Παιδεία

article thumbnailΗ τοποθέτηση του ΚΚΕ για το νέο νόμο και το «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο» για την Έρευνα & την Καινοτομία

Αγαπητοί φίλοι και φίλες, Το σχέδιο νόμου για την Έρευνα, την Τεχνολογική Ανάπτυξη και την Καινοτομία (ΕΤΑΚ), που τέθηκε σε διαβούλευση το Δεκέμβρη του 2013 και εκκρεμεί η κατάθεσή του στη Βουλή, αποτελεί μια ακ  .... 

Οι θέσεις του ΚΚΕ για την Ανώτατη Εκπαίδευση
22/04/01

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ

ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Πρόταση του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ

Περιεχόμενα

Εισαγωγή

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ

ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Γενικά

Α. Τα βασικά μέτρα που προβλέπονται από τη Διακήρυξη της Μπολόνια

B. Για το χαρακτήρα της αναδιάρθρωσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης

Β1. Δομή και περιεχόμενο σπουδών

- Η δομή των σπουδών

- Το περιεχόμενο των σπουδών

- Η ένταξη των ΤΕΙ στην Ανώτατη Εκπαίδευση

- Η σημερινή εικόνα των σπουδών

Β2. Οι μεταπτυχιακές σπουδές

- Η επίδραση των κατευθύνσεων της Μπολόνια στο γενικό επίπεδο της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης

- Τα κριτήρια συγκρότησης των μεταπτυχιακών σπουδών

Β3. Το σύστημα των πιστωτικών μονάδων και η εκπαιδευτική κινητικότητα

Β4. Η επιτάχυνση της ιδιωτικοποίησης

- Η λειτουργία των Πανεπιστημίων με επιχειρηματικά κριτήρια

- Η ενίσχυση των ταξικών φραγμών στην Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση

- Η νομιμοποίηση των ιδιωτικών «πανεπιστημίων»

Β5. Η πιστοποίηση - αξιολόγηση

Β6. Η σχέση των πτυχίων με το επάγγελμα και η προοπτική των αποφοίτων

- Φταίει η εκπαίδευση για την ανεργία;

- Η αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος και η κατάργηση του κοινωνικού δικαιώματος στην εργασία

Β7. Η ενίσχυση του ρόλου των πανεπιστημίων στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας

Γ. Οι επιπτώσεις της αντιδραστικής αναδιάρθρωσης στην Ανώτατη Εκπαίδευση

Δ. Η «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ

Ε. Η τακτική της ΕΕ και της κυβέρνησης. Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΝΙΑΙΑΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Α. Η επιστήμη κάτω από την κυριαρχία των μονοπωλίων

- Η αντικοινωνική χρησιμοποίηση της επιστήμης

- Ο ιμπεριαλισμός τροχοπέδη στην ανάπτυξη της επιστήμης

- Η ταξικότητα της επιστήμης

- Η πανεπιστημιακή έρευνα στην εποχή μας

Β. Για να τεθεί η επιστήμη στην υπηρεσία της γενικής ευημερίας

- Η βασική προϋπόθεση της απελευθέρωσης της επιστήμης

- Για μια δημιουργική αξιοποίηση της επιστήμης

Γ. Οι βασικές αρχές συγκρότησης της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης

Γ1. Η επιστήμη και οι υποχρεώσεις του πανεπιστημίου που την υπηρετεί

- Η έννοια της επιστήμης

- Η ειδοποιός διαφορά της Ανώτατης Εκπαίδευσης

- Βασικές προϋποθέσεις της δομής και του περιεχομένου των ανώτατων σπουδών

Γ2. Ο κοινωνικός ρόλος της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης

- Η σύνδεση της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης με την παραγωγή

- Για τη σχέση θεωρίας και εφαρμογής. Οι θεμελιώδεις και εφαρμοσμένες επιστήμες

- Το πρόβλημα των ΤΕΙ

- Το πρόβλημα των ΑΕΙ

- Η διαδικασία συγκρότησης της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης

- Κριτήρια καθορισμού του επιστημονικού αντικειμένου

- Η απάντηση στο πρόβλημα των ΤΕΙ

- Η διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης των αυριανών επιστημόνων

Γ3. Η ενότητα της γνώσης και των Πανεπιστημιακών σπουδών

- Η ενότητα και η διαφοροποίηση της επιστήμης

- Η ανάγκη μιας επιστημονικής κοσμοθεωρίας

- Οι «διατμηματικές» σπουδές και η διακλαδική έρευνα

- Η συλλογική οργάνωση της δραστηριότητας των Πανεπιστημίων

Γ4. Η διαδοχικότητα της γνώσης. Συνεχής επιμόρφωση και Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

- Η θεωρία της έκρηξης της επιστημονικής γνώσης

- Η συνεχής επιμόρφωση

- Το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

Γ5. Η επιστήμη δημιούργημα και κτήμα ολόκληρης της ανθρωπότητας

- Ο κοινωνικός χαρακτήρας της επιστήμης

- Η Δημόσια και Δωρεάν Ανώτατη Εκπαίδευση προϋπόθεση του ενιαίου χαρακτήρα της

- Ο δημοκρατικός έλεγχος των ΑΕΙ

Επίλογος: Συμπεράσματα - βασικοί άξονες - στόχοι πάλης


Εισαγωγή

Οι ραγδαίες εξελίξεις στο χώρο των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ, δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητες από το λαό μας. Υπονομεύουν βαθιά το μέλλον της εκπαίδευσης, την εξέλιξη της επιστήμης και του επιστημονικού δυναμικού της χώρας μας, δυσκολεύουν την προοπτική μιας, αποδεσμευμένης από τα μονοπωλιακά συμφέροντα, κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης σε όφελος του λαού.

Το Τμήμα Παιδείας, σε μια προσπάθεια συνέχισης της συμβολής του στην ανάδειξη του μεγάλου κοινωνικού προβλήματος της Παιδείας, μετά την πρότασή του για το Ενιαίο Δωδεκάχρονο Βασικό Υποχρεωτικό Σχολείο, καταθέτει για συζήτηση την επεξεργασία του για το σύνθετο πρόβλημα της Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Το κείμενο αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, παρουσιάζονται οι βασικές πλευρές των αλλαγών που συντελούνται στην Ανώτατη Εκπαίδευση, σε συνάρτηση με τις αποφάσεις που πάρθηκαν από τους υπουργούς Παιδείας της ΕΕ και ορισμένων ακόμη ευρωπαϊκών χωρών, στην Μπολόνια. Οχι μόνο γιατί οι αποφάσεις αυτές βρίσκονται σήμερα, που η κυβέρνηση προχωρά στην υλοποίησή τους, στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Κυρίως, γιατί, μέσα από αυτές, δίνεται μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των εξελίξεων στην Ανώτατη Εκπαίδευση, αφού αποτελούν την προσπάθεια των κυρίαρχων δυνάμεων της ΕΕ, να οργανώσουν, να ελέγξουν στενότερα και να επιταχύνουν, τις άτυπες διαρθρωτικές αλλαγές που προωθούν εδώ και είκοσι περίπου χρόνια στην Ανώτατη Εκπαίδευση, με μοχλούς κυβερνητικά νομοθετήματα και κοινοτικά προγράμματα.

Στο δεύτερο μέρος, παρουσιάζονται οι βασικοί άξονες της θέσης μας για μια Ανώτατη Εκπαίδευση στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών και των κοινωνικών απαιτήσεων της εποχής μας. Θέσης που δεν αποτελεί τεχνική επεξεργασία όλων των πτυχών των θεμάτων που αντιμετωπίζει η Ανώτατη Εκπαίδευσή μας, αλλά φιλοδοξεί να θέσει τα ιδεολογικά, μεθοδολογικά, επιστημονικά και κοινωνικά κριτήρια για την αντιμετώπισή τους, σε συνδυασμό με τα επίκαιρα προβλήματα και τις τρέχουσες εξελίξεις. Η Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση, αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση, πολιτική πρόταση.

Επιδίωξή μας είναι να συζητηθεί πλατιά, με τη νεολαία, τους φοιτητές και σπουδαστές, τους ανθρώπους της επιστήμης και της εκπαίδευσης, τους εργαζόμενους στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ, στους οποίους πρώτα - πρώτα απευθύνεται, αλλά και με όλο το λαό. Το πώς και για ποιο σκοπό εκπαιδεύονται οι νέοι στα Πανεπιστήμια, προς όφελος τίνος και με πιο στόχο γίνεται η έρευνα μέσα σ' αυτά, τι είδους γνώση και ιδεολογία παράγουν, είναι ανάγκη να απασχολούν μόνιμα όλη την κοινωνία, πολύ περισσότερο σήμερα. Γιατί στις μέρες μας, τίθεται με νέα ένταση το ερώτημα αν θα οικοδομήσουμε μια σωστή εκπαίδευση, αν θα αναπτυχθούν οι επιστήμες και η κοινωνική τους αποστολή. Μέσα από το κοινό εκπαιδευτικό μοντέλο που προωθεί η ΕΕ, για την Ανώτατη Εκπαίδευση, κερδισμένες θα βγουν οι ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες, ενώ η χώρα μας καταδικάζεται σε ρόλο υποτελή και τα Πανεπιστήμιά μας σε θέση υποδεέστερη και υποβαθμισμένη. Επομένως το ζήτημα της ανάπτυξης ενός εκπαιδευτικού συστήματος που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χώρας μας, έχει καθοριστική σημασία για το μέλλον του ελληνικού λαού. Αφορά όλους και ιδιαίτερα εκείνες τις λαϊκές δυνάμεις που έχουν συμφέρον να καταπολεμήσουν και να κατανικήσουν πέρα ως πέρα την πολιτική που υποσκάπτει την προοπτική μιας απεξαρτημένης από τις μονοπωλιακές δεσμεύσεις, οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής εξέλιξης του λαού και της χώρας μας, την εργατική τάξη και τα άλλα καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας μας. Ετσι, το κείμενο αυτό, αποτελεί θέση που θεωρούμε ότι επικεντρώνεται στα κύρια και ουσιαστικά ζητήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, για να προσανατολίσει άμεσα στους κοινωνικούς και πολιτικούς όρους της εφαρμογής της και να χρησιμεύσει σαν μεθοδολογικό εργαλείο αντιμετώπισης των ειδικότερων προβλημάτων των ΑΕΙ και ΤΕΙ. Δεν προχωρά επομένως σε συγκεκριμενοποίηση και παραδειγματική εφαρμογή πάνω στην πληθώρα των θεμάτων που απασχολούν σήμερα την Ανώτατη Εκπαίδευση. Η επεξεργασία των ειδικότερων πλευρών έχει αναμφισβήτητα την αξία της, αλλά πρωταρχικής σημασίας είναι η κατάκτηση μιας μεθοδολογικής βάσης για την αντιμετώπισή τους.

Η συμβολή του κειμένου θα κριθεί στην πράξη, στο πεδίο της συνέχειας που θα του δώσει η γνώση και η εμπειρία όλων εκείνων στους οποίους απευθύνεται, στο πεδίο της αξιοποίησής του για την επεξεργασία των ειδικών προβλημάτων του κάθε ιδρύματος και των επιστημονικών αντικειμένων. Κυρίως όμως θα δοκιμαστεί στην προσπάθεια να ενισχύσει τον προβληματισμό της κοινωνίας μας και τον προσανατολισμό του αγώνα της. Αυτό που λείπει δεν είναι οι επιμέρους προτάσεις, αλλά μια εκπαιδευτική πολιτική που θα επιβάλλεται δυναμικά από το λαό και θα αντιπαρατίθεται σε όσους διαστρέφουν την κοινωνική αποστολή της επιστήμης και των πανεπιστημίων, σε όσους επιβουλεύονται το μέλλον του λαού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ

ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Γενικά

Η Διακήρυξη της Μπολόνια υπογράφηκε τον Ιούνη του 1999 από 29 υπουργούς Παιδείας των κρατών - μελών της ΕΕ και ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών της επιρροής της. Στόχος της είναι να προδιαγράψει ένα κοινό πλαίσιο «ευέλικτης» οργάνωσης και λειτουργίας των Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης, με σκοπό τη στενότερη και αποδοτικότερη υπαγωγή τους στα μονοπωλιακά συμφέροντα και την προώθηση ενός νέου καταμερισμού εργασίας, που θα έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη μείωση του επιστημονικού δυναμικού. Μείωση που συντελείται με την αντικατάσταση της μεγάλης πλειοψηφίας του, από ένα «ευέλικτο» ημιειδικευμένο και φτηνό εργατικό δυναμικό, χωρίς δικαιώματα και με την ψευδαίσθηση του πανεπιστημιακού τίτλου.

Η βασική αιτία αυτής της αναδιάρθρωσης βρίσκεται στο γεγονός ότι η τεράστια αύξηση της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, καθώς και το βάθεμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δίνει τη δυνατότητα στους καπιταλιστές να οργανώνουν την παραγωγή με πολύ λιγότερο υψηλά ειδικευμένο - επιστημονικό δυναμικό. Ταυτόχρονα τα σύγχρονα μέσα παραγωγής, έχοντας ενσωματώσει το τυποποιημένο κομμάτι της διανοητικής εργασίας, διευκολύνουν ακόμη περισσότερο την ελάττωση του επιστημονικού δυναμικού και την αναπλήρωσή του από ένα μαζικό στρώμα χειριστών της νέας τεχνολογίας, την οποία αδυνατούν να κατανοήσουν.

Η συρρίκνωση του επιστημονικού δυναμικού σε μια εποχή όπου η επιστήμη αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής παραγωγής, κάθε άλλο παρά αποτελεί αναγκαιότητα. Η υποβάθμιση της μόρφωσης του λαού αποτελεί όρο για τη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης και τη χειραγώγηση των συνειδήσεων, τη δημιουργία πειθήνιων «Ευρωπαίων πολιτών». Είναι αποτέλεσμα της βαθιάς κρίσης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού που υποτάσσει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, πρώτα και κύρια του ανθρώπου, στα στενά όρια του μονοπωλιακού υπερκέρδους.

Δίκαια αποδόθηκε στη διακήρυξη της Μπολόνια ο χαρακτηρισμός του «εκπαιδευτικού Μάαστριχτ», αφού επιδιώκει τη σταδιακή σύγκλιση των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης της ΕΕ και ευρύτερα της Ευρώπης, τη δημιουργία «Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, που θα αποτελέσει το κλειδί για την προώθηση της κινητικότητας και της απασχολησιμότητας των Ευρωπαίων πολιτών». Σύγκλιση που αφορά την κεντρική, κοινοτική επιβολή μονοπωλιακών όρων και κανόνων για τις λειτουργίες της Ανώτατης Εκπαίδευσης και κάθε άλλο παρά προϋποθέτει τη συνολική αναβάθμισή της. Αντίθετα οδηγεί στην ενίσχυση των ανισοτήτων ανάμεσα στα λίγα Πανεπιστήμια της ελίτ και στη μάζα των υπόλοιπων ιδρυμάτων. Προοιωνίζεται τη διεύρυνση της κατηγοριοποίησης των Πανεπιστημίων, τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, ακόμη και στο ίδιο το εσωτερικό τους, ανάμεσα στις διάφορες σχολές, τα τμήματα, το διδακτικό προσωπικό και τους αποφοίτους τους. Οπως άλλωστε σημειώνεται σε κείμενο των εισηγητών της Συνόδου, σκοπός της δεν είναι η επιβολή ενιαίου συστήματος εκπαίδευσης, αλλά «οργάνωσης των διαφορών» ανάμεσα στα εκπαιδευτικά συστήματα της ΕΕ. Και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς, γιατί η ανισομετρία και η ενίσχυση των ταξικών αντιθέσεων είναι βασικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Δεν πρέπει μάλιστα να διαφύγει από την προσοχή μας ότι η Διακήρυξη της Μπολόνια αποτελεί υιοθέτηση και συγκεκριμενοποίηση της Διακήρυξης της Σορβόνης που είχε προηγηθεί (25-5-1998) και συμφωνηθεί από τους υπουργούς Παιδείας των Γερμανίας, Γαλλίας, Μ. Βρετανίας και Ιταλίας. Αποτελεί δηλαδή προϊόν του «σκληρού πυρήνα» του κεφαλαίου της ΕΕ, ο οποίος αποβλέπει στην ισχυροποίησή του, μέσα από την επιβολή των απαιτήσεών του στην οργάνωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης και τη βελτίωση των όρων ανταγωνισμού του με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, Ιαπωνία).

Στην ουσία, η Διακήρυξη της Μπολόνια -και η συνέχεια που θα της δοθεί από τις επόμενες συνόδους- έρχεται να γενικεύσει και να συστηματοποιήσει αλλαγές που ήδη έχουν ξεκινήσει και επιταχύνονται την τελευταία εικοσαετία μέσα από εθνικές και κοινοτικές ρυθμίσεις, με σκοπό την προσαρμογή των Δημόσιων Πανεπιστημίων στις γενικότερες αναδιαρθρώσεις της καπιταλιστικής οικονομίας και των εργασιακών σχέσεων. Αλλαγές που αντιστοιχούν στην αναπτυγμένη κρατικομονοπωλιακή μορφή του ώριμου καπιταλισμού, της σύμφυσης κράτους και μονοπωλίων, και επομένως χαρακτηρίζονται από την οργανική σύνδεση των Δημόσιων Πανεπιστημίων με τις ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, και τη μετατροπή τους σε ένα είδος κεφαλαιοκρατικών επιχειρήσεων. Ετσι, οι αλλαγές αυτές σηματοδοτούνται από την εγκατάλειψη της -τυπικά και κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος υιοθετημένης- αρχής, ότι η Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση αποτελεί δημόσιο αγαθό που πρέπει να παρέχεται με κρατική φροντίδα. Η ευθύνη για την εξασφάλιση της χρηματοδότησής της, μετατίθεται στην πανεπιστημιακή κοινότητα και το κόστος της, στους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Στα πλαίσια αυτά εξαλείφονται σταδιακά οι διαφορές δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ανοίγεται μια νέα κερδοφόρος διέξοδος για το κεφάλαιο.

Α. Τα βασικά μέτρα που προβλέπονται από τη

Διακήρυξη της Μπολόνια

Σύμφωνα με τη Διακήρυξη, οι υπουργοί Παιδείας που την προσυπέγραψαν, προκειμένου να διασφαλίσουν «καλύτερη συμβατότητα και πληρέστερη συγκρισιμότητα» των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης, αναλαμβάνουν να επιτύχουν βραχυπρόθεσμα και σε κάθε περίπτωση μέχρι το 2010, τους παρακάτω έξι στόχους:

1. «Υιοθέτηση συστήματος το οποίο θα στηρίζεται βασικά σε δύο κύκλους σπουδών, έναν προπτυχιακό (διάρκειας τριών τουλάχιστον ετών) και έναν μεταπτυχιακό. Ο τίτλος σπουδών του πρώτου κύκλου θα αναγνωρίζεται στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας σαν ικανό επαγγελματικό προσόν (εννοείται, όπως θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, η απόκτηση περιορισμένων επαγγελματικών δεξιοτήτων και σε καμία περίπτωση η ικανότητα για ολοκληρωμένη επιστημονική εργασία), ενώ ο δεύτερος κύκλος θα πρέπει να οδηγεί στο μεταπτυχιακό δίπλωμα (master) ή/και στο διδακτορικό δίπλωμα».

2. «Καθιέρωση ενός συστήματος διδακτικών μονάδων, ανάλογου με το εφαρμοζόμενο σήμερα Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς Διδακτικών Μονάδων (ECTS = European Credit Transfer System), για την προώθηση της ευρύτερης δυνατής κινητικότητας των φοιτητών».

Πρόκειται για σύστημα που υπολογίζει τη βαρύτητα κάθε μαθήματος στο πρόγραμμα σπουδών ανάλογα με τις ώρες και τη σημασία του για το συγκεκριμένο αντικείμενο των σπουδών. Δηλαδή υπάρχει μια διαβάθμιση των ωριαίων μονάδων του κάθε μαθήματος, ανάλογα με το αν είναι μάθημα κορμού, παρεμφερούς αντικειμένου, εργαστηριακό, κατ' επιλογή υποχρεωτικό ή μάθημα γενικότερων δεξιοτήτων, όπως η ξένη γλώσσα, η χρήση Η/Υ κλπ. Το νέο στοιχείο που εισάγεται με τη Διακήρυξη είναι ότι διδακτικές μονάδες μπορούν να συγκεντρώνονται στο εξής «και σε συστήματα εκπαίδευσης εκτός του πλαισίου της Ανώτατης Εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων και των συστημάτων διά βίου εκπαίδευσης, αρκεί αυτά να αναγνωρίζονται από τα εμπλεκόμενα Πανεπιστήμια υποδοχής». Ανοίγει δηλαδή ο δρόμος για αναγνώριση σπουδών που έχουν πραγματοποιηθεί ακόμη και σε ιδιωτικά Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών, σε ΙΕΚ, ΚΕΚ κλπ.

3. «Υιοθέτηση ενός συστήματος τίτλων σπουδών οι οποίοι θα είναι εύκολα αναγνώσιμοι και συγκρίσιμοι, με τη βοήθεια και του θεσμού του Συμπληρώματος Διπλώματος (Diploma Supplement), με στόχο την προώθηση της απασχολησιμότητας των Ευρωπαίων πολιτών και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του Ευρωπαϊκού συστήματος Ανώτατης Εκπαίδευσης». Το Συμπλήρωμα Διπλώματος είναι ένα είδος πιστοποιητικού που θα συνοδεύει τον τίτλο σπουδών, περιλαμβάνοντας λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα σπουδών που ακολούθησε ο απόφοιτος, προκειμένου να διευκολυνθεί η «αγορά» στην «αξιολόγηση» των «προσόντων» του. Η ανάγκη υιοθέτησης του Συμπληρώματος Διπλώματος καταμαρτυρεί την πολυδιαφοροποίηση των σπουδών και του επιπέδου τους.

4. «Προώθηση της κινητικότητας, με ξεπέρασμα των εμποδίων που δυσχεραίνουν την ελεύθερη κίνηση των φοιτητών, των διδασκόντων, ερευνητών και διοικητικού προσωπικού».

5. «Προώθηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας στη διασφάλιση της ποιότητας (εννοείται ένα γενικευμένο σύστημα αξιολόγησης, όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια), με στόχο την ανάπτυξη συγκρίσιμων κριτηρίων και μεθοδολογιών».

6. «Προώθηση των απαραίτητων ευρωπαϊκών διαστάσεων στην Ανώτατη Εκπαίδευση, κατά κύριο λόγο σε σχέση με τα προγράμματα σπουδών, τη συνεργασία μεταξύ ιδρυμάτων, τα σχήματα κινητικότητας και τα ολοκληρωμένα προγράμματα σπουδών και άσκησης, κατάρτισης - επιμόρφωσης και έρευνας», που δε σημαίνει τη δημιουργία ενιαίων προγραμμάτων σπουδών, αλλά το σχεδιασμό τους στη βάση της συμπληρωματικότητας και του καταμερισμού που θα επιβάλλει το συμφέρον του μεγάλου κεφαλαίου στα διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα και τμήματα.

Στο επόμενο ραντεβού των υπουργών Παιδείας, που είναι τον προσεχή Μάη στην Πράγα, θα ελεγχθεί ο βαθμός προώθησης των παραπάνω μέτρων από τις εθνικές κυβερνήσεις και θα συμφωνηθούν τα επόμενα βήματα. Η προπαρασκευαστική Σύνοδος των Πρυτάνεων, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στη Σαλαμάγκα, είχε στόχο να δώσει ακαδημαϊκό έρεισμα στη Σύνοδο της Πράγας.

Β. Για το χαρακτήρα της αναδιάρθρωσης

της Ανώτατης Εκπαίδευσης

Β1. Δομή και περιεχόμενο των σπουδών

* Η δομή των σπουδών

Η Διακήρυξη της Μπολόνια υπακούει στις υποδείξεις της Λευκής Βίβλου για την απασχόληση, σύμφωνα με την οποία - αντίθετα από την ανάγκη της εποχής μας, για ουσιαστικότερη και βαθύτερη μόρφωση - «η εκπαίδευση χρειάζεται να εκλογικευτεί προβλέποντας λιγότερο μακροχρόνιες γενικές καταρτίσεις και ανταποκρινόμενη περισσότερο στις ανάγκες της αγοράς και αυτό προωθώντας την επαγγελματική κατάρτιση ως εναλλακτική της πανεπιστημιακής». Δεν έχει άλλωστε περάσει πολύς καιρός από τη δημοσίευση της Λευκής Βίβλου για την εκπαίδευση, στην οποία εξακοντίζονταν μύδροι κατά της «ελιτίστικης» και «προβληματικής» ως προς τη χρηματοδότηση Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, καθώς και των άκαμπτων διαδικασιών της ως προς την αναγνώριση δεξιοτήτων και ικανοτήτων που θα μπορούσαν ν' αποκτηθούν με πιο «ευλύγιστους» τρόπους, έξω από αυτή.

Στα πλαίσια αυτά, η Διακήρυξη της Μπολόνια απαιτεί τη συρρίκνωση της διάρκειας των προπτυχιακών σπουδών στα τρία χρόνια, με τη διάσπασή τους σε δύο κύκλους, από τους οποίους ο ένας θα είναι προπτυχιακός και ο άλλος μεταπτυχιακός. Ετσι, προωθεί μια κοινή δομή της Ανώτατης Εκπαίδευσης, προσαρμοσμένη στο μοντέλο: τρία χρόνια προπτυχιακές σπουδές, δύο χρόνια μεταπτυχιακές σπουδές ειδίκευσης, τρία χρόνια διδακτορική διατριβή (3-2-3).

Οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί περί «χαλαρής δεσμευτικότητας» και περιθωρίων διατήρησης των τετραετών σπουδών, είναι παραπλανητικοί. Από τη στιγμή που οι ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε καθιέρωση τριετών προπτυχιακών σπουδών τύπου bachelor, είναι βέβαιο ότι στο όνομα της «συμβατότητας και της συγκρισιμότητας», το τρίχρονο μοντέλο θα γενικευτεί και τα Πανεπιστήμιά μας θα αναγκαστούν να ευθυγραμμιστούν. Ακόμη και αν οι προπτυχιακές σπουδές παραμείνουν στη χώρα μας προσωρινά τετραετείς, όπως διατείνεται ο υπουργός Παιδείας, για να περιορίσει τις αντιδράσεις, στην ουσία εξισώνονται (επαγγελματικά με την Οδηγία 89/48 και ακαδημαϊκά με βάση τη διακήρυξη της Μπολόνια) με τις τρίχρονες, τύπου bachelor, σπουδές των ξένων Πανεπιστημίων. Ετσι εύκολα αύριο, με το επιχείρημα ότι ο επιπλέον χρόνος δεν έχει κανένα αντίκρισμα, μπορούν να μετατραπούν σε τριετείς. Οπως άλλωστε τονίστηκε επανειλημμένα από τον κεντρικό εισηγητή του διήμερου συνεδρίου που διοργανώθηκε στη χώρα μας για τη διάδοση των αποφάσεων της Μπολόνια, Guy Haug, γενικό σύμβουλο της Ενωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (CRE) και συντάκτη του κειμένου εργασίας της Συνόδου της Μπολόνια, η αξία των σπουδών στο νέο μοντέλο δεν υπολογίζεται στη βάση της διάρκειάς τους, αλλά στη βάση των πιστωτικών μονάδων που θα συγκεντρώνονται μέσα από αυτές. Οι τετράχρονες σπουδές, μπορεί δηλαδή να θεωρηθούν ακόμη και χαμηλότερου επιπέδου από τις τρίχρονες.

* Το περιεχόμενο των σπουδών

Σε σχέση με το χαρακτήρα των προπτυχιακών σπουδών, ο ίδιος υπογραμμίζει, ότι απαιτείται «η εισαγωγή νέων προγραμμάτων σπουδών, αντί για την ανακατανομή ή τη διάσπαση των ήδη υπαρχόντων» και ότι «οι προπτυχιακές σπουδές θα πρέπει να είναι συντομότερες, περισσότερο ευέλικτες (ιδιαίτερα μέσα από την υιοθέτηση του συστήματος πιστωτικών μονάδων), περισσότερο συνδεδεμένες με την επαγγελματική ζωή (εννοεί τις τρέχουσες ανάγκες της αγοράς), περισσότερο διατμηματικές, περισσότερο ευρωπαϊκές και διεθνείς».

Γίνεται έτσι φανερό, ότι το κυρίαρχο στοιχείο των μέτρων της Μπολόνια, δεν είναι η παρεμβολή φραγμών στην ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών σπουδών μέσα από μια απλή διάσπασή τους σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό κύκλο. Καθοριστικό στοιχείο αποτελεί η αναδιάρθρωση των προγραμμάτων σπουδών, έτσι ώστε μέσα από μία σύντομη, τρίχρονη μόλις «εκπαίδευση», να μεταδίδονται περιορισμένες και αποσπασματικές επαγγελματικές δεξιότητες, για μια μερική και ληξιπρόθεσμη απασχόληση των αποφοίτων της, στα πλαίσια της συχνότερης εναλλαγής επαγγελμάτων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο η Ιατρική εξαιρείται από τις ρυθμίσεις της Μπολόνια, με την προϋπόθεση ότι θα περιοριστεί στα έξι χρόνια, αφού η ελεύθερη, ως σήμερα, πρόσβαση στην ειδικότητα, επιχειρείται να καταργηθεί. Για τις σπουδές των Νομικών, των Μηχανικών και άλλων ειδικοτήτων, η απόκτηση του bachelor θα οδηγεί σε περιορισμένη πρόσβαση σε επαγγελματική δραστηριότητα. Ενας απόφοιτος bachelor Νομικής, π.χ., δε θα μπορεί να δικηγορεί, θα μπορεί όμως να είναι διοικητικός υπάλληλος μιας τράπεζας ή βοηθός σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο. Στον απόφοιτο bachelor του Πολυτεχνείου δε θα επιτρέπεται η αυτόνομη άσκηση του επαγγέλματος. Θα μπορεί π.χ. να απασχοληθεί σαν χειριστής λογισμικού, ορισμένων προγραμμάτων, χωρίς να διαθέτει κρίση για επιστημονική αποτίμηση των αποτελεσμάτων.

Είναι φανερό ότι η απόκτηση μέσα στην περιορισμένη διάρκεια των τριών χρόνων μιας κάποιας επαγγελματικής ικανότητας, μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε βάρος του αναγκαίου επιστημονικού υπόβαθρου και ειδίκευσης και την παροχή στη θέση τους, απογυμνωμένων από τη θεωρητική τους θεμελίωση και εμπέδωση, ρηχών, τυποποιημένων, αποσπασματικών γνώσεων και πρακτικών συνταγών. Πρόκειται δηλαδή για ένα σύστημα στο οποίο πρωτεύοντα ρόλο έχει η ανάπτυξη δεξιοτήτων στο χειρισμό εργαλείων και όχι η δημιουργική, επιστημονική σκέψη. Για μια μαζική εκπαίδευση χαμηλής ποιότητας, χωρίς πόρους και υποδομές, αποκομμένη από το οξυγόνο της έρευνας και προσαρμοσμένη στις φθηνότερες μορφές διδασκαλίας.

* Η ένταξη των ΤΕΙ στην Ανώτατη Εκπαίδευση

Στο πλαίσιο της διάσπασης των σπουδών στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και της υποβάθμισης του προπτυχιακού κύκλου, ο τίτλος του πρώτου κύκλου σπουδών γίνεται τυπικά ισότιμος, με το πτυχίο των ΤΕΙ (όλα ισοδυναμούν με bachelor). Ετσι είναι πλέον εφικτή η ένταξη των ΤΕΙ στην Ανώτατη Εκπαίδευση, χωρίς ουσιαστική αναβάθμισή τους και χωρίς καμία αύξηση των δαπανών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων τους.

Γενικότερα σημειώνεται ότι η διάκριση των σπουδών στα ΑΕΙ από τις σπουδές στα ΤΕΙ, συνίσταται στο ότι οι πρώτες είναι συγκροτημένες, κατά κανόνα (γιατί υπάρχει ανομοιογένεια, πολυμορφία και φωτεινές εξαιρέσεις), στη βάση ενός γενικού θεωρητικού περιεχόμενου, το οποίο δεν οδηγεί σε συγκεκριμένη επιστημονική ειδίκευση, ενώ τα δεύτερα στη βάση μιας επαγγελματικής ειδίκευσης, η οποία στερείται το απαιτούμενο θεωρητικό υπόβαθρο. Και οι δύο τύποι σπουδών, δεν καλύπτουν τις προϋποθέσεις μιας υψηλού επιπέδου επιστημονικής ειδίκευσης, που είναι ο στόχος της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια, με τη δημιουργία νέων τμημάτων στα ΑΕΙ αντίστοιχων αντικειμένων με εκείνα των ΤΕΙ, η διάκριση αυτή αρχίζει να θολώνει. Με την εφαρμογή των αποφάσεων της Μπολόνια οι διαφορές των σπουδών σε ΑΕΙ και ΤΕΙ θα γίνουν ακόμη περισσότερο δυσδιάκριτες, στα πλαίσια μιας προς τα κάτω εξίσωσης των σπουδών σε ΑΕΙ και ΤΕΙ.

* Η σημερινή εικόνα των σπουδών

Πράγματι, η γενική κατεύθυνση της τυποποίησης και αποστέωσης των προπτυχιακών σπουδών από τη θεωρητική τους τεκμηρίωση, με τη μετακύληση μαθημάτων στο μεταπτυχιακό επίπεδο, επιβεβαιώνεται σαν τάση στα αναθεωρημένα (με μοχλό την κοινοτική χρηματοδότηση) προγράμματα σπουδών των Πανεπιστημίων μας. Ωστόσο, αρκετά τμήματα όχι μόνο διατηρούν το γενικόλογο, θεωρητικό και αφηρημένο ως ένα βαθμό χαρακτήρα των προγραμμάτων τους, ιδίως τμήματα των κοινωνικών επιστημών, αλλά μετακυλίουν σε μεταπτυχιακό επίπεδο όποια ψήγματα εφαρμογής της επιστήμης υπήρχαν σ' αυτά (π.χ. πιστοποιητικό παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας). Πρόκειται, όπως ήδη εξηγήθηκε, για την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Της υποβάθμισης των προπτυχιακών σπουδών μέσα από την απόσπαση της θεωρίας από την πράξη και της μετατόπισης της ουσιαστικής επιστημονικής ειδίκευσης στο μεταπτυχιακό επίπεδο. Οπως π.χ. ο απόφοιτος bachelor των πολυτεχνικών σχολών δεν μπορεί να είναι μηχανικός, έτσι και ο απόφοιτος του Ιστορικού - Αρχαιολογικού τμήματος δεν είναι ούτε ιστορικός, ούτε αρχαιολόγος, ούτε εκπαιδευτικός.

Ταυτόχρονα βεβαίως, στις σπουδές των κοινωνικών επιστημών εκδηλώνεται η εχθρική στάση του καπιταλισμού απέναντι σε ορισμένες μορφές πνευματικής δραστηριότητας, που υπογράμμιζε ο Μαρξ. Εχθρική στάση που εκφράζεται:

α) Με την παραχάραξη του περιεχομένου τους και τη στρέβλωση της αποστολής τους, που πηγάζει από την ανάγκη του κεφαλαίου να τις εκμεταλλεύεται για την αναπαραγωγή της ιδεολογίας του, αλλά και το φόβο μήπως χρησιμοποιηθούν για να αναλύσουν και να αλλοιώσουν τις οικονομικές και πολιτικές βάσεις του καπιταλισμού (είναι χαρακτηριστική η απεμπόληση από τα προγράμματα σπουδών, ακόμη και των οικονομικών σχολών, της πολιτικής οικονομίας).

β) Με τη γενικότερη υποτίμησή τους (π.χ. η μετατροπή των τμημάτων Κοινωνιολογίας σε τμήματα παραγωγής ανέργων, η περιορισμένη χρηματοδότηση μέσω ερευνητικών προγραμμάτων), αφού η ανάπτυξή τους, έμμεσα μόνο μπορεί να συνεισφέρει στην αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Στη θέση τους προκρίνονται σπουδές με άμεσο αντίκρισμα στην καπιταλιστική παραγωγή και ρόλο στην ιδεολογική προπαγάνδα του συστήματος, όπως Μάρκετινγκ, Μάνατζμεντ, Ψυχολογίας της Διοίκησης, Μ.Μ.Ε. κλπ.

Β2. Οι μεταπτυχιακές σπουδές

* Η επίδραση των κατευθύνσεων της Μπολόνια στο γενικό επίπεδο της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης

Η υποβάθμιση των τριών πρώτων χρόνων της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στο επίπεδο της απόκτησης περιορισμένων γνώσεων και πρακτικών δεξιοτήτων, δηλαδή της κατάρτισης, είναι φανερό ότι οδηγεί σε συνολική υποβάθμιση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, σε υποβάθμιση δηλαδή και των μεταπτυχιακών σπουδών. Σε καμία περίπτωση μια τέτοιας μορφής εκπαίδευση δεν μπορεί να εξασφαλίσει υψηλού επιπέδου επιστημονική ειδίκευση, η οποία προϋποθέτει την ενιαία διάρθρωση του προγράμματος σπουδών στη βάση της αρμονικής σύνδεσης της θεωρητικής γνώσης με την εφαρμογή της, της σύνδεσης θεωρίας και πράξης σε όλη τη διάρκεια των σπουδών.

Γι' αυτό άλλωστε το λόγο, το «τριτοκοσμικό» μοντέλο της υποτιθέμενης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης δεν αφορά όλα τα Ανώτατα Ιδρύματα. Τα κορυφαία Πανεπιστήμια των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών, όπως οι Μεγάλες Σχολές της Γαλλίας, το Ιμπίριαλ, το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, το Πολυτεχνείο του Μιλάνο κλπ., εφαρμόζουν μόνο τυπικά τη δομή των δύο κύκλων σπουδών, διατηρώντας ενιαία και αλώβητη τη διάρθρωση του προγράμματος των σπουδών τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Γαλλία έχει και νομοθετικά κατοχυρώσει την απονομή του βαθμού και των δικαιωμάτων του master στους απόφοιτους του ενιαίου κύκλου σπουδών των Μεγάλων Σχολών των μηχανικών. Και αποτελεί τρανταχτή απόδειξη της υποτέλειας των κυβερνήσεων της χώρας μας, το γεγονός ότι ποτέ δεν αντιτάχθηκαν στην, εκτός της χώρας μας, αντιμετώπιση ακόμη και των πεντάχρονων σπουδών των Πανεπιστημίων μας σαν bachelor, ισοτιμούμενων με τις πολύ κατώτερες τρίχρονες σπουδές ξένων Πανεπιστημίων. Την ίδια στιγμή μάλιστα που είναι ευρύτατα αποδεκτό από τους γνώστες των πανεπιστημιακών πραγμάτων, ότι τα πτυχία αρκετών τμημάτων των Ελληνικών Πανεπιστημίων είναι ανώτερου επιπέδου από πτυχία τύπου master αρκετών Πανεπιστημίων της Αγγλίας, των ΗΠΑ και άλλων χωρών.

Τα κριτήρια συγκρότησης των μεταπτυχιακών σπουδών

Η συγκρότηση των μεταπτυχιακών ειδίκευσης, η οποία προωθείται κυρίως στη βάση γνώσεων που αποσπούνται από τον προπτυχιακό κύκλο, κάνει φανερό ότι οι απόφοιτοι των μεταπτυχιακών ειδίκευσης, στις περισσότερες ειδικότητες θα αντιστοιχηθούν με τους σημερινούς απόφοιτους των προπτυχιακών σπουδών. Ετσι, αν και ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών θα είναι πολύ μικρότερος των προπτυχιακών, (30% ο μ.ο. στις χώρες της ΕΕ, 15% προβλέπεται στη χώρα μας, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση των συντακτών του νομοσχεδίου για τα μεταπτυχιακά), ακόμη και αυτοί, στην πλειοψηφία τους, δε θα διαθέτουν υψηλά επιστημονικά προσόντα. Πολύ περισσότερο που η γενική κατεύθυνση συγκρότησης των περισσότερων μεταπτυχιακών τύπου master, είναι να έχουν τη μορφή πιστοποιητικών σπουδών, ενταγμένων στη λογική της "διά βίου κατάρτισης". Ο Guy Haug αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: "θα πρέπει να είναι σύντομα (κατά προτίμηση ετήσια και σε καμία περίπτωση μεγαλύτερα από διετή), και ανοιχτά κυρίως σε φοιτητές που θα έχουν ολοκληρώσει τις προπτυχιακές τους σπουδές σε διαφορετικά ιδρύματα, σε διαφορετικές χώρες της Ευρώπης ή οπουδήποτε αλλού». Ενώ σε άλλο σημείο υπογραμμίζει ότι η είσοδος στα μεταπτυχιακά είναι καλύτερα να πραγματοποιείται μετά από μια περίοδο ένταξης στην παραγωγή και όχι αμέσως μετά την ολοκλήρωση του προπτυχιακού κύκλου.

Διαπιστώνουμε, δηλαδή, ότι τα μεταπτυχιακά, κατά κύριο λόγο και για την πλειοψηφία των φοιτητών, δε θα έχουν το χαρακτήρα της επιστημονικής εμβάθυνσης σε έναν ορισμένο επιστημονικό τομέα, αλλά περισσότερο μιας επαγγελματικής κατάρτισης που μπορεί να αποκτηθεί στη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής και θα καθορίζεται από τις επιχειρήσεις.

Γίνεται έτσι φανερό ότι θα υπάρχει μια μεγάλη ποικιλομορφία μεταπτυχιακών σπουδών «πολλών ταχυτήτων» και ότι η αναπαραγωγή της κοινωνικής ελίτ θα γίνεται μέσα από ορισμένα μεταπτυχιακά τμήματα, από τον κύκλο του διδακτορικού και κυρίως μέσα από εκείνα τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα που εξαιρούνται από τα μέτρα, διατηρώντας στην ουσία τον ενιαίο χαρακτήρα των σπουδών τους.

Β3. Το σύστημα των πιστωτικών μονάδων και η εκπαιδευτική κινητικότητα

Ο σκοπός της ευέλικτης προσαρμογής στις ανάγκες της «αγοράς», ενισχύεται μέσα από την προβλεπόμενη νομοθετική ρύθμιση για τη γενικευμένη εφαρμογή του συστήματος των πιστωτικών μονάδων. Με το σύστημα αυτό, δίνεται η δυνατότητα να αξιολογούνται και να κατηγοριοποιούνται τα μαθήματα, με το πρόσχημα της μέτρησης και της μεταφοράς της αξίας των ωρών διδασκαλίας που παρακολούθησε κάποιος με επιτυχία, ακόμη και σε διαφορετικά τμήματα, ιδρύματα και σχολές, εντός ή εκτός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος και σε οποιαδήποτε χώρα της ΕΕ.

Η εισαγωγή του συστήματος των πιστωτικών μονάδων έρχεται να εξυπηρετήσει την προώθηση εξατομικευμένων, αρθρωτών, προγραμμάτων σπουδών (τα αποκαλούμενα «διατμηματικά»), που μπορούν να πραγματοποιούνται διάσπαρτα και να συγκροτούνται μέσα από τη συγκόλληση μαθημάτων διαφορετικών τμημάτων και αντικειμένων, χωρίς επιστημονική συνάφεια και με αποκλειστικό σκοπό την ικανοποίηση της αγοράς. Στα πλαίσια της γενικευμένης εφαρμογής του συστήματος των πιστωτικών μονάδων ανοίγει ο δρόμος για τη διασύνδεση ακόμη και των εντελώς υποβαθμισμένων ΙΕΚ με την «Ανώτατη» Εκπαίδευση. Σ' αυτό στηρίζεται και η αυξημένη κινητικότητα των ιδιοκτητών τους για διαμόρφωση κατάλληλου θεσμικού πλαισίου. Το «Συμπλήρωμα Διπλώματος», γίνεται αναγκαίο εργαλείο αποκωδικοποίησης των περίπλοκων ειδικοτήτων και των δυσερμήνευτων τίτλων που θα προκύψουν.

Εκτός από την επιστημονική υποβάθμιση, το σύστημα αυτό, έχει και ιδεολογικό στόχο, την καλλιέργεια ενός κοινωνικού κομφορμισμού, μιας συναινετικής αντίληψης στη φοιτητική νεολαία. Της αντίληψης δηλαδή ότι η δυνατότητα του καθενός να εργαστεί («απασχολησιμότητα»), είναι συνάρτηση της ικανότητάς του να εκτιμά σωστά τις απαιτήσεις των εργοδοτών και να περισυλλέγει κατάλληλες καταρτίσεις, η δε ανεργία είναι αποτέλεσμα δικής του έλλειψης προσαρμοστικότητας.

Μια ακόμη σημαντική επιδίωξη των μέτρων αύξησης της κινητικότητας (φοιτητών, διδασκόντων, ερευνητών) και της γενίκευσης του συστήματος των πιστωτικών μονάδων, είναι η δυνατότητα «ευέλικτης» και άμεσης μετακίνησης ταλαντούχων επιστημόνων και ειδικών, στα ισχυρά Πανεπιστήμια των χωρών του «διευθυντηρίου» της ΕΕ, όπου διεξάγονται κρίσιμης σημασίας για το κεφάλαιο, ερευνητικές δραστηριότητες.

Γενικότερα σημειώνουμε ότι το βάρος που δίνεται σε αυτού του είδους εκπαιδευτική κινητικότητα, αποσκοπεί σε μια παράλληλη εξοικείωση με την εργασιακή κινητικότητα (η οποία, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, είναι σε πολύ χαμηλό επίπεδο στις χώρες της ΕΕ), που θα επιτρέψει στο κεφάλαιο να εξασφαλίζει σε επάρκεια το φτηνότερο επιστημονικό εργατικό δυναμικό, εκεί που το χρειάζεται, όταν το χρειάζεται και όπως το χρειάζεται.

Β4. Η επιτάχυνση της ιδιωτικοποίησης

Με συστηματικό τρόπο, τα τελευταία χρόνια, προωθείται η διαδικασία υπαγωγής όλης της λειτουργίας των Δημόσιων Πανεπιστημίων στις ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς, που μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα:

* Η λειτουργία των Πανεπιστημίων με επιχειρηματικά κριτήρια

Η κρατική συμμετοχή στην οικονομική και γενικότερη στήριξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας μειώνεται διαρκώς. Η επιβίωση των Πανεπιστημίων και ο βαθμός κρατικής επιχορήγησής τους, συνδέεται σταδιακά με την ικανότητά τους να προσελκύουν πελάτες - φοιτητές (υποσχόμενα καλή επαγγελματική σταδιοδρομία), καθώς και κάθε λογής χρηματοδότες (κρατικά προγράμματα, ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς - ΝΑΤΟ - ΕΕ, πολυεθνικές επιχειρήσεις). Ετσι στη θέση του ως σήμερα, κατ' όνομα βεβαίως "κοινωνικού" τους ρόλου, μπαίνει η πλήρης υποταγή στις απαιτήσεις και τα συμφέροντα των χρηματοδοτών τους.

Με λίγα λόγια, τα Πανεπιστήμια εξωθούνται να συμπεριφερθούν όλο και περισσότερο, σαν κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις, που, με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, σε βάρος των λαϊκών αναγκών, της επιστήμης και του επίπεδου των σπουδών, εντοπίζουν όλο το ενδιαφέρον τους στο πώς θα εξασφαλίσουν μεγαλύτερα έσοδα. Για το σκοπό αυτό μάλιστα έχουν ιδρυθεί εταιρίες διαχείρισης της περιουσίας τους και διασύνδεσης των ΑΕΙ με τις επιχειρήσεις, που στην ουσία προωθούν την υποταγή της πανεπιστημιακής δραστηριότητας στις απαιτήσεις της «αγοράς». Στα πλαίσια αυτά ο έλεγχος των εκλεγμένων συλλογικών πανεπιστημιακών οργάνων στην όλη δραστηριότητα των Πανεπιστημίων συρρικνώνεται και το κέντρο λήψης των αποφάσεων μετατοπίζεται ουσιαστικά σε στεγανές δομές, άμεσα συνδεδεμένες με τα κέντρα εξουσίας (κυβέρνηση, ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, μονοπωλιακές επιχειρήσεις). Σε μια πορεία μάλιστα προβλέπεται η συμμετοχή στη διοίκηση των Πανεπιστημίων, εκπροσώπων των επιχειρήσεων και η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων ελέγχου και διοίκησής των σε ολιγομελή, ακόμη και μονοπρόσωπα όργανα, όπως τεχνοκράτες διαχειριστές (managers).

Η επίδραση αυτής της πολιτικής στους προσανατολισμούς της επιστήμης και στην ποιότητα των Πανεπιστημίων είναι καταλυτική.

Καλύτερος πανεπιστημιακός δε θεωρείται πλέον εκείνος με το σημαντικότερο επιστημονικό και διδακτικό έργο, αλλά ο αποδοτικότερος οικονομικά. Στον πρόσφατο μάλιστα νόμο που τροποποιεί το καθεστώς των Ερευνητικών Κέντρων που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας, προβλέπεται η σύνδεση της ιεραρχικής εξέλιξης των ερευνητών με τον αριθμό των προγραμμάτων που προσελκύουν στο Κέντρο. Ρύθμιση που, όλα δείχνουν, πως δε θα αργήσει να επεκταθεί και στα Πανεπιστήμια.

Οι επιχειρήσεις θα μπορούν να καθορίζουν και τυπικά τη διάρθρωση και το περιεχόμενο των σπουδών στη βάση των στενών συμφερόντων τους (το νομοθετικό πλαίσιο των ΤΕΙ προβλέπει ήδη συμμετοχή των φορέων των επιχειρήσεων). Στην κατεύθυνση αυτή σημαντική επίδραση άσκησαν και ασκούν τα κοινοτικά προγράμματα, όπως το Commet, για τη σύμπραξη Πανεπιστημίων και εταιριών, το Esprit, αλλά και τα σύγχρονα προγράμματα Σωκράτης και Leonardo.

Ταυτόχρονα το ενδιαφέρον των πανεπιστημιακών δασκάλων για το εκπαιδευτικό έργο μειώνεται -για πολλούς η διδασκαλία θεωρείται πάρεργο- και στρέφεται στο κυνήγι χρηματοδοτών και σε επιφανειακές, μη ουσιαστικές εργασίες που αποφέρουν σύντομα κέρδη, όπως έρευνες μελετητικού περιεχομένου.

Οι εξελίξεις αυτές συνοδεύονται με την επέκταση των «ελαστικών» εργασιακών σχέσεων του ερευνητικού και διδακτικού προσωπικού (καθώς και του διοικητικού, εργαστηριακού), με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, με συμβάσεις έργου, προσλήψεις εποχιακού ή ωρομίσθιου προσωπικού. Στα περισσότερα μάλιστα νέα τμήματα που ιδρύθηκαν με τη χρηματοδότηση του ΕΠΕΑΕΚ, η πλειοψηφία των διδασκόντων είναι συμβασιούχοι του ΠΔ 407/80. Γενικότερα μέσα από την κοινοτική χρηματοδότηση ένα νέο επιστημονικό, διοικητικό και τεχνικό δυναμικό διαμορφώνεται στα ΑΕΙ, που εργάζεται σε συνθήκες μαύρης εργασίας και χρησιμοποιείται για να συμπιέζει τα εργασιακά δικαιώματα του μόνιμου προσωπικού. Η νέα αυτή πραγματικότητα που διαρκώς επεκτείνεται, επιδρά αρνητικά στο επίπεδο των σπουδών και προπαντός έρχεται σε πλήρη αντίθεση με κάθε έννοια ακαδημαϊκής ελευθερίας, δημιουργώντας μια πολυάριθμη κατηγορία εργαζομένων, άμεσα εξαρτημένων, με την απειλή της απόλυσης, από τις κυρίαρχες επιδιώξεις.

* Η ενίσχυση των ταξικών φραγμών στην Πανεπιστημιακή μόρφωση

Το κοινωνικό δικαίωμα της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης καταργείται και μαζί της καταργείται, μερικά ή ολικά (στο μεταπτυχιακό επίπεδο), η δωρεάν φοίτηση. Οι φοιτητές οφείλουν να χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις σπουδές τους, είτε από οικογενειακούς πόρους, είτε δανειζόμενοι τα αναγκαία ποσά από τραπεζικά και άλλα οικονομικά συγκροτήματα, τα οποία επενδύουν επιλεκτικά στα διαφαινόμενα προσόντα τους. Το σύστημα αυτό που εφαρμόζεται αρκετά χρόνια στις ΗΠΑ, έχει οδηγήσει σε υποδιπλασιασμό των κατόχων διδακτορικών διπλωμάτων την τελευταία εικοσαετία1.

* Η νομιμοποίηση των ιδιωτικών «Πανεπιστημίων»

Στα πλαίσια της πολιτικής της σταδιακής «εξάλειψης των διαφορών δημόσιου και ιδιωτικού τομέα της εκπαίδευσης», τα χαμηλότατης στάθμης παραρτήματα ξένων Πανεπιστημίων, που λειτουργούν στη χώρα μας, σε συνεργασία με αετονύχηδες επιχειρηματίες, προβάλλονται σαν πρότυπο προς μίμηση για τα δημόσια Πανεπιστήμια. Η πρόβλεψη της Διακήρυξης για αναγνώριση τμηματικών σπουδών, ακόμη και αν αυτές έχουν πραγματοποιηθεί εκτός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος, οδηγεί στην ντε φάκτο νομιμοποίησή τους, δεδομένου ότι τα μητρικά Πανεπιστήμια υποδοχής των ξένων χωρών, αφειδώς αποδίδουν τίτλους στους αποφοίτους των προσοδοφόρων παραρτημάτων τους.

Η αναθεώρηση μάλιστα του άρθρου 28 του συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο το κοινοτικό δίκαιο θα υπερισχύει του εθνικού, θα εξαλείψει οποιοδήποτε συνταγματικό εμπόδιο.

Με την αναγνώρισή τους, τα λογής κολέγια, που ήδη διατίθενται σε αριθμό πολλαπλάσιο των δημόσιων ΑΕΙ και ΤΕΙ, θα γιγαντωθούν, λειτουργώντας σαν πολιορκητικός κριός για την προσαρμογή και των κρατικών ιδρυμάτων στα πρότυπα μιας αχαλίνωτης «επιχειρηματικότητας». Η επίσημη μάλιστα κοινοτική προτροπή προς τα Δημόσια Πανεπιστήμια είναι - προκειμένου να εξυπηρετηθεί η οικονομική διείσδυση του κεφαλαίου μέσα από την πολιτιστική διείσδυση - να ιδρύσουν κατώτατης ποιότητας παραρτήματα, σε χώρες με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης ή στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Να μετατραπούν γενικότερα, μέσα από συμπράξεις και συνεργασίες, σε ένα είδος πολυεθνικών της εκπαίδευσης.

Στα πλαίσια αυτά ανοίγει βεβαίως μια νέα κερδοφόρα διέξοδος για τον καθεαυτό ιδιωτικό τομέα. Ηδη, με τις ευλογίες κυβερνητικών στελεχών, ιδρύθηκε στην Κέρκυρα το πρώτο αμιγώς ιδιωτικό «Πανεπιστήμιο», το οποίο μάλιστα προπαγανδίζει ότι η θεωρητική γνώση δεν έχει νόημα σε μια κοινωνία διαρκούς ανανέωσής της! Ταυτόχρονα η κυβέρνηση ανοίγει δρόμο στη δημιουργία ιδιωτικών «Πανεπιστημίων» με τη μορφή ΝΠΔΔ από διάφορους φορείς, όπως η Τοπική Αυτοδιοίκηση, η Εκκλησία κλπ. Οι Δήμοι μάλιστα (όπως πρόσφατα ο Δήμος Αμαρουσίου), στα πλαίσια του «υγιούς ανταγωνισμού», διαφημίζουν ότι τα δημοτικά Πανεπιστήμια θα είναι φθηνότερα από του οποιουδήποτε ιδιώτη.

Β5. Η πιστοποίηση - αξιολόγηση

Το βασικό εργαλείο για την επιβολή αυτής της πολιτικής, είναι η αξιολόγηση και η σύνδεσή της με τη χρηματοδότηση. Κριτήριο της ποιότητας των Πανεπιστημίων και των Πανεπιστημιακών σπουδών παύει να αποτελεί το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών, η υποδομή και η όλη επιστημονική δραστηριότητά τους και γίνεται η ανταπόκρισή τους στις ανάγκες της «αγοράς», στη βάση των υποδείξεων των εργοδοτών. Ανταπόκριση που επιχειρείται να ταυτιστεί μάλιστα με τις ανάγκες των φοιτητών - πελατών, με το απατηλό επιχείρημα ότι θα τους εξασφαλίσει άμεσα δουλιά.

Αποκαλυπτικός ως προς αυτό είναι ο Guy Haug, ο οποίος σε συνέντευξή του δηλώνει ότι: «η ποιότητα σχετίζεται με την ανταπόκριση που έχουν οι σπουδές στον πραγματικό κόσμο και το ποσοστό των φοιτητών που καταφέρνουν να μορφωθούν, έτσι ώστε να υπάρχει ανταπόκριση στην αγορά εργασίας. Τελικά, η ποιότητα πρέπει να αποτιμάται με αυτό που οι φοιτητές χρειάζονται και επιθυμούν, και όχι με γνώμονα κάποια αφηρημένη έννοια ακαδημαϊκής γνώσης». Ο Γερμανός Klaus Landfried, βασικός ομιλητής του συνεδρίου, σε αντίστοιχη συνέντευξή του, προσθέτει ότι «τα κριτήρια σε ό,τι αφορά το επίπεδο των σπουδών θα καθοριστούν από επιστήμονες και εργοδότες σε συνεχή διάλογο προκειμένου να προσαρμοστούν τα προγράμματα2».

Συμπερασματικά προκύπτει ότι κριτήριο αξιολόγησης και χρηματοδότησης είναι ο βαθμός συμμόρφωσης στις μονοπωλιακές επιδιώξεις και ιδιαίτερα:

α) ο αριθμός των φοιτητών που προσελκύονται, γεγονός που κατά κανόνα οδηγεί σε δραματική υποβάθμιση των σπουδών για εύκολα και φτηνά πτυχία προσανατολισμένα στις άμεσες ανάγκες της αγοράς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την υποβάθμιση της πλειοψηφίας των βρετανικών Πανεπιστημίων.

β) ο αριθμός των προγραμμάτων που συρρέουν σε κάθε Πανεπιστήμιο, που όσο μικρότερες αντιστάσεις και δημοκρατικές ευαισθησίες θα προβάλλει, τόσο πιο έμπιστο θα κρίνεται από τους χρηματοδότες του.

Στη βάση των πορισμάτων μιας «ανεξάρτητης, από τις εθνικές κυβερνήσεις, αρχής» που θα αποτελείται από ελεγχόμενους επιστήμονες και εργοδότες και θα αναλάβει το έργο της αξιολόγησης των ιδρυμάτων της ΕΕ, αντί να εξασφαλίζονται οι όροι για ισότιμη ανάπτυξη των Πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, θα προωθείται η κατηγοριοποίησή τους, με διαρκώς αυξανόμενη τη μεταξύ τους ποιοτική απόσταση. Στην πρώτη κατηγορία, θα ανήκουν αυτά που θα συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη βαθμολογία, τα επονομαζόμενα «κέντρα αριστείας», με αυστηρή επιλογή φοιτητών, γόνων της άρχουσας τάξης, στα οποία θα «ξαφρίζονται» βεβαίως και τα καλύτερα μυαλά της εργατικής τάξης. Τμήματα και σχολές που δε συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον της «αγοράς», θα οδηγούνται σε μαρασμό και κλείσιμο, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους αναγκαιότητα.

Ηδη στα κοινοτικά προγράμματα Σωκράτης και Leonardo, προβλέπονται μηχανισμοί αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της πανεπιστημιακής δραστηριότητας με ανάλογη κατανομή της κοινοτικής χρηματοδότησης. Ταυτόχρονα, τα κράτη - μέλη προχωρούν στη συγκρότηση Εθνικών Συστημάτων Αξιολόγησης, με ολοένα και αυξανόμενη τη συμμετοχή των εργοδοτικών φορέων, και στα οποία τίθενται συγκεκριμένοι όροι, που από την εκπλήρωσή τους εξαρτάται η χρηματοδότηση, ή δανειοδότηση των ιδρυμάτων. Στη χώρα μας, οι αρμοδιότητες αξιολόγησης των Πανεπιστημίων ανατίθενται στο ΕΣΥΠ (ν.2327/95), το οποίο εσπευσμένα η κυβέρνηση έρχεται (μέσα από επιμέρους τροποποιήσεις που το καθιστούν πιο αποτελεσματικό) να ενεργοποιήσει, για λόγους ευθυγράμμισης στις υποχρεώσεις της που έχει αναλάβει, ενόψει της Συνόδου της Πράγας. Στα πλαίσια μάλιστα της συγκεκριμενοποίησης των δομών και οργάνων που θα αναλάβουν την αξιολόγηση των ΑΕΙ-ΤΕΙ, η κυβέρνηση έχει ήδη καλέσει σε προσχηματικό διάλογο για τη «θεσμοθέτηση εθνικού συστήματος αξιολόγησης της ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης». Το νομοσχέδιο δεν υπεισέρχεται καθόλου στο επίμαχο ζήτημα των κριτηρίων για την αξιολόγηση, σε μια τακτική δημιουργίας τετελεσμένων, πριν αποκαλυφθούν στο σύνολό τους οι αντιδραστικοί στόχοι της. Ωστόσο και μέσα απ' αυτό μπορεί κανείς να διαπιστώσει την κατεύθυνση, αφού το όργανο που θα αναλάβει την προώθηση των διαδικασιών, το Εθνικό Συμβούλιο Αξιολόγησης Ποιότητας (ΕΣΑΠ), είναι πλήρως ελεγχόμενο από την κυβέρνηση και με ενισχυμένη την παρουσία εκπροσώπων των εργοδοτικών φορέων.

Γενικότερα θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι η πολιτική της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων ΑΕΙ, σε συνδυασμό με τις προωθούμενες διαδικασίες αξιολόγησης, κάθε άλλο παρά συνιστούν ενίσχυση της δημοκρατικής αυτοδιοίκησης των Πανεπιστημίων, όπως επιχειρείται να εμφανιστεί, κάτω από τον τίτλο της «διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας των ιδρυμάτων». Αντίθετα, οδηγούν σε ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και του ελέγχου των Πανεπιστημίων από το κράτος και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, ουσιαστικά από το μεγάλο κεφάλαιο. Ταυτόχρονα η ευθύνη για τη χρηματοδότηση και τη γενικότερη εξασφάλιση των προϋποθέσεων λειτουργίας τους μεταφέρεται στα ίδια τα ιδρύματα και τους φοιτητές.

Β6. Η σχέση των πτυχίων με το επάγγελμα και η προοπτική των αποφοίτων

* Φταίει η εκπαίδευση για την ανεργία;

Το επιχείρημα ότι η προσαρμογή των σπουδών στις ανάγκες της «αγοράς», θα εξασφαλίσει άμεσα μια επικερδή εργασία στους αποφοίτους, είναι εντελώς αβάσιμο και παραπλανητικό. Η ανεργία των πτυχιούχων δεν οφείλεται στην έλλειψη των κατάλληλων ειδικοτήτων και δεξιοτήτων τους, όπως ισχυρίζεται ο Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων και προβάλλει η κυβέρνηση και ο αστικός Τύπος. Αν το πρόβλημα ήταν τόσο απλό, τότε μέσα από μέτρα αναδιανομής του αριθμού των εισακτέων στις διάφορες ειδικότητες - που σε ένα βαθμό μπορεί να γίνει και στα καπιταλιστικά πλαίσια - θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί. Η ανεργία είναι σύμφυτη με τη συγκεκριμένη μορφή της κοινωνίας, όπου ο εφεδρικός στρατός των ανέργων χρησιμοποιείται από το κεφάλαιο, για να συμπιέσει στο κατώτατο δυνατό όριο τις απαιτήσεις των εργαζομένων και να εντείνει την εκμετάλλευσή τους.

Η υποβάθμιση, αντίθετα, του προπτυχιακού κύκλου των σπουδών, οδηγεί σε απαξίωση την εργατική δύναμη των αποφοίτων του, σε χειροτέρευση των όρων και της δυνατότητας απασχόλησής τους, που αποτελεί και τη βασική αξίωση των εργοδοτών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανεργία των αποφοίτων των ΤΕΙ -Ιδρυμάτων ήδη προσανατολισμένων στην εφαρμογή και την ικανοποίηση των συγκεκριμένων απαιτήσεων της «αγοράς» - είναι, κατά μέσο όρο, μεγαλύτερη από αυτή των αποφοίτων των ΑΕΙ. Ενα πολύ μεγαλύτερο μάλιστα, σε σχέση με τα ΑΕΙ, ποσοστό των σπουδαστών των ΤΕΙ, δεν ολοκληρώνει τις σπουδές του, διαπιστώνοντας στην πορεία ότι ελάχιστα μπορούν να βελτιώσουν την εργασιακή τους προοπτική. Σύμφωνα με δηλώσεις του αντιπρύτανη του Fachohochshule του Ντίσελντορφ, τα ιδρύματα που ζημιώθηκαν μετά το 1990, από τη μαζική εισροή στη γερμανική αγορά εργασίας των υψηλά μορφωμένων και πολύ φθηνότερων πτυχιούχων των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, είναι τα - αντίστοιχα των ΤΕΙ - Fachohochshule, στα οποία έπεσε κατακόρυφα ο αριθμός των σπουδαστών, εξαιτίας της υψηλής ανεργίας των αποφοίτων τους.

Στη μητρόπολη μάλιστα του καπιταλισμού, στις ΗΠΑ, ολοένα και λιγοστεύει το ποσοστό των κατόχων μεταπτυχιακών τίτλων που εργάζονται σε θέσεις αντίστοιχες των προσόντων τους. Η τάση αντικατάστασης των αποφοίτων του προπτυχιακού κύκλου από απόφοιτους των μεταπτυχιακών και κατάληψης αντίστοιχα των θέσεων των αποφοίτων του Λυκείου και της Μέσης Επαγγελματικής Εκπαίδευσης από τους απόφοιτους του προπτυχιακού κύκλου, κυριαρχεί. Η δε μεγάλη πλειοψηφία των αποφοίτων των χαμηλότερων εκπαιδευτικών βαθμίδων, καταδικάζεται σε δουλιές του ποδαριού, ή μπαίνει στο περιθώριο. Φαινόμενο που με τη σειρά του συμβάλλει στην παθογένεια της αμερικανικής κοινωνίας, στη ραγδαία αύξηση των τροφίμων, του αφύσικα διογκωμένου σωφρονιστικού της συστήματος. Η τάση αυτή δεν αποτελεί βεβαίως «αντικειμενικό» αποτέλεσμα της κοινωνικής εξέλιξης, όπως παρουσιάζεται σε τοποθετήσεις αστών αναλυτών. Είναι προϊόν της πολιτικής που διευρύνει την ανεργία και του αδυσώπητου ανταγωνισμού για μια θέση εργασίας, που ανεβάζει διαρκώς τον πήχη των εργοδοτικών απαιτήσεων, και κατεβάζει μισθούς και κοινωνικές παροχές. Είναι αποτέλεσμα του ξέφρενου ανταγωνισμού των μονοπωλίων, που χρησιμοποιώντας ολοένα και υψηλότερα ειδικευμένη εργατική δύναμη, εκτινάσσουν στα ύψη την εκμετάλλευσή της, αυξάνοντας αντί να μειώνουν το χρόνο απασχόλησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πλειοψηφία των νέων πτυχιούχων ιδιαίτερα εκείνων οι οποίοι απασχολούνται σε τομείς αιχμής, δεν έχουν ωράριο, ασφάλιση και γενικότερα κανένα εργασιακό δικαίωμα, ενώ οι ώρες απασχόλησής τους ξεπερνούν κατά πολύ το οχτάωρο.

Συνεπώς το κυνήγι ολοένα περισσότερων προσόντων, η ατομική προσπάθεια ένταξης στην κατηγορία των «άριστων» και «επίλεκτων», οδηγεί σε αδιέξοδο και ο μύθος της «αξιοκρατικής» κοινωνίας μας η οποία επιβραβεύει τάχα τους ικανούς και εργατικούς, έχει προ πολλού καταρρεύσει, πόσο μάλλον στις μέρες μας, όπου η προλεταριοποίηση του επιστημονικού δυναμικού διευρύνεται ραγδαία.

* Η αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος και η κατάργηση του κοινωνικού δικαιώματος στην εργασία

Επιπλέον, βασική συνέπεια της υποβάθμισης των προπτυχιακών σπουδών στο επίπεδο μιας μερικής κατάρτισης, της απόσπασης της επιστημονικής ειδίκευσης από αυτές, είναι η διάσπαση της σχέσης πτυχίου και επαγγέλματος πάνω στην οποία σχέση στηρίζεται το δικαίωμα των επιστημόνων στην εργασία. Η κατοχή ενός τίτλου σπουδών δε συνεπάγεται δικαίωμα στην εργασία. Ενδεικτικά, οι συντάκτες της εισηγητικής έκθεσης της κυβερνητικής πρότασης νόμου για τα μεταπτυχιακά αναφέρουν ότι «κύρια χαρακτηριστικά της νέας πραγματικότητας των Πανεπιστημίων στα πλαίσια της Κοινωνίας της Γνώσης και της Μάθησης θα είναι η ανοιχτή πρόσβαση, η ανοιχτή είσοδος, η οποία όμως συνοδεύεται και από την ανοιχτή έξοδο (!), με την έννοια ότι η αποφοίτηση, η λήψη ενός τίτλου σπουδών, αποσυνδέεται από την επαγγελματική κατοχύρωση και διασφάλιση». Η ατομική μάλιστα πρόσβαση στην επιστήμη, γίνεται πρόσθετη αφορμή για την αφαίρεση των όποιων ενιαίων, συλλογικών, επαγγελματικών δικαιωμάτων εξακολουθούν να υπάρχουν. Ο νέος τύπος του ημιειδικευμένου - ημικαταρτισμένου απόφοιτου, που δε διαθέτει την απαραίτητη επιστημονική μόρφωση, ώστε να μπορεί να αφομοιώνει την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, αποτελεί εύκολο θύμα της λογικής της αγοράς που τον θέλει κάθε λίγο να απολύεται, προκειμένου να επανακαταρτιστεί - με δικά του έξοδα - στα νέα δεδομένα της αγοράς («διά βίου κατάρτιση»). Ετσι οι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων, θα μετατραπούν σε κυνηγούς καταρτίσεων και εργοδοτικών πιστοποιήσεων, που θα αναγράφονται σε προσωπικές κάρτες ικανοτήτων, «πέρα από διπλώματα και πτυχία που χάνουν την αξία τους με την πάροδο του χρόνου», όπως υπογραμμίζεται στη Λευκή Βίβλο για την εκπαίδευση.

Το σύστημα των πιστωτικών μονάδων πιθανά θα χρησιμοποιηθεί για τη μέτρηση του βαθμού απαξίωσης των γνώσεων μετά το χρόνο αποφοίτησης.

Για τις περισσότερες άλλωστε κατηγορίες των πτυχιούχων, είναι ήδη πραγματικότητα η ατομική αποτίμηση της επαγγελματικής τους ικανότητας, βάσει των δήθεν «ουσιαστικών προσόντων», για τα οποία τον πρώτο λόγο έχει η «αγορά». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι απόφοιτοι των ονομαζόμενων «καθηγητικών» σχολών, οι οποίοι για να μπορέσουν να διδάξουν θα χρειαστεί να αποκτήσουν πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας, εκτός του βασικού κύκλου των σπουδών τους και στη συνέχεια να «αξιολογηθούν» ατομικά, μέσα από διαγωνισμούς τύπου ΑΣΕΠ, ή με άλλα ταξικότερα κριτήρια, όπως η απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου, η προσωπική συνέντευξη κλπ.

Στα πλαίσια αυτά, ακόμη και οι απόφοιτοι του δεύτερου - μεταπτυχιακού - κύκλου δε θα κατοχυρώνονται επαγγελματικά. Κάτι που είναι πλέον γεγονός για την πλειοψηφία των σημερινών αποφοίτων της Ανώτατης Εκπαίδευσης, με τους οποίους στην ουσία θα αντιστοιχηθούν. Νομοθετική κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων έχουν βασικά μόνον οι γιατροί, οι μηχανικοί και οι νομικοί. Ηδη στο χώρο των γιατρών και των δικηγόρων, δρομολογούνται μέτρα περικοπής της πρόσβασης σε επαγγελματικά δικαιώματα (πρόσθετες εξετάσεις μετά το πτυχίο στους γιατρούς, σχολή δικηγορίας μετά την αποφοίτηση από τη Νομική, ως προϋπόθεση για την άδεια άσκησης του νομικού επαγγέλματος, στην οποία η εισαγωγή και η αποφοίτηση θα γίνεται με εξετάσεις), μέτρα που προβλέπεται σύντομα να επεκταθούν και στους μηχανικούς. Ετσι ακόμα και απόφοιτοι εξάχρονων σπουδών, οι απόφοιτοι της Ιατρικής που θα αποτυγχάνουν στις εξετάσεις για την άδεια άσκησης επαγγέλματος, προορίζονται για την ανεργία ή στην καλύτερη περίπτωση να απασχοληθούν σαν υγειονομικοί υπάλληλοι, όπως διαφάνηκε με τις πρόσφατες εξελίξεις στο χώρο της Υγείας.

Ταυτόχρονα όλα συνηγορούν ότι σε μία πορεία θα τεθούν όροι για τη διατήρηση των όποιων κατοχυρωμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων (όπως π.χ. η υποχρεωτική παρακολούθηση, προγραμμάτων διά βίου κατάρτισης, εξετάσεις μετά την πάροδο κάποιων χρόνων, ανάλογα με την υποτιθέμενη ταχύτητα απαξίωσης της γνώσης σε κάθε επιστημονικό αντικείμενο κλπ.).

Επομένως, η διαμάχη για τα επαγγελματικά δικαιώματα ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες αποφοίτων (ΑΕΙ - ΤΕΙ, πτυχιούχοι διαφορετικών τμημάτων με συναφές επαγγελματικό αντικείμενο κλπ.) είναι χωρίς ουσία, αφού κανείς δε θα είναι πια επαγγελματικά κατοχυρωμένος. Ταυτόχρονα όμως είναι και βλαβερή, γιατί διασπά τους εργαζόμενους και αποπροσανατολίζει από την αναζήτηση του πραγματικού ενόχου, του μονοπωλιακού κεφαλαίου, το οποίο θέλει λυμένα τα χέρια του από οποιαδήποτε δέσμευση και εμπόδιο στη ληστρική επιδρομή εναντίον της εργασίας.

Β7. Η ενίσχυση του ρόλου των Πανεπιστημίων στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας

Η αντιδραστική αναδιάρθρωση της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης συνοδεύεται από την ενίσχυση της ιδεολογικής κυριαρχίας του κεφαλαίου στα Πανεπιστήμια. Στα πλαίσια αυτά, ο ρόλος των Πανεπιστημίων στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας έχει ενισχυθεί. Δεκάδες συνέδρια, ημερίδες και συμπόσια διοργανώνονται κάθε χρόνο από αυτά, με κοινοτική χρηματοδότηση και βασικό στόχο την προπαγάνδιση και τον εξαγνισμό των κυρίαρχων πολιτικών επιλογών του μεγάλου κεφαλαίου. Οι πλέον αντιδραστικές αστικές θεωρίες που στο παρελθόν αντιμετωπίστηκαν αποφασιστικά από το πανεπιστημιακό κίνημα, επανακάμπτουν, ασκώντας βαθιά επίδραση στις συνειδήσεις, κυρίως της φοιτητικής νεολαίας, με σκοπό την καθυπόταξή της στη λογική της παντοδυναμίας της αγοράς και των κάλπικων αξιών του ιμπεριαλισμού.

Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένες αιχμές της ιδεολογικής προπαγάνδας που αναπτύσσεται σήμερα στα Πανεπιστήμια.

α) Η προβολή του συμφέροντος των μονοπωλίων και της «ευρωπαϊκής ιδέας» σαν κοινό συμφέρον όλων.

Πρόκειται για μια σειρά θεωρίες που επιδιώκουν όχι απλά την πειθάρχηση στο σύστημα, αλλά την αφοσίωση σε αυτό. Εχουν τη βάση τους στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του αμερικάνικου πραγματισμού. Μια θεωρία που εκφράζει την ταξική άποψη της πιο αντιδραστικής και επιθετικής μερίδας της μονοπωλιακής κεφαλαιοκρατίας, της οποίας το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η δημαγωγία και η εξαπάτηση του λαού, προκειμένου να διαμορφώσει την άποψή του σύμφωνα με την ιμπεριαλιστική άποψη. Σύμφωνα με τη θεωρία π.χ. του Αμερικανού πραγματιστή φιλοσόφου Ο. Τζέιμς, η «αξία» κάθε πράγματος πρέπει να κριθεί από τις «πληρωμές» που φέρνει και «η γενική μας υποχρέωση είναι να κάνουμε ό,τι αποδίδει», με τον ίδιο, δήθεν, τρόπο στις ανάγκες όλων των τάξεων και σε τελευταία ανάλυση ταυτίζεται με εκείνο που αποδίδει στο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Στα πλαίσια αυτά, τα Πανεπιστήμια αναδείχνονται σε βασικό μοχλό εδραίωσης της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης, της ταξικής συνεργασίας για την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερη συμβολή στην καλλιέργεια παρόμοιων αντιλήψεων έχουν τα γραφεία διασύνδεσης με τις επιχειρήσεις που λειτουργούν σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Στόχος τους είναι η νομιμοποίηση της παρέμβασης των επιχειρήσεων στο περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών και η εισαγωγή της ιδέας μιας «αξιοκρατικής», τάχα, λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς, που ενδιαφέρεται να απορροφήσει και να ανταμείψει τους «καλύτερους». Οχι μόνο δε συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της ανεργίας των πτυχιούχων, αλλά διευκολύνοντας τα μονοπώλια να «αλιεύουν ψυχές», απομακρύνουν τη νεολαία από το μόνο σίγουρο δρόμο κατάκτησης του δικαιώματος στην εργασία, την ταξική πάλη. Ειδικά μέσα από τις ημερίδες «σταδιοδρομίας», στις οποίες οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις προβάλλουν τα «επιτεύγματα» και το «κοινωνικό» έργο τους, σε κατάμεστα αμφιθέατρα φοιτητών, επιχειρείται να προκληθεί δέος και θαυμασμός προς τη μονοπωλιακή διεύθυνση της κοινωνίας. Θαυμασμός που βεβαίως περισσότερο συστηματικά καλλιεργείται από τη, διαπλεκόμενη με τα μονοπωλιακά συμφέροντα, μερίδα των πανεπιστημιακών, μέσα από την καθημερινή διδασκαλία, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από το παρελθόν. Βεβαίως, η επίδραση της αστικής ιδεολογίας στη συνείδηση των φοιτητών είναι πολύ πιο σύνθετη διαδικασία, άμεσων και έμμεσων τρόπων, που εντοπίζονται στον ίδιο το χαρακτήρα και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών. Προγραμμάτων που μέσα από γνώσεις ασύνδετες, αποσπασματικές και συχνά στρεβλές και αντιεπιστημονικές, αχρηστεύουν την ενότητα της γνώσης, γεννούν αίσθημα αδυναμίας γνωσιμότητας του κόσμου και αδυνατίζουν την κριτική ικανότητα.

β) Η αντιμετώπιση της αποτελεσματικότητας της μόρφωσης ανάλογα με την οικονομική της απόδοση.

Εχει τη βάση της σε διάφορες θεωρίες, όπως αυτή του «ανθρώπινου κεφαλαίου» στα πλαίσια της οποίας προτείνονται χυδαίοι μέθοδοι προσδιορισμού της οικονομικής αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης και κατανομής της χρηματοδότησής της με τον τύπο «κόστος - αποτέλεσμα». Μια θεωρία που υποβιβάζει το ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα στην παραγωγή στο επίπεδο των υλικών συστατικών της στοιχείων και την επιστήμη σε «αγελάδα που μας εφοδιάζει γάλα», σύμφωνα με τα λόγια του Ενγκελς και όχι σαν μια περιοχή της ανθρώπινης πρακτικής, η οποία απαιτεί «σοβαρή και ζηλευτή αφοσίωση». Η θεωρία αυτή και άλλες παραπλήσιες θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες η επιστήμη είναι «επιχείρηση», μια «εξαιρετικά εξειδικευμένη βιομηχανία», αντιμετωπίζουν την επιστήμη από τη σκοπιά του «πρακτικού» επιχειρηματία. Μια σκοπιά που οδηγεί την επιστήμη σε καθαρή διαστρέβλωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η καπιταλιστική αντιμετώπιση της επιστήμης, έχει οδηγήσει σε μια μονομερή ανάπτυξη των τεχνολογικών -και όχι όλων- επιστημών, στην υποβάθμιση της βασικής αλλά και της εφαρμοσμένης έρευνας, σε όφελος της «εξαρτημένης» έρευνας για άμεση εμπορική της αξιοποίηση.

Στη βάση αυτών των θεωριών προωθείται η επιλεκτική, ατομική, με τη μορφή δανείων, χρηματοδότηση των φοιτητών και η αξιολόγηση των Πανεπιστημίων με κριτήριο την οικονομική τους απόδοση. Μια αξιολόγηση που σκόπιμα παραμελεί τους πιο καθοριστικούς κοινωνικούς, υλικούς, οργανωτικούς και παιδαγωγικούς παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν την ποιότητα της εκπαίδευσης.

γ) Η θεωρία ότι η γνώση μεταβάλλεται ραγδαία και η παλιά γνώση απαξιώνεται και αχρηστεύεται

Θεωρία που προβάλλεται για να νομιμοποιήσει τη διαδικασία της «διά βίου κατάρτισης». Εχει τη βάση της στις νεοθετικιστικές φιλοσοφικές αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες δεν υπάρχουν φυσικοί νόμοι και φυσική αιτιότητα, οι φυσικοί νόμοι αποτελούν «συμβάσεις», «αποφάνσεις», «συστήματα προτάσεων», «λογική αναγκαιότητα» κλπ. Οι νεοθετικιστικές θεωρίες υποστηρίζουν δηλαδή ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αναφορά της επιστήμης και ότι η γνώση δεν αποτελεί μια εξελικτική πορεία προς την κατάκτηση της αλήθειας. Κάθε φορά που οι αποφάνσεις και οι συμβάσεις αλλάζουν, θα πρέπει να ξεκινάμε από την αρχή. Οι απόψεις αυτές εντάσσονται στη γενικότερη θεωρία της «μετακαπιταλιστικής κοινωνίας της γνώσης». Μια θεωρία που αποτελεί συνέχεια και μετονομασία προηγούμενων θεωριών για τη μεταβιομηχανική κοινωνία, και αποσκοπεί να αποπροσανατολίσει από την κύρια αιτία της ενίσχυσης των ταξικών ανισοτήτων, που βρίσκεται στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και ιδιαίτερα στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Επομένως επιχειρεί να αποπροσανατολίσει από την ταξική πάλη, να καλλιεργήσει την αυταπάτη πως μέσα από τις πολλαπλές ευκαιρίες κατάρτισης που προσφέρει ο καπιταλισμός, μπορούν να ξεπεραστούν οι ταξικές ανισότητες, αν ο καθένας ατομικά έχει την ικανότητα σωστά να τις εκμεταλλευτεί.

Στα παραπάνω χρειάζεται να προσθέσουμε τις διάφορες επιστημονικοφανείς αναλύσεις για τη δήθεν αντικειμενικότητα της «παγκοσμιοποίησης», που απορρέει τάχα από την εξέλιξη της γνώσης. Αναλύσεις που προσπαθούν να κρύψουν τον κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής, αγνοώντας τους κοινωνικοπολιτικούς προσδιορισμούς.

Γενικότερα χρειάζεται να επισημανθεί ότι, οι νέοι μηχανισμοί ιδεολογικής χειραγώγησης, οι οποίοι έχουν αναδυθεί με μοχλό τα κοινοτικά προγράμματα και οδηγούν σε φαινόμενα εξαγοράς και διάβρωσης συνειδήσεων (κυνήγι ερευνητικών προγραμμάτων, προγράμματα κινητικότητας, γραφεία διασύνδεσης κλπ.), θα ενισχυθούν με την εισαγωγή του συστήματος των πιστωτικών μονάδων, της αξιολόγησης, της γενίκευσης των μεταπτυχιακών. Η εισβολή των ξένων Πανεπιστημίων στη χώρα μας, αλλά και η ενίσχυση της διασύνδεσης και των δικτύων μεταξύ των ιδρυμάτων συνοδεύονται με εντονότερη πνευματική και γενικότερα πολιτιστική διείσδυση στην πηγή της παραγωγής της γνώσης, εντείνουν την ιδεολογική αλλοτρίωση.

Γ. Οι επιπτώσεις της αντιδραστικής αναδιάρθρωσης

στην Ανώτατη Εκπαίδευση

Συνοψίζοντας, οι βασικές επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, είναι οι παρακάτω:

Α) Κατάργηση του Δημόσιου και Δωρεάν χαρακτήρα των Πανεπιστημίων. Με μοχλούς την υποχρηματοδότηση και την αξιολόγηση, τα Πανεπιστήμια εξωθούνται να λειτουργήσουν με επιχειρηματικά κριτήρια. Να μετατραπούν σε ένα είδος κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, ασφυκτικά εξαρτημένων από τα συμφέροντα των χρηματοδοτών τους (των μονοπωλίων, του κράτους τους και των οργανισμών τους), οι οποίες οφείλουν να λειτουργούν «ανταγωνιστικά», σε μια ενιαία ευρωπαϊκή «αγορά» ανώτατης εκπαίδευσης. Η εξέλιξη αυτή συνοδεύεται με τη νομιμοποίηση των ιδιωτικών, τύπου ΙΕΚ, ψευτοπανεπιστημίων.

Β) Ολοσχερής αναίρεση της όποιας κοινωνικής αποστολής της επιστήμης, με σοβαρότατη επίπτωση στην ίδια την εξέλιξη των επιστημών, στο περιεχόμενό τους, στη σχέση βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας. Ενδυνάμωση του ελέγχου των ιμπεριαλιστικών οργάνων σε σχέση με τις προτεραιότητες και τους προσανατολισμούς της Πανεπιστημιακής έρευνας, μέσα από τη διασύνδεση των Πανεπιστημίων και τα «ολοκληρωμένα» προγράμματα εκπαίδευσης και έρευνας, με συνέπεια τη δέσμευση της επιστημονικής - ερευνητικής δραστηριότητας σε κατευθύνσεις ξένες με τις ανάγκες της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας μας.

Γ) Ισχυροποίηση της συγκέντρωσης της επιστήμης και του επιστημονικού δυναμικού στα κορυφαία Πανεπιστήμια των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών, για την ενίσχυση του μονοπωλιακού ελέγχου της γνώσης. Ετσι αυξάνεται η ανισομέρεια του καταμερισμού της επιστήμης στα Πανεπιστήμια των διαφόρων χωρών, στα πλαίσια του οποίου τα ελληνικά Πανεπιστήμια αναλαμβάνουν ρόλο «φτωχού συγγενή», για συμπληρωματική έρευνα «φασόν». Ταυτόχρονα ενισχύεται το φαινόμενο της αποστράγγισης της χώρας μας από τα καλύτερα επιστημονικά της ταλέντα. H διαστρωμάτωση των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, σχολών και τμημάτων αναπαράγεται, υπό κλίμακα, στο εσωτερικό της χώρας μας, ακόμη και μέσα στα ίδια τα ιδρύματα, διαμορφώνοντας διδακτικό προσωπικό και αποφοίτους πολλών ταχυτήτων.

Δ) Υποβάθμιση του προπτυχιακού κύκλου σπουδών, με τη μετατόπιση της επιστημονικής ειδίκευσης στο μεταπτυχιακό επίπεδο. Οι προπτυχιακές σπουδές, όταν δεν περιορίζονται απλά στο ρόλο της δεξαμενής ανέργων, προσανατολίζονται στη γρήγορη και μαζική χορήγηση πρακτικών και άμεσα αναλώσιμων επαγγελματικών δεξιοτήτων, βολικών και προσοδοφόρων για την «αγορά».

Η υποβάθμιση της βάσης της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, των προπτυχιακών σπουδών, συνεπάγεται τη γενική υποβάθμισή της.

Ε) Γενικότερη υποβάθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος σαν συνέπεια της υποβάθμισης της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, από την οποία τροφοδοτείται το σύνολο της Εκπαίδευσής μας, τόσο σε περιεχόμενο, όσο και σε έμψυχο δυναμικό, δηλαδή σε εκπαιδευτικούς.

Ζ) Αποσύνδεση των σπουδών και των τίτλων τους από την επαγγελματική ικανότητα και κατ' επέκταση αφαίρεση του κοινωνικού δικαιώματος της εργασίας από τους αποφοίτους, οι οποίοι θα κρίνονται σε ατομική βάση ανάλογα με τα υποτιθέμενα «ουσιαστικά προσόντα» τους. Μείωση της τιμής της επιστημονικής εργατικής δύναμης, κατάργηση κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων, γενικότερα ενίσχυση της εκμετάλλευσης και χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας και ζωής των αυριανών αποφοίτων.

Η) Ενταση των ταξικών φραγμών και θεαματική μείωση της πρόσβασης στην Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση στο 15%-30% των σημερινών φοιτητών, αφού στην ουσία αυτή μετατοπίζεται στο μεταπτυχιακό επίπεδο, γίνεται «τεταρτοβάθμια», κατόπιν αυστηρών επιλεκτικών διαδικασιών και αντί διδάκτρων. Γενικότερη ενίσχυση των μηχανισμών ταξικής επιλογής μέσα από αλλεπάλληλα φίλτρα (που σε μια πορεία θα επεκταθούν) και την πολυκατηγοριοποίηση των ιδρυμάτων, των τμημάτων και των σπουδών.

Θ) Ενίσχυση της ιδεολογικής κυριαρχίας της αστικής τάξης στα Πανεπιστήμια, καθώς και του ρόλου τους στην αναπαραγωγή της. Η εισαγωγή του νέου μοντέλου λειτουργίας των Πανεπιστημίων, συνοδεύεται με την ισχυροποίηση της αστικής ιδεολογίας, ιδιαίτερα των νεοθετικιστικών - πραγματιστικών θεωριών και του αγνωστικισμού.

Ι) Κατάργηση των δημοκρατικών ελευθεριών, της ελεύθερης επιστημονικής δημιουργίας και σκέψης - που είναι ο καταλύτης της εξέλιξης της επιστήμης - και ενίσχυση του αυταρχισμού. Στο πλαίσιο αυτό οι διακηρύξεις περί αυτοτέλειας των Πανεπιστημίων από τον κρατικό εναγκαλισμό αποτελούν σκέτη υποκρισία. Ούτε η δημοκρατία διευρύνεται ούτε το αστικό κράτος γίνεται λιγότερο. Αντίθετα μετακυλίονται οι ευθύνες του στα Πανεπιστήμια και ενισχύονται οι μηχανισμοί ελέγχου και επιβολής των απαιτήσεων της κεφαλαιοκρατίας.

Κ) Μακροπρόθεσμα η πολιτική του κατακερματισμού και της αποσπασματικής, ατομικής, συγκρότησης των σπουδών, θα έχει πολύ αρνητικές επιδράσεις στη συλλογική στάση απέναντι στα προβλήματα, στο φοιτητικό - σπουδαστικό συνδικαλισμό και στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στη συνέχεια.

Δ. Η «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ

Οπως προκύπτει από το νομοσχέδιο για τη «Διάρθρωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης και ρύθμιση θεμάτων του τεχνολογικού τομέα αυτής» που δόθηκε στη δημοσιότητα, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα ΤΕΙ, για την έναρξη της επίσημης εφαρμογής της Διακήρυξης της Μπολόνια.

Η ένταξη των ΤΕΙ δε συνοδεύεται από καμία αλλαγή στο χαρακτήρα τους, ως υποδεέστερων από τα ΑΕΙ ιδρυμάτων, που παρέχουν με το μισό κόστος, μια χαμηλής ποιότητας τεχνολογική εκπαίδευση, αποστεωμένη από το θεωρητικό της υπόβαθρο και σε ορισμένες περιπτώσεις εμπειρική.

Η εκτίμησή αυτή προκύπτει από μια σειρά, κρίσιμης σημασίας, σημεία του νομοσχεδίου:

1. Τα ΤΕΙ εντάσσονται στην Ανώτατη Εκπαίδευση με «διακριτό» ρόλο σαν μη πανεπιστημιακά - τεχνολογικά ιδρύματα, δίπλα σε άλλα πανεπιστημιακά ιδρύματα με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο, όπως τα Πολυτεχνεία, οι Γεωπονικές Σχολές κλπ.

2. Οι απόφοιτοί τους αποκτούν το ίδιο πτυχίο και διατηρούν τα ίδια, μειωμένης εμβέλειας, επαγγελματικά δικαιώματα που είχαν θεσπιστεί για περιορισμένες ειδικότητες πριν την «ανωτατοποίηση». Επαγγελματικά δικαιώματα τα οποία στην πορεία θα αφαιρεθούν, ακολουθώντας την κοινή μοίρα των εργασιακών δικαιωμάτων όλων των κατηγοριών των πτυχιούχων.

3. Η διάρθρωση των βαθμίδων του διδακτικού προσωπικού των ΤΕΙ είναι κατά μία βαθμίδα χαμηλότερη της αντίστοιχης διάρθρωσης των βαθμίδων των ΑΕΙ, ώστε στα ΤΕΙ να μην υπάρχει ουσιαστικά η Α' βαθμίδα των καθηγητών ΑΕΙ. Ταυτόχρονα βέβαια διατηρείται το απαράδεκτο καθεστώς, με το οποίο η πλειοψηφία του διδακτικού προσωπικού (από 50%-90% στα επαρχιακά ΤΕΙ) είναι ωρομίσθιοι.

4. Δεν επιτρέπεται στα ΤΕΙ να οργανώνουν αυτόνομα μεταπτυχιακές σπουδές, δηλαδή να αναπαράγουν το επιστημονικό τους δυναμικό και συνεπώς περιορισμένες εξακολουθούν να είναι οι δυνατότητες διεξαγωγής έρευνας μέσα σε αυτά. Τυπικά παραχωρείται στους αποφοίτους τους η δυνατότητα της ανεμπόδιστης πρόσβασης στα μεταπτυχιακά προγράμματα των ΑΕΙ, δικαίωμα που προβλέπεται και από το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο των ΤΕΙ και το οποίο ουσιαστικά δεν μπορεί να ασκηθεί, παρά μόνο σε ξένα, β' κατηγορίας, Πανεπιστήμια.

5. Δεν προβλέπεται ουσιαστικά αύξηση της χρηματοδότησης για τα ΤΕΙ - κάποιες αόριστες υποσχέσεις υπάρχουν στο προσχέδιο - των οποίων πολλά τμήματα λειτουργούν χωρίς καν δικά τους κτίρια, με τρομακτικές ελλείψεις σε υλικά, εργαστήρια και εξοπλισμό, αν και τεχνολογικά ιδρύματα. Σημειώνουμε μάλιστα ότι στο φετινό προϋπολογισμό και παρότι η αναλογία της κρατικής χρηματοδότησης σε ΤΕΙ και ΑΕΙ είναι 1:4, η κυβέρνηση προχωρεί προκλητικά σε νέα μείωση των κονδυλίων για τα ΤΕΙ.

Η ονομαστική «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ, δεν είναι μια απλή διατήρηση της σημερινής πραγματικότητας, που ανοίγει μάλιστα και κάποια προοπτική ουσιαστικής «ανωτατοποίησής» τους στο μέλλον. Η χωρίς καμία αναβάθμιση ένταξη των ΤΕΙ στην Ανώτατη Εκπαίδευση, ανοίγει και τυπικά τον κύκλο της εφαρμογής των αποφάσεων της Μπολόνια για την υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών των ΑΕΙ, αφού τα πτυχία των ΤΕΙ συνιστούν «πρώτο ακαδημαϊκό τίτλο», αντίστοιχο του bachelor, με τον οποίο στην πορεία θα εξισωθούν και τα πτυχία των ΑΕΙ. Ταυτόχρονα όμως αρνητικές είναι οι εξελίξεις και για τα ίδια τα ΤΕΙ, αφού το νομοσχέδιο αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της ακόμη μεγαλύτερης υποβάθμισης των σπουδών τους, με την αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών στην κατεύθυνση μιας ακόμη πιο ληξιπρόθεσμης, πρακτικίστικης και «ευέλικτης» γνώσης, κατόπιν εισαγωγής και των πιστωτικών μονάδων. Δηλαδή αν οι χαμηλής ποιότητας και κόστους σπουδές στα ΑΕΙ, θα αναγκάζουν τους αποφοίτους τους σε διαρκή εναλλαγή καταρτίσεων και επαγγελμάτων, αυτό θα αφορά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τους αποφοίτους των ΤΕΙ. Οι επιπτώσεις της εφαρμογής των αποφάσεων της Μπολόνια, που προαναφέρθηκαν για τα ΑΕΙ, θα ισχύσουν στο πολλαπλάσιο για τα ΤΕΙ, γιατί ξεκινούν από πιο χαμηλά. Συνεπώς η κατ' όνομα «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ σηματοδοτεί την προς τα κάτω ισοπέδωση τόσο των ΑΕΙ όσο και των ΤΕΙ, που θα πρέπει από κοινού και ενωτικά να αντιμετωπιστεί.

Η ώριμη σήμερα άρση της διάκρισης ΑΕΙ - ΤΕΙ, προϋποθέτει όρους ουσιαστικής αναβάθμισής τους και τη συγκρότηση ενός διακριτού συστήματος δημόσιας και δωρεάν επαγγελματικής μόρφωσης, όπως θα αναπτυχθεί στο δεύτερο μέρος του κειμένου.

Ε. Η τακτική της ΕΕ και της κυβέρνησης

Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις

Από τη συνθήκη του Μάαστριχτ δεν προβλέπεται η δυνατότητα παρέμβασης των κοινοτικών οργάνων στα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών - μελών. Ο ρόλος τους περιορίζεται τυπικά στα ζητήματα της κατάρτισης, ουσιαστικά, όμως, δίνουν τις κατευθύνσεις που στη συνέχεια υλοποιούνται, κάτω από καθεστώς αυστηρού ελέγχου, από όλες τις κυβερνήσεις. Αυτός είναι, άλλωστε, ο βασικός λόγος που το όλο εγχείρημα εμφανίζεται σαν «πρωτοβουλία» των υπουργών Παιδείας των χωρών της ΕΕ και ορισμένων συνεργαζόμενων χωρών. Ταυτόχρονα, βέβαια, καταβάλλεται μια φανερή προσπάθεια να παρουσιαστεί σαν μια αντικειμενική, ανεξάρτητη από κοινωνικούς προσδιορισμούς, εξέλιξη, της οποίας την επιστημονική κάλυψη παρέχουν οι ηγεσίες των κοινοτικών Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, οι οποίες συμμετέχουν, χωρίς σοβαρές αντιρρήσεις. Οι ηγεσίες των ισχυρών Πανεπιστημίων γιατί δεν έχουν λόγους, αφού τα Ιδρύματά τους θα ενισχυθούν μέσα από αυτή την πορεία. Οι δε ηγεσίες των υπόλοιπων, γιατί είναι υποταγμένες στο σύστημα εξάρτησης των Ιδρυμάτων τους από το κράτος και τα κοινοτικά όργανα. Στην όλη διαδικασία επιδιώκεται η ενσωμάτωση και του φοιτητικού κινήματος. Χαρακτηριστικά, αντίστοιχα με τη σύνοδο των Υπουργών, διεξάγονται σύνοδοι των φοιτητικών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ταυτόχρονα, διοργανώνονται, στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, σεμινάρια προπαγάνδισης και καλλιέργειας του εδάφους αποδοχής των μέτρων ευρύτερα από την πανεπιστημιακή κοινότητα, στα πλαίσια μιας ελεύθερης και δημοκρατικής, δήθεν, ανταλλαγής απόψεων, όπως η πρόσφατη διημερίδα που έγινε στη χώρα μας. Συστατικό στοιχείο της τακτικής των επιτελείων της ΕΕ είναι η αξιοποίηση των αντίστοιχων με τα ΤΕΙ Ιδρυμάτων, σαν προμαχώνων υπεράσπισης αυτής της πολιτικής, με αντάλλαγμα την υποτιθέμενη ισοτίμησή τους με την πανεπιστημιακή βαθμίδα.

Η ελληνική κυβέρνηση ευθυγραμμίζεται με τον κεντρικό σχεδιασμό της ΕΕ. Γι' αυτό, αναθεώρησε και προσάρμοσε τον αρχικό της προγραμματισμό στις απαιτήσεις της επερχόμενης συνόδου της Πράγας. Σήμερα, προτάσσει τα νομοσχέδια για την «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ και την αξιολόγηση της ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης, αντί του νομοσχεδίου για τα μεταπτυχιακά, που έχει προσωρινά παγώσει, για να το επαναφέρει αναμορφωμένο σε αντιδραστικότερη κατεύθυνση.

Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει να εξασφαλίσει τη συμμαχία των ΤΕΙ στα αντιεκπαιδευτικά της σχέδια, να διασπάσει το φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα, να μετατοπίσει το πρόβλημα σε μια στείρα αντιπαράθεση ΑΕΙ -ΤΕΙ, επισκιάζοντας την ουσία του, και κυρίως να παραπλανήσει την κοινή γνώμη ότι κάθε άλλο παρά υποβάθμιση των σπουδών επιδιώκει. Αντίθετα, διευρύνει την Ανώτατη Εκπαίδευση, αναβαθμίζοντας τα ΤΕΙ. Ταυτόχρονα επιχειρεί να συκοφαντήσει σαν «συντεχνία» και «κατεστημένο» κάθε φωνή που δικαιολογημένα υψώνεται ενάντια στο κατρακύλισμα της Ανώτατης Εκπαίδευσής μας. Με την πρόταξη της «ανωτατοποίησης» των ΤΕΙ επιδιώκει ακόμη να κάνει πιο εύκολα αποδεκτή, στην πανεπιστημιακή κοινότητα, την αξιολόγηση των Ιδρυμάτων, με πρόσχημα τη διαφύλαξη της ανώτατης στάθμης της εκπαίδευσης από ΤΕΙ που δεν πληρούν τα κριτήρια.

Ο γενικότερος σχεδιασμός της κυβέρνησης είναι η σταδιακή και αποσπασματική προώθηση των μέτρων, μέσα από διαφορετικά νομοσχέδια και ρυθμίσεις («ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ, αξιολόγηση, μεταπτυχιακά, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια), ώστε να διαχέεται ο τελικός στόχος τους και να γίνεται δυσκολότερη η απόκρουσή τους από τις δυνάμεις που θίγονται από αυτά. Χαρακτηριστικό της παραπλανητικής τακτικής της κυβέρνησης είναι το γεγονός ότι εμφανίζεται δήθεν να διαφωνεί, να αντιστέκεται και τελικά να πετυχαίνει οφέλη για την Ανώτατη Εκπαίδευση της χώρας μας, όπως αυτό της διατήρησης, τάχα, της τετραετούς διάρκειας των σπουδών. Ταυτόχρονα, όμως, μέσα από άλλους παράπλευρους δρόμους, κυρίως μέσα από τα προγράμματα της ΕΕ - όπως το ΕΠΕΑΕΚ, από το οποίο χρηματοδοτείται η αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών στις κατευθύνσεις της Μπολόνια-, προχωρά στην εφαρμογή των μέτρων. Κανένας εφησυχασμός δεν πρέπει να υπάρξει σε σχέση με τις προθέσεις της.

Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, η ΝΔ, αλλά και ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ, δεν έχουν τοποθετηθεί στις αποφάσεις της Μπολόνια. Η σιωπή τους σημαίνει συμφωνία. Απόδειξη ότι ο αρχηγός της ΝΔ σε πρόσφατη προσυνεδριακή ημερίδα της για την εκπαίδευση, αποφεύγοντας να τοποθετηθεί συγκεκριμένα, επαναδιατύπωσε τις βασικές κατευθύνσεις της αναδιάρθρωσης, σαν θέσεις του κόμματός του. Επανέλαβε τη θέση της ΝΔ για ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών, ιδιωτικών δηλαδή πανεπιστημίων, τονίζοντας την ανάγκη σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις απαιτήσεις της «αγοράς» και έμφασης στη "διά βίου κατάρτιση". Και όλα αυτά περιβεβλημένα από το «ιμπεριαλιστικό» όραμα της εγχώριας άρχουσας τάξης, ότι «η Ελλάδα, αντί να εξάγει φοιτητές και να εισάγει υποκουλτούρα, μπορεί να εισάγει φοιτητές και να εξάγει πολιτισμό»! Οσον αφορά το πρόβλημα των ΤΕΙ, στην ουσία συμφωνεί με την κυβερνητική αντιμετώπισή του, αφού η μόνη αντίρρησή της έγκειται στο ότι η αξιολόγηση θα γίνει πριν την «ανωτατοποίηση» και όχι μετά.

Ο Συνασπισμός έχει τοποθετηθεί υπέρ της ένταξης των ΤΕΙ στην Πανεπιστημιακή εκπαίδευση, χωρίς όμως να γίνουν ανώτατα. Με τη θέση του αυτή, στηρίζει την πολιτική της κυβέρνησης για διατήρηση της ανισοτιμίας των ΑΕΙ -ΤΕΙ και τη δημιουργία συνονθυλεύματος Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα, αποσυνδέει την υποτιθέμενη ανωτατοποίησή τους από τις αποφάσεις της Μπολόνια και τις επιπτώσεις της στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

Ο τρόπος που η ΝΔ και ο ΣΥΝ αντιμετωπίζουν το ζήτημα των ΤΕΙ, αποτελεί πρόσθετη απόδειξη της συναίνεσής τους στις αποφάσεις της Μπολόνια.

Οι φοιτητικές παρατάξεις ΠΑΣΠ και ΔΑΠ, συντονισμένες με την πολιτική των κομμάτων τους, τηρούν στάση αγνόησης και υποβάθμισης του θέματος. Ταυτόχρονα, όμως, με αφορμή το πρόβλημα των ΤΕΙ, καλλιεργούν το συντεχνιασμό, διαφοροποιώντας τη στάση τους ανάλογα με το χώρο (υπέρ της «ανωτατοποίησης» στα ΤΕΙ και κατά στα ΑΕΙ).

Η πανεπιστημιακή κοινότητα, και προπαντός οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, το διδακτικό και επιστημονικό δυναμικό των ΑΕΙ και ΤΕΙ, που είναι σε θέση να κατανοήσουν βαθύτερα τη συνθετότητα και την έκταση του προβλήματος, δεν μπορεί να μείνουν αμέτοχοι, απαθείς, ή ανεκτικοί στο έγκλημα που συντελείται σε βάρος των Πανεπιστημίων μας και των αποφοίτων τους. Να μην επιτρέψουν την υποταγή και την περιθωριοποίηση των Ελληνικών Πανεπιστημίων που οδηγεί σε υποβάθμιση όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα και καταδικάζει τη χώρα μας σε ρόλο υποδεέστερο και υποτελή. Τα συμφέροντα της πανεπιστημιακής κοινότητας συναντώνται με τις απαιτήσεις της κοινωνίας και είναι σε αντίθεση με αυτή την πολιτική. Θα πρέπει, λοιπόν, να δυναμώσουν τις πρωτοβουλίες τους, να πρωτοστατήσουν στην αποκάλυψη του αντιεκπαιδευτικού, αντιεπιστημονικού, αντιλαϊκού χαρακτήρα της κυβερνητικής πολιτικής στο λαό. Να μην υποκύψουν στις κάλπικες υποσχέσεις ότι το Ιδρυμά τους πιθανά θα εξαιρεθεί από τις ρυθμίσεις, ή σε εκβιασμούς ότι θα αποκλειστούν χρηματικά. Εχουν το κύρος και τη δύναμη, αν το θελήσουν, να υψώσουν τοίχος αδιαπέραστο, στον υποβιβασμό των Πανεπιστημίων και της εκπαίδευσής μας, στην υπονόμευση κάθε προοπτικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας μας σε όφελος του λαού.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΝΙΑΙΑΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Α. Η επιστήμη κάτω από την κυριαρχία των μονοπωλίων

Η σημερινή πολιτική για την Ανώτατη Εκπαίδευση δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, αλλά κορύφωση της μακριάς πορείας καπιταλιστικής ιδιοποίησης της επιστήμης για την ενίσχυση της πολιτικής κυριαρχίας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Η επιστήμη στον καπιταλισμό, άμεσα, ή μέσω των κυβερνητικών οργανισμών, βρίσκεται σε μια επιταχυνόμενη πορεία υπαγωγής της στον έλεγχο των λίγων μεγάλων μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία οι επιχειρήσεις έχουν εδώ και πολλά χρόνια άμεσα στα χέρια τους τα Πανεπιστήμια. Αυτές ρυθμίζουν τις κυβερνητικές παροχές, δίνουν δουλιά στους αποφοίτους τους, μπορούν να αναδείξουν ή να συντρίψουν κορυφαίους επιστήμονες, ακόμα και τη διατύπωση των αποτελεσμάτων της έρευνας μπορούν να υπαγορεύουν σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.

Η αντιδραστική αναδιάρθρωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης στην ΕΕ, πηγάζει από την ανάγκη του κεφαλαίου, σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης, να οργανώσει την Πανεπιστημιακή εκπαίδευση και έρευνα με πιο αποδοτικό και κερδοφόρο τρόπο, στα πρότυπα των ΗΠΑ. Το εγχείρημα βρίσκεται ήδη σε «καλό» δρόμο σε ορισμένα Πανεπιστήμια της ΕΕ, όπως στα μεγάλα παραδοσιακά Πανεπιστήμια της Αγγλίας, Κέμπριτζ και Οξφορντ. Ενα χρόνο πριν μάλιστα, το Κέιμπριτζ προχώρησε σε σύσταση επιχείρησης με το ΜΙΤ (το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης), με στόχο την «αλλαγή του προσώπου των επιχειρήσεων μέσω της έρευνας και την κατάρτιση των επιχειρηματιών του μέλλοντος».

* Η αντικοινωνική χρησιμοποίηση της επιστήμης

Το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης της επιστήμης, δε χωρά στα στενά πλαίσια της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η επιστημονικοτεχνική πρόοδος, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, εξωθεί στον επιστημονικό σχεδιασμό και τη συλλογική διεύθυνση της κοινωνικής παραγωγής, σαν βασική προϋπόθεση της εξέλιξής της. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί πια να τα βγάλει πέρα με την επιστήμη που παρήγαγε. Επιχειρώντας να την υποτάξει στο στενό του συμφέρον, τη διαστρέφει και μετατρέπεται σε τροχοπέδη της ανάπτυξής της.

Οι εξελίξεις στο χώρο της επιστήμης, ξεσκεπάζουν με αποκαλυπτικό τρόπο πόσο επικίνδυνη είναι, για το μέλλον της ανθρωπότητας, η συνέχιση της κυριαρχίας ενός κοινωνικοοικονομικού συστήματος, που εξάντλησε προ πολλού τα προοδευτικά του αποθέματα, και έχει βαθιά πια μπει στην περίοδο της κρίσης και της «αντίδρασης σε όλες τις γραμμές».

Η διαστροφή του χαρακτήρα και της αποστολής μιας επιστήμης καταναγκασμένης να υπηρετεί το κέρδος είναι στις μέρες μας ολοφάνερη, μέσα από τις τερατώδεις συνέπειες της εφαρμογής της. Η χρησιμοποίηση της επιστήμης για την ενίσχυση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, οι τρελές αγελάδες, η τρύπα του όζοντος, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, η εκμετάλλευση του ανθρώπινου γονιδιώματος, το σύστημα Εσελον που δίνει τη δυνατότητα στους ιμπεριαλιστές να αστυνομεύουν τη ζωή ολόκληρου του πλανήτη, οι βόμβες που σκορπούν το θάνατο εκατοντάδες χρόνια μετά τη χρήση τους και μια σειρά άλλες αποκαλύψεις των τελευταίων χρόνων, αποδείχνουν πως η επιστήμη στα χέρια των μονοπωλίων μετατρέπεται σε τρομακτικό όπλο και διαρκή απειλή για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Η παραχάραξη της κοινωνικής αποστολής της επιστήμης εκδηλώνεται παντού, ακόμη και σε πιο ανώδυνα θέματα. Είναι γνωστό π.χ. ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις, υιοθετούν στην ερευνητική τους πολιτική την αποκαλούμενη «ενσωματωμένη αχρηστοποίηση» των προϊόντων τους. Ταλαντούχοι δηλαδή επιστήμονες, δεν απασχολούνται με τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, αλλά με το πώς θα καταστήσουν βέβαιη την καταστροφή τους, ώστε ο καταναλωτής να αναγκαστεί να αγοράσει καινούρια. Γεγονός που εκδηλώνεται ολοφάνερα στα ανταλλακτικά της αυτοκινητοβιομηχανίας, που έχουν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. Ακόμη και αυτά τα θαυμαστά επιτεύγματα της Πληροφορικής, όπως το διαδίκτυο που μπήκε στη ζωή μας υποτίθεται για να τη διευκολύνει, μετατρέπονται στον καπιταλισμό σε μέσο ακόμη σκληρότερης εκμετάλλευσης των εργαζομένων (τηλεεργασία), ελέγχου και κατασκόπευσης. Η κινητή τηλεφωνία δίνει τη δυνατότητα στους κολοσσούς της τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας να γνωρίζουν κάθε κίνηση των χρηστών της.

Με λίγα λόγια, στην εποχή της επιστήμης και της δήθεν κοινωνίας της γνώσης, ένα ελάχιστο ποσοστό της γνώσης χρησιμοποιείται για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής. Το μεγαλύτερο ποσοστό χρησιμοποιείται για την καταστροφή της φύσης και του ανώτερου δημιουργήματός της, του ανθρώπου. Σα συνέπεια, μάλιστα, της αύξησης της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού και του σκληρού ανταγωνισμού των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για παγκόσμια κυριαρχία, παρότι το πρόσχημα της «κομμουνιστικής απειλής» εκλείπει, η στρατιωτικοποίηση της έρευνας συνεχίζεται ακάθεκτα.

* Ο ιμπεριαλισμός τροχοπέδη στην ανάπτυξη της επιστήμης

Η αντικοινωνική χρησιμοποίηση της επιστήμης, αν και η σημαντικότερη, δεν είναι η μοναδική συνέπεια της μονοπωλιακής διεύθυνσής της. Κάτω από τη λάμψη των πολυδιαφημισμένων επιτυχιών της, όπως του διαδίκτυου, της κινητής τηλεφωνίας κλπ., κρύβεται το γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των αποθεμάτων της γνώσης μένει αναξιοποίητο, γιατί δεν είναι εμπορικά εκμεταλλεύσιμο ή γιατί τα μονοπωλιακά συμφέροντα το εμποδίζουν. Ενα χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα αφορά τις πλατιά σήμερα διαδεδομένες λάμπες φθορίου. Οι αρχές που διέπουν το φωτισμό με φθορισμό ήταν γνωστές προτού ακόμα εμφανιστούν οι λαμπτήρες πυρακτώσεως. Χρειάστηκε όμως να περάσουν σαράντα χρόνια, ώσπου τα μονοπωλιακά συμφέροντα να επιτρέψουν τη χρήση τους. Αλλά και σήμερα στους επιστημονικούς κύκλους συζητείται ευρύτατα η καθυστέρηση των ερευνών για την παραγωγή «καθαρής» πυρηνικής ενέργειας με σύντηξη και όχι σχάση, όπως και των ερευνών για την προώθηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας, ώστε να αποφευχθούν οι καταστροφικές, για το περιβάλλον, συνέπειες από την καύση υδρογονανθράκων. Ποια άλλη τραγικότερη απόδειξη για τον ανασταλτικό ρόλο του καπιταλισμού στην επιστημονική πρόοδο, από αυτό της κατοχύρωσης τμημάτων του ανθρώπινου γονιδιώματος από τις διάφορες ιδιωτικές εταιρίες βιοτεχνολογίας, με σκοπό την αποκλειστικότητα στην εμπορική εκμετάλλευσή του; Οι εταιρίες αυτές, στηριγμένες στους καπιταλιστικούς νόμους, μπορούν να εμποδίσουν οποιονδήποτε άλλον θελήσει να συνεχίσει την ερευνητική προσπάθεια, βασιζόμενος στα ερευνητικά τους αποτελέσματα. Πρόσφατα μάλιστα έγινε γνωστό ότι αμερικανική εταιρία βιοτεχνολογίας επέβαλε τη διακοπή της έρευνας ομάδας Αγγλων επιστημόνων, για τον καρκίνο του μαστού. Αλλά και το τελευταίο γεγονός των 36 φαρμακευτικών πολυεθνικών, που παρέπεμψαν στα δικαστήρια την κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής και ανέστειλαν τη φτηνή παραγωγή φαρμάκων για το ΕΪΤΖ, σε μια χώρα που μαστίζεται από το θανατηφόρο ιό, επιβεβαιώνει τη σκληρή πραγματικότητα που διαμορφώνει η μονοπωλιακή εκμετάλλευση της επιστήμης. Πόσο υποκριτικό και ψεύτικο φαντάζει, σ' αυτές τις συνθήκες, το ενδιαφέρον που τάχα δείχνει η ΕΕ για τη διάδοση των αποτελεσμάτων της έρευνας και τη συνεργασία των Πανεπιστημιακών και Ερευνητικών Ιδρυμάτων για το κοινό καλό!

Ο ανταγωνισμός για το κέρδος έχει συχνά σαν αποτέλεσμα πολλές έρευνες να γίνονται δύο και περισσότερες φορές από ομάδες που εργάζονται μυστικά η μια από την άλλη και να κατασπαταλιέται πολύτιμη επιστημονική προσπάθεια και πόροι που θα μπορούσαν να διατεθούν σε άλλους, κοινωνικούς, σκοπούς.

Οι παρατηρήσεις αυτές δεν πρέπει να οδηγήσουν στην υποτίμηση της ανάγκης και της δυνατότητας του καπιταλιστικού συστήματος να επαναστατικοποιεί τα μέσα παραγωγής. Μια επαναστατικοποίηση που ίσα-ίσα αποκαλύπτει την τρομακτική δύναμη της επιστήμης να απαλλάξει την ανθρωπότητα από το μόχθο και τη στέρηση, όταν απελευθερωθεί από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

* Η ταξικότητα της επιστήμης

Το μέλλον, ωστόσο, της επιστήμης επηρεάζεται βαθιά από τους ταξικούς προσανατολισμούς και τις ιεραρχήσεις της έρευνας. Το ίδιο όπως βαθιά επηρεάζεται και από την ενδυνάμωση της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Η οργανική σχέση της εξέλιξης της σύγχρονης επιστήμης με την εξέλιξη του καπιταλισμού, η ταξική ανάπτυξή της, διεισδύει στο περιεχόμενό της. Στις κοινωνικές επιστήμες αυτή η επιρροή είναι σχεδόν ολοκληρωτική, στις φυσικές επιστήμες μικρότερη και σχετική. Με το πείραμα και τις τεχνικές εφαρμογές του, οι φυσικές επιστήμες υποβάλλονται σε ένα ιδιόμορφο σύστημα «φίλτρων» που τις αποκαθαίρει όλο και περισσότερο από στοιχεία υποκειμενικού, μη επιστημονικού χαρακτήρα. Ωστόσο, η κοσμοαντίληψη του ερευνητή συμμετέχει πάντα στον καθορισμό της κατεύθυνσης της δουλιάς του. Η ταξική επιρροή στις φυσικές επιστήμες εκφράζεται κυρίως στον καθορισμό των βασικών παραδοχών, υποθέσεων και εννοιών, όπως επίσης και στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Η κοινωνική συνείδηση της εποχής, η κυρίαρχη ιδεολογία, διαποτίζει δηλαδή την επιστήμη και στη συνέχεια δρέπει τους καρπούς των ιδεών που έσπειρε σ' αυτήν, περιβλημένους με το κύρος της. (Ετσι χαρακτηριστικά, η κβαντική μηχανική χρησιμοποιήθηκε για να απορριφθεί η αιτιοκρατία, η ύπαρξη γενικών νόμων στη φύση και να δικαιολογηθεί η ύπαρξη ενός ανώτερου πνεύματος. Η θεωρία της μεγάλης έκρηξης στην οποία, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της οφείλεται, η δημιουργία του σύμπαντος χρησιμοποιείται στις μέρες μας για να καταρρίψει την υλιστική διαλεκτική αρχή για το άφθαρτο της ύλης και να εισάγει την πνευματοκρατική σκέψη).

Γενικότερα μπορούμε να πούμε ότι ο ρυθμός προόδου της επιστήμης εξαρτάται κυρίως από κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες. Ωστόσο, φρένο στην πρόοδο της επιστήμης μπορεί να βάλει και η ιδεολογία, η επικράτηση ιδεών στατικών, που επιδιώκουν να συντηρήσουν την υπάρχουσα κατάσταση, η προσκόλληση στο καθιερωμένο. Τα άλματα του μυαλού, προϊόντα της φαντασίας, της διαίσθησης, της ευφυίας του επιστήμονα που μπορεί να κατανοεί σε μεγαλύτερο βαθμό τα πιο πρωτοπόρα μηνύματα και τις επιστημονικές επιτεύξεις της εποχής του, είναι η πηγή των πιο αξιόλογων κατακτήσεων της επιστήμης, που προϋποθέτουν βεβαίως συσσωρευμένη εμπειρία και βαθιά γνώση.

* Η πανεπιστημιακή έρευνα στην εποχή μας

Η εκτεταμένη αναφορά στους ταξικούς προσανατολισμούς και το περιεχόμενο της έρευνας σε ένα κείμενο για την Ανώτατη Εκπαίδευση έχει ιδιαίτερη σημασία, σε μια περίοδο που η έρευνα, απούσα ως τα τέλη του 19ου αιώνα από τα Πανεπιστήμια, έχει φτάσει, εξαιτίας της μεγάλης σημασίας της, να επισκιάζει σήμερα το αρχικό καθήκον της Ανώτατης Εκπαίδευσης, τη διδασκαλία. Παρότι, όμως, η σύνδεση έρευνας και διδασκαλίας αποτελεί τη σημαντικότερη προϋπόθεση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα τμήματα της ερευνητικής δραστηριότητας βρίσκονται σήμερα έξω από τα Πανεπιστήμια. Τα μεγάλα μονοπωλιακά συγκροτήματα και οι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, διαθέτουν τα δικά τους υπερεξοπλισμένα ερευνητικά κέντρα και εργαστήρια, για να διεξάγουν έρευνα σε συνθήκες ασφάλειας, πειθάρχησης και ελέγχου των επιστημόνων, προκειμένου να αποσιωπούνται και να αποκρύπτονται οι κοινωνικές επιπτώσεις της εργασίας τους. Κριτήριο για την ανάθεση τμημάτων της έρευνάς τους σε Πανεπιστήμια, είναι κυρίως η μείωση των δαπανών τους, που με τον τρόπο αυτό μεταφέρονται στην πολιτεία. Ακόμη όμως και η έρευνα που ανατίθεται στα Πανεπιστήμια, συγκεντρώνεται σε εργαστήρια ή σε Ινστιτούτα (όπως τα Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα), που αν και τυπικά βρίσκονται κάτω από πανεπιστημιακό έλεγχο, ουσιαστικά βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των μονοπωλίων ή των κυβερνήσεων. Οσο περνά, μάλιστα, ο καιρός εντείνεται η μυστικότητα της έρευνας και αποσπάται ολοένα και περισσότερο ο έλεγχος της κατεύθυνσής της από τους δημιουργούς της.

Η συγκέντρωση της έρευνας στα προνομιούχα και ελεγχόμενα Πανεπιστήμια των χωρών του «διευθυντηρίου» αποσκοπεί στην ενίσχυση του μονοπωλιακού της ελέγχου. Το γεγονός αυτό καθόλου βέβαια δεν αποκλείει Πανεπιστήμια με υποδεέστερο ρόλο στον καταμερισμό της επιστήμης, όπως ορισμένα από τα Πανεπιστήμια της χώρας μας (Καποδιστριακό, Αριστοτέλειο, Μετσόβιο, Πάτρας και Κρήτης), να αναλαμβάνουν μικρά αποσπασματικά τμήματα των ερευνών, που γίνονται για λογαριασμό των βιομηχανικών κολοσσών, κάτω από ειδικά μέτρα ασφαλείας για αποφυγή της «βιομηχανικής κατασκοπίας». Στην πλειοψηφία τους τα ερευνητικά προγράμματα που αναλαμβάνουν τα Ελληνικά Πανεπιστήμια είναι προγράμματα εφαρμοσμένης έρευνας μέσου και χαμηλού επιπέδου, όπως τα «ανταγωνιστικά» προγράμματα της ΕΕ. Ενίοτε, βεβαίως, δίνεται η δυνατότητα σε τέτοια Πανεπιστήμια να διεξάγουν ακόμη και προωθημένη έρευνα, με σκοπό την απόσπαση κάποιου άλλου γενικότερης σημασίας οφέλους, όπως η διάχυση του αποτελέσματος της έρευνας στην κοινή γνώμη, ή για λόγους πολιτικής ισορροπιών.

Γενικά, όμως, η πανεπιστημιακή έρευνα στη χώρα μας βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα ανάπτυξης συγκριτικά με τις άλλες χώρες της ΕΕ, όχι βεβαίως εξ αιτίας του χαμηλού επιπέδου των επιστημόνων μας, αλλά εξ αιτίας της υποδεέστερης θέσης της χώρας στον καταμερισμό εργασίας της ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 75% των δαπανών για την έρευνα στην ΕΕ, συγκεντρώνεται στις τέσσερις ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία). Η Ελλάδα έχει το μικρότερο ποσοστό ερευνητών αναλογικά με τον πληθυσμό της και τη μικρότερη κρατική χρηματοδότηση της έρευνας (0,51% του ΑΕΠ), σε μεγάλη, μάλιστα, απόσταση από τις άλλες χώρες. Το γεγονός αυτό επιδρά με τη σειρά του γενικότερα στο επίπεδο της πανεπιστημιακής μας εκπαίδευσης και στη διδασκαλία.

Η ανισομετρία στην επιστήμη είναι προϊόν της γενικότερης ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Και δεν πρέπει να τρέφεται καμία αυταπάτη ότι μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού «ανταγωνισμού» θα μπορέσει η χώρα και τα Πανεπιστήμιά μας να καλύψουν την απόσταση που τα χωρίζει από τα μεγάλα ονόματα των ξένων Πανεπιστημίων. Αντίθετα, η απόσταση αυτή θα μεγαλώνει, όσο θα βαθαίνει η ενσωμάτωση της χώρας μας στην ΕΕ και όσο οι κανόνες που τα μονοπωλιακά συμφέροντα θέτουν για την οργάνωση της επιστήμης, θα γίνονται πιο σφιχτοί.

Β. Για να τεθεί η επιστήμη στην υπηρεσία της γενικής ευημερίας

Η επιστήμη, με το σημερινό επίπεδο ανάπτυξής της, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ασφυκτιά στα πλαίσια του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Η ίδια η εξέλιξή της ωθεί στην ανάγκη κατάργησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Γιατί καθημερινά επιβεβαιώνει πως οι γνώσεις, τόσο στις φυσικές επιστήμες, όσο και στην τεχνολογία που τις εφαρμόζει, είναι αρκετές, ώστε να μπορούν να επιλυθούν όλα τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνικής ζωής. Πως σήμερα θα μπορούσε να είχε εξασφαλιστεί ένα καλό βιοτικό επίπεδο για όλους τους λαούς του κόσμου, που να βελτιώνεται συνεχώς μέσα από νέες προόδους της επιστήμης. Πως οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να δουλεύουν λιγότερες ώρες για να απολαμβάνουν και να αναπτύσσουν τα θαυμαστά επιτεύγματά της.

* Η βασική προϋπόθεση της απελευθέρωσης της επιστήμης

«Τα πλέον ωφέλιμα πράγματα, τέτοια όπως η γνώση, γενικά δεν έχουν ανταλλακτική αξία», είχε συμπεράνει ο Κ. Μαρξ. Επομένως, η αστική τάξη, που διαστρεβλώνει και αντιμετωπίζει την επιστήμη σαν άμεση πηγή για τον πλουτισμό της και τη διαιώνιση της κυριαρχίας της, δεν μπορεί παρά να την αιχμαλωτίζει. Δεν μπορεί παρά να υποτιμά την επιστήμη και μαζί της να υποτιμά όλους εκείνους που την υπηρετούν, πρώτα απ' όλους τους επιστήμονες, τους πανεπιστημιακούς δασκάλους, τους ερευνητές, τους αυριανούς επιστήμονες, τους φοιτητές. Επιπλέον, η επιστήμη, που χρησιμοποιείται για τον πόλεμο, για να αυξηθεί η ανεργία, η φτώχεια, η εκμετάλλευση, η αμάθεια, δεν μπορεί παρά να κατανοείται σαν δύναμη ξένη και εχθρική για τους εργαζόμενους.

Αρα, η βασικότερη προϋπόθεση, ώστε η επιστήμη να κατακτήσει το ρόλο που της αξίζει μέσα στην κοινωνία, είναι, στη θέση της ενίσχυσης της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας των λίγων που σήμερα υπηρετεί, να μπει η ανύψωση της υλικής και πνευματικής στάθμης του συνόλου του λαού, και κριτήριο για την ανάπτυξή της, αντί για το κέρδος, να γίνει η γενική ευημερία. Με λίγα λόγια, είναι η αντικατάσταση της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας από μια νέα πραγματικότητα, τη σοσιαλιστική. Μόνο έτσι η επιστήμη θα μπορέσει να αποκαλύψει σε όλη τους την έκταση τις τεράστιες δυνατότητές της για τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής και να εκμεταλλευτεί στο έπακρο κάθε περιθώριο ανάπτυξης και εφαρμογής της. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και οι ορκισμένοι αντίπαλοι του σοσιαλισμού είναι αναγκασμένοι να αναγνωρίζουν το ανεβασμένο μορφωτικό επίπεδο των εργαζόμενων των πρώην σοσιαλιστικών χωρών και την υψηλή στάθμη των πανεπιστημίων τους.

Συμφέρον, λοιπόν, όλων εκείνων, που σήμερα στερούνται ή βλέπουν να μένουν αζήτητα τα πιο «ωφέλιμα πράγματα» της γνώσης, συμφέρον δηλαδή των εργαζόμενων, των πανεπιστημιακών, των φοιτητών - σπουδαστών, όλου του λαού, είναι να συνταχθούν από σήμερα στον αγώνα για μια κοινωνική πραγματικότητα, που θα χρειαστεί την επιστήμη, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο κατόρθωμα του ανθρώπινου πολιτισμού. Να αντιταχθούν στα μονοπωλιακά σχέδια για συρρίκνωση της διάρκειας και υποβάθμιση της Ανώτατης Εκπαίδευσής μας, για την ολοσχερή υποταγή της σε ξένα προς το λαό συμφέροντα, και να συσπειρωθούν σε μια ισχυρή κοινωνικοπολιτική συμμαχία για ριζικές αλλαγές. Αλλαγές σε επίπεδο εξουσίας και οικονομίας, ώστε να κατευθύνονται από το λαό και προς το λαό. Γιατί σε μια οικονομία, που κριτήριο οικονομικής ανάπτυξης δε θα είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους, αλλά η μεγιστοποίηση της κοινωνικής προόδου, δεν υπάρχουν ούτε επιστήμονες που πλεονάζουν, ούτε επιστήμες περιττές.

Υπάρχουν εκατοντάδες πράγματα, για τα οποία η συμβολή τους είναι πολύτιμη και απαραίτητη.

Αν επιδιώκουμε να βελτιώσουμε την υγεία του λαού μας, θα πρέπει να επανδρώσουμε με τις βασικές ειδικότητες όλα τα επαρχιακά κέντρα Υγείας, να εξασφαλίσουμε γιατρούς ακόμη και στο τελευταίο χωριό, να αναπτύξουμε την Προληπτική Ιατρική. Αρα, χρειαζόμαστε κι άλλους γιατρούς, χρειαζόμαστε σχολιάτρους, γιατρούς εργασίας, μια σειρά από ειδικότητες, που η σημερινή καπιταλιστική ανάπτυξη περιθωριοποιεί, ενώ την ίδια στιγμή η αστική προπαγάνδα μηρυκάζει ακατάπαυστα τα επιχειρήματα για τη δήθεν υπερπληθώρα τους.

Αν θέλουμε να θωρακίσουμε αντισεισμικά τη χώρα μας, χρειαζόμαστε έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό μηχανικών, που θα αναλάβουν το έργο του ελέγχου και της ενίσχυσης όλων των κτιρίων μαζικής συνάθροισης κοινού (των εργοστασίων και των μεγάλων επιχειρήσεων, των σχολείων, των αιθουσών ψυχαγωγίας της νεολαίας κλπ.).

Αν θέλουμε σχεδιασμένα να μεταβάλουμε τις πόλεις - τέρατα, σε ανθρώπινες, χρειαζόμαστε περισσότερους ειδικούς στον τομέα της Χωροταξίας και της Πολεοδομίας.

Αν θέλουμε η εκπαίδευσή μας πραγματικά να μορφώνει και όχι να παραμορφώνει τους νέους ανθρώπους, οι εκπαιδευτικοί που υπήρχαν στην επετηρίδα δεν επαρκούν.

Αν θέλουμε να αξιοποιήσουμε τον ορυκτό πλούτο της χώρας μας, πρέπει να ιδρύσουμε και άλλες σχολές μεταλλειολόγων και όχι να συζητάμε την αλλαγή του αντικειμένου των σημερινών αποφοίτων τους.

Γενικότερα, αν επιδιώκουμε την αξιοποίηση όλων των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας μας, χρειαζόμαστε πληθώρα μορφωμένων τεχνικών, που θα αναλάβουν την ανάπτυξη και την εφαρμογή της τεχνολογίας στην παραγωγή.

Οσο για τις παραμελημένες κοινωνικές επιστήμες, να γίνουν επιτέλους γνήσιες κοινωνικές και να αποκτήσουν τον πιο σημαντικό μάλλον ρόλο μέσα από τη συνεργασία τους με τις άλλες επιστήμες. Να εξασφαλίσουν έναν προοδευτικό κοινωνικό έλεγχο της όλης κοινωνικής δραστηριότητας.

Με λίγα λόγια, μόνο μέσα στη σχεδιασμένη, προγραμματισμένη με βάση τα λαϊκά συμφέροντα, οικονομία, η σημερινή πλαστή, μεταλλαγμένη εικόνα των κοινωνικών αναγκών, που ο καπιταλισμός καλλιεργεί με βάση τα συμφέροντά του, μπορεί να αποκτήσει τη σωστή της διάσταση. Οταν ο εφιάλτης της ανεργίας θα πάψει να σκιάζει τα όνειρα των νέων ανθρώπων, τότε κριτήριο για την επιλογή των σπουδών θα είναι τα πραγματικά ενδιαφέροντα και οι ατομικές κλίσεις, που αποτελούν τη βασική προϋπόθεση της δημιουργικότητας. Το ενδιαφέρον για την επιστήμη, και όχι η απόκτηση καλύτερων όρων να βρεθεί μια οποιαδήποτε δουλιά, θα γίνει το κίνητρο για να ακολουθήσει κανείς ανώτατες σπουδές. Ετσι, το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια θα πάψει να φαντάζει σαν το κυρίαρχο πρόβλημα της εκπαίδευσής μας και μέλημα της κοινωνίας θα γίνει το ίδιο το περιεχόμενο και ο σκοπός της.

Η χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής έρευνας θα αγκαλιάζει με επάρκεια όλους τους τομείς. Η εξασφάλισή της θα πάψει να είναι υπόθεση παρασκηνιακών διαβουλεύσεων και «επιχειρηματικού πνεύματος» και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, από πωλητές προϊόντων με ειδικότητα στο μάρκετινγκ και τις δημόσιες σχέσεις που τους θέλει το σημερινό σύστημα, θα μπορούν να αφιερωθούν αποκλειστικά στην επιστήμη τους και τη μετάδοσή της στους φοιτητές.

Ο χρόνος εργασίας των επιστημόνων, που σήμερα, με την όλο και μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας, αντί να μειώνεται διπλασιάζεται, εκτινάσσοντας την εκμετάλλευση της πνευματικής εργατικής δύναμης σε απίστευτους δείκτες, θα μπει στη σωστή του βάση, εξασφαλίζοντας στον καθένα το δικαίωμα της ανάπαυσης και της δημιουργικής αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου του.

Τελικά, μόνο σε μια σχεδιασμένη σε όφελος του λαού οικονομία, μπορεί να συμφιλιωθούν και να συνδυαστούν τα προβλήματα που γεννιούνται από τις κοινωνικές και οικονομικές απαιτήσεις, αφ' ενός, και από την εσωτερική ανάπτυξη της επιστήμης, αφ' ετέρου. Και δεν έχουμε κανένα λόγο να φοβούμαστε μήπως δε θα μπορέσουμε μόνοι μας, έξω από το σύστημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, να προχωρήσουμε. Η χώρα μας διαθέτει τις παραγωγικές δυνάμεις και πάνω απ' όλα τη βασικότερη, μια έμπειρη και με βελτιωμένο μορφωτικό επίπεδο εργατική τάξη, ένα πολυάριθμο και ικανότατο επιστημονικό δυναμικό.

* Για μια δημιουργική αξιοποίηση της επιστήμης

Η δημιουργική για την κοινωνία χρησιμοποίηση της επιστήμης απαιτεί διεύρυνση και, προπαντός, άλλης ποιότητας Ανώτατη Εκπαίδευση. Ισοκατανομή του ενδιαφέροντος ανάμεσα στις επιστήμες και εξασφάλιση όλων των υλικών προϋποθέσεων για να αναπτυχθούν. Επιστήμονες, που να συμμετέχουν ουσιαστικά στη ρύθμιση της κοινωνικής παραγωγής και τη διεύθυνση της επιστήμης, που θα νιώθουν ελεύθεροι, γνωρίζοντας ότι εργάζονται για σκοπούς που απόλυτα επιδοκιμάζουν.

Απαιτεί, ακόμα, συμμετοχή του λαού στην επιστήμη, μέσα από την ποιοτική και ποσοτική επέκταση μιας ενιαίας για όλους βασικής εκπαίδευσης στα δώδεκα χρόνια. Απαιτεί, σαν συνέχειά της, μια υψηλού επιπέδου επαγγελματική μόρφωση μέσα σε Δημόσιες Επαγγελματικές Σχολές, για όλες εκείνες τις ειδικότητες που δεν απαιτούν πανεπιστημιακή εκπαίδευση ή δεν μπορούν να αποκτηθούν άμεσα μέσα στην παραγωγή. Μόνο έτσι η επιστήμη μπορεί να είναι ελεύθερη και ανοιχτή σε όλο το λαό, όχι μόνο να εμπνέεται από τις ανάγκες του, αλλά και να αξιοποιεί τις ικανότητές του. Γιατί με την ανάπτυξη των ικανοτήτων όλου του ανθρώπινου δυναμικού και όχι με την ταξική επιλογή των λίγων «άξιων», τα επιτεύγματα της επιστήμης μπορούν να πολλαπλασιαστούν και η κοινωνία να προοδεύσει. Η ίδια η ιστορία της επιστήμης απέδειξε ότι οι σπουδαιότερες και πιο δημιουργικές περίοδοι της εξέλιξής της ήταν εκείνες, όπου οι ταξικοί φραγμοί αδυνάτισαν και στην επιστημονική προσπάθεια συμμετείχαν, όχι μόνο οι μορφωμένοι, αλλά και οι άνθρωποι της πρακτικής δουλιάς. Η περίοδος που προηγήθηκε της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης και, με μια πιο ολοκληρωμένη έννοια, η περίοδος που άνοιξε με την Οχτωβριανή Επανάσταση, ήταν οι πιο λαμπρές στην ιστορία της.

Κάτω από τέτοιους όρους, η επιστήμη, όχι μόνο θα μπορέσει ελεύθερα να αναπτυχθεί, αλλά και να αναπτύξει την πνευματική και πολιτιστική στάθμη του λαού μας σε ένα ανώτερο επίπεδο, να βοηθήσει στην αποκατάσταση του ανθρώπου σαν κοινωνικού ανθρώπου. Γιατί η επιστήμη έχει την ιδιότητα να κατασταλάζει σαν συλλογική συνείδηση της κοινωνίας, και να την απαλλάσσει από δεισιδαιμονίες, προλήψεις και αντικοινωνικές συμπεριφορές, να τη βοηθά να σχηματίζει επιστημονική αντίληψη της πραγματικότητας. Αντίθετα, στις μέρες μας, την ίδια στιγμή που η επιστήμη και η τεχνολογία αποθεώνονται, ο ανορθολογισμός, ο μυστικισμός και η θρησκοληψία, οι διάφορες μορφές σκοταδισμού και αγυρτείας, βρίσκονται στον Κολοφώνα της δόξας τους.

Με όλα αυτά, θέλουμε να καταλήξουμε ότι οι κοινωνικοοικονομικές αναγκαιότητες καθορίζουν τους ρυθμούς και την ποιότητα ανάπτυξης της επιστήμης, άρα και των πανεπιστημίων. Και, σε τελευταία ανάλυση, μόνο οι κοινωνικές εκείνες δυνάμεις, που ενδιαφέρονται πραγματικά για την κοινωνική εξέλιξη και την αλήθεια, τη μόνιμη φιλοδοξία και επιδίωξη της επιστήμης, η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της, μπορούν πραγματικά να απελευθερώσουν τις πιο «ωφέλιμες», μεταμορφωτικές, ανεξάντλητες δυνατότητές της. Ετσι, ο αγώνας για την ανασυγκρότηση της Ανώτατης Εκπαίδευσής μας δεν μπορεί, παρά να συμβαδίζει, να δένεται άρρηκτα με τον αγώνα για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Γ. Οι βασικές αρχές συγκρότησης της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης

Γ1. Η επιστήμη και οι υποχρεώσεις του πανεπιστημίου που την υπηρετεί

* Η έννοια της επιστήμης

Πριν αναπτυχθούν οι βασικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση μιας εκπαίδευσης πραγματικά ανώτατης στάθμης και ενιαίας, όσον αφορά το επίπεδο των σπουδών που θα παρέχει και το σκοπό που θα υπηρετεί, είναι σκόπιμο να οριστεί η έννοια της επιστήμης. Εννοια, στην οποία δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσουν όλοι, γιατί η επιστήμη, που στην πορεία της ιστορικής της ανάπτυξης μετατράπηκε σε άμεση παραγωγική δύναμη, αποτελεί βασικά μία μορφή κοινωνικής συνείδησης και συνεπώς τμήμα της ιδεολογίας. Και όπως η κυρίαρχη ιδεολογική αντίληψη υπεισέρχεται σε έναν ορισμένο βαθμό στην επιστήμη, έτσι υπεισέρχεται και στον ορισμό της. Για τους αρνητές, π.χ., της αντικειμενικής πραγματικότητας, τους οπαδούς του υποκειμενικού ιδεαλισμού, που στη σύγχρονη μορφή του είναι ο νεοθετικισμός, η επιστήμη δεν μπορεί να σχετίζεται με την αντικειμενική πραγματικότητα, γιατί αυτή δεν υπάρχει, ή είναι ψευδοπρόβλημα, κόσμος των δεδομένων και των γεγονότων και όχι των πραγμάτων. Αρα, δε θα συμφωνήσουν στον παρακάτω επιστημονικό ορισμό της επιστήμης, που είναι επιστημονικός, γιατί σε όλη την ιστορία της επιστήμης επιβεβαιώθηκε από το βασικό κριτήριο της αλήθειας και της επιστημονικότητας, την ίδια την ανθρώπινη πράξη.

Ετσι, η επιστήμη ορίζεται σαν «περιοχή της ανθρώπινης πρακτικής, που ο ρόλος της συνίσταται στην επεξεργασία και στη θεωρητική συστηματοποίηση των αντικειμενικών γνώσεων για την πραγματικότητα. Η έννοια επιστήμη περιλαμβάνει, τόσο τη δραστηριότητα για την ανάπτυξη νέων γνώσεων, όσο και το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής: Το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων στη δοσμένη στιγμή, που συνολικά διαμορφώνουν την επιστημονική εικόνα του κόσμου» 3.

Η γνώση είναι η αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας από τον άνθρωπο. Αλλά δεν είναι μια απλή σαν σε καθρέφτη, άμεση και πλήρης αντανάκλαση. Αν τα πράγματα ήταν αυτά που φαίνονται, τότε δε θα χρειαζόταν η επιστήμη, έλεγε ο Μαρξ. Η διαδικασία αυτή συνίσταται σε μια σειρά αφαιρέσεις, διατυπώσεις, μορφοποιήσεις, έννοιες, νόμους κλπ., που αγκαλιάζουν σχετικά, προσεγγιστικά, τους καθολικούς νόμους της φύσης και της κοινωνίας, που κινούνται αιώνια και αναπτύσσονται. Ετσι, η γνωστική διαδικασία είναι μια ατέρμονη διαδικασία. Στη διάρκειά της, η αντιστοιχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη γνώση γίνεται όλο και πιο προσεγγιστική, χωρίς όμως ποτέ να ταυτίζεται εντελώς.

* Η ειδοποιός διαφορά της Ανώτατης Εκπαίδευσης

Ουσία, λοιπόν, της επιστήμης είναι το αδιάκοπο κυνήγι της αλήθειας, η ανακάλυψη νέας γνώσης, και όχι απλά η επιβεβαίωση της παλιάς, που αναμφισβήτητα αποτελεί συστατικό της στοιχείο. Και ουσία της Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν είναι να προετοιμάζει τους σύγχρονους «πνευματικούς χειρώνακτες» με το «επαγγελματικό προσόν» να εφαρμόζουν μονότονα συνταγές, που αδυνατούν να κατανοήσουν. Ουσία της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι να διαμορφώνει επιστήμονες. Ανθρώπους, δηλαδή, ικανούς να αντιμετωπίσουν κάθε νέο πρόβλημα που θα συναντήσουν στην πράξη - στην παραγωγική διαδικασία και στην κοινωνική ζωή -, που να μπορούν να συνεισφέρουν με πρωτότυπη επιστημονική σκέψη, δημιουργικότητα και πρωτοβουλία, σ' ένα συνειδητό μετασχηματισμό της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας, στον πλουτισμό της ανθρώπινης γνώσης, της ίδιας της επιστήμης.

Με αυτή την έννοια, η πανεπιστημιακή, η ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης, είναι βεβαίως επαγγελματική εκπαίδευση, δεν είναι όμως μια απλή επαγγελματική εκπαίδευση. Το ειδοποιό χαρακτηριστικό της, αυτό που τη διαχωρίζει από τις προηγούμενες βαθμίδες της εκπαίδευσης, είναι η σύνδεσή της με την έρευνα και η προσέλκυση των φοιτητών σε δημιουργική επιστημονική, ερευνητική εργασία.

Γίνεται έτσι φανερό, πόσο αρνητικό, για την προετοιμασία των νέων επιστημόνων και το επίπεδο της Ανώτατης Εκπαίδευσής μας, είναι το γεγονός ότι η έρευνα στη χώρα μας βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο και, ουσιαστικά, έξω από τα πανεπιστήμια. Πόσο μάλλον, που η νέα δομή και το υπαγορευόμενο από την «αγορά» περιεχόμενο των σπουδών, καθιστά «απαγορευμένο καρπό» την επαφή των φοιτητών, ακόμη και με αυτήν την περιορισμένη ερευνητική δραστηριότητα, που αναλαμβάνουν τα πανεπιστημιακά τμήματα και οι τομείς.

Ετσι, ουσιώδης προϋπόθεση της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι η μετάδοση στους φοιτητές της ικανότητας να σκέφτονται και να δρουν επιστημονικά και όχι απλά η διδασκαλία των μεθόδων ιδιοποίησης της γνώσης, της αποστήθισής της ή της αναζήτησής της στις πηγές της, όπως, στην καλύτερη περίπτωση, γίνεται σήμερα. Η εξοικείωση, δηλαδή, των φοιτητών, σε όλη τη διάρκεια των σπουδών τους, με την επιστημονική δουλιά, μέσα από μορφές αυτοτελούς εργασίας, που βοηθούν στην ανάπτυξη της σκέψης, της δραστηριότητας και της πρωτοβουλίας, στην κατάκτηση των μεθόδων της επιστημονικής έρευνας. Στην αρχή, μέσα από πιο απλές μορφές, όπως οι ετήσιες εργασίες, που μπορούν να αποτελούν ανασκοπήσεις από δημοσιεύματα και επιστημονικά συγγράμματα, ή μικρές πειραματικές έρευνες. Στη συνέχεια, με ολοένα πολυπλοκότερες, όπως, για παράδειγμα, μέσα από ειδικά επιστημονικά σεμινάρια, όπου θα εξετάζονται οι νεότερες επιτεύξεις της επιστήμης της αντίστοιχης ειδικότητας και οι σύγχρονες μέθοδοι των επιστημονικών ερευνών, στα οποία οι φοιτητές θα καλούνται να εισηγηθούν διάφορα θέματα και να συμμετέχουν ενεργά στις συζητήσεις. Στο τελειωτικό, δε, στάδιο, μέσα από τις διπλωματικές εργασίες, όπου οι φοιτητές θα πρέπει να αποκτήσουν την ικανότητα διεξαγωγής πειραμάτων ή ερευνών, ανάλυσης των αποτελεσμάτων τους, αφαιρετικής επεξεργασίας των πιο ουσιαστικών στοιχείων τους και γενίκευσης συμπερασμάτων. Να εισχωρήσουν, δηλαδή, στη μεθοδολογία της έρευνας, στην πορεία της γνώσης από το μοναδικό (συγκεκριμένο) στο ειδικό και από εκεί στο γενικό. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι εργασίες αυτές μπορεί να αποτελέσουν ουσιαστικά επιστημονικές έρευνες.

* Βασικές προϋποθέσεις της δομής και του περιεχόμενου των ανώτατων σπουδών

Ωστόσο, κάθε δημιουργική εργασία στη σύγχρονη επιστήμη προϋποθέτει υψηλό επίπεδο γενικής και ειδικής παιδείας. Για να μπορέσει ο φοιτητής να εκπονήσει διπλωματική εργασία σε επίπεδο μιας μικρής επιστημονικής έρευνας, είναι φανερό ότι θα πρέπει να έχει αποκτήσει βαθιά γνώση των νόμων της επιστήμης του, αλλά και της αλληλοσύνδεσής της με τους άλλους επιστημονικούς κλάδους. Να κατανοήσει τη θέση της επιστήμης που μελετά στο γενικότερο σύστημα της γνώσης, στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξής της. Να κατακτήσει τις θεμελιώδεις γενικές γνώσεις, που αποτελούν τη βάση του επιστημονικού του αντικειμένου, τις ειδικές επιστημονικές γνώσεις του αντικειμένου του και, προς το τέλος των σπουδών του, να εμβαθύνει τη γνώση του σε έναν περισσότερο εξειδικευμένο τομέα της ειδικότητας. Η εμβάθυνση αυτή αποτελεί όρο για την προσέγγιση της ερευνητικής διαδικασίας μέσα από την πτυχιακή εργασία, γιατί ο περιορισμός του αντικειμένου σε έναν πιο ειδικό τομέα, αποτελεί προϋπόθεση της έρευνας. Ταυτόχρονα όμως, ο συνδυασμός συστηματικής γενικής εκπαίδευσης και ειδίκευσης, η σύνδεση της θεωρητικής γνώσης με την εφαρμογή της, οδηγεί σε υψηλό επίπεδο επαγγελματικών εφοδίων, που εξασφαλίζει ακόμη μεγαλύτερη κινητικότητα στον απόφοιτο των ΑΕΙ, μέσα από την κατανόηση της διαδικασίας μετάβασης από το γενικό στο ειδικό. Επομένως, η εμβάθυνση αποτελεί αναγκαίο, αναφαίρετο τμήμα των προπτυχιακών σπουδών και την κορύφωσή τους. Ετσι, δεν μπορεί να αποσπάται σε ένα δεύτερο, μεταπτυχιακό κύκλο, όπως γίνεται σήμερα στις περισσότερες σχολές και όπως προβλέπεται να γενικευτεί στη συνέχεια, με βάση τις προδιαγραφές της Μπολόνια, και στις λιγοστές υπόλοιπες, που τη συμπεριλαμβάνουν στο πρόγραμμά τους. Αντίθετα, η διάρκεια των σπουδών θα πρέπει να αυξηθεί στα πέντε χρόνια στις περισσότερες περιπτώσεις των σημερινών τετράχρονων σπουδών, σαν αναγκαίος όρος μιας βαθιά ποιοτικής ανάπτυξής τους.

Οσο για τις μεταπτυχιακές σπουδές, πρέπει να ανήκουν σε έναν ενιαίο κύκλο και να οδηγούν αποκλειστικά στο διδακτορικό δίπλωμα. Η διάκρισή τους από τις προπτυχιακές σπουδές βρίσκεται στο ότι στις μεταπτυχιακές σπουδές το βάρος δίνεται στην παραγωγή νέας γνώσης, ενώ αντίθετα στις προπτυχιακές, στην κατάκτηση της ήδη παραγμένης. Και χρησιμοποιείται η λέξη βάρος, γιατί, όπως ειπώθηκε, η εξοικείωση με την ερευνητική διαδικασία είναι βασική προϋπόθεση των προπτυχιακών, όπως, αντίστοιχα, η παρακολούθηση κύκλου μαθημάτων, η διδασκαλία, είναι στοιχείο και του μεταπτυχιακού κύκλου, που οδηγεί στο διδακτορικό δίπλωμα.

Σ' αυτά τα πλαίσια, τα Ανώτατα Ιδρύματα πρέπει να αποτελούν μεγάλα εκπαιδευτικά και επιστημονικά κέντρα, στα οποία να διεξάγεται ουσιαστική ερευνητική εργασία. Η ανάπτυξη της επιστήμης στα πανεπιστήμια δημιουργεί τη βάση για την εκπαίδευση ειδικών επιστημόνων υψηλής ειδίκευσης, την αναπαραγωγή του επιστημονικού τους προσωπικού, καθώς και για την προσέγγιση αρχών και μεθόδων τελειοποίησης της διδακτικής και παιδαγωγικής εργασίας. Η διεξαγωγή έρευνας είναι, λοιπόν, πρωταρχικής σημασίας πλευρά της δραστηριότητας των Ανώτατων Ιδρυμάτων. Ο προσανατολισμός της έρευνας σε ωφέλιμους για το λαό σκοπούς, η διάθεση πόρων για την πανεπιστημιακή έρευνα, θεμελιακή και εφαρμοσμένη, η μετατόπιση του κέντρου βάρους της ερευνητικής εργασίας από τα απροσπέλαστα μονοπωλιακά ερευνητικά κέντρα και εργαστήρια, κατ' εξοχήν στα πανεπιστήμια, στα τμήματα και τους τομείς τους, σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας για την πλατιά διάδοση των αποτελεσμάτων, τον κοινωνικό έλεγχό της και τη σύνδεσή της με την εκπαίδευση, είναι καθοριστικοί παράγοντες για μια υψηλού επιπέδου Ανώτατη Εκπαίδευση, στην υπηρεσία του λαού.

Γ2. Ο κοινωνικός ρόλος της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης

* Η σύνδεση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με την παραγωγή

Οι υπερασπιστές της αναδιάρθρωσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, υποστηρίζουν, όπως στο πρώτο μέρος αναπτύχθηκε, ότι η δραματική υποβάθμιση και συρρίκνωση της διάρκειας των σπουδών, αποτελεί μια «αντικειμενική» και αναπόφευκτη διαδικασία που αποσκοπεί στη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της παραγωγής. Από την άλλη πλευρά, η παραμορφωτική επίδραση του μονοπωλιακού ελέγχου των Πανεπιστημίων πάνω στην επιστήμη, τις σπουδές και το μέλλον των αποφοίτων, γεννά σε αρκετούς την αντίληψη, ότι η λύση βρίσκεται στην αποσύνδεση της Ανώτατης Εκπαίδευσης από την παραγωγή. Και οι δύο αυτές αντιλήψεις, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν εξισώνονται (γιατί η πρώτη αποτελεί την κυρίαρχη απαίτηση των μονοπωλίων, ενώ η δεύτερη αποτελεί αυθόρμητη αντίδραση στην καταπίεση), έχουν την ίδια βάση. Αποσυνδέουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, της επιστήμης και του ανθρώπινου δυναμικού, από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Ετσι και οι δύο λογικές καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα της «αποειδίκευσης». Της μετατόπισης δηλαδή της επιστημονικής ειδίκευσης έξω από το πτυχίο, σε μεταπτυχιακούς κύκλους ειδίκευσης ή μέσα στην παραγωγή. Η νομιμοποίηση αυτής της πολιτικής έρχεται από τη θεωρία, άλλοθι της ανεργίας, για την «αυταξία» της γνώσης. Σύμφωνα με αυτή, η γνώση έχει μια ανεξάρτητη από συγκεκριμένους σκοπούς αξία, που σε τελευταία ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι σπουδές δεν είναι απαραίτητο να συνδέονται με συγκεκριμένο επάγγελμα, μπορούν να αποσκοπούν απλά στη χρήσιμη για τη ζωή, γενική καλλιέργεια του ανθρώπου. Η θεωρία μάλιστα αυτή ενισχύεται από το πλαστό δίλημμα «μόρφωση ή ειδίκευση». Η απάντηση στο θέμα αυτό είναι καθαρή. Δεν υπάρχει διάσταση ανάμεσα στη μόρφωση και την ειδίκευση. Αντίθετα, η γενική, βασισμένη στις θεμελιώδεις γνώσεις κάθε επιστήμης, μόρφωση είναι προϋπόθεση μιας αληθινά επιστημονικής ειδίκευσης. Οσο για την πλατιά εγκύκλια μόρφωση, δεν είναι υπόθεση της Ανώτατης Εκπαίδευσης να την προσφέρει. Είναι υπόθεση κατ' αρχήν των προηγούμενων βαθμίδων της εκπαίδευσης, του Ενιαίου Δωδεκάχρονου Βασικού Υποχρεωτικού Σχολείου, που θα θέσει τις βάσεις της, και της δημιουργίας στη συνέχεια, ενός συστήματος δημόσιας και δωρεάν λαϊκής επιμόρφωσης που θα παρέχεται ελεύθερα σε όλο το λαό, χωρίς μάλιστα τη δοκιμασία των εισαγωγικών εξετάσεων. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση είναι επαγγελματική εκπαίδευση, ανώτατου επιπέδου που οφείλει, συνδυάζοντας τη θεωρία με την πράξη σε όλη τη διάρκεια των σπουδών, να προετοιμάζει τους αποφοίτους της ώστε να αναλάβουν συγκεκριμένα καθήκοντα μέσα στο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής.

Γιατί η επιστήμη είναι προπαντός μέσον για τη μεταμόρφωση του κόσμου. Δε σπουδάζουμε για να σπουδάζουμε, αλλά κυρίως για να αλλάξουμε συνειδητά τον κόσμο που μας περιβάλλει, να τον φέρουμε στα ανθρώπινα μέτρα. «Ο μετασχηματισμός της φύσης και της κοινωνίας από τον άνθρωπο, είναι το πιο άμεσο θεμέλιο της ανθρώπινης γνώσης και η διάνοια του ανθρώπου μεγάλωσε από τη στιγμή που έμαθε να μεταμορφώνει την ύλη».4 Γι' αυτό η πρακτική, «η εργασία, η ακατάπαυστη υλική δημιουργία των ανθρώπων, με μια λέξη, αυτή η παραγωγή είναι η βάση ολόκληρου του αισθητού κόσμου τέτοιος που είναι σήμερα».5 Ακόμη και οι πιο αφηρημένες επιστήμες, έχουν τη ρίζα τους στα πρακτικά προβλήματα που αντιμετώπισε ιστορικά η ανθρωπότητα, σε οικονομικές επιδιώξεις και στην προσπάθεια επιβολής της ταξικής κυριαρχίας.

Οι ανάγκες δηλαδή της παραγωγής, οι ανάγκες του κοινωνικοοικονομικού συστήματος γενικότερα, καθορίζουν τις προτεραιότητες, τους σκοπούς, τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η επιστήμη. Από την εποχή μάλιστα της βιομηχανικής επανάστασης, που ο καπιταλισμός μετέτρεψε την επιστήμη σε άμεση παραγωγική δύναμη, από τη στιγμή που η παραγωγική διαδικασία αποτελεί σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό, τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης (με την ενσωμάτωσή της στα μέσα παραγωγής, στις μορφές οργάνωσης και διεύθυνσης της εργασίας, στο πολιτιστικο-τεχνικό επίπεδο των εργαζομένων), η σύνδεση της επιστήμης με την παραγωγή γίνεται ολοένα στενότερη.

Αρα στόχος μας δεν είναι να αποσυνδέσουμε την Ανώτατη Εκπαίδευση από την παραγωγή, αλλά να συνδέσουμε την παραγωγή -άρα και τα Πανεπιστήμια - με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες, με την αδιάκοπη ανάπτυξη του υλικού και πνευματικού επιπέδου του συνόλου του λαού. Αυτός πρέπει να είναι ο κοινωνικός ρόλος των Πανεπιστημίων και όχι η μετατροπή τους σε εξάρτημα της «αγοράς», για να αυξηθούν τα κέρδη και η εξουσία των μονοπωλίων.

Γιατί αυτό που συντελείται σήμερα στα Πανεπιστήμια δεν είναι τίποτα άλλο παρά σύνδεση με τις αντικοινωνικές ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Ποιο μπορεί να είναι π.χ. το νόημα του ευρωπαϊκού σλόγκαν της «εκμάθησης της μάθησης», και της «διά βίου κατάρτισης», αν όχι η προσπάθεια συγκάλυψης μιας πραγματικότητας όπου θα μαθαίνουμε για να μαθαίνουμε αφού τον περισσότερο χρόνο οι πιο πολλοί θα είναι άνεργοι;

Αλλωστε η πράξη δεν είναι μόνο η βάση της γνώσης, αλλά και κριτήριο της αλήθειας της. Στην πορεία της πρακτικής, ελέγχονται οι έννοιες και οι θεωρίες μας και απορρίπτονται οι λαθεμένες. Η ορθότητα δηλαδή της αντανάκλασης της πραγματικότητας μπορεί να διαπιστωθεί μόνο μέσα στην ίδια την πραγματικότητα.

Οι παραπάνω επισημάνσεις, οδηγούν, στη συνέχεια, σε ορισμένα κριτήρια για τη συγκρότηση των πανεπιστημιακών σπουδών. Κυρίως στο βασικό κριτήριο της διαμόρφωσης των ειδικοτήτων των πανεπιστημιακών σπουδών, που δεν μπορεί να είναι μόνο επιστημονικό, αλλά να συνδυάζει την επιστημονικότητα του αντικειμένου με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες που έρχεται να υπηρετήσει.

* Για τη σχέση θεωρίας και εφαρμογής. Οι θεμελιώδεις και εφαρμοσμένες επιστήμες

Οπως ήδη αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος, η τάση «αποειδίκευσης» των σπουδών συνοδεύεται από την ισοδύναμή της τάση μετάδοσης εφήμερων και στενών γνώσεων, που προκύπτουν από τον κατατεμαχισμό των επιστημονικών αντικειμένων, μιας «υπερεξειδίκευσης», αποσπασμένης από το θεωρητικό της υπόβαθρο. Αρα η υπογράμμιση της σημασίας της πράξης, δεν πρέπει να εκληφθεί σαν αποδοχή του εμπειρισμού, που αποτελεί συστατικό των σπουδών που διαμορφώνουν οι υποδείξεις της «αγοράς». Η αφετηρία της γνώσης και της επιστήμης από το συγκεκριμένο, δεν μπορεί να περιορίζεται σε αυτό. Η ανάπτυξη της επιστήμης απαιτεί να αποσπαστεί από άμεσα πρακτικά καθήκοντα, να γενικεύσει τα δεδομένα, να ορίσει έννοιες, να αναζητήσει τους νόμους που κυβερνούν τα γεγονότα. Η νόηση, στην πορεία της από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, δεν απομακρύνεται από την αντικειμενική αλήθεια, αντίθετα την πλησιάζει. Οι αφηρημένοι και γενικοί νόμοι των σύγχρονων μαθηματικών π.χ. μπορεί να είναι πολύ πιο απομακρυσμένοι από την άμεση εμπειρία απ' ό,τι οι νόμοι της πρακτικής αριθμητικής, δίνουν όμως μια πολύ πιο αντικειμενική εικόνα της πραγματικότητας.

Στην εποχή μας, η σχετική ανεξαρτησία της θεωρίας από την πράξη μεγάλωσε σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν και ακριβώς αυτό το γεγονός δημιούργησε τις θεωρητικές προϋποθέσεις νέων εφαρμογών στην παραγωγή και ίδρυσης μιας σειράς νέων βιομηχανικών κλάδων. Η ενότητα της επιστημονικής θεωρητικής γνώσης και πράξης αποτελεί έμμεση ενότητα. Η απομάκρυνση του θεωρητικού από τους άμεσους πρακτικούς σκοπούς, αποτελεί αναγκαίο όρο για να μπορεί η επιστήμη να ξεπερνά τα όρια της εμπειρίας.

Ούτε όμως η εφαρμοσμένη έρευνα πρέπει να κατανοείται σαν εμπειρισμός, σαν μια υποδεέστερη, μη επιστημονική εργασία. Προϋπόθεσή της είναι επίσης η θεωρητική έρευνα, η ανακάλυψη συγκεκριμένων νομοτελειών κι όχι μια απλή άμεση εφαρμογή αφηρημένων θεωρητικών εννοιών και νόμων.

Στη βάση του καταμερισμού της έρευνας, οι επιστήμες χωρίζονται γενικά, σε θεμελιώδεις ή θεωρητικές και σε πρακτικές ή εφαρμοσμένες, ανάλογα με την κατεύθυνση και την άμεση σχέση τους με την παραγωγή.

Οι θεμελιώδεις επιστήμες εξετάζουν τους νόμους που κατευθύνουν τη συμπεριφορά και την αλληλεπίδραση των βασικών δομών της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης, τους οποίους μελετούν σε «καθαρή» μορφή και όχι με αποκλειστικό σκοπό μια πιθανή εφαρμογή τους. Ετσι οι θεμελιώδεις επιστήμες μπορούν να εισαχθούν στην κατάταξη των επιστημών που έκανε ο Ενγκελς,6 με βάση τις μορφές κίνησης της ύλης, επειδή αυτές ακριβώς οι μορφές κίνησης της ύλης, καθώς και η αμοιβαία μετατροπή τους, είναι το αντικείμενο της μελέτης τους.

Ο άμεσος σκοπός των πρακτικών επιστημών είναι η χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων των θεμελιωδών επιστημών για τη λύση όχι μόνο γνωστικών αλλά και κοινωνικών και πρακτικών προβλημάτων.

Ανάμεσα στις θεωρητικές και πρακτικές επιστήμες, δεν υπάρχουν σινικά τείχη.

Η ενότητα των θεωρητικών και των πρακτικών επιστημών συνίσταται στο γεγονός ότι οι θεωρητικές επιστήμες έχουν την καταγωγή τους στην πρακτική, και επιστρέφουν σε αυτή, μέσα από τις εφαρμογές τους. Συχνά π.χ. μέσα από την εφαρμοσμένη έρευνα μπορεί να προκύψουν θεμελιώδεις έννοιες και αντίστροφα η βασική έρευνα μπορεί να οδηγήσει κατευθείαν σε εφευρέσεις. Γενικότερα, στην ιστορία της επιστήμης επανειλημμένα θα δούμε μια αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση ανάμεσα στις θεωρητικές και τις εφαρμοσμένες γνώσεις, όπου νέες οπτικές εξέτασης των θεωρητικών προβλημάτων εμφανίζονται μέσα από την τεχνική και αντίστροφα νέες θεωρητικές έρευνες οδηγούν στη δημιουργία νέων εφαρμοσμένων κλάδων. Γι' αυτό οι θεωρητικές επιστήμες δεν μπορούν να θεωρηθούν ανεξάρτητες από τις τεχνολογικές και η θεωρία δεν μπορεί να αποσπαστεί από την εφαρμογή της, ούτε το αντίστροφο. Η πρακτική παρακμάζει και εκφυλίζεται όταν δεν τροφοδοτείται από την αφηρημένη σκέψη.

* Το πρόβλημα των ΤΕΙ

Στα πλαίσια της ανάγκης η σπουδή των τεχνικών επιστημών να είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη θεωρητική της βάση, είναι αδιανόητη η ύπαρξη των ΤΕΙ σαν β΄ κατηγορίας τεχνολογική «ανώτατη» αλλά μη πανεπιστημιακή εκπαίδευση, πλάι σε άλλα Ανώτατα τεχνολογικού χαρακτήρα Ιδρύματα (όπως τα Πολυτεχνεία), τα οποία όμως είναι πανεπιστημιακά. Πρόκειται για μια νέα μορφή διαιώνισης του ερμαφρόδιτου χαρακτήρα τους, κάτι ανάμεσα σε Επαγγελματική Σχολή και Πανεπιστήμιο, που η μόνη ανάγκη που έρχεται να εξυπηρετήσει είναι αυτή της ακόμη φθηνότερης και ταχύτερης αναπαραγωγής ενός μεσαίου και περισσότερου «εύκαμπτου» εργατικού δυναμικού. Είναι φανερό ότι η διάκριση των ΤΕΙ από τα αντίστοιχου αντικειμένου ΑΕΙ, γίνεται στη βάση της αποκοπής των ΤΕΙ από τη θεωρητική γνώση, από τη δυνατότητά τους να αναπαράγουν την επιστήμη και το επιστημονικό τους δυναμικό.

Η διάκριση αυτή έχει ταξικό χαρακτήρα και οι ρίζες της βρίσκονται βαθιά στην ιστορία, στο μεγαλύτερο μέρος της οποίας, οι δυο κλάδοι της τεχνικής και της επιστημονικής γνώσης, βάδισαν χωριστά. Παρότι η τεχνική στην εποχή μας είναι πια προϊόν της βαθιάς ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης, έγινε επιστήμη, τεχνολογία, η υποτίμηση της τεχνικής διατηρείται ως τις μέρες μας. Στις προηγούμενες βαθμίδες της εκπαίδευσης εκφράζεται με το διαχωρισμό του λυκείου (ως σχολείου γενικής παιδείας αποσπασμένης από την πρακτική) και των ΤΕΕ, των ΙΕΚ, των ΚΕΚ, στην Ανώτατη Εκπαίδευση με τη διάκρισή της σε ΑΕΙ-ΤΕΙ, πανεπιστημιακή - μη πανεπιστημιακή.

Ωστόσο στην πορεία ανάπτυξής τους ορισμένα από τα ΤΕΙ ξεπέρασαν τον αρχικό προορισμό τους και μπορούμε να πούμε ότι διαθέτουν ένα ικανοποιητικό για την Ανώτατη Εκπαίδευση επίπεδο σπουδών, υποδομής και διδακτικού προσωπικού. Επομένως ωριμάζουν οι συνθήκες να πάψουν να αποτελούν υποβαθμίδα των ΑΕΙ, ή διακριτή κατηγορία ενός συνονθυλεύματος «ανώτατης» εκπαίδευσης. Η ίδια η ανάπτυξη της τεχνολογίας την οποία κυρίως υπηρετούν, αλλά και η κοινωνική ανάγκη για ανώτατου, επιστημονικού επιπέδου στελέχη της παραγωγής, οδηγεί εκ των πραγμάτων στην άρση του διαχωρισμού τους από τα ΑΕΙ. Ωστόσο εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ακόμη σοβαρά προβλήματα. Προβλήματα που ξεκινούν από τον περιορισμένο χαρακτήρα του αντικειμένου των σπουδών τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούν υποδιαιρέσεις αντικειμένων τμημάτων των ΑΕΙ, προβλήματα υποδομής και διδακτικού προσωπικού, αφού σε πολύ μεγάλο ποσοστό η διδασκαλία σε αυτά καλύπτεται από έκτακτο προσωπικό, ή προσωπικό που δε διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για την ιδιότητα του πανεπιστημιακού. Οι ίδιες οι εξελίξεις πιέζουν για να βρεθεί λύση. Λύση που θα παίρνει υπόψη της προβλήματα που υπάρχουν και στα ΑΕΙ, σε μια διαδικασία συγκρότησης της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης, που θα εξετάσουμε παρακάτω.

* Το πρόβλημα των ΑΕΙ

Μέσα και σε αυτήν την Ανώτατη - Πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχει εισχωρήσει (και με την εξέλιξη που προδιαγράφεται θα επεκταθεί) η λογική της συγκρότησης τμημάτων με παρεμφερή προς εκείνα των ΤΕΙ, περιορισμένα, αντικείμενα σπουδών. Τμημάτων δηλαδή, που εξαιτίας της μονομέρειας των σπουδών που συνοδεύεται συνήθως από τη συρρίκνωση της γενικής θεωρητικής βάσης τους, στενεύουν τον ορίζοντα της γνώσης και δημιουργούν απόφοιτους που δεν ταιριάζουν στο σύγχρονο επίπεδο της παραγωγής και της επιστήμης, που ανατρέπει διαρκώς την τεχνική της βάση, απαιτώντας όλο και μεγαλύτερη κινητικότητα των αποφοίτων της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Αυτός ο τεμαχισμός θα πρέπει να αποφεύγεται και η ειδίκευση σε πιο περιορισμένους τομείς του κάθε επιστημονικού αντικειμένου να περνά μέσα από κατευθύνσεις σπουδών που μπορούν να ξεκινούν προς το μέσον των σπουδών. Οι βάσεις τους όμως θα μπαίνουν από το πρώτο έτος των σπουδών, έτσι ώστε να υπάρχει μια αδιάσπαστη ενότητα θεωρίας και πράξης σε όλη τη διάρκειά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τεμαχισμού των σπουδών αποτελούν οι διάφορες στενές ειδικεύσεις της Οικονομικής Επιστήμης με τμήματα λογιστικής και χρηματοοικονομικής, τραπεζικής διοικητικής, στατιστικής, ασφαλιστικής κλπ.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε τη συγκρότηση τμημάτων γενικόλογου, σεμιναριακού χαρακτήρα, που προσφέρουν γεύσεις από μια μεγάλη γκάμα επιστημονικών κλάδων και περιοχών, π.χ. τμήμα επιστημών της θάλασσας, τμήμα επιστημών της τέχνης, τμήμα περιβάλλοντος κλπ. Τμημάτων δηλαδή αποσυνδεμένων από οποιαδήποτε κοινωνική χρησιμότητα και από την πρόσβαση σε κάποιο επάγγελμα. Ταυτόχρονα τα ΑΕΙ κουβαλούν μια παλιότερη αμαρτία. Ενας μεγάλος αριθμός τμημάτων τους, έχει θεωρητικό χαρακτήρα, αποσπασμένο από την πράξη και με ακαθόριστη κοινωνική αποστολή. Και αν αυτό, την εποχή της δημιουργίας τους, εβδομήντα και περισσότερα χρόνια πριν, που οι γνώσεις ήταν λιγότερες και η τεχνολογία δεν είχε φτάσει στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξής της, μπορεί να ήταν σωστό, σήμερα είναι ξεπερασμένο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι λεγόμενες «καθηγητικές» σχολές (Μαθηματικό, Φυσικό, Χημικό, Φιλοσοφική κλπ.), που δε δίνουν στους αποφοίτους τους ούτε τα απαραίτητα παιδαγωγικά εφόδια για να διδάξουν στη μέση εκπαίδευση, ούτε τους προετοιμάζουν ολοκληρωμένα για μια σειρά άλλους τομείς της παραγωγής. Ετσι αφήνουν ανοιχτό το δρόμο στις νέες μονοπωλιακές ρυθμίσεις για μετατόπιση της επιστημονικής ειδίκευσης στο μεταπτυχιακό επίπεδο και αποσύνδεση των προπτυχιακών σπουδών από το επάγγελμα. Οσο μάλιστα οι θέσεις των διδασκόντων στα σχολεία λιγοστεύουν, σαν συνέπεια της πολιτικής που απομακρύνει πρόωρα τους μαθητές από την εκπαίδευση και μειώνει τις δαπάνες, το πρόβλημα της ανεργίας των αποφοίτων αυτών των τμημάτων μεγαλώνει. Δυστυχώς στα ιστορικά αυτά τμήματα, προστέθηκαν στην πορεία και νέα, όπως το τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, τα διάφορα τμήματα Γεωγραφίας και αρκετά άλλα, που παρότι το αντικείμενο των σπουδών τους είναι επιστημονικό, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια τους αποφοίτους τους στην ανεργία και σε αντιπαραθέσεις με άλλες ειδικότητες, για το ποιος θα πρωτοδιδάξει τα παρεμφερή μαθήματα στα σχολεία.

Η δημιουργία νέων τμημάτων, αλλά και η αναμόρφωση των προγραμμάτων των παλιών, δεν μπορεί να μην παίρνει υπόψη της την οικονομία της χώρας μας, στη δυναμική βεβαίως μιας πλήρους ανάπτυξής της σε όφελος του λαού. Η ανάπτυξη μιας σειράς θεμελιωδών επιστημών δεν είναι απαραίτητο να περνά μέσα από τη δημιουργία τμημάτων παραγωγής αποκλειστικά ερευνητών, αλλά μέσα από τα γενικά τμήματα των Πανεπιστημιακών σχολών και τα μεταπτυχιακά που οδηγούν σε διδακτορικό δίπλωμα.

* Η διαδικασία συγκρότησης της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης

Από τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει μια απίστευτη διαφοροποίηση στις σπουδές της Ανώτατης Εκπαίδευσης, που το κοινό τους στοιχείο είναι το, κατά κανόνα, μέσο ή και χαμηλό επίπεδο των σπουδών και προπαντός η αναντιστοιχία τους με τις πραγματικές, σύγχρονες, ανάγκες των αποφοίτων τους και της κοινωνίας.

Η κατάσταση, μέσα από μια πορεία διαρκούς επιδείνωσης, έφτασε πια στο απροχώρητο. Η μόνη λύση που μπορεί να υπάρξει, είναι η ανασυγκρότηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης με τη διαμόρφωση μιας Ενιαίας, Δημόσιας και Δωρεάν, Ανώτατης Εκπαίδευσης, χωρίς κύκλους σπουδών και αντιεπιστημονικούς διαχωρισμούς, που να ανταποκρίνεται πραγματικά στον κοινωνικό της ρόλο.

Βασική προϋπόθεση αυτής της ανασυγκρότησης, είναι η επανεξέταση και ο επανακαθορισμός των επιστημονικών αντικειμένων των τμημάτων της ΑΕ, στη βάση των πραγματικών κοινωνικών αναγκών και των αναγκών ανάπτυξης της επιστήμης. Η διευκρίνιση δηλαδή, με τι ασχολείται, τι μελετά, ποιος είναι ο κύκλος των βασικών προβλημάτων που λύνει, το επιστημονικό αντικείμενο που διδάσκεται σε κάθε πανεπιστημιακό τμήμα. Διευκρίνιση που ασφαλώς δε θα γίνει στο κενό, αλλά θα πάρει υπόψη της τη διαμορφωμένη πραγματικότητα, χωρίς να υποταχθεί σε αυτή. Στα πλαίσια αυτά, παράλληλα με την αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών των ΑΕΙ, πιθανά θα χρειαστούν και ριζικότερου χαρακτήρα αλλαγές, που θα προωθούν τη σημερινή πραγματικότητα των Πανεπιστημιακών σπουδών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίων Παιδαγωγικών σχολών, με παιδαγωγικά τμήματα που θα εξασφαλίζουν ταυτόχρονα με την ειδικότητα διδασκαλίας και την παιδαγωγική επάρκεια, όχι σαν συμπληρωματικό προσόν που θα αποκτάται σε πρόσθετο κύκλο σπουδών, αλλά σαν βασικό επιστημονικό υπόβαθρο του εκπαιδευτικού.

* Κριτήρια καθορισμού του επιστημονικού αντικειμένου

Ο καθορισμός του επιστημονικού αντικειμένου είναι βεβαίως μια σύνθετη υπόθεση. Γίνεται ακόμη πιο σύνθετη εξ αιτίας του ανταγωνιστικού χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων. Διαφορετικά αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές ανάγκες η άρχουσα τάξη της κοινωνίας μας και διαφορετικά ο λαός. Διαφορετικές είναι οι ανάγκες σε μια οικονομία που υπηρετεί την κυριαρχία των μονοπωλίων και διαφορετικές σε μια οικονομία που βάζει στόχο της την καθολική πρόοδο. Ταυτόχρονα όμως ο καθορισμός των επιστημονικών αντικειμένων, είναι αντικείμενο και της γνωσιολογίας. Υπόκειται δηλαδή και σε εσωτερικούς, της ίδιας της ανάπτυξης της επιστήμης, όρους.

Γενικά οι επιστήμες προσδιορίζονται και διακρίνονται μεταξύ τους από το αντικείμενο της έρευνάς τους, το οποίο όμως εγγράφει τις οικονομικοκοινωνικές ανάγκες που η επιστήμη υπηρετεί. Ο ορισμός του είναι απαραίτητος, για να κατανοηθεί η θέση της κάθε επιστήμης μέσα στο σύστημα των γνώσεων. Θέση που δεν παραμένει αναλλοίωτη, όσο η δοσμένη επιστήμη, αλλά και το σύστημα των υπόλοιπων επιστημών, αναπτύσσονται. Ο καθορισμός του επιστημονικού αντικειμένου παρουσιάζει ακόμα πολλές δυσκολίες επειδή η επισήμανση των θεμάτων της έρευνάς του δεν είναι καθόλου απλή. Πρέπει να εξηγηθεί για ποιο λόγο τα θέματα αυτά αποτελούν αντικείμενο της συγκεκριμένης επιστήμης, ποιες είναι οι ποιοτικές διαφορές τους από άλλα θέματα που αποκλείονται από το πεδίο της. Επιπλέον, ο ορισμός του επιστημονικού αντικειμένου, δεν πρέπει να περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξής του, γι' αυτό χρειάζεται να επανεξετάζεται διαρκώς.

Παρόλη τη συνθετότητά του, η επίλυση του θέματος αυτού, είναι καθοριστικής σημασίας για την Ανώτατη Εκπαίδευση και το μέλλον των αποφοίτων της. Επίλυση που μπορεί να προκύψει μέσα από μια πλατιά συζήτηση, που από σήμερα χρειάζεται να ανοίξει, ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους, τους πανεπιστημιακούς, το διδακτικό προσωπικό των ΤΕΙ, τους επιστήμονες και τεχνολόγους, τους φοιτητές και σπουδαστές.

Στη βάση του καθορισμού των επιστημονικών αντικειμένων των τμημάτων που προσδιορίζει και την κοινωνική τους λειτουργία, μπορεί να δοθεί λύση και στο άλλο ακανθώδες πρόβλημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων.

* Η απάντηση στο πρόβλημα των ΤΕΙ

Μόνον έτσι μπορεί βεβαίως να δοθεί οριστική λύση και στο χρόνιο πρόβλημα της «τριτοβάθμιας» εκπαίδευσης, να ξεπεραστεί η αναχρονιστική διάκριση σε ΑΕΙ - ΤΕΙ. Η διαδικασία αποσαφήνισης των επιστημονικών αντικειμένων σε συνδυασμό με τις κοινωνικές ανάγκες, θα προσδιορίσει ταυτόχρονα και σε ποια βαθμίδα εντάσσεται το γνωστικό αντικείμενο κάθε τμήματος. Στη συνέχεια, θα πρέπει να δοθεί στα αντίστοιχα τμήματα των ΤΕΙ, όλη η απαιτούμενη υλική και επιστημονική βοήθεια ώστε να αναμορφώσουν τα προγράμματα σπουδών τους στη βάση των επιστημονικών αντικειμένων, να αναβαθμίσουν το επιστημονικό -διδακτικό τους προσωπικό και να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη υποδομή κτιρίων και τεχνολογικού εξοπλισμού, ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του ανώτατου χαρακτήρα τους.

Στη βάση εκπλήρωσης των τριών αυτών βασικών όρων, τα τμήματα των ΤΕΙ πρέπει να αποτελέσουν ισότιμα με τα ΑΕΙ τμήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, με όλες τις προϋποθέσεις της δομής, του περιεχομένου των σπουδών, της σύνδεσής τους με την έρευνα και την κοινωνία.

Επειδή ωστόσο η εκπαίδευση συντελεί στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, είναι φανερό ότι η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να προχωρήσει ανεξάρτητα από τον γενικότερο προγραμματισμό των αναγκών της παραγωγής και της κοινωνίας.

Η λογική της κυβέρνησης (αλλά και άλλων πολιτικών δυνάμεων, όπως της ΝΔ), που θέλει την αξιολόγηση των ΤΕΙ, με όρους της «αγοράς», μάς βρίσκει επομένως αντίθετους, γιατί θα καταλήξει αναπότρεπτα τμήματα που το αντικείμενο των σπουδών τους έχει τη δυναμική μιας σημαντικής συμβολής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας μας, να οδηγηθούν έξω από την Ανώτατη Εκπαίδευση. Αντίθετους μάς βρίσκει ακόμη η πρόταση για «πανεπιστημιακά» και όχι «ανώτατα» ΤΕΙ, που στην ουσία συνιστά ένταξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης στα Πανεπιστήμια. Πρόταση που μεταφέρει τις υπάρχουσες διαφορές και αντιθέσεις μέσα στο Πανεπιστήμιο και οδηγεί σε αποδιοργάνωση των δομών του. Η Επαγγελματική Εκπαίδευση πρέπει να αποκτάται σε ένα διακριτό σύστημα Δημόσιων Επαγγελματικών Σχολών, οι οποίες θα παρέχουν υψηλού επιπέδου επαγγελματική μόρφωση, αναπτύσσοντας όλες εκείνες τις ειδικότητες που δεν απαιτούν Ανώτατη Εκπαίδευση, και οι οποίες σήμερα, παρότι αναγκαίες, δεν καλύπτονται από καμία βαθμίδα του εκπαιδευτικού συστήματος.

* Η διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης των αυριανών επιστημόνων

Το σημερινό σύστημα της Ανώτατης Εκπαίδευσης με τους πολύπλοκους, παλιούς και νέους, εξελιγμένους και περισσότερο διεισδυτικούς στη συνείδηση, μηχανισμούς σύνδεσης των σπουδών με την καπιταλιστική «πράξη» (τα γραφεία διασύνδεσης, τις ημερίδες σταδιοδρομίας, τις επιχειρηματικές διασυνδέσεις των καθηγητών, την εντατική, επιστημονικοφανή, καθημερινή προπαγάνδιση της αστικής ιδεολογίας, την αξιοποίηση της πρακτικής άσκησης, και προπαντός την άγονη, φορμαλιστική, και αποκομμένη από τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες οργάνωση του περιεχομένου και της δομής των σπουδών), καλλιεργεί την υποταγή στη λογική της αγοράς, τον ανταγωνισμό και την ιδιοτέλεια. Ως κοινωνικός ρόλος των αυριανών επιστημόνων, στο βαθμό που μπορεί κανείς να αποκαλεί επιστήμονες τους απόφοιτους των νέων προπτυχιακών κύκλων, προβάλλεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, η υποχρέωσή τους να υπηρετούν πιστά τις καπιταλιστικές «αξίες», αν θέλουν να έχουν κι αυτοί οφέλη. Στόχος αυτής της επίθεσης είναι να «εκπαιδεύσει» τους νέους ανθρώπους να δρουν ενάντια στα αντικειμενικά τους συμφέροντα, να μάθουν να αναζητούν και να βρίσκουν τις καλύτερες δυνατές λύσεις για την υλοποίηση των επιλογών των μονοπωλίων.

Στη θέση αυτής της επίμονα και συστηματικά καλλιεργούμενης συνείδησης, η μόνη απάντηση είναι η προβολή μιας άλλης αντίληψης για τον κοινωνικό ρόλο του επιστήμονα. Της αντίληψης που τον θέλει να σκέφτεται και να δρα επιστημονικά και στο κοινωνικό επίπεδο. Να ακολουθεί τις ιστορικές νομοτέλειες της κοινωνικοοικονομικής εξέλιξης, που τον τοποθετούν στο πλευρό της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων, στον αγώνα για μια νέα οργάνωση της κοινωνίας, της οποίας η ανάπτυξη θα στηρίζεται στον επιστημονικά θεμελιωμένο σχεδιασμό. Πολύ περισσότερο που σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων εντάσσεται οργανικά στην εργατική τάξη. Επομένως η απάντηση του προβλήματος του ρόλου του επιστήμονα, βρίσκεται στο πώς οι αντίπαλες κοινωνικές δυνάμεις αντιλαμβάνονται το σκοπό της επιστήμης. Και σκοπός της επιστήμης δεν μπορεί να είναι η «ανταγωνιστικότητα» των επιχειρήσεων και η ενίσχυση της κυριαρχίας των λίγων πάνω στους πολλούς, αλλά η ανύψωση της κοινωνικής, οικονομικής, πνευματικής στάθμης του συνόλου του λαού, «το ξαλάφρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης από το μόχθο».7 Σπουδάζουμε για να αλλάξουμε συνειδητά τον κόσμο και όχι για να συντηρήσουμε τον παλιό, που όσο γερνά γίνεται και χειρότερος. Και εδώ συναντιούνται τα κοινά συμφέροντα των πανεπιστημιακών, των φοιτητών και όλου του λαού για επιστήμη και ΑΕΙ, μοχλούς κοινωνικής προόδου.

Βασική προϋπόθεση για τη διαμόρφωση στους νέους ανθρώπους μιας βαθιάς αντίληψης του ρόλου τους, προϋπόθεση για τη σύνδεση της Ανώτατης Εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, είναι η αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών να συμπεριλάβει μαζί με την ολοκληρωμένη βαθιά γνώση του αντικειμένου της κάθε ειδικής επιστήμης, την καλλιέργεια της γενικότερης επιστημονικής κοσμοθεωρητικής αντίληψης και βιοθεωρίας. Και αυτό δεν είναι υπόθεση μιας απλής προσθήκης στο πρόγραμμα σπουδών ορισμένων μαθημάτων των κοινωνικών επιστημών, που μάλιστα διδάσκονται ασύνδετα από το γενικότερο περιεχόμενο του προγράμματος, αναπαράγοντας αντιεπιστημονικές και ξεπερασμένες θεωρίες. Η μετάδοση επιστημονικής κοσμοαντίληψης και διαλεκτικού τρόπου σκέψης, είναι υπόθεση συνολική του προγράμματος σπουδών και των μεθόδων διδασκαλίας που πρέπει να διαμορφωθούν έτσι ώστε να αποκαλύπτουν την αλληλοσύνδεση της επιστημονικής γνώσης, την ένταξη των ειδικών νόμων στους γενικότερους, να αναδείχνουν τη θέση της κάθε ειδικής επιστήμης στο γενικότερο σύστημα όχι μόνο της επιστήμης αλλά και της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής. Γεγονός που προϋποθέτει ασφαλώς και τη διδασκαλία βασικών κοινωνικών επιστημών (φιλοσοφία, πολιτική οικονομία, κοινωνιολογία, ιστορία) καθώς και τη μετάδοση θεωρητικών γνώσεων για τον τρόπο οργάνωσης και διεύθυνσης της κοινωνικής παραγωγής.

Μια δεύτερη σημαντική πλευρά του προγράμματος των σπουδών και της ίδιας της λειτουργίας των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, είναι η δημιουργία προϋποθέσεων σύνδεσης της θεωρητικής διδασκαλίας με την πρακτική κοινωνική δραστηριότητα, μέσα και έξω από το Πανεπιστήμιο. Μέσα στο Πανεπιστήμιο με τα εργαστήρια και την ευρύτατη αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία σήμερα, ενώ θεοποιείται, σε αρκετές περιπτώσεις είναι ανύπαρκτη ακόμη και στις πιο στοιχειώδεις, παραδοσιακές μορφές της. Εξω από το Πανεπιστήμιο, με την άμεση συμμετοχή των φοιτητών στην κοινωνική παραγωγική εργασία, όχι για να τους εξοικειώσει στην υποταγή, όπως γίνεται σήμερα, αλλά για να τους μεταδώσει την ικανότητα οι ίδιοι αύριο να αναλάβουν το έργο της διεύθυνσής της για σκοπούς προοδευτικούς. Με την πρακτική άσκηση, κάτω από την καθοδήγηση του Πανεπιστημίου, που θα ξεκινά από την εργασία του απλού εργάτη και θα φτάνει στο τέλος των σπουδών σ' εκείνη της αυτόνομης επιστημονικής εργασίας. Με τη σύνδεση του Πανεπιστημίου με όλες τις πλευρές της κοινωνικής και πνευματικής δραστηριότητας, τη συμμετοχή του στην κοινωνική ζωή για το φωτισμό και όχι για τη συσκότιση της πραγματικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας θετικής δράσης, αποτελεί η αντίσταση που προβλήθηκε από ορισμένα επιστημονικά Ιδρύματα και επιστήμονες, στην προσπάθεια να αποσοβηθούν οι επιπτώσεις του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας.

Η σύνδεση της θεωρητικής διδασκαλίας με την πρακτική κοινωνική δραστηριότητα, είναι βασική προϋπόθεση μιας πολύπλευρης, πνευματικής, πρακτικής και κοινωνικής ανάπτυξης της προσωπικότητας των νέων ανθρώπων. Της πνευματικής ωριμότητας μέσα από τη ζωντανή σύνδεση της επιστήμης με την εφαρμογή της στην πράξη. Της πρακτικής ωριμότητας, μέσα από το συνδυασμό πνευματικής εργασίας και πρακτικής εξάσκησης, την καλλιέργεια πρακτικού πνεύματος που απορρίπτει το βερμπαλισμό και το φορμαλισμό της γνώσης. Της κοινωνικής ωριμότητας μέσα από την κατανόηση του κόσμου της εργασίας και των κοινωνικών σχέσεων.

Για να υλοποιηθούν όλα τα παραπάνω, είναι απαραίτητο οι πανεπιστημιακοί μας δάσκαλοι, εκτός από την υψηλού επιπέδου επιστημονική γνώση στο αντικείμενό τους την οποία διαθέτουν, να αποκτήσουν συστηματικές γνώσεις παιδαγωγικής μεθοδολογίας.

Στα πλαίσια αυτά ο φοιτητικός συνδικαλισμός, οι καθημερινοί αγώνες του φοιτητικού κινήματος αποτελούν βασικό παράγοντα κοινωνικοποίησης των νέων ανθρώπων. Η σημερινή εξουσία φοβάται τη συνειδητή συλλογική δραστηριότητα των ίδιων των φοιτητών, τη δυναμική που σε μια προοπτική μπορεί να επιδείξει το φοιτητικό κίνημα σε συνδυασμό με μια μεγαλύτερη, από το παρελθόν ωριμότητα. Ωριμότητα που προκύπτει από τη βαθύτερη κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων, σαν αποτέλεσμα της στενότερης σύνδεσης των Πανεπιστημίων με την καπιταλιστική παραγωγή, που η ίδια έχει επιβάλει. Αυτός είναι ο λόγος που με πιο εντατικά μέτρα, προωθεί τη χειραγώγηση του νεολαιίστικου κινήματος και τον περιορισμό των συνδικαλιστικών ελευθεριών των φοιτητών.

Γ3. Η ενότητα της γνώσης και των Πανεπιστημιακών σπουδών

Μια άλλη κατεύθυνση, φαινομενικής σύνδεσης και ενοποίησης της επιστήμης, μέσα από τις λεγόμενες «διατμηματικές» και εξατομικευμένες σπουδές, τους ελεύθερους κύκλους μαθημάτων από διαφορετικά επιστημονικά αντικείμενα και περιοχές, προβάλλεται τα τελευταία χρόνια σαν σύγχρονη αναγκαιότητα των Πανεπιστημιακών σπουδών.

Πρόκειται για αντικειμενική τάση που πηγάζει από την ίδια την εξέλιξη της επιστήμης σε συνδυασμό με τις κοινωνικές ανάγκες; Ποια πρέπει να είναι η τοποθέτησή μας σε αυτό το θέμα που συχνά ανακύπτει στην καθημερινή πανεπιστημιακή ζωή, με αφορμή την εισβολή προγραμμάτων σπουδών τύπου ΠΣΕ, του Ανοιχτού Πανεπιστημίου και τη συγκρότηση νέων μεταπτυχιακών προγραμμάτων ειδίκευσης; Πώς μπορούν να αναιρεθούν οι επιπτώσεις πάνω στην εξέλιξη της επιστήμης από τον περιορισμό των επιστημονικών αντικειμένων και της έρευνας;

Επειδή η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν είναι απλή, είναι σκόπιμο να προηγηθεί μια μικρή θεωρητική αναφορά στις τάσεις εξέλιξης της επιστήμης.

* Η ενότητα και η διαφοροποίηση της επιστήμης.

Ο περιορισμός του αντικειμένου της έρευνας αποτελεί χαρακτηριστική τάση ανάπτυξης των επιστημών, που διαρκώς διαιρούν το αντικείμενο της έρευνάς τους σαν συνέπεια αλλά και σαν συνειδητή προϋπόθεση νέων ανακαλύψεων και επιστημονικών επιτευγμάτων. Η επιστημονική πρόοδος και η ιστορία της επιστημονικής γνώσης χαρακτηρίζεται από μια ατέλειωτη διαδικασία εμφάνισης και ανάπτυξης εκατοντάδων ειδικών επιστημονικών κλάδων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το παράδειγμα της ανάπτυξης βιολογίας. Η μελέτη της μικροσκοπικής δομής των φυτών οδήγησε στο διαχωρισμό της φυσιολογίας των φυτών. Στη συνέχεια εμφανίστηκε η θεωρία της εξέλιξης των ειδών (Δαρβίνος), και έπειτα η γενετική. Η εφαρμογή χημικών και φυσικών μεθόδων στην έρευνα των βιολογικών διαδικασιών έθεσε τις βάσεις της βιολογικής χημείας, της βιολογικής φυσικής, της μοριακής βιολογίας κλπ. Από τη θεωρητική φυσική, κλάδο της φυσικής, προήλθε η εφαρμοσμένη θεωρητική φυσική της οποίας ξεχωριστός κλάδος είναι, π.χ., η φυσική των μετάλλων. Η παραπέρα εφαρμογή των αποτελεσμάτων της φυσικής των μετάλλων οδήγησε στη μεταλλειολογία κ.ο.κ. Γενικότερα τα εφαρμοσμένα μαθηματικά και η εφαρμοσμένη φυσική αποτελούν τη θεωρητική βάση για την εμφάνιση των σημερινών επιστημών των μηχανικών, για τη μετεξέλιξη των αρχιτεχνιτών και πρωτομαστόρων σε επιστήμονες μηχανικούς.

Ωστόσο, «μέρος και όλο, είναι δύο κατηγορίες που δεν ικανοποιούν την οργανική φύση. Μέρη υπάρχουν μόνο στα πτώματα». Με τη φράση του αυτή ο Ενγκελς θέλει να υποδηλώσει ότι όσο εξετάζουμε τα πράγματα στατικά, το ένα χωριστά από το άλλο, δεν μπορούμε να συλλάβουμε την ουσία τους, γιατί η φυσική (και κοινωνική) πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα σύστημα αλληλεξαρτήσεων και διεργασιών. Η αμοιβαία αυτή αλληλεπίδραση είναι ακριβώς η κίνηση, ο τρόπος ύπαρξης της ύλης. Η μελέτη των φυσικών φαινομένων στην κίνηση και τις αμοιβαίες σχέσεις τους, η διαλεκτική, είναι το κύριο χαρακτηριστικό της σύγχρονης εξελιγμένης επιστήμης, που έχει ξεπεράσει πια το στατικό, μηχανιστικό της στάδιο. Ο διαφορικός λογισμός π.χ. επέτρεψε στις φυσικές επιστήμες να απεικονίζουν μαθηματικά διαδικασίες, και όχι μόνο καταστάσεις. Η σχετικότητα είναι η θεωρία που εξετάζει τις ιδιότητες των σωμάτων και των φυσικών πεδίων στην κατάσταση κίνησής τους στο χώρο και στο χρόνο.

Ετσι δίπλα στην κατάτμηση και την περιχαράκωση των επιστημών υπάρχει και η αντίστροφη διαδικασία. Το πλησίασμα των επιστημών, η αλληλεξάρτηση και ενοποίησή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ηλεκτρομαγνητικές εξισώσεις του Μάξγουελ που αποκάλυψαν την ενότητα του ηλεκτρισμού, του μαγνητισμού, του φωτός και της θερμικής ακτινοβολίας. Η τάση ενοποίησης των επιστημών ενισχύεται βεβαίως και από τις ανάγκες της παραγωγής. Οι σύγχρονες τεχνολογικές επιστήμες είναι προνομιακό πεδίο συνάντησης περισσότερων επιστημών και κλάδων της τεχνικής. Η αποκρυπτογράφηση π.χ. του ανθρώπινου γονιδιώματος, έγινε χάρη στη συνένωση της σύγχρονης γνώσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών με την υπάρχουσα γνώση στη γενετική.

Ολόκληρη η ιστορία των επιστημών διαπερνάται από ένα διαλεκτικό συνδυασμό διαδικασιών διαφοροποίησης και ενοποίησης. Η τάση της ενοποίησης είναι ωστόσο το δυναμικό στοιχείο σε αυτό το διαλεκτικό ζεύγος. Η ενότητα της γνώσης βασίζεται στην ενότητα του κόσμου, που συνίσταται στην υλικότητά του. Ετσι όσο η επιστήμη προοδεύει, βαθαίνει, προσεγγίζει πιστότερα την πραγματικότητα, τόσο περισσότερο η τάση ενοποίησης θα δυναμώνει. Η επιστήμη εξελίσσεται όλο και πιο διαλεκτικά, γιατί η ίδια η φυσική και κοινωνική πραγματικότητα είναι διαλεκτική.

Το μέλλον της επιστήμης - όσο μας επιτρέπει η σημερινή γνώση μας να το φανταστούμε σε μια κοινωνία που θα έχει ξεπεράσει τους καταναγκασμούς του σημερινού επίπεδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων - βρίσκεται στην υπερνίκηση των ορίων μεταξύ των ξεχωριστών κλάδων. Σε μια ενοποιημένη επιστήμη, προσανατολισμένη στον άνθρωπο με όλες τις πλούσιες εκδηλώσεις των καθολικά αναπτυγμένων δημιουργικών ικανοτήτων του.

Στα πλαίσια αυτής της γενικής τάσης, κάθε επιστήμη πραγματοποιεί μια θεωρητική σύνθεση που συχνά βγαίνει από τα όρια των προβλημάτων που συγκροτούν το αντικείμενό της. Η σύγχρονη επιστήμη διακρίνεται από την τάση μιας πιο σφαιρικής και πολύπλευρης εξέτασης του ειδικού αντικειμένου της, περάσματος από τον προσανατολισμό σύμφωνα με το αντικείμενο μελέτης, στον προσανατολισμό σύμφωνα με το πρόβλημα μελέτης. Η μελέτη π.χ. του προβλήματος της προστασίας του περιβάλλοντος απαιτεί συνεργασία διαφορετικών επιστημονικών κλάδων, είναι σημείο επαφής των τεχνικών επιστημών με τη χημεία, τη βιολογία, τις γεωλογικές επιστήμες, την ιατρική, την οικονομία κλπ.

Ο ερευνητής χρειάζεται λοιπόν να εξετάζει το αντικείμενο της ειδικής έρευνας, παίρνοντας τη σύνδεσή του με το όλο, σαν σύνδεση του ερευνούμενου αντικειμένου με τα αντικείμενα έρευνας των άλλων επιστημών. Αλλωστε, συχνά η μία επιστήμη μπορεί να επιδράσει καθοριστικά στην ανάπτυξη μιας άλλης. Αυτό γίνεται κυρίως με την εισαγωγή στη μια περιοχή της γνώσης ιδεών που προέρχονται από άλλες, άλλοτε άμεσα και άλλοτε αναλογικά, μέσα από μια παράλληλη μετατόπιση βασικών νομοτελειών.

* Η ανάγκη μιας επιστημονικής κοσμοθεωρίας

Στην εποχή μας βέβαια, με την τεράστια σε σχέση με τους προηγούμενους αιώνες αύξηση της γνώσης και τον πολλαπλασιασμό των επιστημονικών κλάδων, η κατάχτηση μιας γενικής εικόνας των επιστημονικών επιτευγμάτων είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Κανείς δεν μπορεί να είναι ειδικός σε όλους τους τομείς της γνώσης. Ετσι όσο περνά ο καιρός γίνεται ακόμη πιο αναγκαία η κατανόηση του γενικότερου επιπέδου των επιστημονικών επιτευγμάτων της εποχής, η συνείδηση των ιστορικών οριζόντων και των μεθοδολογικών προϋποθέσεων της επιστημονικής γνώσης, στο επίπεδο που έχει φτάσει. Και η κατανόηση αυτή, προϋποθέτει την απόκτηση επιστημονικής φιλοσοφικής κοσμοαντίληψης. Της αντίληψης ότι η σπουδή και η προώθηση της επιστήμης είναι αναπόσπαστα ενωμένη με τη γενική θεώρηση της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Ο επιστήμονας που δε διαθέτει επιστημονική κοσμοθεωρία καταδικάζεται να είναι ένας απλός δεξιοτέχνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αϊνστάιν είχε πει ότι πολύ πιο γρήγορα θα μπορούσε να είχε προσεγγίσει τη θεωρία της σχετικότητας, αν είχε επίγνωση των καθολικών νομοτελειών που διέπουν την κίνηση της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Δεν είναι τυχαίο ότι, εκτός από τον Αϊνστάιν, πολλοί άλλοι εξέχοντες εκπρόσωποι της επιστήμης, έδωσαν μεγάλη προσοχή στη μελέτη και την επεξεργασία φιλοσοφικών προβλημάτων.

Δυστυχώς στις μέρες μας, ελάχιστα αναπτύσσεται η επιστημονική φιλοσοφική θεώρηση των επιτευγμάτων της επιστήμης. Ομως μια πραγματικά επιστημονική κοσμοθεωρία δεν παραμένει στάσιμη. Οφείλει διαρκώς να ανανεώνεται μέσα από την προβληματική των ειδικών επιστημών. Χωρίς την ανάλυση, την ερμηνεία και τη γενίκευση των επιτευγμάτων τους, δεν μπορεί να προοδεύει και να εκπληρώνει το ρόλο της βοηθώντας τους εκπροσώπους των ειδικών επιστημών. Αυτός είναι ένας ανασταλτικός παράγοντας τόσο για την εξέλιξη όσο και για τους προσανατολισμούς της επιστήμης, που μπορεί να ξεπεραστεί με την ανάπτυξη της διαλεκτικής, υλιστικής αντίληψης του κόσμου, μέσα στα Πανεπιστήμια και όχι μόνο έξω από αυτά. Της αντίληψης που μπορεί με τη σειρά της να ασκήσει ευεργετική επίδραση σε όλο το πρόγραμμα των Πανεπιστημιακών σπουδών, σαν προϋπόθεση για να ξεπεραστεί η στειρότητα που συνοδεύει την περιχαράκωση του κάθε επιστημονικού αντικειμένου.

* Οι «διατμηματικές» σπουδές και η διακλαδική έρευνα

Μετά απ' όλα αυτά, κάθε άλλο παρά δογματισμός και αναχρονισμός μπορεί να θεωρηθεί η αντίθεση στις «διατμηματικές» σπουδές που προωθεί με ζέση η σημερινή «αγοραία» αντίληψη μιας «Ανώτατης» Εκπαίδευσης - λάστιχο με σκοπό το ταίριασμά της με τις ανθρωποβόρες «νέες» εργασιακές σχέσεις. Εδώ δεν πρόκειται για την ενοποίηση της γνώσης, αλλά για το διαμελισμό της επιστήμης και την κακότεχνη συγκόλληση σκόρπιων, νεκρών, κομματιών της. Γιατί η ενοποίηση της επιστήμης προχωρά μέσα από την παραγωγή της, με τη διακλαδική επιστημονική έρευνα, και τα επιστημονικά αντικείμενα που θα γεννηθούν κυρίως από αυτή, μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο προπτυχιακών σπουδών ανώτατης στάθμης. Ελάχιστα όμως, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού, νέα τμήματα αυτού του επιπέδου βλέπουμε να ιδρύονται σήμερα, μέσα σ' αυτόν τον ξέφρενο ρυθμό εκτατικής «ανάπτυξης» της «Ανώτατης» Εκπαίδευσης (Το 1995 οι εισακτέοι σε ΑΕΙ-ΤΕΙ ήταν 42.754 ενώ το 2000 έφτασαν στις 85.531, αυξήθηκαν δηλαδή κατά 100% μέσα στην τελευταία εξαετία). Αντίθετα ξεφυτρώνουν δεκάδες νέα τμήματα που καμία θέση δεν έχουν στην Ανώτατη Εκπαίδευση, όπως τα τμήματα των πρώην ΠΣΕ.

Στα πλαίσια αυτά, για όσες νέες ειδικότητες θα απαιτηθεί διατμηματική συγκρότηση προπτυχιακών σπουδών, είναι απαραίτητο αυτή να στηρίζεται σε ένα βασικό τμήμα, το οποίο θα αποτελεί τον κορμό και θα έχει την κύρια ευθύνη για όλο το πρόγραμμα σπουδών.

Συμπερασματικά, η διατμηματική συνεργασία είναι αναγκαία στο επίπεδο των μεταπτυχιακών σπουδών που οδηγούν στο διδακτορικό δίπλωμα, καθώς και στο επίπεδο διακλαδικών ερευνητικών προγραμμάτων. Η «διατμηματική» σύνθεση στο επίπεδο των προπτυχιακών σπουδών, με τον τρόπο που προωθείται σήμερα, οδηγεί σε αποσύνθεση της γνώσης και αποτελεί στοιχείο υποβιβασμού των σπουδών σε μια απλή πρακτικίστικη κατάρτιση.

Αυτή η διαπίστωση δεν απαλλάσσει ωστόσο την Ανώτατη Εκπαίδευση από την υποχρέωσή της να βοηθήσει τους φοιτητές, από το προπτυχιακό κιόλας στάδιο, να κατανοήσουν, μέσα από τη διδασκαλία κάθε μαθήματος του προγράμματος των σπουδών, την αλληλοσύνδεση των γνώσεων, να αναγνωρίσουν, μέσα από όλη τη διαδικασία της σπουδής της κάθε επιστήμης, τους γενικούς νόμους της φυσικής και κοινωνικής εξέλιξης και του ρόλου του ανθρώπου μέσα σ' αυτήν, να συνειδητοποιήσουν με λίγα λόγια το περιεχόμενο του ειδικού αντικειμένου τους σαν κομμάτι του όλου. Η μετάδοση της ικανότητας στους φοιτητές να σκέφτονται επιστημονικά, σημαίνει να μάθουν να σκέφτονται διαλεκτικά.

Και θα βοηθούσε ιδιαίτερα τους φοιτητές να αποκτήσουν αντίληψη για την ιστορία και τις μεθόδους έρευνας της επιστήμης τους, καθώς και να κατανοήσουν τη θέση της μέσα στο σύστημα της ανθρώπινης γνώσης και γενικότερα της υλικής και πνευματικής ζωής της κοινωνίας, η εισαγωγή ενός μαθήματος επιστημολογίας, κάπου στο μέσον του προγράμματος των σπουδών, όταν ο κάθε φοιτητής θα έχει αποκτήσει μια σαφέστερη αντίληψη του αντικειμένου που μελετά.

* Η συλλογική οργάνωση της δραστηριότητας των Πανεπιστημίων

Ενας δεύτερος, όχι όμως δευτερεύων, παράγοντας για να πέσουν τα στεγανά και ο κατακερματισμός της επιστήμης, είναι μια νέα οργάνωση και διοίκηση των Πανεπιστημίων, η οποία να επιτρέπει στην πανεπιστημιακή κοινότητα να δουλεύει συλλογικά και συντονισμένα. Στις μέρες μας μάλιστα, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της σύγχρονης τεχνολογίας δημιουργεί όρους ώστε ο συντονισμός αυτός να είναι ακόμη πιο αποτελεσματικός. Προϋποθέτει όμως η επιστήμη να είναι «ελεύθερη», χωρίς φράγματα ασφαλείας. Οι πανεπιστημιακοί να δουλέψουν ελεύθεροι από την οικονομική και ιδεολογική καταπίεση της «επιστήμης -επιχείρησης», δεσμευμένοι μόνο από τη συνείδηση της κοινωνικής τους αποστολής. Τα Πανεπιστήμια να συνεργαστούν για να υπηρετήσουν πραγματικούς κοινωνικούς σκοπούς και όχι να «ανταγωνίζονται» για το ποιος θα εξυπηρετήσει πιστότερα το μεγάλο κεφάλαιο, ώστε να πάρει τα λίγα ψίχουλα του κρατικού προϋπολογισμού. Με λίγα λόγια, ο συλλογικός χαρακτήρας της επιστήμης απαιτεί κοινωνικό πρόγραμμα και συνεργασία.

Και οπωσδήποτε η ανάπτυξη της επιστήμης δεν μπορεί να υπηρετηθεί σε «μικρά και ευέλικτα» υποτιθέμενα Πανεπιστήμια. Τα Πανεπιστήμια οφείλουν να είναι μεγάλες μονάδες παραγωγής και μετάδοσης της γνώσης, που θα συνενώνουν και θα αναπτύσσουν ένα ευρύ κύκλο συναφών επιστημονικών κλάδων, στη βάση των τριών μεγάλων ομάδων στις οποίες διαρθρώνεται, γενικά (χωρίς απολυτοποιήσεις και στεγανά ανάμεσά τους) η επιστήμη: των φυσικών, κοινωνικών και τεχνικών επιστημών. Η ανάπτυξη των ΑΕΙ πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συσσώρευση γνώσης και η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού, συνολικά και κατά επιστήμη, διαφοροποιημένου και ειδικευμένου προσωπικού. Δεν μπορούν δηλαδή να στήνονται πρόχειρα, με τρία τέσσερα τμήματα και αυτά διασπαρμένα σε κάθε κωμόπολη και νησί, χωρίς στοιχειώδη υποδομή και προϋποθέσεις, ούτε μιας κάποιας επιστημονικής στελέχωσης και με τους φοιτητές απόντες. Ούτε τα μεγαλύτερα Πανεπιστήμιά μας μπορούν να παρέχουν «υψηλού επιπέδου Ανώτατη Εκπαίδευση» σε διπλάσιους απ' ό,τι μέχρι σήμερα φοιτητές, με την ίδια υποδομή και λιγότερη χρηματοδότηση. Και βεβαίως, δεν μπορεί να λογαριάζονται για Πανεπιστήμια τα «παραρτήματα» αλυσίδας ξένων καταστημάτων, όπως τα θέλει το «σύγχρονο» μοντέλο της φαστ-φουντ εκπαίδευσης, ή τα Δημοτικά «πανεπιστήμια», με προϋποθέσεις ένα μαυροπίνακα και μερικές σειρές θρανίων. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να αναπτύσσεται η επιστήμη μέσα από τις στρεβλές συγκολλήσεις της αγοράς, που θέλει π.χ. την παιδαγωγική της τεχνικής εκπαίδευσης ενταγμένη σε Οικονομικά Πανεπιστήμια.

Γ4. Η διαδοχικότητα της γνώσης. Συνεχής επιμόρφωση και ανοιχτό Πανεπιστήμιο

* Η θεωρία της έκρηξης της επιστημονικής γνώσης

Η επίθεση υποβιβασμού και συρρίκνωσης της μεγάλης πλειοψηφίας των Πανεπιστημιακών σπουδών στο επίπεδο σύντομων και τυποποιημένων γνώσεων, μιας «κατάρτισης», που χρειάζεται «διά βίου» να επαναλαμβάνεται (επειδή το περιεχόμενό της ξεπερνιέται), επενδύεται ιδεολογικά με τη θεωρία της έκρηξης της επιστημονικής γνώσης. Σύμφωνα με αυτήν, οι γνώσεις ανανεώνονται τόσο γρήγορα, που είναι αδύνατον να τις κατακτήσουμε. Ωσπου να ολοκληρώσει κανείς τις σπουδές του, θα έχουν απαξιωθεί. Επομένως, οι μακρόχρονες σπουδές είναι μάταιες. Η μόνη λύση που μας απομένει, είναι να τρέχουμε πίσω από κάθε εξέλιξη της γνώσης και προπαντός της τεχνολογίας, κυνηγώντας, ισόβια, σύντομες «καταρτίσεις». Στη βάση αυτή έχουν πραγματοποιηθεί μάλιστα και ατεκμηρίωτοι υπολογισμοί για τη διάρκεια ζωής των γνώσεων στα διάφορα επιστημονικά αντικείμενα, από 5 έως 8 το πολύ χρόνια.

Κανείς βεβαίως δεν μπορεί να αρνηθεί τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας στην εποχή μας. Ομως προϋπόθεση για να μπορέσει κάθε άνθρωπος - πολύ περισσότερο ο επιστήμονας - να συμμετέχει ενεργά στην εξέλιξη της τεχνολογίας, αντί να προσαρμόζεται παθητικά σε αυτήν, είναι να αποκτήσει ισχυρές βάσεις από τις αρχικές του σπουδές. Ιδιαίτερα βάσεις στα πιο ανθεκτικά στο χρόνο στοιχεία της γνώσης, που είναι οι θεμελιώδεις νόμοι της κάθε επιστήμης στη σύνδεσή τους με τους καθολικούς νόμους εξέλιξης της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης.

Οπως έχει προαναφερθεί, η γνώση είναι μια σύνθετη ανοδική πορεία αντανάκλασης της πραγματικότητας στην ανθρώπινη συνείδηση, που η αντικειμενικότητά της υποβάλλεται σε έλεγχο με το πείραμα και την εφαρμογή της στην κοινωνική ζωή. Μέσα σε αυτή την εξελικτική πορεία οι παλιότερες - επιβεβαιωμένες από την πράξη - γνώσεις μας, μπορεί να αποδειχθούν λειψές, μερικές, περιορισμένες, ποτέ όμως δεν απαξιώνονται, ούτε παρακμάζουν. Η ιστορία των επιστημών έχει διαλεκτική συνέχεια και διαδοχικότητα, δε σημαδεύεται από απόλυτους διαχωρισμούς. Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία τροφοδοτείται από τις αντιθέσεις που προκύπτουν στις διάφορες επιστημονικές περιοχές και που η υπέρβασή τους οδηγεί σε μια νέα κατάσταση, σε μια ποιοτική αλλαγή. Ακόμη και αυτή η ποιοτική αλλαγή ωστόσο μέσα στην επιστήμη, περιέχει στοιχεία που ανήκουν στο προηγούμενο στάδιο. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα στη σύγχρονη επιστήμη όπου το προηγούμενο στάδιο ανάπτυξής της εμπεριέχεται στο νέο, γιατί οι νέες θεωρίες οφείλουν να εξηγήσουν όχι μόνο τα νέα προβλήματα που ανακύπτουν, αλλά και το σύνολο των παλιών που περιγράφονται με επιτυχία σε παλιότερες θεωρήσεις. (Η μοντέρνα φυσική δεν κατάργησε π.χ. την κλασική, παρά την ποιοτική διαφορά τους. Τα μεγέθη και οι νόμοι της νεότερης φυσικής ταυτίζονται με της κλασικής, στην περίπτωση που αναφερόμαστε σε ταχύτητες πολύ μικρές σε σχέση με την ταχύτητα του φωτός). Και βεβαίως, αυτές οι επαναστατικές αλλαγές στην επιστήμη και στο επιστημονικό αντικείμενο δε συντελούνται καθημερινά.

Η επιστημονική γνώση σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι προϊόν που φθείρεται, ούτε χάνει λόγω χρήσης την αξία της. Αυτή που απαξιώνεται και παρακμάζει είναι η ευάλωτη και στην παραμικρή τεχνολογική μεταβολή, μερική, πρακτικίστικη και τυποποιημένη «κατάρτιση».

Επομένως η βαθιά γνώση των νόμων που διέπουν το αντικείμενο που εξετάζει κάθε επιστήμη και των αλληλοσυνδέσεών της με το γενικότερο σύστημα της ανθρώπινης γνώσης και πρακτικής, αποτελεί μια στέρεη βάση για να μπορεί ο επιστήμονας να κατανοεί και να αφομοιώνει τις εξελίξεις που συντελούνται στον τομέα του, ακόμη και να αλλάξει ειδικότητα, χωρίς να χρειάζεται να ξεκινά κάθε φορά από την αρχή.

* Η συνεχής επιμόρφωση

Αυτό δεν απαλλάσσει βεβαίως την κοινωνία και τα Πανεπιστήμια από την ευθύνη να στηρίζουν αυτή την προσπάθεια των αποφοίτων τους, με την οργάνωση ενός συστήματος δημόσιας και δωρεάν συνεχούς επιμόρφωσης, με επικαιροποιημένα προγράμματα διδασκαλίας των σημαντικότερων εξελίξεων σε κάθε τομέα, στα οποία θα πρέπει να ανανεώνεται σε τακτά διαστήματα και για διάρκεια ενός έτους, η γνώση του συνόλου του επιστημονικού μας δυναμικού. Οσο για την αλλαγή ειδίκευσης, αυτή θα πρέπει να μπορεί να αποκτηθεί μέσα στα ίδια τα προπτυχιακά τμήματα, σε οποιαδήποτε φάση της επαγγελματικής ζωής (με την αναγκαία εκπαιδευτική άδεια) και όχι μέσα από μεταπτυχιακά τμήματα «ειδίκευσης» σε βάρος των προπτυχιακών σπουδών, όπως επιχειρεί το σημερινό σύστημα της Ανώτατης Εκπαίδευσης να το αντιμετωπίσει.

Η σημερινή καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, που επιβάλλει «ελαστικές», χωρίς καμία κατοχύρωση, εργασιακές σχέσεις και μια εξαντλητική και χωρίς ωράριο δουλιά για την πλειοψηφία των νέων επιστημόνων, δεν επιτρέπει ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος της συνεχούς επιμόρφωσης. Φορτώνεται και αυτό το καθήκον στις πλάτες των ίδιων των αποφοίτων, οι οποίοι εξαναγκάζονται σε βάρος της ανάπαυσης και του ελεύθερου χρόνου τους και με υψηλό αντίτιμο, να αναπληρώνουν τις γνώσεις τους παρακολουθώντας αποσπασματικά σεμινάρια και καταρτίσεις, συχνά πολύ χαμηλού επιπέδου, στα ΚΕΚ των Πανεπιστημίων, των επαγγελματικών οργανώσεων ή ιδιωτικών φορέων. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι αυτός ο τύπος της «διά βίου κατάρτισης» θα γενικευτεί και θα πάρει υποχρεωτικό χαρακτήρα, σαν ένας μάλιστα νέος τομέας κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Στα πλαίσιά του θα ενταχθούν και τα Ινστιτούτα διά βίου κατάρτισης που προβλέπεται να ιδρυθούν μέσα στα Πανεπιστήμια, με τις φτηνές προδιαγραφές των ΠΣΕ, που έρχονται να αντικαταστήσουν.

* Το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

Μια Ανώτατη Εκπαίδευση στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών, δεν μπορεί να αποκλείει, όπως γίνεται σήμερα, οποιονδήποτε από τους εργαζόμενους θελήσει, παράλληλα με την εργασία του, να γευτεί τους καρπούς της. Και τους αποκλείει, όχι μόνο γιατί με τις σημερινές εργασιακές συνθήκες είναι αδύνατον κάποιος να σπουδάζει δουλεύοντας, αλλά και γιατί και αυτό το «Ανοιχτό Πανεπιστήμιο» που προβάλλεται δημαγωγικά σαν σπουδαίο κατόρθωμα της κυβέρνησης, ούτε ανοιχτό είναι, ούτε Πανεπιστήμιο. Και δεν είναι ανοιχτό γιατί απαιτεί δίδακτρα και γιατί στα περιορισμένα προγράμματά του, ελάχιστες ειδικότητες μπορεί να καλύψει. Και δεν είναι Πανεπιστήμιο γιατί το πρόγραμμά του είναι κύκλοι σεμιναριακών καταρτίσεων σε τομείς χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις (π.χ. ξένες γλώσσες, σπουδές στις φυσικές επιστήμες, φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, εισαγωγή στον ελληνικό πολιτισμό, εξ αποστάσεως εκπαίδευση κλπ.), με ελάχιστο επιστημονικό προσωπικό και πλήρως αποκομμένο από την πανεπιστημιακή λειτουργία και ζωή.

Η λειτουργία Ανοιχτού Πανεπιστημίου είναι μια υπόθεση που πρέπει να ανατεθεί στα ίδια τα Πανεπιστήμια, τα οποία θα αναλάβουν να οργανώσουν και να προσαρμόσουν τα προγράμματα όλων σχεδόν των επιστημονικών αντικειμένων που διδάσκονται σε αυτά, ακόμη και αυτών που απαιτούν εργαστηριακά μαθήματα, στις ανάγκες των εργαζομένων φοιτητών τους. Οι φοιτητές θα μπορούν βεβαίως να παρακολουθούν το μεγαλύτερο μέρος των μαθημάτων μέσα από το διαδίκτυο ή με αλληλογραφία, θα είναι όμως σε θέση να διδαχθούν τα εργαστηριακά μαθήματα μέσα στο ίδιο το Πανεπιστήμιο, και θα έχουν ταυτόχρονα το δικαίωμα της συμμετοχής σε κάθε λειτουργία και πλευρά της ζωής του.

Γ5. Η επιστήμη δημιούργημα και κτήμα ολόκληρης της ανθρωπότητας

* Ο κοινωνικός χαρακτήρας της επιστήμης

Το χαρακτηριστικό της επιστήμης είναι η αξιοποίηση της συσσωρευμένης εμπειρίας και γνώσης, μέσα από μια διαδρομή κάποιων αιώνων, η σωρευτική δηλαδή φύση της. Η εργασία του κάθε μεμονωμένου επιστήμονα δε θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρά αποτελέσματα, αν δεν είχε στη διάθεσή του ένα τεράστιο απόθεμα προηγούμενης γνώσης και πείρας, αρκετό για να ξεκινήσει από μια προωθημένη αφετηρία. Ετσι «η επιστήμη σε οποιαδήποτε στιγμή είναι το γενικό αποτέλεσμα του συνόλου της προηγούμενης επιστήμης»8. Ενα εξελισσόμενο σύστημα γνώσεων, οικοδομημένων από σειρά σκέψεων και ιδεών, από την πείρα και την εργασία χιλιάδων επιστημόνων και στοχαστών σε όλη την ιστορία της ανάπτυξής της. Επίτευγμα όχι μόνο των ερευνητών αλλά και όλων εκείνων των ανθρώπων που χάρη στη δουλιά τους μπόρεσαν οι επιστήμονες να αποκτήσουν τα μέσα και τη δυνατότητα να την αναπτύξουν. Οσο μάλιστα περνά ο καιρός τόσο περισσότερο κοινωνικοποιείται η επιστήμη, η ανάπτυξή της γίνεται υπόθεση όλο και μεγαλύτερου καταμερισμού της επιστημονικής εργασίας.

* Η Δημόσια και Δωρεάν Ανώτατη Εκπαίδευση προϋπόθεση του ενιαίου χαρακτήρα της

Ο κοινωνικός χαρακτήρας της επιστήμης και κατά προέκταση των ΑΕΙ, έρχεται σε αντίθεση με την ατομική ιδιοποίηση της επιστήμης, την υπαγωγή των Πανεπιστημίων και της έρευνας στα μονοπωλιακά συμφέροντα. Ερχεται σε αντίθεση με τη συνεχή μείωση της κρατικής χρηματοδότησης και τη μεταβίβαση του κόστους αναπαραγωγής της επιστημονικής εργατικής δύναμης στους ίδιους τους φοιτητές. Ερχεται σε αντίθεση με την ύπαρξη ιδιωτικών «πανεπιστημίων», είτε με τη μορφή παραρτημάτων των Πανεπιστημίων των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων είτε με την «καθαρή» μορφή των ιδιωτικών κερδοσκοπικών επιχειρήσεων.

Η κυβέρνηση, αντί να αξιοποιήσει τα λεφτά του φορολογούμενου ελληνικού λαού για την ανάπτυξη της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης σύμφωνα με τις ανάγκες του, επιδοτεί τα μονοπώλια τα οποία στη συνέχεια καλούνται να χρηματοδοτήσουν τα ΑΕΙ με κριτήριο την ικανοποίηση των συμφερόντων τους.

Η εξασφάλιση γενναίας χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό για την κάλυψη του συνόλου των αναγκών και των δραστηριοτήτων των ΑΕΙ είναι αποφασιστικής σημασίας όρος για να απαλλαγούν από τον εναγκαλισμό με τα μονοπωλιακά συμφέροντα. Ορος για να εξασφαλιστεί υψηλού επιπέδου πανεπιστημιακή μόρφωση για όλους τους φοιτητές και όχι μόνο για κείνους που μπορούν να την πληρώνουν. Για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ισοτιμίας όλων των ΑΕΙ, και να καταργηθούν η διαφοροποίηση και οι «ανταγωνιστικές» μεταξύ τους σχέσεις.

Δημόσιος και Δωρεάν χαρακτήρας των Πανεπιστημίων σημαίνει Πανεπιστήμια χωρίς δίδακτρα σε οποιοδήποτε επίπεδο, με δωρεάν συγγράμματα, σίτιση και στέγαση για όλους τους φοιτητές, υποτροφίες για όλους τους μεταπτυχιακούς φοιτητές. Σημαίνει ακόμη ανάπτυξη της υποδομής τους με εξασφάλιση σύγχρονου κτιριακού και εργαστηριακού εξοπλισμού, βιβλιοθηκών και πρόσληψη του αναγκαίου επιστημονικού, διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, που σήμερα γίνεται επιτακτική προϋπόθεση διατήρησης του ανώτατου επιπέδου των ΑΕΙ μετά την απότομη μαζικοποίησή τους. Κατοχύρωση της αποκλειστικής απασχόλησης του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ΑΕΙ, σε συνδυασμό με την κάλυψη των σύγχρονων αναγκών τους με τη μισθοδοσία. Σημαίνει επέκταση των λειτουργιών και του ρόλου των Πανεπιστημίων ώστε να καλύψουν μια σειρά νέες ανάγκες, όπως τη συνεχή επιμόρφωση των αποφοίτων τους, το Ανοιχτό για τους εργαζόμενους Πανεπιστήμιο, τη διοργάνωση πολύμορφων πολιτιστικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων κλπ.

Τα κοινοτικά κονδύλια (ΕΠΕΑΕΚ) δεν μπορεί να αποτελούν τη βασική πηγή χρηματοδότησης της όποιας ανάπτυξης των δραστηριοτήτων τους, διότι θέτουν δεσμευτικούς όρους ως προς τους σκοπούς και τους προσανατολισμούς της αξιοποίησής τους. Μέσω της χρηματοδότησης από τα προγράμματα της ΕΕ προωθείται η πολιτική της υποβάθμισης των Ελληνικών Πανεπιστημίων και της αντιδραστικής αναδιάρθρωσής τους. Τα κονδύλια του ΕΠΕΑΕΚ απαιτείται να ενταχθούν στον κρατικό προϋπολογισμό και να διανεμηθούν στα ΑΕΙ προκειμένου να τα αξιοποιήσουν σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Ταυτόχρονα απαιτείται αύξηση των κρατικών δαπανών για την έρευνα. Ο ανεξέλεγκτος ειδικός λογαριασμός των ερευνητικών προγραμμάτων πρέπει να ενσωματωθεί σε ένα εκσυγχρονισμένο σύστημα δημόσιου λογιστικού.

Ο Ενιαίος Δημόσιος και Δωρεάν χαρακτήρας των Πανεπιστημίων δεν μπορεί να διασφαλιστεί, όταν δίπλα στα δημόσια ΑΕΙ, υπάρχουν ιδιωτικά. Απαιτείται η απαγόρευση των ιδιωτικών «πανεπιστημίων» και κάθε μορφής ιδιωτικοποίησης των κρατικών.

Ο κοινωνικός προσανατολισμός των ΑΕΙ και της έρευνας συνδέεται άμεσα με την ανάγκη ριζικών αλλαγών στην ελληνική κοινωνία, για κοινωνική διαχείριση των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, έτσι ώστε η σύνδεση των Πανεπιστημίων και της πανεπιστημιακής έρευνας με την παραγωγή, να μπει στη σωστή της βάση. Την υποστήριξη της σχεδιασμένης οικονομικής ανάπτυξης σε όφελος του λαού, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και πριν απ' όλα την ανάπτυξη του ανθρώπου και της επιστήμης που τον υπηρετεί.

* Ο δημοκρατικός έλεγχος των ΑΕΙ

Η πραγματική εξουσία έχει περιέλθει σήμερα στα περισσότερα Πανεπιστήμια, στους ενδοπανεπιστημιακούς εκπροσώπους των μονοπωλίων και της κυβέρνησης. Σε μια μειοψηφία του ΔΕΠ, διασυνδεδεμένη με επιχειρηματικά και κυβερνητικά κυκλώματα, που διαχειρίζεται εργολαβικά τα ευρωπαϊκά προγράμματα και το μεγάλο όγκο της ερευνητικής δραστηριότητας. Αυτή η μειοψηφία επεκτείνει σταδιακά τον έλεγχό της και στους φοιτητές, προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς.

Η μεγάλη πλειοψηφία του ΔΕΠ αντιμετωπίζει το εκβιαστικό δίλημμα της υποταγής ή της περιθωριοποίησης. Η απεξάρτηση των Πανεπιστημίων από τον μονοπωλιακό έλεγχο, είναι βασικός όρος για τη δημοκρατική λειτουργία των ΑΕΙ και τη διασφάλιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων του επιστημονικού προσωπικού, των φοιτητών, των εργαζόμενων.

Τα ΑΕΙ σε συνεργασία με την κοινωνία και όχι με τα αντιλαϊκά ιδιωτικά συμφέροντα πρέπει να καθορίζουν το περιεχόμενο και τους στόχους της δράσης τους. Στα πλαίσια αυτά απαιτείται ο δημοκρατικός έλεγχος των ΑΕΙ, της λειτουργίας τους και των δραστηριοτήτων τους, απ' όλη την πανεπιστημιακή κοινότητα και το λαό, μέσα από εκλεγμένους εκπροσώπους από τους διάφορους τομείς της κοινωνικής ζωής. Αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ δε σημαίνει απαλλαγή των ΑΕΙ από την κοινωνική υπευθυνότητα, αλλά απελευθέρωση από τα κυρίαρχα μονοπωλιακά συμφέροντα.

Δημοκρατία στα ΑΕΙ σημαίνει ακόμη, ουσιαστικοποίηση της λειτουργίας και του ρόλου των συλλογικών οργάνων, που σήμερα γίνεται εντελώς τυπικός, νομιμοποιητικός της ανεξέλεγκτης δράσης των διάφορων στεγανών δομών. Οι επιτροπές ερευνών π.χ. διαχειρίζονται πολλαπλάσια κονδύλια από αυτά του κρατικού προϋπολογισμού των οποίων η κατανομή είναι εντελώς ανεξέλεγκτη. Η δημοκρατία στα ΑΕΙ προϋποθέτει ισότητα δικαιωμάτων και διεύρυνση της συμμετοχής όλων όσων δρουν σε αυτά, σε όλα τα ζητήματα, χωρίς ισοπέδωση αρμοδιοτήτων και ικανοτήτων. Προϋποθέτει ακόμη την κατάργηση των «ελαστικών» εργασιακών σχέσεων που επεκτείνεται στο επιστημονικό-ερευνητικό προσωπικό, των μηχανισμών ελέγχου και χειραγώγησης των πανεπιστημιακών, με την αλλαγή του τρόπου εξέλιξης των δύο χαμηλότερων βαθμίδων, την αποτροπή της επιβολής συστήματος αξιολόγησης που στην ουσία συνιστά σύστημα πειθάρχησης των πανεπιστημιακών στους μηχανισμούς της αγοράς και στους ενδοπανεπιστημιακούς εκπροσώπους τους.

Επίλογος

Η ποσοτική και ποιοτική διεύρυνση της εκπαίδευσης, επομένως και της Ανώτατης, αποτελεί ανάγκη και δυνατότητα της εποχής μας. Ανάγκη, γιατί η επιστήμη επιδρά σε ολοένα και περισσότερες σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας, ενώ ο κύκλος των αντικειμένων της επιστημονικής γνώσης διευρύνεται συνεχώς. Δυνατότητα, γιατί η γενικευμένη εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή και η θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας που τη συνοδεύει, δημιουργεί τα μέσα για μια υψηλότερη μορφωτική στάθμη από αυτή που είχαν οι προηγούμενες γενιές και προπαντός απελευθερώνει χρόνο. Χρόνο που αντί να κατασπαταλιέται με την ανεργία, θα μπορούσε να αξιοποιείται δημιουργικά, με την επιμήκυνση του χρόνου εκπαίδευσης.

Η πολιτική που ακολουθεί όμως η κυβέρνηση βρίσκεται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Γιατί η κυβέρνηση χρησιμοποιεί άλλη γλώσσα από το λαό, όταν μιλά για τις κοινωνικές ανάγκες. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα των πολυεθνικών, για τις οποίες η λέξη μόρφωση σημαίνει δεξιότητα και ωφέλιμη γι' αυτές συμπεριφορά, όπως η λέξη εργασία σημαίνει μια ευκαιριακή «απασχόληση». Ετσι η πολιτική της, σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος, υπακούει σε έναν ενιαίο σκοπό: Να εξωθηθεί η μεγάλη πλειοψηφία των νέων ανθρώπων, ιδιαίτερα τα παιδιά των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων, σε μια «κατάρτιση για τις ανάγκες της αγοράς». Στις πρώτες βαθμίδες μέσα από τα ΤΕΕ, τα ΙΕΚ, τα ΚΕΚ, τα «σχολεία δεύτερης ευκαιρίας», που υποκαθιστούν ακόμη και την υποχρεωτική εκπαίδευση. Στην ανώτατη βαθμίδα, σε ένα δεύτερο επίπεδο, μέσα από τη συρρίκνωση της διάρκειας και την υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών. Στόχος είναι η διαμόρφωση του «απασχολήσιμου» δυναμικού που θα περιπλανιέται στην ανεργία και θα δουλεύει χωρίς απαιτήσεις και δικαιώματα και προπαντός χωρίς να αμφισβητεί το κοινωνικοοικονομικό σύστημα.

Δεν είναι καθόλου δύσκολο, επομένως, να εντοπίσει κανείς, ανάμεσα στη «μεταρρύθμιση» του σχολείου που γνωρίσαμε και στη «μεταρρύθμιση» της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης που εξελίσσεται, ορισμένα κοινά, βασικά, χαρακτηριστικά:

Α. Τη βίαιη ανάσχεση της κοινωνικής απαίτησης για διεύρυνση του μορφωτικού επιπέδου, απαίτησης που εκφράστηκε με τη μαζικοποίηση του λυκείου και του πανεπιστημίου τα τελευταία 10 χρόνια.

Β. Την ακόμη μεγαλύτερη υποβάθμιση της όποιας μορφωτικής λειτουργίας είχε απομείνει στην εκπαίδευση. Στο σχολείο, με τη μετατροπή του σε φροντιστήριο για να τυποποιεί και συσκευάζει γνώσεις, που η όλη χρησιμότητά τους εξαντλείται στις εξετάσεις. Στο Πανεπιστήμιο, με τη μετατροπή των προπτυχιακών σπουδών σε πρώτο κύκλο μιας εφήμερης κατάρτισης, που η αξία της θα διαρκεί λίγα χρόνια.

Γ. Τη λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης με κριτήρια ιδιωτικοοικονομικά, «ανταγωνιστικά». Τα «καλύτερα», κατά την άποψη της αγοράς, σχολεία και Πανεπιστήμια, που θα συγκεντρώνουν τους περισσότερους και «καλύτερους» μαθητές, φοιτητές, διδακτικό προσωπικό, θα «ανταμείβονται» με τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση. Τα υπόλοιπα θα μαραζώνουν και ορισμένα θα κλείνουν, αν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη τους για να τα συντηρήσουν. Η πλειοψηφία δηλαδή των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων θα οδηγηθεί σε μια τραγική υποβάθμιση και η νεολαία μας σε μια ακριβοπληρωμένη αμάθεια.

Με λίγα λόγια οι νόμοι της εκπαιδευτικής «μεταρρύθμισης» γράφουν στους σκοπούς τους το βασικό κανόνα του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, ότι «ο πρώτος τα παίρνει όλα». Η γενική, καθολική μόρφωση, καθόλου δεν απασχολεί την κυβέρνηση και τα μεγάλα συμφέροντα που εκπροσωπεί. Για την ελίτ φροντίζουν. Οι λίγοι, οι οποίοι θα περάσουν τα αλλεπάλληλα ταξικά φίλτρα, αρκούν για να διευθύνουν την εκμετάλλευση και την καταπίεση των πολλών.

Ετσι, οι φτωχοί πρέπει να απομακρύνονται σταδιακά από το εκπαιδευτικό σύστημα, για να μην εμποδίζουν τους «ικανούς» να γίνουν ικανότεροι. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα πρέπει να αξιολογούνται και να ταξινομούνται, για να μην αναμειγνύονται οι «μέτριοι» με τους «άριστους» και τους καθυστερούν. Οι πολλοί θα πρέπει «να μάθουν να μαθαίνουν» και συνεχώς να μαθαίνουν, εναλλασσόμενοι στην ανεργία, με πρόσχημα την πάντα ανεπαρκή «κατάρτιση». Αυτό είναι το νόημα των κηρυγμάτων της «κοινωνίας της γνώσης», που μάλλον σαν κοινωνία της απόγνωσης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Κι όλα αυτά για να εκτιναχτούν στα ύψη τα κέρδη της πλουτοκρατίας, η υλική και πνευματική εκμετάλλευση του λαού. Το γιαπωνέζικο πρότυπο της μέχρι θανάτου αφοσίωσης των εργαζομένων στην επιχείρηση, έχει ήδη κάνει την εμφάνισή του στην ΕΕ. Το «ευρωπαϊκό» πολυεθνικό κεφάλαιο, άλλωστε, μέσα από τη βαρυσήμαντη έκθεση της Στρογγυλής Τράπεζας Ευρωπαίων Βιομηχάνων, από το 1995, με απίστευτο κυνισμό, έχει πει την τελευταία του λέξη: Διά βίου κατάρτιση..... «από τα σπάργανα έως τα σάβανα»! Γι' αυτό, από το «ολοήμερο» κιόλας νηπιαγωγείο και το «ολοήμερο» σχολείο, ζητούν να μπάσουν από νωρίς στα βάσανα τη νέα γενιά. Οι μονοπωλιακοί κολοσσοί προστάζουν να αφαιρεθεί από τη ζωή των παιδιών ο αναγκαίος για τη διάπλασή τους χρόνος παιχνιδιού και κοινωνικής συναναστροφής. Τη θέση του να πάρει η πρόωρη μετάδοση δεξιοτήτων στο χειρισμό εργαλείων, (χρήση Η/Υ και επικοινωνία σε ξένες γλώσσες), για να έχουν αύριο στη διάθεσή τους ένα επιδέξιο και προπαντός ευάλωτο και υποταγμένο εργατικό δυναμικό.

Χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης των ατομικών προσπαθειών εκπαιδευτικών και πανεπιστημιακών δασκάλων μέσα σ' αυτή τη λαίλαπα κάτι να περισωθεί, η απάντηση στο ερώτημα τι είδους παιδεία χρειάζονται στην εποχή μας οι νέοι άνθρωποι, δεν είναι υπόθεση επιμέρους βελτιώσεων του εξεταστικού συστήματος, του ενός ή του άλλου σχολικού βιβλίου ή του προγράμματος σπουδών. Μόνο μέσα από ένα συνολικότερο πρόγραμμα με σκοπό να δημιουργηθούν οι όροι για την οριστική λύση του προβλήματος, μπορούμε να προσδοκούμε ότι η αντίσταση στις αντιδραστικές ρυθμίσεις δε θα οδηγήσει, αθέλητα, σε μάχες οπισθοφυλακής, ότι κάθε μεμονωμένη προσπάθεια δε θα ακυρωθεί, κάθε κατάκτηση δε θα αφαιρεθεί. Αντίθετα, αυτές θα πολλαπλασιάζονται κάτω από την πίεση ενός ισχυρού πανεκπαιδευτικού - παλλαϊκού ρεύματος που θα επικεντρώνει την αντιπαράθεση στην ουσία του προβλήματος. Στο τι άνθρωπο και για ποια κοινωνία διαπαιδαγωγεί η εκπαίδευση, δηλαδή στο σκοπό της.

Και σκοπός της εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι, ο εκτοπισμός των πολλών από το σχολείο, επειδή η εκπαίδευσή τους κοστίζει και περισσεύει σε μια κοινωνία που μαστίζεται από την ανεργία και την αβεβαιότητα. Δεν μπορεί να είναι ο διαχωρισμός της ήρας από το στάρι, «των παιδιών που θα αποτελέσουν τη συνέχεια της κυρίαρχης τάξης, από εκείνα που πρόκειται να αποτελέσουν το μεγάλο στρατό της δουλιάς, που δεν πληρώνεται όλη», όπως τόνιζε στην εποχή του ο μεγάλος μας παιδαγωγός Δ. Γληνός.

Σκοπός της εκπαίδευσης είναι να αναπτύξει στον ανώτερο δυνατό βαθμό τις ικανότητες όλων των ανθρώπων, σε μια κοινωνία που έχει ανάγκη να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του κάθε μέλους της, για να προχωρήσει.

Ετσι και ο σκοπός της Ανώτατης Εκπαίδευσης, δεν μπορεί να είναι ο διαχωρισμός της σύγχρονης πνευματικής χειρωναξίας από τους λίγους που θα χρησιμοποιούν τη γνώση τους για να μας εξουσιάζουν. Σκοπός της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι να προετοιμάζει ένα επιστημονικό δυναμικό ικανό να αναπτύξει στο έπακρο τις παραγωγικές και πνευματικές δυνατότητες της χώρας μας, για να εξασφαλίσει την πρόοδο και την ευημερία όλου του λαού.

Είναι ωστόσο φανερό, ότι η αναγκαία αναμόρφωση της Ανώτατης Εκπαίδευσής μας, δεν μπορεί να έρθει χωρίς σύγκρουση με τους μηχανισμούς της ΕΕ, του ΟΟΣΑ και των άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων που καθοδηγούν και υπαγορεύουν την πολιτική στην Παιδεία, στην εργασία και συνολικά στην κοινωνική ζωή.

Η αναδιοργάνωση της Παιδείας δεν μπορεί να γίνει έξω από τον αναπροσανατολισμό της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής, ώστε να υπηρετεί πραγματικά τα συμφέροντα και τις ανάγκες της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μας και όχι μιας μικρής μειοψηφίας «ανταγωνιστών» της ζωής μας.

Αρα χρειάζεται μια αντιπαράθεση στο σύνολο της πολιτικής που σήμερα εφαρμόζεται και όχι σε επιμέρους ζητήματα και μέτωπα, που στην καλύτερη περίπτωση να οδηγήσουν σε αποσπασματικές και άρα επισφαλείς κατακτήσεις. Πουθενά και ποτέ, πολύ περισσότερο σήμερα, που ζούμε την περίοδο της πιο μεγάλης καπιταλιστικής επιθετικότητας και βαρβαρότητας, οι αγώνες δε θα δώσουν από μόνοι τους τη λύση, αν δε διαμορφωθεί μια ισχυρή κοινωνικοπολιτική συμμαχία, με πολιτικό σχέδιο για ριζικές αλλαγές, σε επίπεδο εξουσίας.

Και εδώ οι Θέσεις για την Εκπαίδευση συναντούν τη συνολική πρόταση του ΚΚΕ για την οικοδόμηση ενός Λαϊκού Μετώπου, το οποίο θα συνενώνει όλα τα επιμέρους κινήματα, της Παιδείας, της Υγείας, της Ειρήνης, του Πολιτισμού και προπαντός τον κορμό τους, το εργατικό κίνημα. Ενα πλατύ κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο, που δε θα αντιστέκεται απλά στους μονοπωλιακούς σχεδιασμούς, αλλά θα αντεπιτίθεται, διεκδικώντας για το λαό, όλα εκείνα που του ανήκουν.

Στο γενικό αυτό πλαίσιο εντάσσεται η πρόταση του Τμήματος Παιδείας για την Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση. Πρόταση που δεν αφορά το μέλλον, αλλά αποτελεί ώριμη ανάγκη των καιρών. Απάντηση στις σύγχρονες δυνατότητες και στις ανάγκες του λαού μας, που οι σημερινοί υλικοί όροι, δημιούργημα της σκληρής δουλιάς του, γεννούν.

Γι' αυτό, από σήμερα, οι φοιτητές - σπουδαστές και οι δάσκαλοί τους, οι επιστήμονες, οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και όλος ο λαός, κάθε άνθρωπος με συνείδηση της θέσης του μέσα στην κοινωνία και της δύναμής του, να επηρεάσει την πορεία της, χρειάζεται να συμπορευτούν στους παρακάτω βασικούς άξονες - στόχους πάλης μιας εκπαιδευτικής πολιτικής, που θεωρούμε πως ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις τους.

Οι βασικοί άξονες μιας φιλολαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής

* Καθιέρωση Ενιαίου, 12χρονου Βασικού Υποχρεωτικού Σχολείου, απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο των πανεπιστημιακών σπουδών, αλλά κάθε επαγγελματικής εκπαίδευσης. Σχολείου κοινού για όλους, χωρίς ταξικές, φυλετικές, γεωγραφικές και άλλες διακρίσεις. Χωρίς τον ξεπερασμένο ιστορικά διαχωρισμό σε δημοτικό - γυμνάσιο - λύκειο, που θα έχει ένα σκοπό: την ολόπλευρη συγκρότηση της κοινωνικής προσωπικότητας των νέων ανθρώπων, με κρίση, συναίσθημα, ήθος και βούληση, ώστε να κατανοούν τον κόσμο στην ολότητά του και να μπορούν να τον αλλάξουν. Σχολείου γενικής εκπαίδευσης που θα ενσωματώνει στο πρόγραμμά του στοιχεία της τεχνικής, όχι για επαγγελματική εξειδίκευση, αλλά ως γενική προετοιμασία για τη ζωή και την εργασία. Που θα συνενώνει τη θεωρία με την πράξη, θα συνδέει τις βασικές αρχές της επιστήμης με τις εφαρμογές της στην παραγωγή και την κοινωνική ζωή.

* Το δωδεκάχρονο σχολείο αποτελεί συνέχεια μιας δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής μέσα από κρατικό σύστημα παιδικών κέντρων, με όλη την απαραίτητη υποδομή σε παιδαγωγικά μέσα και προσωπικό, που θα σέβεται τον παιδικό ψυχισμό, χωρίς την πρόωρη σχολειοποίηση που επιδιώκεται σήμερα.

* Ριζική αναμόρφωση της τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης, ώστε αυτή να οικοδομηθεί σε μεταλυκειακό επίπεδο, στα γερά θεμέλια της δωδεκάχρονης βασικής εκπαίδευσης, μέσα σε Δημόσιες Επαγγελματικές Σχολές που θα παρέχουν υψηλού επιπέδου επαγγελματική μόρφωση και ουσιαστικά εφόδια για την άσκηση του επαγγέλματος, για όσα επαγγέλματα δεν απαιτούν πανεπιστημιακή ειδίκευση, ή ειδίκευση που μπορεί να αποκτηθεί άμεσα στην παραγωγή. Ουσιαστική επαγγελματική εκπαίδευση δεν μπορεί να παρέχεται, επί πληρωμή, με τις άθλιες προϋποθέσεις κατάρτισης των ΙΕΚ και ΚΕΚ, που πρέπει να καταργηθούν, ούτε μπορεί να δίνεται πρόωρα, πριν ο νέος διαμορφώσει αρμονικά τις βάσεις της προσωπικότητάς του.

* Συγκρότηση Δημόσιας και Δωρεάν Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης, στην υπηρεσία των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και της εξέλιξης της επιστήμης, που να εξασφαλίζει υψηλού επιπέδου επιστημονική ειδίκευση για όλους αδιάκριτα τους φοιτητές. Χωρίς τις αναχρονιστικές διακρίσεις σε πανεπιστημιακή και μη πανεπιστημιακή - τεχνολογική, που αναπαράγουν τις αλληλοκαλύψεις και την ανισοτιμία των ΑΕΙ - ΤΕΙ. Χωρίς κατηγοριοποιήσεις ανάμεσα στα Ιδρύματα, τα τμήματα και τους αποφοίτους τους. Χωρίς τον αντιεπιστημονικό, ταξικό, διαχωρισμό των προπτυχιακών σπουδών από την επιστημονική ειδίκευση και τη διάσπασή τους σε κύκλους, για ενιαίες προπτυχιακές σπουδές και μεταπτυχιακές σπουδές ενός κύκλου που να οδηγούν αποκλειστικά σε διδακτορικό δίπλωμα. Ανώτατη Εκπαίδευση που θα έχει ένα σκοπό: να διαμορφώνει βαθιά καλλιεργημένους επιστήμονες, που θα σκέφτονται και θα δρουν επιστημονικά σε όλα τα επίπεδα και όχι μονοδιάστατα στο αντικείμενό τους. Ικανούς να αντιμετωπίσουν δημιουργικά τις μελλοντικές ανάγκες της παραγωγικής και κοινωνικής πράξης, συμβάλλοντας καθοριστικά, με τις ειδικές και γενικές γνώσεις και την προσωπικότητά τους, στο συνειδητό μετασχηματισμό της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας, σε όφελος του «συνόλου» και όχι μιας μόνο τάξης.

* Αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών και επανεξέταση των αντικειμένων τους, ώστε, παράλληλα με τις αναγκαίες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις, να ανταποκρίνονται ενιαία στις πραγματικές ανάγκες της επιστημονικής και κοινωνικής προόδου. Προγράμματα που θα συνδυάζουν μια ανώτατης στάθμης γενική μόρφωση με την εμβάθυνση σε κάθε επιστημονικό αντικείμενο, ώστε να οδηγούν σε υψηλού επιπέδου επαγγελματική ειδίκευση και ικανότητα. Που θα εισάγουν σταδιακά τους φοιτητές στις μεθόδους επιστημονικής εργασίας και έρευνας, και θα αναπτύσσουν την ικανότητα δημιουργικής σκέψης και δράσης, αντί για μια απλή μετάδοση μεθόδων εκμετάλλευσης και εργαλειακής χρήσης της γνώσης. Που θα συνενώνουν τη θεωρητική γνώση με την εφαρμογή της από το πρώτο μέχρι το τελευταίο έτος σπουδών, θα συνδυάζουν τη διδασκαλία με την πρακτική κοινωνική δραστηριότητα, μέσα στο Πανεπιστήμιο και έξω από αυτό και θα καλλιεργούν την ενιαία διαλεκτική θεώρηση της γνώσης και της πραγματικότητας στον αυριανό επιστήμονα, ώστε από εξάρτημα της παραγωγής, να μετατραπεί σε ουσιαστικό συντελεστή του σχεδιασμού και της διεύθυνσής της. Η μεγαλύτερη, σε σχέση με το παρελθόν, ταχύτητα συσσώρευσης της γνώσης, απαιτεί την επιμήκυνση της διάρκειας των σπουδών, ανάλογα με την ειδικότητα.

* Αναπροσανατολισμό της Πανεπιστημιακής έρευνας, ώστε, αντί για την ενίσχυση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας των λίγων, να αποσκοπεί στην ανύψωση της κοινωνικής, οικονομικής και πνευματικής στάθμης του συνόλου του λαού. Η ερευνητική πολιτική των Πανεπιστημίων δεν μπορεί να καθορίζεται από τους κάθε είδους χρηματοδότες της: από τα οικονομικά συμφέροντα των επιχειρήσεων ή από τα ιδεολογικά, πολιτικά και στρατιωτικά ακόμη συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών κέντρων και των μηχανισμών τους (προγράμματα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ). Η παραγωγή νέας γνώσης είναι κοινωνικό προϊόν και σαν τέτοιο ανήκει σε όλους. Απαιτείται η γενναία χρηματοδότησή της από τον κρατικό προϋπολογισμό, ώστε να καλύπτονται με επάρκεια όλοι οι τομείς της και να συμμετέχει σε αυτήν το σύνολο των Ανώτατων Ιδρυμάτων μας και του διδακτικού τους προσωπικού. Απαιτείται ακόμη η διαμόρφωση συνθηκών διαφάνειας και κοινωνικού ελέγχου των κατευθύνσεών της έρευνας, η σύνδεσή της με την Πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η πλατιά διάδοση των αποτελεσμάτων της. Στα πλαίσια αυτά, το βάρος της διεξαγωγής της, να μεταφερθεί στα τμήματα και τους τομείς των ΑΕΙ, - που να είναι κατάλληλα οργανωμένα, ώστε να μπορούν να διεξάγουν έρευνα σε όλες τις κλίμακες- και όχι στα απροσπέλαστα ΕΠΙ και τις άλλες στεγανές δομές που προωθεί η κυβέρνηση.

* Κατοχύρωση Δημόσιας και Δωρεάν Ανώτατης Εκπαίδευσης, ως τη βασική προϋπόθεση του ενιαίου χαρακτήρα της. Κατάργηση των κάθε λογής ιδιωτικών «πανεπιστημίων» και κάθε μορφής ιδιωτικοποίηση των κρατικών. Απεξάρτηση των ΑΕΙ από το μονοπωλιακό έλεγχο, δημιουργία προϋποθέσεων για το δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο της δράσης τους από την πανεπιστημιακή κοινότητα και το λαό, ώστε να κατακτήσουν τον πραγματικό δημόσιο - κοινωνικό ρόλο τους. Εξασφάλιση όλων των υλικών προϋποθέσεων και της απαιτούμενης χρηματοδότησης για την κάλυψη και τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων των ΑΕΙ. Εξασφάλιση των αναγκαίων, για την πρόοδο της επιστήμης, συνθηκών ελευθερίας της σκέψης και της επιστημονικής δημιουργίας.

Στη βάση των γενικότερων αυτών κατευθύνσεων, για τα επείγοντα προβλήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης που η κυβερνητική πολιτική εντείνει, το μαζικό κίνημα θα πρέπει άμεσα να επιδιώξει:

* Την αποτροπή της σταδιακής εφαρμογής των αποφάσεων της Μπολόνια για συρρίκνωση και υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών, με: α) την κατάργηση του νόμου 2327/95 για το ΕΣΥΠ και όλων των αντιεκπαιδευτικών - αντιεπιστημονικών νομοθετημάτων που τον συνοδεύουν β) την κατάργηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων ειδίκευσης και την ένταξη της ειδίκευσης στον προπτυχιακό κύκλο των σπουδών, τη διεύρυνση των μεταπτυχιακών σπουδών, ώστε να οδηγούν αποκλειστικά σε διδακτορικό δίπλωμα γ) την ένταξη των ΤΕΙ στην Ανώτατη Εκπαίδευση στη βάση αποσαφηνισμένων επιστημονικών αντικειμένων και κατόπιν αναμόρφωσης των προγραμμάτων σπουδών και αναβάθμισης της υποδομής και του διδακτικού τους προσωπικού, ώστε να ανταποκρίνονται στον ανώτατο χαρακτήρα τους δ) την κατάργηση του συστήματος των πιστωτικών μονάδων που οδηγεί στον κατακερματισμό των σπουδών. Η σύγκριση των σπουδών και των τίτλων τους μπορεί να γίνεται με τους καθιερωμένους τρόπους ε) την κατάργηση και τη μη δημιουργία νέων τμημάτων καταρτισιακού ή σεμιναριακού χαρακτήρα, που καμία θέση δεν έχουν στην Ανώτατη Εκπαίδευση, τη μη αποδοχή των Ινστιτούτων διά βίου εκπαίδευσης που θα αντικαταστήσουν τα ΠΣΕ και αναγορεύουν την αρθρωτή κατάρτιση σε Ανώτατη Εκπαίδευση στ) τη σύνδεση των σπουδών και των πτυχίων με το επάγγελμα, τη διεύρυνση ουσιαστικών επαγγελματικών και εργασιακών δικαιωμάτων για τους αποφοίτους

* Την εξασφάλιση της οικονομικής επάρκειας των ΑΕΙ για το σύνολο των διδακτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων τους, με κρατική χρηματοδότηση, ως όρο για την αποτροπή της ασφυκτικής τους υποταγής στα μονοπωλιακά συμφέροντα, την ανακοπή της πορείας μετατροπής τους σε κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Τον αναπροσανατολισμό των κονδυλίων του ΕΠΕΑΕΚ στις πραγματικές ανάγκες των ΑΕΙ, με την ένταξή τους και τη διανομή τους από τον κρατικό προϋπολογισμό, την ενσωμάτωση των ειδικών λογαριασμών έρευνας σε ένα εκσυγχρονισμένο δημόσιο λογιστικό. Την κατάργηση των παραρτημάτων των ξένων Πανεπιστημίων στη χώρα μας, την αποτροπή δημιουργίας ιδιωτικών ΑΕΙ (των Δήμων, της Εκκλησίας, ιδιωτών κλπ.), που αποτελούν μοχλούς πίεσης για την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων.

* Τη διασφάλιση της δωρεάν και δημόσιας παροχής της Ανώτατης Εκπαίδευσης σε όλους. Την κατάργηση κάθε είδους διδάκτρων, την εξασφάλιση δωρεάν συγγραμμάτων, της σίτισης και στέγασης όλων των φοιτητών, την παροχή υποτροφιών σε όλους τους μεταπτυχιακούς φοιτητές. Την αναβάθμιση του κτιριακού και εργαστηριακού εξοπλισμού των ΑΕΙ, την εξασφάλιση σύγχρονων βιβλιοθηκών. Την πρόσληψη όλου του αναγκαίου επιστημονικού, διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, την κατάργηση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, την κατοχύρωση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης του διδακτικού προσωπικού, την επιστημονική και οικονομική στήριξη όλου του προσωπικού των ΑΕΙ, την κατάργηση του επιδοματικού χαρακτήρα του μισθολογίου των πανεπιστημιακών και την άρση των ανισοτήτων που δημιουργεί.

* Την αποτροπή επιβολής του συστήματος αξιολόγησης των ιδρυμάτων και του διδακτικού προσωπικού, με κριτήρια εξωπανεπιστημιακά - επιχειρηματικά, της σύνδεσης της χρηματοδότησης με το βαθμό ανταπόκρισής τους στις απαιτήσεις της «αγοράς». Αξιολόγηση που θα έχει σαν αποτέλεσμα την ενίσχυση των ανισοτήτων ανάμεσα στα ΑΕΙ, στα τμήματα, το διδακτικό προσωπικό και τους αποφοίτους τους, την κατηγοριοποίηση και την υποβάθμιση της πλειοψηφίας τους. Τα Πανεπιστήμια διαθέτουν τους κατάλληλους ακαδημαϊκούς μηχανισμούς και κριτήρια αυτοελέγχου. Αποτροπή, γενικότερα, των σχεδίων για τη λεγόμενη «διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των πανεπιστημίων» που αποσκοπούν στην επιβολή ενός ακόμη πιο συγκεντρωτικού ελέγχου των Πανεπιστημίων από το κράτος, τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και το κεφάλαιο και τη μετακύληση της ευθύνης του κράτους για τη χρηματοδότηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης στα ίδια τα Ιδρύματα και τους φοιτητές τους.

* Την υπεράσπιση της δημοκρατικής λειτουργίας των ΑΕΙ. Την ουσιαστικοποίηση του ρόλου των συλλογικών οργάνων των Πανεπιστημίων στον έλεγχο και τη διοίκησή τους. Την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων όλων όσοι εργάζονται και σπουδάζουν σε αυτά, με διεύρυνση της συμμετοχής τους στα όργανα λήψης των αποφάσεων και αλλαγή του συσχετισμού δύναμης σε όφελος των δυνάμεων που παλεύουν για την απεξάρτηση των Πανεπιστημίων από τον μονοπωλιακό εναγκαλισμό. Την υπεράσπιση του πανεπιστημιακού ασύλου από τη σχεδιασμένη υπόσκαψη και συκοφάντησή του, την κατοχύρωση στην πράξη της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών και των επιστημονικών απόψεων. Τη διαμόρφωση συνθηκών διαφάνειας και ελέγχου των κατευθύνσεων της πανεπιστημιακής έρευνας, σε αντίθεση με τις επιδιώξεις διεύρυνσης των στεγανών δομών έρευνας, όπως τα ΕΠΙ, που οδηγούν σε αποκλεισμό από την ερευνητική δραστηριότητα τα μέλη ΔΕΠ που δε διαθέτουν διασυνδέσεις και αποκόβουν την εκπαίδευση από αυτή.

Τμήμα Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ

ΑΠΡΙΛΗΣ 2001

1 L. Thurow, Το μέλλον του καπιταλισμού

2 Ενδεικτικά για τις προθέσεις βίαιης και αναγκαστικής επιβολής των μέτρων, είναι τα όσα εκστομίζονται απειλητικά στην ομιλία του Guy Haug στο συνέδριο:

* Η κοινωνία δεν είναι πρόθυμη να αποδεχτεί τη συνέχιση της αναντιστοιχίας ανάμεσα στα υψηλά ποσοστά ανεργίας των πτυχιούχων και την έλλειψη προσόντων σε τομείς που ενδιαφέρουν την αγορά

* Η ισχυρή αριθμητική εξάπλωση των Πανεπιστημίων των τελευταίων δεκαετιών έφτασε στο τέλος της. Τα Πανεπιστήμια θα χρειαστεί να ανταγωνιστούν για φοιτητές, δεδομένου μάλιστα ότι σε πολλές χώρες η κρατική χρηματοδότηση είναι ανάλογη με τον αριθμό των εγγραφών.

* Υπάρχει μια σημαντική ανάπτυξη νέων προμηθευτών εκπαίδευσης (βλ. παραρτήματα αμερικανικών Πανεπιστημίων), πολλοί από τους οποίους προέρχονται από το εξωτερικό. Αυτό το γεγονός αυξάνει τις διαθέσιμες επιλογές των φοιτητών. Προβληματιζόμαστε τι είναι αυτό που κάνει έναν φοιτητή να επιλέγει έναν ξένο προμηθευτή που μπορεί να είναι και ακριβότερος, αντί για το εθνικό, παραδοσιακό εκπαιδευτικό σύστημα σπουδών που είναι μάλιστα και δωρεάν;

* Η ευθύνη των Πανεπιστημίων για τη χρήση των κρατικών κονδυλίων θα αυξηθεί σημαντικά στο μέλλον. Φαίνεται απίθανο να συνεχίσουν να διατίθενται κρατικοί πόροι σε ιδρύματα και φοιτητές που παρατείνουν τη διάρκεια των σπουδών πέραν της φυσιολογικής!

3 Βλ. Σοβιετική εγκυκλοπαίδεια, λήμμα επιστήμη

4 Φρ. Ενγκελς, «Η Διαλεκτική της Φύσης»

5 Κ. Μαρξ, Φ. Ενγκελς, «Γερμανική Ιδεολογία»

6 Φ. Ενγκελς, «Διαλεκτική της Φύσης»

7 Μπ. Μπρεχτ, «Ο βίος του Γαλιλαίου»

8 J. Bernal, «Η επιστήμη στην ιστορία»

 
 
 
 
JSN ImageShow by JoomlaShine.com
 
Copyright © 2011 kke.gr