τις θέσεις μας, ώστε να ακουμπά στην εργατική τάξη, στη νεολαία, στους εκπαιδευτικούς και σε ένα ευρύτερο επιστημονικό δυναμικό και ανθρώπους κύρους. Οσες προσπάθειες και αν κάνουμε στο μαζικό τομέα, δε θα είναι αποτελεσματικές, αν δε στηρίζονται στη γενικότερη πολιτικοϊδεολογική δουλιά του Κόμματος με όλες τις μορφές.

 

Κριτήρια της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας της συνδικαλιστικής μας δράσης είναι οπωσδήποτε οι κατακτήσεις που μπορεί να αποσπαστούν, η μαζικότητα και η ωρίμανση του μαζικού κινήματος, αλλά και η συσπείρωση νέων δυνάμεων στους πολιτικούς όρους και προϋποθέσεις για την οριστική αντιμετώπιση των προβλημάτων, η προώθηση της πολιτικής συμμαχιών του Κόμματός μας, η στράτευση στην κατεύθυνση του λαϊκού μετώπου. Η επικοινωνία και η ανάπτυξη ουσιαστικών δεσμών με τον πλατύ κόσμο που συσπειρώνεται και δρα στο μαζικό κίνημα πρέπει να ενισχύεται με το στόχο του μετασχηματισμού της συνδικαλιστικής επιρροής σε βαθύτερη συνείδηση στράτευσης στη συνολικότερη πολιτική διεξόδου του Κόμματος.

Η καταγραφή, η επικοινωνία, η ανάπτυξη ουσιαστικών δεσμών με τον πλατύ κόσμο που συσπειρώνουμε, πρέπει, με ευθύνη των κομματικών οργανώσεων και των κομματικών ομάδων, να οργανωθεί συστηματικά, με στόχο τη μετατροπή της συνδικαλιστικής μας επιρροής, ή της αποσπασματικής στήριξης πλευρών της πολιτικής μας, σε μια βαθύτερη συνείδηση στράτευσης στη συνολικότερη γραμμή διεξόδου του κόμματος.

Ε. Ορισμένες πλευρές της πολιτικοϊδεολογικής διαπάλης που σχετίζονται άμεσα με τον προσανατολισμό και την αποτελεσματικότητα του κινήματος

Το κεφάλαιο, για τη στήριξη της πολιτικής που στοχεύει στον ποσοστιαίο και ποιοτικό περιορισμό της βασικής, γενικής, μόρφωσης της πλειοψηφίας των νέων και την υποκατάστασή της με σύντομες, ευέλικτες και τυποποιημένες «καταρτίσεις» που θα συλλέγονται ατομικά και επί πληρωμή, εφ' όρου ζωής, προβάλλει και προωθεί μια σειρά από αντιλήψεις, οι κύριες από τις οποίες είναι οι παρακάτω:

  • Η προπαγάνδα ότι με την πολυμορφία τρόπων και χώρων εκπαίδευσης, δημιουργείται ένα σύστημα «ευκαιριών για όλους», ώστε «ελεύθερα να επιλέγουν», ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητές τους. Οτι πρόκειται για μια πολιτική που στοχεύει στον «εκδημοκρατισμό» της εκπαίδευσης, η οποία δήθεν γίνεται προσιτή πια στον καθένα, σε οποιοδήποτε στάδιο της ζωής του, κυρίως σε εκείνους που απορρίφθηκαν από το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα, γιατί είναι «ανελαστικό» και ανίκανο να αποτιμήσει ικανότητες και δεξιότητες, πέρα από τις γνωστικές. Πρόκειται για ύπουλη προπαγάνδα που φιλοδοξεί να αποκτήσει ερείσματα κυρίως στα φτωχά λαϊκά στρώματα, συσκοτίζοντας το βαθύ ταξικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης που οικοδομείται. Ο πρώτος βέβαια που άνοιξε την προπαγάνδα για την αποτροπή από τη διεκδίκηση ουσιαστικής μόρφωσης σε μια εποχή που η ανάγκη της είναι μεγαλύτερη από ποτέ, είναι ο ίδιος ο ΣΕΒ. Επανειλημμένα μέσω των εκπροσώπων του έχει δηλώσει πως από την εκπαίδευση ζητά μόλις τις στοιχειώδεις γνώσεις και δεξιότητες. Τα υπόλοιπα θα τα αναλάβουν οι επιχειρήσεις, καταλαμβάνοντας κυριολεκτικά το χώρο της «διά βίου κατάρτισης», επεμβαίνοντας άμεσα στο περιεχόμενο και τον προσανατολισμό ακόμη και της ανώτατης εκπαίδευσης.
  •  Η αναζωπύρωση τα τελευταία χρόνια της αστικής παιδαγωγικής θεωρίας των φυσικών χαρισμάτων, σύμφωνα με την οποία οι επιδόσεις στις σπουδές οφείλονται σε ιδιαίτερες κλίσεις και ταλέντα και όχι στους καθοριστικούς κοινωνικούς, υλικούς, παιδαγωγικούς παράγοντες που επιδρούν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου. Η θεωρία αυτή, σε συνδυασμό με την προπαγάνδα ότι οι μακροχρόνιες σπουδές εκτρέπουν σε αντιπαραγωγικές γνώσεις τροφοδοτώντας την ανεργία και τα περί «επαγγελμάτων του μέλλοντος», που έχουν καλύτερη προοπτική γιατί τα «ζητά η αγορά» και μάλιστα χωρίς κοπιαστικές σπουδές και πολλά έξοδα, γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη, όσο ακουμπά στα πλατιά λαϊκά στρώματα.
  • Η αντίληψη που θέλει το σχολείο να ασχολείται αποκλειστικά με τη μετάδοση αποσπασματικών γνώσεων και δεξιοτήτων, παραμελώντας και διαστρεβλώνοντας το κύριο καθήκον του που είναι η διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και η προσχολική αγωγή, το νηπιαγωγείο, καλείται να «σχολειοποιηθεί» για την πρόωρη μετάδοση γνωστικών δεξιοτήτων, σε βάρος του, αναγκαίου για την κοινωνικοποίηση, χρόνου παιχνιδιού.
  • Η αντίληψη αυτή, παραγνωρίζει το γεγονός ότι η διάπλαση του ανθρώπου ανοίγει και διευκολύνει μόνιμα το δρόμο για την κατάκτηση της γνώσης, ότι η αποκάλυψη όλων των ικανοτήτων και η ισόρροπη ανάπτυξη όλων των πλευρών της προσωπικότητας τού ανθρώπου (νοητική, συναισθηματική, βουλητική) είναι η βάση για την πλήρη διανοητική του ανάπτυξη. Πρόκειται για κατεύθυνση που δεν είναι βεβαίως καθόλου αθώα. Αντίθετα, αποκαλύπτει ότι οι καπιταλιστές δε θέλουν ανθρώπους με βούληση, υψηλά φρονήματα, ενότητα ψυχικής και σωματικής δύναμης και άλλες ιδιότητες που είναι επικίνδυνες για την τάξη τους. Παράλληλα, η ταξική διαπαιδαγώγηση του ατομισμού, της ιδιοτέλειας, του ανταγωνισμού και της υποκρισίας υφέρπει και ισχυροποιείται μέσα στο σχολείο και έξω απ' αυτό. Στο γνωσιοκεντρικό χαρακτήρα του σχολείου στηρίζεται και η απαίτηση της ΕΕ για την «εκμάθηση της μάθησης», ως της κεντρικής δεξιότητας που πρέπει να αναπτύσσει το σχολείο. Βεβαίως, η ΕΕ κάθε άλλο παρά εννοεί την απόκτηση μεθοδολογίας για την κατάκτηση της γνώσης, ικανότητα σκέψης και προσέγγισης της αλήθειας. Αντίθετα η εκπαίδευση που προωθείται, απομακρύνει όλο και περισσότερο από την ουσία και τα πιο σταθερά στην εξέλιξη της γνώσης στοιχεία της, που είναι οι βασικοί επιστημονικοί νόμοι και νομοτέλειες που διέπουν τη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα. Η «εκμάθηση της μάθησης» αντιμετωπίζει τη γνώση σαν πληροφορία και επομένως ως στόχο της θέτει τη μετάδοση στους μαθητές «χρήσιμων πληροφοριών» της δεξιότητας να τις χρησιμοποιούν απλά σαν εργαλείο, και όχι να την καταχτούν, ή όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε σχετικά κείμενα να «μάθουν πού βρίσκονται οι γνώσεις και να τις διαλέγουν». Με λίγα λόγια, πρόκειται για την εξοικείωση με τη «διά βίου κατάρτιση». Η αντίληψη ότι το εκπαιδευτικό πρόβλημα μπορεί να επιλυθεί μέσα από τη βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας ή της εκπαίδευσης, η αυτονόμηση του σχολείου από το γενικότερο κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα. Αντίληψη που ακουμπά στη θεωρία ότι το κράτος βρίσκεται υπεράνω των τάξεων, άρα και το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να φροντίζει για τη γενική πνευματική πρόοδο. Σε τελευταία ανάλυση η αντίληψη αυτή στηρίζει την αυταπάτη ότι η άρχουσα τάξη, με την «καλή της θέληση», θα πάρει μέτρα ώστε η εκπαίδευση να δουλέψει κόντρα στα συμφέροντά της, δίνοντας στο λαό όπλα εναντίον της, όπως η γνώση και η διαμόρφωση ανθρώπινων προσωπικοτήτων ικανών να την πολεμήσουν.

ΣΤ. Τα κύρια προβλήματα της καθοδηγητικής δουλειάς και της δημιουργικής εφαρμογής της πολιτικής μας. Βασικά μέτρα

 

Το άμεσο ζήτημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι, τα ζητήματα της παιδείας να διαπεράσουν όλο το φάσμα της καθοδηγητικής μας δουλιάς, ώστε να γίνει υπόθεση όλων των κινημάτων και πρώτα από όλα της εργατικής τάξης. Ολες οι κομματικές ομάδες και οι ΚΟΒ πρέπει να έχουν στο πρόγραμμά τους το θέμα της Παιδείας, επεξεργασμένο βεβαίως και προσαρμοσμένο στο χώρο τους. Ταυτόχρονα πρέπει να ανέβει η καθοδήγηση στις ΚΟΒ που έχουν άμεση σχέση με το χώρο της Παιδείας και την ΚΝΕ. Πιο ειδικά να αντιμετωπίσουμε τη βελτίωση της καθοδήγησης των ΚΟΒ Παιδείας, και των οργανώσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Η καθοδήγησή μας στις οργανώσεις που κινούνται άμεσα στο χώρο Παιδείας πρέπει να περιλαμβάνει και το μεγάλο ζήτημα του περιεχομένου της μόρφωσης, στο οποίο εκδηλώνεται ανάγλυφα ο ταξικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης. Αν αναβαθμιστεί η δουλιά μας με βάση τις κατευθύνσεις που έχουμε διαγράψει παραπάνω, μπορεί να έχουμε πρακτικά αποτελέσματα και στο εξίσου σημαντικό μέτωπο, της ποσοτικής και ποιοτικής ενίσχυσης των δυνάμεών μας, ιδιαίτερα των εκπαιδευτικών, που, από τη θέση τους, έχουν ιδιαίτερο ρόλο να παίξουν στον αγώνα για τα μορφωτικά δικαιώματα του λαού και της νεολαίας.

Στα πλαίσια αυτά χρειάζεται καλύτερα να αντιμετωπίσουμε προβλήματα που εμποδίζουν την ανάπτυξη και την αποτελεσματικότητα της δράσης μας:

  • Να βοηθήσουμε το δυναμικό μας και ευρύτερα το λαό και τη νεολαία να αποκτήσουν βαθύτερη γνώση των θέσεών μας, της σύνδεσης των θέσεων για την Παιδεία με τη συνολικότερη πρόταση διεξόδου του Κόμματός μας.
  • Να τονώσουμε την αυτοτελή ιδεολογικοπολιτική δουλιά και τη διαπάλη με άλλα ρεύματα και απόψεις.
  • Να ενισχύσουμε τον προσανατολισμό της δουλιάς μας στο μαζικό κίνημα με στήριγμα τις δυνάμεις που διαθέτουμε και με καλύτερη γνώση των προβλημάτων του κάθε χώρου.
  • Να βελτιώσουμε την καθοδηγητική βοήθεια στις οργανώσεις της ΚΝΕ στο χώρο της Παιδείας, στους μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές, ώστε να ξεπεράσει το επίπεδο μιας τυπικής παρακολούθησης των συνεδριάσεων. Η πολιτική - ιδεολογική στήριξη και βοήθεια, χρειάζεται, πέρα από τη γενική πολιτική του Κόμματος, να εκφράζεται σ' όλο το φάσμα των πιο εξειδικευμένων ζητημάτων που αναδείχνει ο χώρος, πρόβλημα που δεν μπορεί να λυθεί μόνο μέσα από τη συζήτηση στα πλαίσια της συνέλευσης της ΟΒ. Απαιτείται πρωτοβουλία από το Κόμμα και ταυτόχρονα ικανότητα να εμπνεύσει και να στηρίξει ένα πιο πλούσιο περιεχόμενο στη λειτουργία της κνίτικης οργάνωσης, που να τονώνει την πρωτοβουλία της, το συλλογικό, δημιουργικό και μορφωτικό στοιχείο της δράσης της.
  • Να πάρουμε μέτρα για την ανάπτυξη των δυνάμεών μας με στρατολογία νέων μελών, ιδιαίτερα εκπαιδευτικών και εργαζόμενων γονιών. Να φροντίσουμε για την ανάδειξη εξειδικευμένων στελεχών, ικανών να αντιμετωπίσουν τη συνθετότητα των προβλημάτων και της μαζικής πολιτικής και ιδεολογικής δουλιάς.
  • Να επεξεργαστούμε καλύτερα τον τρόπο που θα προβάλουμε τα ζητήματα της Παιδείας στον εργατικό χώρο, τον εξοπλισμό των συνδικαλιστικών μας στελεχών, τη βοήθεια στους εκπαιδευτικούς ώστε να αισθανθούν ότι αποτελούν ζωτικό κομμάτι του εργατικού κινήματος.
  • Με δεδομένο ότι η ΤΑ εμπλέκεται σε πολλές πλευρές της οργάνωσης και της λειτουργίας των σχολείων, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιείται, από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, σαν μοχλός για την προώθηση της ιδιωτικοποίησης τής εκπαίδευσης, η μάχη των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών συνδέεται με τη δουλιά μας για την Παιδεία. Στόχος είναι μέσα από αυτή, να γίνει αντιπαράθεση με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις για ένα διαφορετικό ρόλο της ΤΑ και να ενισχυθεί η συμμετοχή της νεολαίας στην πολιτική μάχη των εκλογών.

Το ΚΚΕ για άλλη μια φορά επισημαίνει ότι τέτοια βασικά και ουσιώδη κοινωνικά δικαιώματα, όπως η μόρφωση και η εργασία, δεν πρόκειται να χαριστούν στο λαό. Γι' αυτό παλεύει ώστε η κατεύθυνση, το περιεχόμενο και οι όροι της εκπαίδευσης των νέων ανθρώπων να μην καθορίζονται από την «ιδιωτική πρωτοβουλία», για το στενό συμφέρον της, να μην αποτελούν υπόθεση μόνον κάποιων «ειδικών», που με επιστημονικοφάνεια προσπαθούν να επιβάλλουν τις πιο αντιλαϊκές και αντιεκπαιδευτικές ρυθμίσεις σαν αδήριτη ανάγκη των καιρών. Θέτει σαν βασικό στόχο του το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα της Παιδείας να γίνει υπόθεση όλου του λαού, της νεολαίας, της εργατικής τάξης, ενός ευρύτερου λαϊκού μετώπου.

Το ΚΚΕ, δεμένο με τις ανάγκες και τους αγώνες του λαού, θα συνεχίσει την προσπάθειά του να βαθύνει και να αναπτύξει ακόμη τις θέσεις του στα ζητήματα της Παιδείας, με πίστη ότι οι ανεξάντλητες δημιουργικές δυνατότητες του λαού μας όχι μόνο θα τις πλουτίσουν αλλά και θα τις προωθήσουν στη ζωή.

Η ΚΕ του ΚΚΕ

 

 
 
 
JSN ImageShow by JoomlaShine.com
 
Copyright © 2011 kke.gr