Η τοποθέτηση του ΚΚΕ για το νέο νόμο και το «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο» για την Έρευνα & την Καινοτομία
24/07/14

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Το σχέδιο νόμου για την Έρευνα, την Τεχνολογική Ανάπτυξη και την Καινοτομία (ΕΤΑΚ), που τέθηκε σε διαβούλευση το Δεκέμβρη του 2013 και εκκρεμεί η κατάθεσή του στη Βουλή, αποτελεί μια ακόμα προσπάθεια ρύθμισης του θεσμικού πλαισίου για την έρευνα στη χώρα. Ακόμα, πρόσφατα τέθηκε σε διαβούλευση το «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο για την Έρευνα και την Καινοτομία 2014-2020».

Τα δυο αυτά κείμενα συμπληρώνουν την εικόνα για το πώς και μέχρι που έχει αναπτυχθεί η αστική στρατηγική για το χώρο της έρευνας στη χώρα, πως εξειδικεύονται και προσαρμόζονται με βάση τα γνωρίσματα και τις ανάγκες του καπιταλισμού στην Ελλάδα οι στρατηγικοί σχεδιασμοί της ΕΕ.

Το ΚΚΕ καταβάλλει συστηματική προσπάθεια να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στο χώρο της έρευνας, να συμβάλει με τις επεξεργασίες και τις παρεμβάσεις του στον αγώνα των εργαζομένων στο χώρο.

Η στάση αυτή του ΚΚΕ πηγάζει από τον κομβική σημασία που έχουν τα ζητήματα της έρευνας για τις δυνατότητες και τις προοπτικές της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας για την οποία παλεύει το ΚΚΕ, του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

Σε αυτή την κοινωνία, η εργασία και η επιστήμη θα έχουν απαλλαχτεί από τα βαριά δεσμά των καπιταλιστικών σχέσεων και θα αποσκοπούν στην εξύψωση της λαϊκής ευημερίας, την ικανοποίηση των σύγχρονων, διευρυμένων λαϊκών αναγκών, γεγονός που αποτελεί και το βασικό καθήκον της εργατικής-λαϊκής εξουσίας για την οποία το Κόμμα μας καλεί το λαό παλέψει.

Επιδίωξή μας είναι η προσπάθεια αυτή να συνεχιστεί, ώστε να γίνουμε καλύτεροι και πιο αποτελεσματικοί, πιο καίριοι στις παρεμβάσεις μας.

Ταυτόχρονα, θεωρούμε ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορούμε να συμβάλουμε ώστε να γίνει πιο γόνιμος ο προβληματισμός της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων στο χώρο, ιδιαίτερα των νέων επιστημόνων, που βιώνουν τα αδιέξοδα που επιφέρει ο προσανατολισμός της έρευνας στην εξυπηρέτηση των στρατηγικών συμφερόντων της αστικής τάξης. Να συναντηθεί με τις θέσεις και τη δράση των κομμουνιστών κι έτσι να απελευθερωθούν πολύτιμες δυνάμεις, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στον αγώνα για να περάσει η επιστήμη και η έρευνα στα χέρια του λαού και της εξουσίας του.

Μόνο σε αυτό το δρόμο η έρευνα μπορεί να συνεισφέρει με τα επιτεύγματά της "στην απαλλαγή του ανθρώπου από το βάσανο και το μόχθο", όπως έλεγε και ο Μπρεχτ.

Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ και το Τμήμα Παιδείας και Έρευνας της ΚΕ του Κόμματος, διοργάνωσαν στις 22 Γενάρη 2013 εκδήλωση για το νέο νόμο, με τη συμμετοχή συλλογικών φορέων από το χώρο της έρευνας.

Οι εισηγήσεις και οι παρεμβάσεις των συμμετεχόντων δημοσιοποιήθηκαν μέσα από τις σελίδες του Ριζοσπάστη και το portal 902.gr, διαδόθηκαν πλατιά και βοήθησαν στο να αναπτυχθεί ο σχετικός προβληματισμός στους εργαζομένους στους ερευνητικούς φορείς.

Οι επεξεργασίες που περιλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή συνοψίζουν την τοποθέτησή μας για τις τελευταίες εξελίξεις στο χώρο της έρευνας.

Θέλουμε να τις θέσουμε υπόψη σας, φιλοδοξώντας έτσι να δώσουμε συνέχεια στην προσπάθεια που έχουμε ξεκινήσει, σε μια περίοδο που τα ζητήματα της έρευνας έρχονται ξανά στο προσκήνιο, τόσο επ' αφορμή των νομοθετικών παρεμβάσεων που αναμένονται εκ μέρους της κυβέρνησης, όσο, και κυρίως, μπροστά στους σχεδιασμούς της αστικής τάξης για το επόμενο διάστημα, ενόψει του περάσματος της καπιταλιστικής οικονομίας της χώρας σε φάση περιορισμένης αναζωογόνησης.

Στην συλλογή αυτή:

-  Συμπεριλαμβάνουμε εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, σ. Δ. Κουτσούμπα στην εκδήλωση για το νέο νόμο για την έρευνα.

- Επαναφέρουμε συνοπτικά την κριτική μας για τα προβλεπόμενα στο νέο νόμο για την «Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη, Καινοτομία», στη βάση των εισηγήσεων και των παρεμβάσεων που έγιναν στην εκδήλωση που διοργάνωσαν η Κ.Ο. και το Τμήμα Παιδείας και Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ.

- Επιχειρούμε έναν πρώτο σχολιασμό του κειμένου διαβούλευσης για τον «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο για την Έρευνα και Καινοτομία 2014-2020».

-  Δίνουμε το βασικό πυρήνα της τοποθέτησης του ΚΚΕ για τα ζητήματα της έρευνας.

Ευελπιστούμε ότι αυτή η προσπάθεια θα συμβάλλει αφενός στο να αναπτυχθεί περαιτέρω ο γόνιμος μεταξύ μας διάλογος και αφετέρου να ενισχυθεί το μέτωπο των διεκδικήσεων που προβάλει το κίνημα για τα ζητήματα της έρευνας και τα δικαιώματα των εργαζομένων σε αυτή.

Τμήμα Παιδείας και Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ,

Ιούλης 2014

 

Ακολουθούν :

  • Ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, σ. Δ. Κουτσούμπα, στην εκδήλωση για το νέο νόμο για την έρευνα
  • Για το «σχέδιο νόμου για την Έρευνα, την Τεχνολογική Ανάπτυξη και την Καινοτομία»
  • Για το «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο για την Έρευνα και Καινοτομία 2014-2020»
  • Βασικοί άξονες της θέσης του ΚΚΕ

Ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, σ. Δ. Κουτσούμπα, στην εκδήλωση για το νέο νόμο για την έρευνα

Αγαπητοί φίλοι,

Εκπρόσωποι φορέων και συνδικαλιστικών οργάνων στο χώρο της Έρευνας,

Σας ευχαριστούμε που ανταποκριθήκατε στην πρόσκλησή μας για τη σημερινή σύσκεψη. Επιδιώκουμε να ακούσουμε τις απόψεις σας, να συζητήσουμε για τα κρίσιμα ζητήματα της Έρευνας, του έμψυχου δυναμικού της, ενταγμένα βέβαια στη συνολικότερη επίθεση που δέχεται σήμερα ο λαός μας. (...)

Το ΚΚΕ, οι ριζοσπαστικές δυνάμεις του λαϊκού μας κινήματος, θα συνεχίσουμε να συζητάμε για τα ζητήματα που απασχολούν το λαό, για τα νομοσχέδια που έρχονται στη Βουλή, για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι περισσότερες λαϊκές οικογένειες στην πατρίδα μας. Θα συνεχίζουμε να αγωνιούμε για το μέλλον της οικονομίας, της επιστήμης, της ενεργού συμμετοχής στην καθημερινή δράση και πάλη. Θα είμαστε σε συνεχή εγρήγορση και επαγρύπνηση.

Έτσι, και η σημερινή αφορμή για το κάλεσμα του Κόμματός μας στους φορείς και το επιστημονικό δυναμικό της Έρευνας αποτέλεσε η δημοσιοποίηση από την κυβέρνηση του νομοσχεδίου για την Έρευνα.

Πατάει βέβαια στην ανάγκη του Κόμματός μας για μια σταθερή επικοινωνία με τους ερευνητές, τους επιστήμονες και τους φορείς τους που προβληματίζονται και από πρώτο χέρι μπορούν να συνεισφέρουν με βάση τις γνώσεις και την πείρα τους.

Σήμερα και ο νόμος για την Έρευνα έρχεται να απαντήσει στο ζήτημα της ανάπτυξης, το βασικό ζήτημα που απασχολεί το σύνολο του ελληνικού λαού, τις πολιτικές δυνάμεις στη χώρα μας. Σε τελική ανάλυση, αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα της αντιπαράθεσης στη φάση της κρίσης και φυσικά για τη φάση της ανάκαμψης, γύρω από αυτό το ζήτημα γίνεται και η προσπάθεια αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού.

Σήμερα συγκρούονται δυο διαφορετικοί δρόμοι: Ο δρόμος που υπηρετεί τη διέξοδο από την κρίση σε όφελος των συμφερόντων του κεφαλαίου σε βάρος του λαού και ο δρόμος που υπηρετεί το λαό και τις πραγματικές συνεχώς διευρυνόμενες ανάγκες του. (...)

Η εξέλιξη της Επιστήμης και της Έρευνας συνδέεται με την ίδια την παραγωγή και την ανάπτυξη της κοινωνίας και γι' αυτό η σημασία τους είναι μεγάλη και στο καπιταλιστικό κοινωνικό σύστημα και στο σοσιαλισμό, για ριζικά διαφορετικούς ωστόσο λόγους.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χρειάζεται την Επιστήμη και την Έρευνα και κατ' επέκταση τους επιστήμονες και τους ερευνητές, για να ανοίγει δρόμους κυρίως για την ανταγωνιστικότητα και κερδοφορία του κεφαλαίου.

Ακριβώς επειδή το κίνητρο της καπιταλιστικής οικονομίας είναι το κέρδος, ο προσανατολισμός της Έρευνας δεν υπηρετεί την ικανοποίηση των αναγκών του λαού. Και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που επιστημονικά επιτεύγματα, που θα μπορούσαν να απελευθερώσουν τους ανθρώπους από σοβαρές π.χ ασθένειες, να βγάλουν την ανθρωπότητα από στερήσεις, μένουν για χρόνια επτασφράγιστα μυστικά, στα συρτάρια των επιχειρήσεων, αφού η εμφάνισή τους συνδέεται με τους ανταγωνισμούς, την επιδίωξη για το μέγιστο κέρδος.

Στην καθημερινή μας ζωή, άλλωστε, βλέπουμε τα αποτελέσματα από τη χρησιμοποίηση της Έρευνας για αντικοινωνικούς σκοπούς.

Μέσα σε αυτό πλαίσιο, οι επιστήμονες και οι ερευνητές γίνονται δέσμιοι -αντικειμενικά- του καπιταλιστικού κέρδους και των επιταγών του. Το έργο τους, η διδασκαλία, η παραγωγή νέας γνώσης, πέρα από το σε ένα βαθμό αντικειμενικό προοδευτικό στοιχείο της Επιστήμης, υποτάσσεται τελικά στα κελεύσματα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και του ανταγωνισμού τους.

Είναι αυτή η πραγματικότητα που και στη χώρα μας έχει φέρει σε δεινή κατάσταση χρόνια τώρα σειρά ερευνητικών κέντρων, με εργαλείο τη λειψή χρηματοδότησή τους. Σπρώχνει τους ερευνητές, με όχημα την αναζήτηση χρηματοδότησης, να δένονται με επιχειρηματικούς ομίλους, να περιορίζουν το φάσμα της Έρευνας με βάση τις επιδιώξεις τους, να εξαρτούν τα ίδια τα αποτελέσματα της ερευνητικής τους δουλειάς από το αν αποκομίζει ή όχι οφέλη για τους ιδιώτες χορηγούς.

Η κατάσταση βέβαια αυτή έχει δραματικές συνέπειες και ως προς την ίδια την ποιότητα της παραγόμενης έρευνας. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάληξη του ΙΓΜΕ, με τη σταδιακή αποδυνάμωση του ερευνητικού και λοιπού δυναμικού και την προώθηση κομματιών της Έρευνας σε ιδιώτες εργολάβους.

Αλλά και τα άλλα δημόσια ερευνητικά κέντρα, αν και από χρόνια τώρα έχουν εξωθηθεί στην ιδιωτικοοικονομική λειτουργία, τελικά ετοιμάζονται να παραδοθούν εξ ολοκλήρου σε ιδιώτες, με σοβαρές επιπτώσεις στις εργασιακές σχέσεις των ερευνητών και του λοιπού προσωπικού, στην ποιότητα και αξιοποίηση της ερευνητικής δραστηριότητας, στην ποιότητα των υποδομών.

Στο χώρο των ερευνητών, των νέων επιστημόνων που επιλέγουν το δρόμο της Έρευνας η βασική κατεύθυνση της ΕΕ είναι αυτή της κινητικότητας. Είναι κεντρική κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης εδώ και δεκαετίες, με ένταση στην περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης, η οποία έχει στόχο τη σχετική βελτίωσή της στο πεδίο των οικονομικών ανταγωνισμών με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, και παλαιότερα και ανερχόμενα.

"Κινητικός και ευέλικτος ερευνητής", που ερευνά όσο του εξασφαλίζει χρηματοδότηση η επιχείρηση και χρειάζεται την άδεια του μεγαλοεπιχειρηματία για να δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της δουλειάς του, είναι η εναλλακτική, τάχα, στην επιδείνωση των όρων εργασίας των ερευνητών.

Περιπλάνηση στις χώρες της ΕΕ με το δόλωμα των καλύτερων μισθών, αλλά χωρίς άλλα εξασφαλισμένα δικαιώματα (όπως ασφάλιση, περίθαλψη), χωρίς προσωπική και κοινωνική ζωή, με ιδιαίτερες δυσκολίες για τις γυναίκες ερευνήτριες, για τους νέους ερευνητές με οικογένεια. Αυτό είναι το μοντέλο του νέου ερευνητή, για το οποίο μάλιστα έχουν καθιερώσει και ειδικό διαβατήριο.

Φυσικά, παρεμβαίνει με στόχο και τη διαμόρφωση της συνείδησης ενός επιστημονικού δυναμικού που θα στελεχώσει την καπιταλιστική παραγωγή, τις δομές του αστικού κράτους.

Το αστικό κράτος, το σύστημα, χρειάζεται ένα δυναμικό με προσόντα και δυνατότητες, το οποίο θα δουλεύει συστηματικά για να θωρακίζεται το ιδεολογικό οπλοστάσιο της άρχουσας τάξης, να διασφαλίζεται η μακροημέρευση του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος. Δεν είναι τυχαίο που από αυτό το δυναμικό εδώ και χρόνια ζητούν ενυπόγραφες δηλώσεις υποταγής προκειμένου να εγκρίνουν ερευνητικά προγράμματα και υποτροφίες.

Στον καπιταλισμό, η αστική τάξη βέβαια παρεμβαίνει δραστικά στο κομμάτι της Έρευνας, εξειδικεύοντας τη στρατηγική της μέσα και από ένα εμπλουτισμένο σήμερα νομικό πλαίσιο, που ενσωματώνει τις ευρωενωσιακές κατευθύνσεις.

Η Στρατηγική της «Ευρώπης 2020» έχει την εξειδίκευσή της και στο πεδίο της Έρευνας, επιχειρώντας να συνδέσει πιο αποτελεσματικά την ερευνητική δραστηριότητα των πανεπιστημίων, των ερευνητικών κέντρων με τα μονοπώλια και τις στοχεύσεις τους.

Είναι όρος για το κεφάλαιο ο πιο αποδοτικός τρόπος "διάχυσης" των ερευνητικών αποτελεσμάτων από τους ερευνητικούς φορείς προς τις μεγάλες επιχειρήσεις. Αποτελεί όρο ανταγωνιστικότητας και τελικά επιβίωσης για τα μονοπώλια στο πλαίσιο ειδικότερα της οικονομικής κρίσης.

Η κινητικότητα των ερευνητών, η ανταλλαγή ερευνητικού και στελεχικού-διοικητικού προσωπικού μεταξύ δημόσιων ερευνητικών φορέων και επιχειρήσεων είναι βασικοί άξονες της ευρωενωσιακής στρατηγικής στο πεδίο της Έρευνας, που έχουν ενσωματωθεί από τις κυβερνήσεις των αστικών κομμάτων και τη σημερινή συγκυβέρνηση, με το νέο νομοσχέδιο.

Προσβλέπουν ακόμα και στην εγκαθίδρυση ειδικών "γραφείων μεταφοράς γνώσεων" σε όλους τους δημόσιους ερευνητικούς και πανεπιστημιακούς φορείς, που θα παίξουν το ρόλο του διαμεσολαβητή στην επαφή πανεπιστημίων και ιδιωτικού τομέα.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τα ΕΣΠΑ. Ο διακηρυγμένος στόχος των ευρωενωσιακών κατευθύνσεων, που υλοποιείται μέσω των συγχρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων του ΕΣΠΑ, είναι διπλός: Αφ' ενός, να δώσουν ζεστό χρήμα στις επιχειρήσεις αφ' ετέρου η συγκεκριμένη χρηματοδότηση να κατευθυνθεί στους τομείς εκείνους όπου το κεφάλαιο δίνει προτεραιότητα.

Τα κριτήρια, άλλωστε, της χρηματοδότησης είναι πλήρως εναρμονισμένα με τις οδηγίες της ΕΕ για τη δημιουργία του "Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας".

Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι η Έρευνα κατευθύνεται βαθύτερα προς την ιδιωτικοοικονομική λειτουργία, σημειώνεται περαιτέρω υποβάθμιση της βασικής έρευνας, που δεν είναι αποδοτική για το κεφάλαιο, χρηματοδοτούνται ερευνητικές διαδικασίες ανάλογα με το κατά πόσο είναι εμπορικά εκμεταλλεύσιμα τα αποτελέσματά τους. Το στοιχείο αυτό σήμερα προβληματίζει αρκετούς επιστήμονες που έχουν πραγματικό άγχος για το πού πάει η Επιστήμη και η Έρευνα.

Δείχνει, από την άλλη, και τις ίδιες τις αντιφάσεις του συστήματος, αφού η εφαρμοσμένη έρευνα δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς το θεμέλιο της βασικής έρευνας. Αντιφάσεις που δεν μπορούν τελικά να αρθούν στα πλαίσια αυτά και εκφράζονται πρώτα και κύρια στην οικονομία, στην κοινωνία.

Η παράμετρος που αφορά την εμπορική αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων (η λεγόμενη πατέντα) έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί αποδεικνύει ότι ο προσανατολισμός της Έρευνας είναι αποκλειστικά με κριτήρια ανταποδοτικότητας και ανταγωνιστικότητας.

Χρηματοδοτούνται οι έρευνες των οποίων τα αποτελέσματα κατοχυρώνονται με πατέντες, εμπορικά σήματα, γενικότερα οι προτεραιότητες, ο προσανατολισμός και το περιεχόμενο της Έρευνας, από την βασική έρευνα, μέχρι την εφαρμοσμένη, από τις κοινωνικές μέχρι τις φυσικές επιστήμες, υπηρετεί τις ανάγκες των μονοπωλίων, την ανάγκη διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Η πρόταση του ΚΚΕ, ο άλλος δρόμος ανάπτυξης που προτείνουμε, που έχει στον πυρήνα του τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, που οργανώνει την οικονομία με βάση αυτές, χρειάζεται, έχει πρώτιστη ανάγκη τους επιστήμονες και ερευνητές για να επαναστατικοποιεί ολοένα τα μέσα παραγωγής, με γνώμονα την ελάττωση - απάλειψη του ανθρώπινου μόχθου, την ανάπτυξη της πρόληψης και αντιμετώπισης ασθενειών, την αναβάθμιση του μορφωτικού και συνολικά του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

Η ίδια η πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έχει δείξει ότι, όταν η παραγωγή σχεδιάζεται κεντρικά με γνώμονα τις πραγματικές λαϊκές ανάγκες, τότε σε αυτό το πλαίσιο, η Έρευνα μπορεί πραγματικά να εκτοξευτεί ως προς τις δυνατότητές της.

Να προάγει την Επιστήμη, να γεννά ακόμα νέα επιστημονικά αντικείμενα, να ενσωματώνει την προηγούμενη πείρα και γνώση.

Αυτά τα ποιοτικά στοιχεία αναδείχθηκαν στη σοσιαλιστική κοινωνία, παρά βέβαια τις αδυναμίες και ελλείψεις, που και ως Κόμμα έχουμε εκτιμήσει, εξάγοντας χρήσιμα για το σήμερα και το αύριο συμπεράσματα. Και αυτά τα ποιοτικά στοιχεία αναδείχθηκαν βέβαια, παρά και ενάντια στην πολεμική μέχρι και ανοιχτή επίθεση που δέχθηκε η όλη απόπειρα οικοδόμησης της νέας, της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Για το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας η απάντηση στο ερώτημα «Έρευνα από ποιον και για ποιον» είναι θεμελιακής σημασίας και απευθύνεται βέβαια στους ερευνητές ως ειδικούς, στους συλλογικούς φορείς του τομέα της Έρευνας. Την απευθύνουμε όμως -από τον ίδιο το χαρακτήρα του Κόμματός μας- πρώτα και κύρια, στους ίδιους τους εργαζομένους, στην εργατική τάξη.

Οι εργαζόμενοι της χώρας σε όλους τους κλάδους, οι ερευνητές, κατά τη γνώμη μας πρέπει να πάρουν θέση στην πάλη για το χαρακτήρα της ανάπτυξης, αν θα είναι για τα μονοπώλια ή για το λαό, φιλομονοπωλιακός ή φιλολαϊκός. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Είναι όρος για την πραγματική απελευθέρωση της ερευνητικής διαδικασίας, του δυναμικού της, των αποτελεσμάτων της Έρευνας.

Για το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας η Επιστήμη και η Έρευνα συγκεντρώνουν ιδιαίτερα την προσοχή μας και από τη σκοπιά των διεκδικήσεων για τη βελτίωση των όρων εργασίας των ερευνητών, την αποτροπή της περαιτέρω εμπορευματοποίησης των εμπορικών αποτελεσμάτων, αλλά και από τη σκοπιά του ρόλου του επιστήμονα ερευνητή σε συνθήκες εργατικής, λαϊκής εξουσίας, στη σοσιαλιστική κοινωνία και στο σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής.

Στο Κείμενο Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ για την Ανώτατη Εκπαίδευση (ακόμα από τον Απρίλιο του 2001) αναφέρεται: "Η παραγωγή νέας γνώσης είναι κοινωνικό προϊόν και σαν τέτοιο ανήκει σε όλους. Απαιτείται η γενναία χρηματοδότησή της από τον κρατικό προϋπολογισμό, ώστε να καλύπτονται με επάρκεια όλοι οι τομείς της και να συμμετέχει σε αυτήν το σύνολο των Ανώτατων Ιδρυμάτων μας και του διδακτικού τους προσωπικού".

Για το Κόμμα μας είναι όρος η απαγκίστρωση της Έρευνας από τους νόμους της ατομικής ιδιοκτησίας (πατέντες, εμπορικά σήματα κ.ά.), ώστε να γίνει δυνατή η ελεύθερη και πλατιά διάδοση και αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της για τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής, η κατάργηση της δυνατότητας να δημιουργούνται εταιρείες εμπορικής εκμετάλλευσης ερευνητικών προϊόντων από πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα ή από μέλη του επιστημονικού τους προσωπικού.

Για μας, είναι κρίσιμο σήμερα να ενωθούν δυνάμεις, ριζοσπάστες ερευνητές και πανεπιστημιακοί, εργαζόμενοι στα ερευνητικά κέντρα της χώρας, να συναντηθούν με το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, για το χτίσιμο μιας λαϊκής συμμαχίας με τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Να συμβάλει η ριζοσπαστική διανόηση στη σύνδεση της επιστημονικής έρευνας με την ανάγκη και την απαίτηση σήμερα των καιρών, για έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης, φιλολαϊκό, με επίκεντρο τις ανάγκες των παραγωγών του πλούτου και όχι των μονοπωλίων.

Το Κόμμα μας, μέσα από τις επεξεργασίες του, έχει αναδείξει τις πραγματικές δυνατότητες ανάπτυξης της λαϊκής εξουσίας. Η μετατροπή των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, της ιδιοκτησίας του μεγάλου κεφαλαίου σε κοινωνική ιδιοκτησία, ο επιστημονικά οργανωμένος σχεδιασμός και ο εργατικός έλεγχος είναι ο μόνος δρόμος της φιλολαϊκής ανάπτυξης βάσει των εγχώριων δυνατοτήτων.

 

Για το «σχέδιο νόμου για την Έρευνα, την Τεχνολογική Ανάπτυξη και την Καινοτομία»

(συνόψιση εισήγησης του Τμήματος Παιδείας και Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ)

Το σχέδιο νόμου για την Έρευνα, την Τεχνολογική Ανάπτυξη και την Καινοτομία (ΕΤΑΚ) αποτελεί μια ακόμα προσπάθεια να ρυθμιστεί το θεσμικό πλαίσιο για την έρευνα στη χώρα.  

Αν και δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα το τελικό κείμενο του νομοσχεδίου, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι δεν θα υπάρχουν θεμελιώδεις διαφοροποιήσεις, παρά μόνο νομοτεχνικές διορθώσεις καθώς και υιοθέτηση κάποιων επιμέρους ζητημάτων που τέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση.

Το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουν ψηφιστεί, από όλες τις κυβερνήσεις που έχουν περάσει, αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις για την έρευνα κι όμως εξακολουθεί να εντοπίζεται η ανάγκη ολοκλήρωσης του θεσμικού πλαισίου, αναδεικνύει τις σοβαρές δυσκολίες που υπάρχουν σε αυτή την κατεύθυνση.

Οι δυσκολίες αυτές δεν αντανακλούν μόνο τις επιπτώσεις της κρίσης, αλλά και τις αντιπαραθέσεις που υπάρχουν για το σχεδιασμό της στρατηγικής εξόδου και την καπιταλιστική αναπτυξιακή πολιτική, καθώς και δυσλειτουργίες που ενυπάρχουν και παραμένουν σε ότι αφορά στη διάρθρωση του ελληνικού ερευνητικού ιστού, παρά τις παρεμβάσεις που ήδη έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια. Ως βασικό πρόβλημα αναδεικνύεται η μικρή συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην ΕΤΑΚ.

Ταυτόχρονα, έχει ήδη διαμορφωθεί και τεθεί σε εφαρμογή το νέο προγραμματικό πλαίσιο της ΕΕ για την Έρευνα (HORIZON 2020), συνδεδεμένο οργανικά με τη στρατηγική Ευρώπη 2020, που επιτάσσει ανάλογες αναπροσαρμογές στα εθνικά πλαίσια. Από την άποψη αυτή, η εικόνα για τους σχεδιασμούς ολοκληρώνεται αν ληφθούν υπόψη οι στοχεύσεις του «Ορίζοντα 2020».

Άλλωστε, ο χώρος της επιστημονικής έρευνας είναι στις προτεραιότητες των στρατηγικών σχεδιασμών της ΕΕ, ανεξάρτητα από την κρίση, αλλά και με εντεινόμενη έμφαση εξαιτίας της. Η αναζήτηση διεξόδου από την καπιταλιστική οικονομική κρίση επιτείνει την ανάγκη διερεύνησης και εξεύρεσης νέων πεδίων άσκησης κερδοφόρου επιχειρηματικής δραστηριότητας, καθώς και την επιδίωξη για περαιτέρω επιτάχυνση της εφαρμογή των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας στην παραγωγή και την οργάνωσή της.

Αυτοί ακριβώς οι στόχοι αποτυπώνονται στον «Ορίζοντα 2020», το νέο πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα στην ΕΕ, στο οποίο εκφράζεται η ανάγκη περαιτέρω προσαρμογής του χώρου της έρευνας στις επιταγές της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων στα πλαίσια του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, που οξύνεται στο έδαφος της κρίσης.

Φυσικά, καμία σοβαρή ανάλυση για τα ζητήματα της έρευνας δεν μπορεί να αποφύγει την απάντηση στο ερώτημα «τι έρευνα, πως, από ποιόν και για ποιόν», ούτε να αποσυνδεθεί από το ζήτημα της ανάπτυξης: ανάπτυξη για τα μονοπώλια ή ανάπτυξη για το λαό και τις ανάγκες του;

Τα δυο αυτά ερωτήματα προφανώς συσχετίζονται και ανάλογα με την θέση που παίρνει κανείς φωτίζονται οι προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν, οι καθυστερήσεις που πρέπει να υπερβληθούν.

Στις σημερινές συνθήκες, οι στοχεύσεις της ερευνητικής πολιτικής καθορίζονται με άξονα την εξυπηρέτηση της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου, υπονομεύοντας τις δυνατότητες φιλολαϊκής ανάπτυξης.

Η στρόφιγγα της χρηματοδότησης, είτε από δημόσιους, είτε από ιδιωτικούς πόρους ανοιγοκλείνει σε συνάρτηση με το σχεδιασμό αλλά κύρια με τις αντιφάσεις που εμπερικλείει η καπιταλιστική ανάπτυξη. Αντιφάσεις που αντανακλώνται και στην ανάπτυξη της επιστήμης, η οποία έχει προ πολλού αναχθεί σε άμεσα παραγωγική δύναμη.

Σε συνθήκες που η εργατική τάξη, ο εργαζόμενος λαός θα έχει στα χέρια του τα κλειδιά της οικονομίας, η επιστήμη θα αναπτύσσεται σχεδιασμένα, αδέσμευτη από τους ανταγωνισμούς και τους περιορισμούς που επιβάλλει ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος οργάνωσης και αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της.

Τι προβλέπεται στο νομοσχέδιο

Το νομοσχέδιο συνεχίζει στη ρότα των προηγούμενων νομοθετικών παρεμβάσεων. Διαφαίνεται ότι υπάρχουν δυσκολίες στο να προωθηθεί στην πράξη με τους απαιτούμενους ρυθμούς η προσαρμογή και η εξειδίκευση της ευρωενωσιακής στρατηγικής. Έρχεται, λοιπόν, να επικαιροποιήσει τον πυρήνα όσων έχουν ήδη αποφασιστεί και να ενισχύσει τον αντιδραστικό τους χαρακτήρα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι επιχειρούνται κάποιες βασικές παρεμβάσεις, κυρίως σε ότι αφορά τη διευκόλυνση της προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων στην ΕΤΑΚ και του R&D των επιχειρήσεων.

Όχημα για την υλοποίηση αυτών των στόχων αποτελεί η ενίσχυση της «αριστείας» και ιδιαίτερα της «κινητικότητας», με βασική στόχευση τη βαθύτερη ποδηγέτηση του προσανατολισμού και του περιεχομένου της έρευνας στους στρατηγικούς σχεδιασμούς του κεφαλαίου και ανάλογη προσαρμογή των θεσμών του αστικού κράτους.

Η κόκκινη γραμμή που διαπερνά το νομοσχέδιο είναι η ενίσχυση της εμπορευματοποίησης της έρευνας και η ακόμα πιο στενή σύνδεση της έρευνας με τις επιχειρήσεις, κάτι που αποτελεί και τη βασική κατεύθυνση της ευρωενωσιακής στρατηγικής. Η έμφαση που δίνεται σε αυτή τη διάσταση αφορά την αγωνία τους να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες μεταφοράς των αποτελεσμάτων της παραγόμενης ακαδημαϊκά έρευνας στην αγορά.

Η συνεισφορά των δημόσιων ερευνητικών δομών και των επιστημόνων τους στην προσέλκυση των επιχειρήσεων και των επενδύσεών τους, καθίσταται αποφασιστικής σημασίας παράγοντας σε όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες αξιολόγησης (δομών, διοικήσεων και ερευνητών).

Στα πλαίσια της διαμόρφωσης του ενιαίου χώρου της έρευνας και της ανώτατης εκπαίδευσης που προωθείται στην ΕΕ, με το ν/σ επιχειρείται να αντιστοιχηθεί η δομή και η οργάνωση των ερευνητικών κέντρων κατά τα πρότυπα του «Πανεπιστημίου ΑΕ» που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τον τελευταίο νόμο-πλαίσιο.

Αναδεικνύονται 3 άξονες παρέμβασης, οι οποίοι προωθούνται ενιαία μέσα και από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο:

Α) Ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο χώρο της έρευνας

Η επιχειρηματική δραστηριότητα (από και προς τους ερευνητικούς φορείς, καθώς και οι παντός είδους συμπράξεις με επιχειρηματικούς ομίλους) και η εμπορική εκμετάλλευση των ερευνητικών προϊόντων και υποδομών αποκτούν προτεραιότητα για τη χρηματοδότηση της έρευνας.

Το νομοσχέδιο προβλέπει μια σειρά τρόπους με τους οποίους κρατικοί πόροι θα διοχετεύονται για να ενισχύσουν αυτή την κατεύθυνση. Ο προβλεπόμενος τραπεζικός δανεισμός ενισχύει τη ρευστότητα για την επιχειρηματικά αποτελεσματικότερη οργάνωση και διεξαγωγή δραστηριοτήτων ΕΤΑΚ. Είναι σαφής η στόχευση να λειτουργούν οι ερευνητικοί φορείς με όρους επιχειρηματικής μονάδας.

Παρέχονται για αυτό φορολογικά, ασφαλιστικά κ.α. κίνητρα, ελαφρύνσεις και εκπτώσεις για την προσέλκυση επενδύσεων, απαλλαγές από την υποχρέωση καταβολής εργοδοτικών εισφορών για τους ερευνητικούς φορείς και τις επιχειρήσεις. Οι συνέπειες για τα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων στην έρευνα, αλλά και γενικά, θα είναι καταστροφικές. Το βάρος της έρευνας προς όφελος των μονοπωλίων μετακυλίεται στις πλάτες του λαού.

Ενισχύονται οι παντός είδους επιχειρηματικές συμπράξεις ερευνητικών κέντρων (ΕΚ) με ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επιχειρήσεις (δίκτυα επιχειρήσεων και γνώσης, clusters, κοινότητες γνώσης και καινοτομίας, διάθεση των υποδομών προς χρήση από τρίτους, «επιχειρήσεις έντασης γνώσης» κ.α.).

Το ερευνητικό έργο κρίνεται από τη σκοπιά της δυνατότητας εμπορικής αξιοποίησης του. Έτσι, ως κριτήρια αξιολόγησης τίθενται, μεταξύ άλλων, η ικανότητα προσέλκυσης αλλοδαπών και μη κοινοτικών ερευνητών, το σύνολο των επιχορηγήσεων ανά ερευνητή, οι επενδύσεις κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών, το ύψος ιδιωτικών επενδύσεων, ο βαθμός ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας, η κατοχύρωση εμπορικών σημάτων, πωλήσεις καινοτόμων προϊόντων, τα έσοδα από την εκμετάλλευση αδειών χρήσης και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας κ.α.

Δηλαδή, η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της έρευνας δε γίνεται στη βάση του αν ικανοποιεί τις λαϊκές ανάγκες, αλλά αν αποτελεσματικά υπηρετεί τις στρατηγικές στοχεύσεις του κεφαλαίου στην χώρα και τα γεωστρατηγικά του συμφέροντα στην περιοχή. Είναι γι' αυτό καίριο ζήτημα οι εργαζόμενοι στην έρευνα, μέσα από τους αγώνες τους, να βάλουν φρένο στην εμπορευματοποίηση της.

Β) Προσαρμογές στους θεσμούς του αστικού κράτους ώστε να διευκολυνθεί η περαιτέρω προσαρμογή της έρευνας στις  επιχειρηματικές επιδιώξεις

Το νομοσχέδιο, μαζί με την αναγκαία προσαρμογή στις προτεραιότητες που θέτει η ευρωενωσιακή στρατηγική, επιχειρεί παράλληλα και την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών του κράτους με στόχο, όπως διατείνονται οι εισηγητές του, την πάταξη της "γραφειοκρατίας" που επιδρά ανασχετικά στην ανταγωνιστικότητα. Το πρόσχημα της γραφειοκρατίας, πέραν της αντικειμενικής του διάστασης, έχει και σε άλλες περιπτώσεις αξιοποιηθεί για την ταχύτερη προώθηση αναδιαρθρώσεων. Ζητούμενο είναι να εξασφαλιστεί το πώς πιο εύκολα, γρήγορα και ανέξοδα οι επιχειρήσεις θα μπουν πιο βαθιά στην ερευνητική παραγωγή, θα διασυνδεθούν με τους ερευνητικούς φορείς.

Με το νομοσχέδιο αναδιοργανώνονται δομές και υπηρεσίες του κράτους, για να διευκολυνθεί η διεκπεραίωση των στόχων ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας των μονοπωλίων.

Διευκολύνει τη στενότερη διασύνδεση και την αποτελεσματικότερη συνεργασία ερευνητικών φορέων, επιχειρήσεων και κρατικών-ευρωπαϊκών θεσμών. Από τη σκοπιά αυτή μπορεί να εξηγηθεί και η πρόβλεψη για τον «σύνδεσμο» ΕΤΑΚ σε κάθε υπουργείο.

Τροποποιείται ο συντονιστικός, εποπτικός και ελεγκτικός ρόλος της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (μετονομάζεται σε «Γενική Γραμματεία Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας»), με στόχο την πιο αποτελεσματική διαχείριση της ερευνητικής πολιτικής. Οι εργαζόμενοι στη ΓΓΕΤ ξέρουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει αυτό στην πράξη.

Το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας μετονομάζεται σε «Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας», με συμβουλευτικό και ενισχυτικό ρόλο στο σχεδιασμό, έλεγχο και αναπροσαρμογή της ερευνητικής πολιτικής στο πλευρό της ΓΓΕΤΚ. Για μια σειρά πράξεις της ΓΓΕΤΚ (π.χ. σύσταση Τομεακών Επιστημονικών Συμβουλίων, αναδιοργάνωση και ίδρυση ινστιτούτων στα ερευνητικά κέντρα κ.α.) απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του. Ο προσανατολισμός καταδεικνύεται από την πρόβλεψη για συμμετοχή δυο αντιπροσώπων του επιχειρηματικού κόσμου.

Ακόμα, ενισχύεται ο ρόλος της περιφερειακής διοίκησης στην ΕΤΑΚ. Τα Περιφερειακά Επιστημονικά Συμβούλια συγκροτούνται με τελική απόφαση του περιφερειάρχη και λειτουργούν υποστηρικτικά στη ΓΓΕΤΚ και το ΕΣΕΤΚ. Διασφαλίζουν, μέσα από την συμμετοχή επιχειρηματιών, την πρόσδεση της περιφερειακής αναπτυξιακής πολιτικής με τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων που δραστηριοποιούνται κατά τόπο, με βάση τις προτεραιότητές τους.

Βασική πλευρά είναι το ότι η χρηματοδότηση αξιοποιείται ως στοιχείο ελέγχου της ερευνητικής δραστηριότητας και των ερευνητικών κέντρων. Ως προϋπόθεση για την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων των ΕΚ από κρατικούς πόρους τίθεται η υποχρεωτική αξιολόγησή τους κατά τις διατάξεις του νόμου. Τα κριτήρια είναι αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Δεν μένει καμιά αμφιβολία ότι ο ρόλος του αστικού κράτους και των θεσμών του αφορά κυρίως στη διασφάλιση της συντεταγμένης υποταγής του περιεχόμενου, του προσανατολισμού και της όλης λειτουργίας της ερευνητικής δραστηριότητας στις στρατηγικές επιδιώξεις του κεφαλαίου. Έτσι, η κρατική χρηματοδότηση θα δίνεται στη βάση bussiness plan που θα αξιολογούνται, με όρους εταιρικών συμβάσεων μεταξύ ΓΓΕΤΚ και ΕΚ, με την ανταποδοτικότητα να βρίσκεται στο επίκεντρο.

Προτάξαμε τα παραπάνω πριν έρθουμε στο ζήτημα του προβλεπόμενου 7ετούς σχεδιασμού δράσης, για να δείξουμε τα όρια, αλλά και το περιεχόμενο που αντικειμενικά έχει ο σχεδιασμός για την ΕΤΑΚ που εισάγει η κυβέρνηση, κάτω από τις κατευθυντήριες στρατηγικές σε επίπεδο  ΕΕ.

Στη δημόσια διαβούλευση σωστά αναδείχτηκε ότι, παρά τη σχετική πρόβλεψη του νόμου του '85, ποτέ δεν ήρθε στην Βουλή για ψήφιση Πρόγραμμα Ανάπτυξης Έρευνας και Τεχνολογίας (ΠΑΕΤ). Όμως, το κύριο είναι ότι, ούτως ή άλλως, η όποια προσπάθεια σχεδιασμού είναι εκ των προτέρων δεσμευμένη από τους ενδοϊμπεριαλιστικούς και ενδοαστικούς ανταγωνισμούς, τις προτεραιότητες που τίθενται για τη διασφάλιση της βραχυπρόθεσμης, αλλά κυρίως μεσοπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων και στην Ελλάδα, αλλά και στο επίπεδο της ΕΕ.

Σε αυτά τα πλαίσια, αντί ο σχεδιασμός να απελευθερώνει τις δυνατότητες ανάπτυξης της έρευνας στην χώρα, στη βάση των υπαρκτών αναγκών αλλά και δυνατοτήτων, τελικά επιδρά ασφυκτικά σε αυτή, καθορίζοντας μονοσήμαντα τον προσανατολισμό και το περιεχόμενο της. Άλλωστε, ακόμα και χωρίς ΠΑΕΤ, η έρευνα τέτοιο προσανατολισμό είχε όλα αυτά τα χρόνια, παρά τις προθέσεις ή τις αγωνίες του ερευνητικού προσωπικού.

Οι αναπροσαρμογές αυτές κρίνονται αναγκαίες, καθώς, πέραν του ότι γίνεται προσπάθεια να αρθούν υπαρκτές ανορθογραφίες στη διάρθρωση του ερευνητικού ιστού της χώρας, το κύριο ζητούμενο είναι να συγκεντρωθεί η κρίσιμη μάζα που απαιτείται για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας των ερευνητικών φορέων με όρους επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητας.

Υπ' αυτό το πρίσμα θα πρέπει να εξεταστεί και η πιο συγκεντρωτική δομή διοίκησης που προβλέπεται για τα ΕΚ, με ενισχυμένο το ρόλο των διευθυντών. Παρακολουθεί την συγκέντρωση και συγκεντροποίηση που χαρακτηρίζει και την εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομίας.

Γ) Οι επιπτώσεις στους εργαζομένους στο χώρο της έρευνας

Το νομοσχέδιο έρχεται να ενισχύσει τις αρνητικές εξελίξεις που βιώνουν οι εργαζόμενοι στο χώρο της έρευνας όλα τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα όλων των νομοθετικών παρεμβάσεων που έχουν προηγηθεί, αλλά και της γενικότερης αντεργατικής-αντιλαϊκής πολιτικής όλων των κυβερνήσεων, ανεξαρτήτως σύνθεσης, από τα κόμματα του ευρωμονοδρόμου.

Δεν υπάρχει δέσμευση ότι η επιχορήγηση των ερευνητικών κέντρων θα καλύπτει πλήρως τα λειτουργικά έξοδα (μισθοδοσία τακτικού προσωπικού και συμβασιούχων κ.α.). Πιστεύουμε ότι αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο.

Διαφαίνεται ότι ανοίγει ο δρόμος για τον εδώ και καιρό φημολογούμενο και σχεδιαζόμενο νέο γύρο συγχωνεύσεων-καταργήσεων ΕΚ, εργαστηρίων και ινστιτούτων και δρομολογείται η αλλαγή του καθεστώτος των ΕΚ που είναι ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ. Υπάρχει ήδη πείρα για τις αρνητικές για τους εργαζομένους στην έρευνα επιπτώσεις τέτοιων αναδιαρθρώσεων: απολύσεις, κινητικότητα, ανατροπή εργασιακών σχέσεων, μειώσεις σε μισθούς κ.α.

Σε ότι αφορά στους ερευνητές, καταργείται η βαθμίδα του ερευνητή Δ', κατ' αντιστοιχία με την κατάργηση της βαθμίδας του λέκτορα στα ΑΕΙ. Στα ΝΠΙΔ οι ερευνητές Γ' συνάπτουν σχέση ορισμένου χρόνου και η μετατροπή της σε αορίστου συναρτάται με την αξιολόγησή τους. Η μονιμότητα αποτελεί εμπόδιο στην περαιτέρω προσαρμογή της έρευνας στις ανάγκες της αγοράς, δίνοντας την θέση της στις νέες εργασιακές σχέσεις που απ' ότι φαίνεται θα διευρύνονται. Οι ΕΛΕ διατηρούνται ως κατηγορία τεχνικού κι όχι ερευνητικού προσωπικού, με τη θέση τους να δυσχεραίνει με βάση τις τιθέμενες προϋποθέσεις και προβλέψεις.

Προωθούνται περαιτέρω οι ελαστικές σχέσεις εργασίας για το προσωπικό που εργάζεται στα ερευνητικά κέντρα. Χαρακτηριστικά, προβλέπονται τουλάχιστον 18 διαφορετικές σχέσεις εργασίας και κατηγορίες εργαζομένων στα ΕΚ.

Δεν κατοχυρώνονται εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα των υ/δ-μεταδιδακτόρων, δε κατοχυρώνονται τα χρόνια της ερευνητικής τους δουλειάς σαν χρόνος προϋπηρεσίας, ούτε προσμετρούνται στα συντάξιμα.

Τα ΕΚ μετατρέπονται σε φορείς προώθησης κινητικότητας εργαζομένων, "παραχωρούν" με συμβάσεις ορισμένου χρόνου εργαζομένους όλων των κατηγοριών σε άλλα ΕΚ και επιχειρήσεις, με ανοιχτό το ενδεχόμενο τροποποίησης και των εργασιακών τους σχέσεων.

Μια πλευρά, που συνάντησε σημαντική αντίδραση και στα πλαίσια της δημόσιας διαβούλευσης, αφορά την κατάργηση της εκπροσώπησης των εργαζομένων στα ΔΣ των ερευνητικών κέντρων. Σημειωτέον ότι ακριβώς το ίδιο έγινε και στα πανεπιστήμια με τον τελευταίο νόμο-πλαίσιο, με αποκλεισμό των εργαζομένων και της συλλογικής εκπροσώπησης των φοιτητών στα όργανα διοίκησης. Μέσα και από αυτή την πρόβλεψη, επιχειρείται ο εξοβελισμός της όποιας οργανωμένης παρέμβασης ερευνητών και εργαζομένων. Όσο κι αν η εκπροσώπηση, μέσα από τις διαδικασίες που μέχρι τώρα ίσχυαν, ενίσχυε και αντιλήψεις περί «συνδιοίκησης» και «εταιρισμού» και συνέβαλε έτσι στην καλλιέργεια αυταπατών, οι εργαζόμενοι και οι φορείς τους δεν πρέπει να παραιτηθούν από αυτό το δικαίωμα, αλλά να επιβάλλουν την παρέμβασή τους μέσα από τις συλλογικές τους διεργασίες, με ενίσχυση των σωματείων τους, να προβάλουν την δική τους αντίληψη για τον σχεδιασμό, τον προσανατολισμό και το περιεχόμενο της έρευνας που έχει ανάγκη ο λαός μας.


Για το «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο για την Έρευνα και την Καινοτομία 2014-2020»

Το «Εθνικό Πλαίσιο για την Έρευνα και Καινοτομία 2014-2020» έρχεται σε μια περίοδο που στο επίκεντρο τίθεται η αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης, υπό το πρίσμα του σχεδιασμού για την περίοδο της προσδοκώμενης ανάκαμψης της καπιταλιστικής οικονομίας της Ελλάδας.

Έχει σημασία εξαρχής να εντοπίσουμε το ιδεολογικό περίβλημα που το συνοδεύει (όπως, άλλωστε και το νέο νόμο για την έρευνα, αλλά και το σύνολο των παρεμβάσεων που επιχειρούνται τα τελευταία χρόνια στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας). Προτάσσεται το ιδεολόγημα ότι «η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας αποτελεί το δρόμο για την έξοδο από την κρίση, πρέπει να αποτελέσουν μοχλό ανάπτυξης». Αυτή είναι και η βασική γραμμή των κομμάτων της συγκυβέρνησης, που σε παραλλαγές αναπαράγεται και από την αξιωματική αντιπολίτευση και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα.

Χαρακτηριστικά, στην εισαγωγή του κειμένου αποτυπώνεται η οραματική διακήρυξη για την «αναδιάρθρωση του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας με έμφαση στην Καινοτομία, στην Έρευνα και στην Παιδεία». Ζητούμενο είναι η «ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγικής της δομής», ώστε να εξασφαλιστεί «η διεθνής ανταγωνιστικότητα και η αναπτυξιακή προοπτική». Αυτό συνθηματολογικά αποτυπώνεται ως εξής: «μετάβαση από το Τρίγωνο Κρίσης (Χρέος-Έλλειμμα-Έλλειψη ισχυρής παραγωγικής βάσης), στο Τρίγωνο Γνώσης (Εκπαίδευση-Έρευνα-Καινοτομία)». Η υλοποίηση αυτού του «οράματος» απαιτεί να μοχλευτούν «σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις, μέσα από την αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης», σε δράσεις στοχευμένες «στις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα στην πορεία προς το 2020».

Κατ' αυτόν τον τρόπο, αποσιωπάται ότι τόσο η έρευνα όσο και η ανάπτυξη, που προφανώς σχετίζονται, δεν είναι ταξικά ουδέτερες, είναι δέσμιες των σχέσεων παραγωγής, του καπιταλιστικού δρόμου. Άλλωστε, η επιδιωκόμενη κατ' αυτό τον τρόπο αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, δεν επιφυλάσσει τίποτε θετικό για τα λαϊκά στρώματα. Ας μην ξεχνάμε ότι όλες οι αντεργατικές αντιλαϊκές ανατροπές έχουν γίνει στο όνομα της «βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας».

Η αντικειμενική τάση για ταχύτερη ενσωμάτωση επιστημονικών επιτευγμάτων στην παραγωγή και την οργάνωσή της, στις δεδομένες συνθήκες, δεν αντιβαίνει, ίσα-ίσα ενισχύει τις επιπτώσεις των νομοτελειών του καπιταλισμού. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν μια καπιταλιστική οικονομία βρίσκεται σε κρίση ή σε ανάπτυξη. Έτσι, για παράδειγμα, δεν αναιρείται από αυτό ότι στα πλαίσια του καπιταλισμού η ανεργία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, αφού είναι σύμφυτη με αυτόν, αποτελεί αναγκαία συνέπεια της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής. Αυτό είναι διαφορετικό από το αν τα μεγέθη της αντικειμενικά μεταβάλλονται από περίοδο σε περίοδο ή από το ότι ενδεχομένως και κατά περιόδους διαφοροποιείται η σύνθεση των ανέργων.

Άλλωστε, οι παρεμβάσεις σε όλη την κλίμακα της εκπαίδευσης τα τελευταία χρόνια, ακριβώς υπό το περίβλημα της δήθεν αντιστοίχησης των παρεχόμενων γνώσεων και «δεξιοτήτων», όχι μόνο δεν αντιμετώπισαν την ανεργία, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, αλλά ενίσχυσαν την εργασιακή ανασφάλεια της νεολαίας.

Έτσι, η προβολή αυτής της επιχειρηματολογίας θα πρέπει να βρίσκει τους εργαζομένους άκρως επιφυλακτικούς, καθώς συγκαλύπτει ότι στο ήδη διαμορφωμένο τοπίο της υψηλής ανεργίας, των κουτσουρεμένων μεροκάματων και της διαιωνιζόμενης εργασιακής ανασφάλειας και περιπλάνησης προμηνύεται ακόμα μεγαλύτερη ένταση της επίθεσης.

Στο κείμενο καταγράφεται ως «μεγάλη πρόκληση» η επιδίωξη «να μετατρέψουμε τις παραδοσιακές πολιτικές στήριξης της καινοτομίας των επιχειρήσεων, σε μηχανισμούς επιτυχούς ένταξής τους στον παγκόσμιο ανταγωνισμό». Αναδεικνύεται έτσι ξεκάθαρα ο προσανατολισμός της αστικής τάξης της χώρας στην αναβάθμισή της θέσης της στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Κριτήρια για τον προτεινόμενο σχεδιασμό αποτέλεσαν  η «σημαντική επίδραση στην οικονομία και δυνατότητα μόχλευσης ιδιωτικών επενδύσεων σε έρευνα και καινοτομία», η «ύπαρξη διεθνούς αγοράς», η «διαθεσιμότητα σχετικού δημόσιου ή/και ιδιωτικού ερευνητικού δυναμικού», η «δημιουργία θέσεων εργασίας (μακροπρόθεσμα)» καθώς και «άλλες επιδράσεις (π.χ. περιβαλλοντικές, κοινωνικές)». Ο σχεδιασμός θα αναπτύσσεται περαιτέρω, εξειδικευόμενος κατά τομέα και περιφέρεια.

Οι παραπάνω προτεραιότητες αποτυπώνονται με χαρακτηριστικό τρόπο στους δείκτες παρακολούθησης των εκροών, βάσει των οποίων θα παρακολουθείται και θα αξιολογείται η πορεία υλοποίησης των διαφόρων δράσεων. Από τους 6 ενδεικτικά προτεινόμενους δείκτες, οι 4 είναι: «αριθμός επιχειρήσεων που συνεργάζονται με ενισχυόμενους ερευνητικούς οργανισμούς», «ιδιωτικές επενδύσεις που μοχλεύονται στα χρηματοδοτούμενα έργα Έρευνας, Ανάπτυξης και Καινοτομίας», «αριθμός επιχειρήσεων που ενισχύονται για να παράγουν προϊόντα νέα στην αγορά», «αριθμός επιχειρήσεων που ενισχύονται για την παραγωγή προϊόντων νέων στην επιχείρηση». Δηλαδή, πρόκειται για δείκτες που δεν έχουν καμία σχέση με την ίδια την επιστήμη, την επιστημονική αξιολόγηση του ερευνητικού έργου.

Η ευρωενωσιακή στρατηγική για την έρευνα την περίοδο 2014-2020

Οι στόχοι της ΕΕ για «οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη που βασίζεται στη γνώση, το ανθρώπινο δυναμικό, στην έρευνα και την καινοτομία», πίσω από αυτές τις εύηχες φράσεις κρύβουν τον προσανατολισμό για άνοδο της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και της καπιταλιστικής οικονομίας της ΕΕ συνολικά, που σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη ένταση της επίθεσης στον εργαζόμενο λαό.

Οι τομείς προτεραιότητας της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» κάτω από τους τίτλους «έξυπνη ανάπτυξη», «βιώσιμη ανάπτυξη» και «ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς» κρύβουν αντιλαϊκές εξελίξεις που έχει αποκαλύψει καιρό τώρα το ΚΚΕ.

Η «έξυπνη ανάπτυξη» αφορά το σχεδιασμό για αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, ως αποτέλεσμα της εισαγωγής «καινοτόμων» και νέας γενιάς τεχνολογικών προϊόντων και υπηρεσιών στη διαδικασία της παραγωγής και την οργάνωσή της, με στόχο την άνοδο της παραγωγικότητας και τη μεσοπρόθεσμη μείωση του κόστους παραγωγής. Επιδίωξη είναι η ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, μέσα από την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων, ενισχύεται η επιθετικότητά του απέναντι στην εργατική τάξη, που την περικυκλώνει πιο ασφυκτικά ο εφιάλτης της ανεργίας.

Η «βιώσιμη ανάπτυξη» απηχεί τους ανταγωνισμούς για την ενέργεια τόσο με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η αντιπαράθεση για την ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ από ρώσικο πετρέλαιο και φυσικό αέριο), όσο και μεταξύ μονοπωλίων με έδρα στην ΕΕ. Εξ ου και η σύνδεσή της με τον κλάδο των μεταφορών (βλ. το στόχο της ελληνικής αστικής τάξης για ανάδειξη της Ελλάδας σε διαμετακομιστικό κέντρο και «πύλη εισόδου» κινέζικων εμπορευμάτων στην ΕΕ κ.α.).

Η «ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς» αφορά άμεσα την επίθεση στα μορφωτικά και εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων, αφού συνίσταται στην ενίσχυση της εργασιακής περιπλάνησης και ανασφάλειας, μέσω της έμφασης στην «κινητικότητα», τη δια βίου μάθηση, την υποκατάσταση της ολόπλευρης μόρφωσης από την εκπαίδευση για απόκτηση «δεξιοτήτων».

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ποσοτικοποίηση των στόχων προβλέπεται, μεταξύ άλλων, παγίωση της ανεργίας σε ποσοστό μέχρι 25% για τις ηλικίες 20-64, καθώς και 10% σχολική διαρροή από την υποχρεωτική εκπαίδευση, σε συνδυασμό με το στόχο για επένδυση του 3% του ΑΕΠ της ΕΕ σε δραστηριότητες «Έρευνας και Ανάπτυξης»! Δίνεται, έτσι κι ένα περίγραμμα του πραγματικού χαρακτήρα της προσδοκώμενης ανάπτυξης.

Η επαναφορά του στόχου για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία στο 3% του ΑΕΠ κάθε κράτους-μέλους (από 1,85% που είναι σήμερα σε επίπεδο ΕΕ) συνδέεται με την προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων από τον ιδιωτικό τομέα και διασφάλιση της αποτελεσματικότητας αυτών. Ειδικά για την Ελλάδα, το δημόσιο σκέλος του ΕΣΠΕΚ στοχεύει «να κινητοποιήσει τους αναγκαίους πόρους έτσι ώστε το σύνολο της δημόσιας και ιδιωτικής δαπάνης για την Έρευνα να ανέλθει από το 0,69% του ΑΕΠ το 2012 στο 1,2% το 2020».

Το ερώτημα είναι κατά πόσον είναι ρεαλιστικό να αναμένεται θετικός αντίκτυπος από αυτή την αύξηση για τους εργαζομένους στο χώρο της έρευνας, αλλά και γενικότερα. Είναι δεδομένο ότι πράγματι, ένα τμήμα θα αποκομίσει σημαντικά οφέλη από την αύξηση της πίτας. Όμως, στη γενική κατεύθυνση, θα συμβεί το αντίθετο.

Η ενίσχυση του επιχειρηματικού προσανατολισμού στο χώρο της έρευνας σηματοδοτεί περαιτέρω χειροτέρευση των όρων εργασίας, τη χειραγώγηση του προσανατολισμού και του περιεχομένου της ανάπτυξης της επιστήμης.

Έρευνα και καινοτομία στην Ελλάδα στην πορεία για το 2020

Στο κείμενο χαρακτηρίζεται ως θετική, αλλά ανεπαρκής η προσπάθεια για βελτίωση των επιδόσεων της χώρας στον τομέα της έρευνας και καινοτομίας. Αναδεικνύονται ως πρόβλημα «οι χαμηλές επιδόσεις στην καινοτομία και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας».  

Σημειώνεται ότι τα εντοπιζόμενα πλεονεκτήματα (π.χ. καλές επιδόσεις στα συγχρηματοδοτούμενα από την ΕΕ προγράμματα-πλαίσια, υψηλή ποιότητα ερευνητικού δυναμικού, ελληνική παρουσία στο χώρο των επιστημονικών δημοσιεύσεων άνω του μέσου όρου της ΕΕ κ.α.) δεν έχουν αξιοποιηθεί για «να ξεπεραστούν διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας και να ενσωματωθεί η ερευνητική δραστηριότητα στις παραγωγικές διαδικασίες», ώστε να προσεγγιστεί ο μέσος όρος της ΕΕ.

Οι βασικές αιτίες που εντοπίζονται για αυτό είναι:

α) η έρευνα προσανατολίζεται στη βάση των ενδιαφερόντων των ερευνητικών ομάδων και των δυνατοτήτων χρηματοδότησης κι όχι των αναγκών της καπιταλιστικής οικονομίας, ενώ εντοπίζεται και υστέρηση στην «καλλιέργεια επιχειρηματικού πνεύματος» και την εμπορική αξιοποίηση της έρευνας

β) στον παραγωγικό ιστό κυριαρχούν οι μικρού μεγέθους επιχειρήσεις, με δραστηριότητες «χαμηλής έντασης γνώσης»

γ) η έλλειψη κατάλληλων επενδυτικών εργαλείων και μηχανισμών μεταφοράς τεχνολογίας που να υποστηρίζουν αποτελεσματικά «την καινοτομικότητα των επιχειρήσεων και την καινοτομία συνολικά».

Εντοπίζεται, δηλαδή, ένα σοβαρό ζήτημα για τον αναπτυξιακό σχεδιασμό της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, το οποίο σχετίζεται με την ερευνητική πολιτική. Αντικειμενικά, η εγγενής ανισομετρία του καπιταλισμού βαραίνει αποφασιστικά στη διαμόρφωση του επιπέδου ανάπτυξης κάθε καπιταλιστικής οικονομίας σε κάθε φάση, καθώς και στη διάρθρωση της παραγωγής. Κι ενώ είναι αντικειμενική τάση η όλο και βαθύτερη συσχέτιση της επιστήμης, άρα και της έρευνας με την παραγωγή, το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς στο ότι μιλάμε για κεφαλαιοκρατική παραγωγή και καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Εν προκειμένω, αυτό αντανακλάται στη δρομολόγηση ακόμα μεγαλύτερης διείσδυσης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στο χώρο της έρευνας, την ίδια ώρα που και στα πανεπιστήμια η «επιχειρηματικότητα» έχει γίνει η πιο πολύφερνη νύφη.

Άμεση συνέπεια των παραπάνω θα είναι να δοθεί υπερβολικό βάρος στους αναδεικνυόμενους τομείς στρατηγικού ενδιαφέροντος, καθώς εκεί θα προσανατολίζεται η χρηματοδότηση, αφού τα προσδοκώμενα επιχειρηματικά κέρδη θα είναι μεγαλύτερα. Αυτό είναι αναπόφευκτο, λόγω του ενδογενώς ανισόμετρου χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που αντανακλάται και στην ανάπτυξη της έρευνας. Αποτέλεσμα θα είναι η αποδυνάμωση ως απονέκρωση της έρευνας στα υπόλοιπα ερευνητικά πεδία, με άμεσες συνέπειες στο ερευνητικό και υποστηρικτικό δυναμικό που δουλεύει σε αυτά.

Η αναφορά σε «ένα ελάχιστο επίπεδο χρηματοδότησης για όλους τους υφιστάμενους τομείς, ανεξάρτητα από τις εθνικές προτεραιότητες» δεν προσφέρει καμία εγγύηση, πολύ περισσότερο όταν καθίσταται σαφές ότι η όποια επιπλέον χρηματοδότηση «θα επιμερίζεται με ανταγωνιστικά κριτήρια τόσο ανάμεσα στους ερευνητές όσο και ανάμεσα στις ακαδημαϊκές μονάδες».

Γι΄ αυτό, άλλωστε, και εντοπίζεται ως πρόβλημα η ανάπτυξη ερευνητικών ομάδων στη βάση των ενδιαφερόντων τους και των δυνατοτήτων χρηματοδότησης (άραγε, πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει σε συνθήκες έλλειψης πόρων;) κι όχι γιατί επιχειρείται να γίνει προσπάθεια ολόπλευρης ανάπτυξης της, με ιεράρχηση προτεραιοτήτων με κριτήριο τις ανάγκες της κοινωνίας.

Με την παρατήρηση ότι στο βαθμό που η επιδίωξη της αριστείας δε συνδυάζεται «με την αναπτυξιακή προσπάθεια, συνδυάζοντας την ποιότητα με τη συνάφεια», κρούεται το καμπανάκι του κινδύνου για την αποτελεσματική προώθηση των σχεδιασμών τους, καθώς επισημαίνεται ότι έτσι «το χάσμα ανάμεσα στην ερευνητική κοινότητα και στις επιχειρήσεις θα διευρύνεται, μετατρέποντας το στόχο της σύνδεσης της έρευνας με την οικονομία και την κοινωνία, σε κενό γράμμα».

Διαλύονται έτσι οι όποιες αυταπάτες για το αν η «αριστεία», όπως μπαίνει από τις ευρωενωσιακές κατευθύνσεις, στοχεύει στην ανάδειξη πρωτοπόρου και ποιοτικής έρευνας με επιστημονικά κριτήρια ή στην ανάδειξη των πιο επιχειρηματικά αξιοποιήσιμων αποτελεσμάτων.

Η εντοπιζόμενη «αναντιστοιχία ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού», είναι πράγματι σοβαρό ζήτημα. Όμως, δεν αντιμετωπίζεται στα πλαίσια που περιγράφονται. Ως γιατρικό προκρίνεται η ενίσχυση της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και η στενότερη σύνδεση πανεπιστημίων-επιχειρήσεων. Ακόμα, όμως, κι αν έτσι προκύψουν περισσότερες θέσεις εργασίας για νέους επιστήμονες, παραμένει ότι στο βωμό της ανταγωνιστικότητας η εργασιακή ανασφάλεια θα ενισχύεται. Η δουλειά τους θα είναι δέσμια όχι των αναγκών της κοινωνίας, κάτι που θα απαιτούσε εξασφάλιση σταθερότητας και συνέχειας στο ερευνητικό τους έργο, αλλά των προοπτικών κερδοφορίας κάθε επιχειρηματικού ερευνητικού project, που έχει ημερομηνία λήξης.

Η ομολογία ότι οι υποψήφιοι διδάκτορες αντιμετωπίζονται ως υποκατάστατο του ερευνητικού δυναμικού στα ΑΕΙ και ότι το διδακτορικό μετατρέπεται «σε ένα επιπλέον προσόν στη μάχη για μια θέση εργασίας» είναι κυνική, όσο και αποκαλυπτική. 

Το κύριο ζήτημα είναι ότι, σε αυτά τα πλαίσια, ο εργαζόμενος στην έρευνα εγκλωβίζεται, γίνεται δέσμιος των καπιταλιστικών σχέσεων που ισχύων και σε αυτό το χώρο, με συνέπεια και τον κυκεώνα της διαιωνιζόμενης εργασιακής ανασφάλειας. Αυτή είναι η βάση που καθορίζει και το περιεχόμενο της έρευνας και την επαγγελματική συνέχεια των εργαζομένων σε αυτή.

Στοχεύσεις και προτεραιότητες του στρατηγικού σχεδιασμού για την έρευνα

Το «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο για την Έρευνα και την Καινοτομία» αποτελεί μέρος του συνολικού αναπτυξιακού σχεδίου της αστικής τάξης και μοχλό για την υλοποίησή του. Τροχιοδρομεί προσαρμογές απαραίτητες για τη φάση της περιορισμένης αναζωογόνησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Γι' αυτό και δίνεται βάρος «στις οικονομικές δραστηριότητες στις οποίες είτε διαθέτουμε είτε μπορούμε να αναπτύξουμε ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα».

Στο κείμενο αποκρύπτεται ότι πηγή αύξησης της ανταγωνιστικότητας είναι τελικά η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης. Άρα, η όποια αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου, σε συνθήκες καπιταλισμού, όχι μόνο δε θα βελτιώσει τη σχετική θέση των εργαζομένων, αλλά ίσα-ίσα θα τη δυσχεράνει ακόμα περισσότερο, καθώς ο αντιλαϊκός κατήφορος δεν πρόκειται να ανακοπεί. Αυτό δεν αλλάζει, παρά τις όποιες ονομαστικές ή και πραγματικές βελτιώσεις σε μια σειρά από δείκτες, που αντικειμενικά θα έρθουν, όταν η ύφεση, έστω και προσωρινά, παρέλθει.

Η μετατόπιση του βάρους από κάποιους τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας σε κάποιους άλλους, σε φάση που επιχειρείται να σχεδιαστεί η πορεία της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας μετά την έξοδο από την κρίση, αφορά προτεραιότητες και ανταγωνισμούς στο εσωτερικό της κυρίαρχης τάξης, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμά της καθορίζεται από τις σχέσεις αλληλεξάρτησης και ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων οικονομιών. Οι επιδιωκόμενες παρεμβάσεις στον ερευνητικό ιστό και το στρατηγικό σχεδιασμό για την έρευνα αυτό εξυπηρετούν.

Η αναφορά ότι «η έρευνα και η καινοτομία μπορούν να συμβάλλουν καθοριστικά στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προκλήσεων» τις οποίες «όξυνε σε υπερθετικό βαθμό η συνεχιζόμενη κρίση» αφορά την έρευνα στις λεγόμενες «ανθρωπιστικές επιστήμες». Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι ότι ο προσανατολισμός αφορά στην αντιμετώπιση των πιο ακραίων και οξυμένων προβλημάτων που προκάλεσε η κρίση, κι όχι την ουσιαστική ανάλυση και ριζική επίλυσή των συνεπειών της για το λαό. Άλλωστε, ο στρατηγικός σχεδιασμός συνολικά εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο που προκάλεσε την κρίση και επέτεινε τις συνέπειές της για το λαό: στοχεύει στην καπιταλιστική συσσώρευση, που νομοτελειακά γεννά τις κρίσεις.

Ακόμα, είναι χαρακτηριστικό ως προς αυτό ότι η διαχείριση των κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης μετατρέπεται σε πεδίο άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, με την έρευνα στους σχετικούς τομείς να αποκτά αντίστοιχο προσανατολισμό.

Οι κατευθύνσεις για την «αναδιοργάνωση του συστήματος έρευνας και καινοτομίας» και την «εισαγωγή σημαντικών θεσμικών αλλαγών» που τίθενται ως προϋποθέσεις για την επίτευξη της στρατηγικής του ΕΣΠΕΚ, δρομολογούνται μέσα από  το νέο νόμο για την έρευνα.

Ακόμα, επιβεβαιώνεται ο αναβαθμισμένος ρόλος της τοπικής διοίκησης, ιδιαίτερα σε περιφερειακό επίπεδο, για το προχώρημα των συνολικών σχεδιασμών της αστικής τάξης.

Τα παραπάνω ζητούμενα κατανέμονται σε τρεις «πυλώνες παρέμβασης», που λειτουργούν συμπληρωματικά μεταξύ τους, αλλά και στα πλαίσια ευρύτερων και διεθνών συνεργασιών.

Πυλώνας 1: Έξυπνη ανάπτυξη, βασισμένη στη γνώση και την εξειδίκευση

Έχει αξία να δούμε τα κριτήρια για την επιλογή των τομέων εξειδίκευσης: «επίδραση στην οικονομία (πολλαπλασιαστές), τη βιωσιμότητα, την εξαγωγική δυναμική, την καινοτομία» σε συνδυασμό με την «υφιστάμενη επιστημονική εξειδίκευση του ερευνητικού δυναμικού», εντοπισμός δραστηριοτήτων όπου η αξιοποίηση της έρευνας «με τη συμμετοχή των επιχειρήσεων και της ερευνητικής κοινότητας» θα επιφέρει «διαρθρωτικές αλλαγές στις επιχειρήσεις του τομέα», δυνατότητα συνδυαστικών παρεμβάσεων με στόχο «μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία» κ.α. 

Για την επίτευξη των στόχων του «Πυλώνα 1», η έμφαση δίνεται στην «ενίσχυση ιδιωτικών επενδύσεων στους τομείς προτεραιότητας», στην «ενθάρρυνση της επιχειρηματικής ανακάλυψης και πιλοτική ενίσχυση αναδυόμενων οικονομικών δραστηριοτήτων», τη διαμόρφωση κατάλληλων ερευνητικών υποδομών, σε συνδυασμό με τον «Ευρωπαϊκό Οδικό Χάρτη Ερευνητικών Υποδομών».

Επιδιώκεται η «στροφή σε ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα», με προσανατολισμό «σε λίγους τομείς όπου η χώρα διαθέτει ή μπορεί να οικοδομήσει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα».

Οι αναδειχθείσες για την Ελλάδα περιοχές εξειδίκευσης είναι: αγρο-διατροφή, τουρισμός, υπηρεσίες υγείας-φάρμακα-διαγνωστικά προϊόντα, προϊόντα και υπηρεσίες σχετικά με παραγωγή και διαχείριση ενέργειας, υπηρεσίες και τεχνολογίες μεταφορών και logistics, τεχνολογίες και υπηρεσίες προστασίας του περιβάλλοντος-βιώσιμη ανάπτυξη που σχετίζεται με οικο-καινοτομία και θαλάσσια οικονομία, τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, υλικά και κατασκευές.

Οι δράσεις που προβλέπονται για την υλοποίηση όσων περιλαμβάνονται στον «Πυλώνα 1» αποτελούν μια προσπάθεια καλύτερης και πιο αποτελεσματικής οργάνωσης της προώθησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο χώρο της έρευνας, μέσα από την ενίσχυση, βελτίωση και αναδιοργάνωση ήδη υφιστάμενων και προβλεπόμενων ή νέων δομών και σχημάτων (clusters, spin off, ΣΔΙΤ, κουπόνια καινοτομίας κ.λπ.), με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο χώρο της έρευνας και της εμπορευματικής εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων της, με ζητούμενο την «παραγωγή νέων προϊόντων, διεργασιών και διαδικασιών υψηλής προστιθέμενης αξίας και έντασης γνώσης που θα συμβάλλουν την ανάπτυξη της χώρας» και άξονα την «ενίσχυση της συνεργατικής έρευνας ερευνητικών φορέων, ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επιχειρήσεων».

Σε αυτή την κατεύθυνση προωθείται η διαμόρφωση διάφορων σχετικών μηχανισμών στα ιδρύματα. Έτσι, προτείνεται η ανάπτυξη «Γραφείων Μεταφοράς Τεχνολογίας», με οργανική ενσωμάτωσή τους στη δομή του ιδρύματος, η «ίδρυση εταιρειών ιδιοκτησίας του ιδρύματος», η παροχή υπηρεσιών «proof-of-concept» σε επίπεδο ιδρύματος από εξειδικευμένους οργανισμούς, με αντικείμενο «την αξιολόγηση της τεχνικής ωριμότητας και εμπορικής βιωσιμότητας των ερευνητικών αποτελεσμάτων», καθώς και υπηρεσίες τύπου «coaching» για «παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για την απόκτηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας», την «κατάστρωση επιχειρηματικού σχεδίου», την «υποστήριξη στην εύρεση χρηματοδότησης για την εμπορική αξιοποίηση και υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου».

Είναι χαρακτηριστικό, ως προς το πώς διαμορφώνεται ο ρόλος του ερευνητή και το πώς το επίκεντρο μετατίθεται από το επιστημονικό έργο στην επιχειρηματική λειτουργία, ότι στο κείμενο αναφέρεται ρητά η ανάγκη για «εξοικείωση του ερευνητικού δυναμικού ιδρυμάτων με τη διαδικασία της εμπορικής αξιοποίησης των αποτελεσμάτων και η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας».

Τη στόχευση αυτή εξυπηρετεί και η δημιουργία τεχνολογικών πλατφόρμων, ως πιλότων για έρευνα σε «αναδυόμενες περιοχές», με στόχο την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς και η ανατροφοδότηση της διαδικασίας της «επιχειρηματικής ανακάλυψης», στοιχεία που θα προσφέρουν ευελιξία και προσαρμοστικότητα στο στρατηγικό σχεδιασμό. 

Με τα παραπάνω σχετίζεται και η δημιουργία ταμείου «παροχής χρηματοδότησης σποράς και εκκίνησης για την υποστήριξη επιχειρηματικών εγχειρημάτων φοιτητών, επιστημονικού και ερευνητικού προσωπικού των ΑΕΙ και Ερευνητικών Κέντρων».

Οι σχετικές προβλέψεις, πέρα από επιμέρους στοιχεία, αναδεικνύουν και το ρόλο που αναλαμβάνει το αστικό κράτος, λειτουργώντας ως προωθητής της επιχειρηματικής λειτουργίας, προσαρμόζοντας ανάλογα δομές και υπηρεσίες του, αναλαμβάνοντας τη διεκπεραίωση και οργάνωση σχετικών πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων.

Η στρατηγική ανάπτυξης ερευνητικών υποδομών, οι οποίες αποτελούν δομικό στοιχείο του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας, αποσκοπεί αφενός στο να ενισχυθούν «υφιστάμενες ερευνητικές υποδομές εθνικής  σημασίας», αφετέρου στο να αναπτυχθούν νέες υποδομές «σε συνάφεια με τη στρατηγική έξυπνης εξειδίκευσης και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Ερευνητικών Υποδομών (ESFRI. Αυτές θα είναι οι κατευθυντήριες γραμμές για την διαμόρφωση Εθνικής Στρατηγικής και ενός Οδικού Χάρτη για τις Ερευνητικές Υποδομές.

Εντοπίζεται ότι «η δημιουργία κρίσιμης μάζας και η ανάπτυξη συνεργασιών μεταξύ των ερευνητικών ομάδων οι οποίες δραστηριοποιούνται σε συναφή ερευνητικά αντικείμενα αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη δημιουργία ερευνητικών υποδομών εθνικής εμβέλειας», μια κατεύθυνση που ετοιμάζει το έδαφος για νέο γύρο συγχωνεύσεων.

Πυλώνας 2: Αριστεία στην έρευνα και ανάπτυξη του ανθρώπινου ερευνητικού δυναμικού

Η στόχευση του Πυλώνα 2 αφορά την «ενίσχυση της αριστείας σε ΑΕΙ και ερευνητικά κέντρα σε συνάφεια με τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας», μέσα από την «ανάπτυξη ανθρώπινου ερευνητικού δυναμικού, ιδιαίτερα στους τομείς προτεραιότητας» (υπογράμμιση που έχει σημασία ως προς το μέλλον των υπολοίπων εργαζομένων στην έρευνα, αλλά και ως προς τις συνέπειες του αστικού σχεδιασμού σε όλη τη γραμμή από το πανεπιστήμιο μέχρι την ερευνητική παραγωγή), τη συγκράτηση και προσέλκυση ερευνητικού δυναμικού υψηλής ποιότητας. Βασικός μοχλός είναι η ανταγωνιστικότητα των προς χρηματοδότηση ερευνητικών προσπαθειών.

Ενδεικτικό για το πως, μέσα από αντίστοιχες δεσμίδες μέτρων, κατευθύνεται και ποδηγετείται το περιεχόμενο της έρευνας και η εργασιακή προοπτική των νέων επιστημόνων, είναι η προβλεπόμενη δράση που προβλέπει «υποτροφίες για υποψήφιους διδάκτορες».

Την ώρα που πολύ μεγάλος αριθμός υποψηφίων διδακτόρων (υ/δ) εκπονεί τη διατριβή του χωρίς να αμείβεται μέσω κάποιας σύμβασης ή υποτροφίας, την ώρα που το ΙΚΥ έχει διακόψει το πρόγραμμα υποτροφιών για υ/δ, την ώρα που πολλοί δεν ολοκληρώνουν τη διατριβή τους, καθώς αναγκάζονται να δουλεύουν παράλληλα, η προαναγγελία για θέσπιση υποτροφιών, παρότι κάτι τέτοιο αποτελεί πάγια διεκδίκηση για το χώρο, ως αναγκαία προϋπόθεση για να μπορεί ο νέος επιστήμονας να διεξάγει την έρευνά του, δεν μπορεί να προκαλεί εφησυχασμό. Κι αυτό γιατί την ίδια ώρα, στο προσχέδιο του «νόμου για την Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία» που αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή, δεν κατοχυρώνονται εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα των υ/δ-μεταδιδακτόρων, δε κατοχυρώνονται τα χρόνια της ερευνητικής τους δουλειάς σαν χρόνος προϋπηρεσίας, ούτε προσμετρούνται στα συντάξιμα. Αντίθετα, στο κείμενο του ΕΣΠΕΚ είναι σαφές ότι η χορήγηση υποτροφιών (χωρίς κι εδώ να γίνεται αναφορά σε σχέση με τα προαναφερθέντα δικαιώματα) θα λειτουργήσει ως στρόφιγγα για την ενίσχυση συγκεκριμένων ερευνητικών πεδίων.

Άλλωστε, δεν προβλέπεται χορήγηση υποτροφιών σε όλους τους υ/δ, ενώ οι νέοι επιστήμονες μένουν στον αέρα σε περίπτωση που αλλάξουν οι σχεδιασμοί και οι προτεραιότητες των επιχειρηματικών ομίλων και του κράτους τους.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται αν λάβουμε υπόψη και τις προβλεπόμενες δράσεις για «ενίσχυση των νέων ερευνητών» και την «ενίσχυση μεταδιδακτορικών ερευνητών». Στη μεν πρώτη περίπτωση η ενίσχυση δεν αφορά τους νέους ερευνητές, αλλά πρώτης βαθμίδας μέλη ΔΕΠ, ΕΠ και ερευνητές και μόνο ως μέλη της όποιας ερευνητικής ομάδας ένα ποσό θα φτάσει στους νέους επιστήμονες κι αυτό για την περιορισμένη διάρκεια των 1-2 ετών, ενώ στη μεν δεύτερη προβλέπεται χρηματοδότηση έργων για 2-3 χρόνια με κύριο ζητούμενο την εμπορική αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων.

Πέραν αυτών όμως, οι ίδιες οι προβλεπόμενες δράσεις περιγράφουν το καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας για τους νέους ερευνητές, αφού η επαγγελματική συνέχειά τους στο χώρο εξαρτάται αποκλειστικά από το αν θα βρίσκουν ανά 2ετία ή 3ετία χρηματοδότηση, για την οποία προαπαιτούμενο είναι ο προσανατολισμός της έρευνάς τους βάση των δεσμών που επιβάλλει η επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο, τελικά της ύπαρξης των καπιταλιστικών σχέσεων, που από τη φύση τους, σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης τους καπιταλισμού, φρενάρουν την ανεμπόδιστη ανάπτυξη της επιστήμης. Αυτό, άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το κείμενο, που απαιτεί «σύνδεση της έρευνας με τις ανάγκες των επιχειρήσεων μέσα από την επιλογή κατάλληλης θεματολογίας», ενώ προβλέπεται ρητά ότι «προτεραιότητα θα δοθεί σε ερευνητικά θέματα που μπορούν να αξιοποιηθούν εμπορικά».

Πυλώνας 3: Κοινωνικές προκλήσεις

Η αστική τάξη, προετοιμάζοντας την αναπτυξιακή στρατηγική της για τη νέα φάση στην οποία μπαίνει η καπιταλιστική οικονομία στην Ελλάδα, θέλει να ενσωματώσει σε αυτό της το «όραμα» όσο το δυνατό περισσότερους, ώστε να ενισχύσει την ιδεολογική της κυριαρχία, να ενισχύσει τις κοινωνικές της συμμαχίες, αλλά και να αξιοποιήσει για τους σκοπούς της το σύνολο των διαθέσιμων κοινωνικών πόρων.  

Για τις στοχεύσεις της έρευνας στον τομέα των «κοινωνικών προκλήσεων» αναφερθήκαμε και παραπάνω. Από την περαιτέρω ανάπτυξη των συγκεκριμένων στόχων στην αντίστοιχη ενότητα του κειμένου, επιβεβαιώνονται οι παρατηρήσεις μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ως ωφελούμενοι από τις προβλεπόμενες στον «Πυλώνα 3» δράσεις, πέραν των αντίστοιχων υπουργείων, ερευνητικών ομάδων και δήθεν ωφελούμενων κοινωνικών ομάδων, θεωρούνται και «επιχειρήσεις οι οποίες αναπτύσσουν εφαρμογές και προϊόντα που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των συγκεκριμένων προκλήσεων».

Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο αφορά το πώς εντάσσονται στην κατηγορία των «κοινωνικών προκλήσεων» δράσεις που αφορούν ερευνητικά πεδία τα οποία αποτελούν προτεραιότητες του στρατηγικού σχεδιασμού βάσει των προβλεπόμενων στον «Πυλώνα 1», όπως ενέργεια (π.χ. σε σχέση με την υποδοχή σε επίπεδο κοινωνίας της ενίσχυσης του μεριδίου των ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας), μεταφορές και logistics (π.χ. από την άποψη των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και ρυθμίσεων, της ασφάλειας) κ.α.


Βασικοί άξονες της θέσης του ΚΚΕ

Με βάση τα παραπάνω, θεωρούμε ότι είναι επιβεβλημένη η απόρριψη του νομοσχεδίου και του «Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου», όπως και συνολικά του προσανατολισμού της ΕΕ, η αποκάλυψη των αντιδραστικών στοχεύσεων που υπηρετούν.

Αντίστοιχα, θεωρούμε ανάγκη την ανάπτυξη αγωνιστικής δράσης από τους συλλογικούς φορείς που δραστηριοποιούνται στο χώρο της έρευνας, με στόχο και να παρεμποδιστεί η κατάθεση και η ψήφισή τους, αλλά το πιο σημαντικό είναι να παρεμποδιστεί και να ακυρωθεί στην πράξη η υλοποίηση των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων.

Γι' αυτό, είναι κατά τη γνώμη μας σημαντικό μια τέτοια προσπάθεια να συνοδεύεται από μια συνολική πρόταση του κινήματος στο χώρο, ώστε να μπει άλλη πυξίδα στην ανάπτυξη της έρευνας, που να δένεται με τον άλλο δρόμο ανάπτυξης που έχει ανάγκη ο λαός μας.

Γνωρίζουμε ότι αυτός ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Μπορούμε, όμως, και είναι ανάγκη να τον περπατήσουμε.

Στην κατεύθυνση αυτή, το ΚΚΕ, τόσο μέσα στη Βουλή, όσο και μέσα στους χώρους της έρευνας, αλλά και ευρύτερα στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, θα συμβάλλει με όσες δυνάμεις διαθέτει .

Ως Κόμμα, βρισκόμαστε σε περίοδο που επιχειρούμε μια πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία των θέσεών μας για την έρευνα.

Σε αυτό, θα θέλαμε τη βοήθειά σας, τόσο στην επιστημονική τεκμηρίωση, όσο και στη ζωντανή, μέσα από την πείρα σας και την επιστημονική σας ματιά, ανάδειξη των πλευρών εκείνων που πρέπει να λάβουμε υπόψη σε ότι αφορά τον καθοριστικό ρόλο της επιστημονικής έρευνας στην επίτευξη των καθηκόντων που θα αναλάβει η εργατική-λαϊκή εξουσία, η κυβέρνηση στην οποία το ΚΚΕ θα συμβάλλει με όλες του τις δυνάμεις, όταν ο λαός αποφασίσει να αποτινάξει από πάνω του το ζυγό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Πυλώνας της τοποθέτησής μας είναι η θέση ότι η έρευνα είναι κοινωνική ανάγκη και απελευθερώνει τις παραγωγικές δυνατότητες του ανθρώπου.

Δεν μπορεί όμως ποτέ να αναπτυχτεί σε αυτή την κατεύθυνση στο πλαίσιο της επιχειρηματικότητας και του ανταγωνισμού.

Στο πεδίο της έρευνας, η βασική αντίφαση του καπιταλισμού εκφράζεται με τον κοινωνικό χαρακτήρα της έρευνας απέναντι στον καθορισμό του περιεχομένου και του προσανατολισμού της, καθώς και την ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της από το κεφάλαιο.

Η αντίφαση αυτή θα λυθεί μόνο με την απελευθέρωση των εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων, ως συνέπεια του κεντρικού, επιστημονικά οργανωμένου σχεδιασμού της οικονομίας, στο έδαφος των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής.

Η έρευνα στο δρόμο ανάπτυξης για τον οποίο παλεύει το ΚΚΕ, είτε διεξάγεται στα πανεπιστήμια είτε στα ερευνητικά κέντρα, σε συνεργασία με τους κλαδικούς κρατικούς φορείς, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην επιστημονική πρόβλεψη και σχεδιασμό για την ικανοποίηση των διευρυνόμενων κοινωνικών αναγκών.

Έτσι μόνο μπορεί να απελευθερωθεί η επιστημονική έρευνα, τόσο τα εργαλεία όσο και η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της, από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, από το σφιχταγκάλιασμα με τις επιχειρήσεις.

Έτσι μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη της παραγωγής, στην αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας, τόσο για τις ανάγκες της βιομηχανίας, όσο και για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της λαϊκής οικογένειας (π.χ. με την παραγωγή και παροχή φτηνού ρεύματος και θέρμανσης), στην βελτίωση της υγείας του λαού (π.χ. με φτηνά φάρμακα και νέες θεραπείες), στη μελέτη και αντιμετώπιση κοινωνικών φαινομένων και προβλημάτων, στην βελτίωση της ποιότητας ζωής και των όρων διαβίωσης του εργαζόμενου λαού, με μέριμνα για το περιβάλλον κ.ο.κ.

Στα πλαίσια μιας σχεδιοποιημένης οικονομίας, με τα μέσα, τις υποδομές και τους πόρους στα χέρια του λαού και την οργάνωση της παραγωγής συνολικά, καθώς και της έρευνας, στραμμένη στην κατεύθυνση της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών, θα ήταν ριζικά διαφορετικά τα πράγματα για τους εργαζομένους στην ερευνητική παραγωγή.

Τότε, η σταθερή εργασία θα εξασφάλιζε την απρόσκοπτη συνέχεια του ερευνητικού έργου. Θα ήταν επιτακτική ανάγκη, η οποία και θα ικανοποιούνταν, η συγκέντρωση προσπαθειών και δυναμικού για την ολόπλευρη ενίσχυση της πρωτοπόρου ερευνητικής δραστηριότητας, ώστε με ταχείς ρυθμούς να ανεβαίνει το βιοτικό επίπεδο του λαού.

Αυτό, λοιπόν, που έχει σήμερα ανάγκη ο λαός μας και αντιστοιχεί στις δυνατότητες που υπάρχουν, είναι πανεπιστήμια και έρευνα που σχεδιασμένα να υπηρετούν τις σύγχρονες διευρυμένες λαϊκές ανάγκες και την εξέλιξη της επιστήμης. Σε αυτό τον δρόμο, οι εργαζόμενοι στην έρευνα και ιδιαίτερα οι νέοι επιστήμονες έχουν πολλά να δώσουν.

Καλούμε τους εργαζομένους στο χώρο της έρευνας, όλους όσους νοιώθουν εγκλωβισμένοι στα δεσμά της επιχειρηματικής λειτουργίας και θέλουν να απελευθερώσουν τις δυνατότητες της ερευνητικής δουλειάς, ιδιαίτερα τους νέους ερευνητές και ερευνήτριες, να συναντηθούν με το ταξικό εργατικό κίνημα, να συνδράμουν στην αναγκαιότητα της Λαϊκής Συμμαχίας.

Να προτάξουν ένα πλαίσιο αιτημάτων και στόχων πάλης, με το οποίο να διεκδικούν:

- Όχι στην εμπορευματοποίηση της έρευνας. Καμία επιχειρηματική δραστηριότητα στα ερευνητικά κέντρα. Να καταργηθούν όλες οι μορφές εμπορευματοποίησης της έρευνας, να απαγκιστρωθεί η έρευνα, οι φορείς και οι υποδομές της από τις μεγάλες επιχειρήσεις.

- Μαζικές προκηρύξεις νέων θέσεων ερευνητών μόνιμης, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

- Πρόσληψη όλου του απαραίτητου προσωπικού με μόνιμη, πλήρη και σταθερή σχέση εργασίας. Κατάργηση των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων του διοικητικού και τεχνικού προσωπικού.

- Όλοι οι υ/δ να αμείβονται επαρκώς και σταθερά, αποκλειστικά από κρατικούς πόρους, για όσο διάστημα εκπονούν τη διατριβή, ώστε να καλύπτουν τις σύγχρονες βασικές ανάγκες. Πλήρης ασφαλιστική κάλυψη των υ/δ με ευθύνη του κράτους, η οποία να επεκτείνεται και στα προστατευόμενα από αυτούς μέλη των οικογενειών τους. Τα χρόνια του διδακτορικού να θεωρούνται συντάξιμα και να προσμετρούνται στην προϋπηρεσία.

- Γενναία αύξηση των δημόσιων δαπανών για την έρευνα. Χρηματοδότηση της έρευνας στα ερευνητικά κέντρα και τα πανεπιστήμια αποκλειστικά από τον κρατικό προϋπολογισμό, με ένταξη σε αυτόν των κονδυλίων από τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, για να καλύπτονται με επάρκεια όλοι οι τομείς της και να συμμετέχει σ' αυτήν το σύνολο των ιδρυμάτων και ερευνητών.

Όχι στις περικοπές - αυξήσεις στην επιχορήγηση των ερευνητικών κέντρων. Έκτακτο κονδύλι ΤΩΡΑ, για την κάλυψη όλων των αναγκών της λειτουργίας τους.



 

 
 
 
JSN ImageShow by JoomlaShine.com
 
Copyright © 2011 kke.gr