Διήμερο Επιστημονικό Συνέδριο για τον Γιάννη Ρίτσο, για τα 100 χρόνια από την γέννησή του - Εναρκτήριες ομιλίες PDF
21/11/09

Η ομιλία της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκας Παπαρήγα.

Πραγματοποιούμε διήμερο επιστημονικό συνέδριο για τον κομμουνιστή ποιητή, θεατρικό συγγραφέα, εικαστικό, Γιάννη Ρίτσο, που είχε βαθιά εσωτερική συνείδηση της κοινωνικής αποστολής της ποίησης, της τέχνης γενικότερα. Τον άνθρωπο που με το δικό του προσωπικό ανεπανάληπτο τρόπο εξέφρασε βαθιά, δυνατά, δυναμικά, συναισθηματικά, αυτό που οι κομμουνιστές υποστηρίζουμε τόσα χρόνια τώρα.

Θυμόμαστε με ανυπολόγιστη συγκίνηση και απόλυτο σεβασμό αυτόν που στρατεύθηκε στην υπόθεση  της σοσιαλιστικής επανάστασης και της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Αυτόν που συνέδεσε άρρηκτα το μέρος με το όλον, με βαθύτερη  διανοητική και καλλιτεχνική οπτική. Τον διανοούμενο του αγώνα που εμπνέονταν από την κοινωνική πραγματικότητα, τα οράματα και τη λαϊκή πάλη, ενώ ταυτόχρονα οι διαλογισμοί του έφευγαν μπροστά , προς το μέλλον, και με αυτήν την έννοια είναι διαχρονικός.

Εκτιμούμε βαθιά  τον  άνθρωπο που κατέκτησε με το σπαθί του τον τιμημένο τίτλο του μέλους του Κόμματος  από το 1934 ως το θάνατό του. Τον Γιάννη Ρίτσο που τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν.

Αισθανόμαστε ένα είδος ενοχής γιατί καθυστερήσαμε τόσο πολύ να πραγματοποιήσουμε μια τέτοια εκδήλωση. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν γίνονταν όσο ζούσε ο αγαπημένος μας σύντροφος, ώστε ο ίδιος να μας κρίνει πώς τον καταλαβαίνουμε, πώς τον ερμηνεύουμε, πώς τον κατανοούμε, πέρα βεβαίως από τον σεβασμό και θαυμασμό που ήξερε ότι τρέφουμε γι' αυτόν.

Με την εκδήλωση που  ονομάσαμε επιστημονικό συνέδριο δεν φιλοδοξούμε να κάνουμε απλά το χρέος σε ένα άνθρωπο που χρωστάμε πολλά, αφού τα έδωσε όλα απλόχερα στο Κόμμα, στο λαό, στον ελληνικό και παγκόσμιο αγώνα της εργατικής τάξης, των λαών.

Μας ενδιαφέρει, και ελπίζω να το πετύχουμε, ή έστω να προσεγγίσουμε  ένα πιο μεγάλο στόχο που έχουμε: Να συμβάλλουμε να εκτιμηθεί, άρα και να κατανοηθεί ευρύτερα ολόκληρο το έργο του Γιάννη Ρίτσου, η σκέψη και η πράξη του. Να αναδείξουμε ολόκληρο τον ίδιο τον Ρίτσο, χωρίς καμία επιλεκτικότητα, χωρίς κανένα ακρωτηριασμό του πολύπλευρου  έργου του, το οποίο συνιστά διαχρονικά ένα μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό, πολιτιστικό, αισθητικό γεγονός, μαζί με τις φιλοσοφικές του σκέψεις και τις  αναζητήσεις στα καθολικά ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης που ονομάζουμε υπαρξιακά. Υπαρξιακές αναζητήσεις που  δεν  έχουν καμιά σχέση με την υποκειμενική αυθαιρεσία, με τον αναχωρητισμό στο σκληρό κέλυφος της εγωιστικής ατομικής ζωής. Η προσωπική αγωνία, η περίπλοκη σκέψη και ψυχολογία του πλούτισε  το μήνυμά του, αυτό το τόσο καθαρό, αλλά καθόλου επιφανειακό και αβασάνιστο μήνυμα επαναστατικής αισιοδοξίας για την απελευθέρωση  της ανθρωπότητας από την ταξική εκμετάλλευση και  από τις άλλες μορφές σκλαβιάς και καταναγκασμού, φυσικές, ηθικές και ψυχικές.

Ο Γιάννης Ρίτσος ήταν ένας απίστευτα και ίσως απλησίαστα,  στο ορατό μέλλον, βαθυστόχαστος και πολύπλευρος κομμουνιστής, που είχε την ικανότητα να επιμείνει στην δική του μεθοδολογία στην υπεράσπιση του αδικημένου, βασανισμένου και ηρωικού συνάμα λαού. Τη δική του μεθοδολογία προσέγγισης της ανθρώπινης ψυχολογίας και αγωνίας, της λαϊκής αισιοδοξίας.

Ο Γιάννης Ρίτσος ανέδειξε με τον καλύτερο και πιο ολοκληρωμένο τρόπο  τον κοινωνικό χαρακτήρα της τέχνης και  ειδικότερα της ποίησης,  χωρίς ούτε στιγμή να υποκύπτει στον πειρασμό μιας απλοϊκής μηχανιστικής αντίληψης ή μιας από καθέδρας κατήχησης.

Αυτό είναι αληθινό μεγαλείο της  τέχνης, της ποίησης  που υπερασπίζεται τον εργατικό, το λαϊκό αγώνα, τις κομμουνιστικές αρχές: Να  επηρεάζει βαθιά, να καλλιεργεί στο έπακρο την ευαισθησία,  να σε μετατρέπει σε φλογερό, αδιάλλακτο και ανιδιοτελή αγωνιστή, να σε κάνει γνήσιο ανθρωπιστή. Να επιδρά και να επηρεάζει τη στάση ζωής αλλά και την αισθητική αντίληψη και καλλιέργεια.  Ο αυθορμητισμός του, η ατομικότητά του ήταν αναπόσπαστα δεμένες με τη στράτευση, χωρίς καμία υποψία αυτάρεσκης επίδειξης, ή υπόκλισης σε μια εξωτερική πίεση η πολύ περισσότερο στην ιδιοτελή σκοπιμότητα.

Ο Γιάννης Ρίτσος , ο άνθρωπος με το τόσο βαθύ εσωτερικό κόσμο, με τις τόσες και τέτοιες ικανότητες που συνδυασμένα δύσκολα συναντώνται σε ένα πρόσωπο, ως εξόριστος, ως πολιτικός κρατούμενος, ως αγωνιστής του ΚΚΕ, ζούσε και συμπεριφέρονταν ως  ένας ανάμεσα στους πολλούς, αν και τόσο ασυνήθιστος άνθρωπος. Στάθηκε βράχος και στις πιο δύσκολες προσωπικές στιγμές, σε στιγμές διώξεων και πιέσεων. Δεν επέτρεψε ούτε ένα λεπτό στον εαυτό του να καταληφθεί από τον φόβο, τη δειλία, την αμφιβολία, την αμφισβήτηση, ζώντας ανάμεσά μας όλες τις περιπέτειες του αγώνα και του ίδιου του Κόμματος. Με τη στάση του υπέρ της κομμουνιστικής ιδεολογίας  χαστούκισε πολλές φορές τον ταξικό αντίπαλο, όπως βεβαίως το έκανε με τον δυναμικό του στίχο, τον πολιτικό λογοτεχνικό του λόγο,  την μοναδική αισθητική του αντίληψη.

Όλα τα θαυμάσια ατομικά του χαρακτηριστικά και οι ιδιαιτερότητες, οι εσωτερικές του ανάγκες, εκπορεύθηκαν από το γεγονός ότι ο ίδιος έζησε όλα τα βιώματα της ζωής του εργάτη, του κομμουνιστή , τα βιώματα και ορισμένες φορές τραγικές εμπειρίες του κινήματος.

Ο Γιάννης Ρίτσος ήταν ένας από τους πολλούς εξόριστους στο κολαστήριο της Μακρονήσου, στον Αη Στράτη, στα Γιούρα, στη Λέρο για πολλά χρόνια, αμετανόητος και ανυποχώρητος, και όσο πιο βαθιά ζούσε την περιπέτεια του αγώνα, τόσο πιο βαθιά έμπαινε στην ψυχή του αγωνιστή. Οι αναζητήσεις  του στα διαχρονικά προβλήματα του ανθρώπου, δεν κουραζόμαστε να το επαναλαμβάνουμε, δεν τον έβγαλαν ούτε μια στιγμή και στις πιο δύσκολες, από την πραγματικότητα της αγωνιστικής στάσης ζωής. 

Ο Γιάννης Ρίτσος με το έμφυτο ταλέντο του συνέβαλε στην κάθαρση από κάθε είδους συκοφαντία, στενόμυαλη και μηχανιστική αντίληψη της έννοιας «στρατευμένος» κομμουνιστής καλλιτέχνης, στρατευμένη ποίηση, στρατευμένη τέχνη.

Το έργο του προσφέρει λαμπρές αποδείξεις ότι η ιδεολογική  κομμουνιστική στράτευση, η κομματική στράτευση δεν έχει καμία σχέση με τη μονομέρεια, που υποστηρίζουν ακόμα και οι καλοπροαίρετοι αντίπαλοι η  με τον φανατισμό, ο οποίος βεβαίως δεν έχει, επίσης, καμία σχέση με την ιδεολογική σταθερότητα.  Αντίθετα η ιδεολογική σταθερότητα απαιτεί όλα τα προηγούμενα, όπως την ευρύτητα και το βάθος της γνώσης και παρατήρησης, την ανάλυση των εξελίξεων, τη βαθιά κριτική παρατήρηση των  γεγονότων. Το  έργο του, ολόκληρο, και αυτό που δεν είναι εμφανώς ή καθαρά πολιτικό, παρέχει αποδείξεις ότι η στράτευση δεν έχει καμία σχέση με την επιφανειακή αντίληψη της κοινωνικής πραγματικότητας και εξέλιξης, με την επικίνδυνη μεροληπτική στάση  που βάζει φραγμό στην κριτική και αυτοκριτική εξέταση.

Η ιδεολογική και κομματική στράτευση στην υπόθεση της  απελευθέρωσης της εργατικής τάξης δεν έχει καμία σχέση με την παραμορφωμένη εικόνα που φιλοτεχνεί ο αντίπαλος για το ΚΚΕ. Ο Γιάννης Ρίτσος απέδειξε έμπρακτα ότι ο κομμουνιστής καλλιτέχνης, διανοούμενος, με το έργο του και τη στάση του μπορεί να εξελιχθεί σε  ισχυρό παράγοντα  διαμόρφωσης της επαναστατικής συνείδησης, τόσο σε περιόδους ύφεσης και προσωρινής ήττας του κινήματος, όσο και σε περιόδους έξαρσης, δηλαδή στο κατώφλι της επαναστατικής αλλαγής.

Θα τον σεβόμαστε πάντα. Ο σεβασμός όμως δεν αρκεί. Σημασία έχει να τον γνωρίσουμε καλύτερα  και εμείς και κυρίως οι νεότερες ηλικίες, αυτές οι ηλικίες που σήμερα ζουν την στενωπό μιας παιδείας στην οποία εξοβελίζεται  η αγωνιστική διαπαιδαγώγηση, η αισθητική καλλιέργεια. Ενός εκπαιδευτικού συστήματος  που σηκώνει τείχη όχι μόνο σε βάρος της κομμουνιστικής σκέψης και φιλοσοφίας, αλλά κάθε έννοιας ριζοσπαστισμού και αξιοπρέπειας απέναντι στις πολύμορφες πιέσεις και τα διλήμματα της ταξικής εκμετάλλευσης, της ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας και πολιτικής.

Γιάννη Ρίτσο σ' ευχαριστούμε

Ο χαιρετισμός του Γιάννη Πρωτούλη, Γραμματέα του ΚΣ της ΚΝΕ

Εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή μας, του κομμουνιστή Γιάννη Ρίτσου, η χρονιά που διανύουμε ανακηρύχτηκε από τις αρχές ως «Ετος Γιάννη Ρίτσου». Πολλά πράγματα δεν έκαναν, η τέχνη για την επανάσταση όσο και να την ευνουχίσουν είναι πολύ επικίνδυνη, θα προτιμούσαν να μένει άγνωστη στις νέες και τις μεγαλύτερες γενιές. Αυτά που έκαναν είναι αρκετά για να διαπιστώσουμε ξανά τη γνωστή προσπάθειά τους. Ο,τι δεν μπορούν να κρατήσουν μακριά από το λαό, επιχειρούν να το μετατρέψουν σε αβλαβές εικόνισμα.

Αρθρα γράφτηκαν, περισπούδαστες αναλύσεις δημοσιεύτηκαν, εκδηλώσεις στα σχολεία, περιορισμένα, αλλά έκαναν, και, φυσικά, μεγάλα συγκροτήματα και όσοι βρίσκονται στη βιομηχανία θεάματος άδραξαν την ευκαιρία για το κέρδος, παράγοντας καλλιτεχνικά εμπορεύματα με το πλούσιο έργο του. Για ένα πιο «απαιτητικό κοινό», όπως ονομάζουν όσους δε βολεύονται με την υποκουλτούρα και τα τηλεσκουπίδια.

«Ο Ρίτσος δεν μπορεί να κλειστεί στις περιχαρακωμένες πολιτικές γραμμές», «γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον Περισσό», «ξεπερνά τα σφιχτά ιδεολογικά πλαίσια», «άφησε πίσω του την κομματική του ταυτότητα» και άλλα πολλά που ειπώθηκαν και γράφτηκαν.

Ο Ρίτσος ανήκει σε όλους; Ανήκει και στους βιομήχανους, στους τραπεζίτες, στους εφοπλιστές, στους μεγαλέμπορους και την ελιτίστικη διανόηση που συχνάζει στα σαλόνια τους; Ανήκει στους υπερασπιστές και τους απολογητές του συστήματος της εκμετάλλευσης, ή, μήπως, σε αυτούς που καλούν τους καταπιεσμένους να συμβιβαστούν με την ιδέα της καταπίεσης, ελπίζοντας στο φτιασίδωμά της; Ανήκει και σε εκείνους που πανηγύριζαν, και συνεχίζουν, για την ανατροπή του σοσιαλισμού που γνώρισε ο 20ός αιώνας; Εκφράζει και αυτούς ο Ρίτσος;

Ενα με τους ανθρώπους του μόχθου

Ο ίδιος έχει δώσει απάντηση «...ήσυχα και απλά...». Είναι ένα με τους ανθρώπου του μόχθου και του μεροκάματου, με τους καταπιεσμένους και βασανισμένους, με όσους έπεσαν στη μάχη και αυτούς που συνεχίζουν για την κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς για να ανατείλει η νέα κοινωνία, η κομμουνιστική κοινωνία, τραγουδώντας μαζί τους «...το πιο τρανό τραγούδι που έμαθα... προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε».

Οι διώξεις, τα βάσανα, οι ταλαιπωρίες, οι πιέσεις, η πολύμορφη επίθεση που δέχτηκε ο ίδιος και το έργο του είναι ταυτισμένες με την αντίστοιχη διαδρομή του κόμματός του. Τον πολέμησαν και τον πολεμούν, με διαφορετικές μορφές και τρόπους, όσοι πολέμησαν και πολεμούν με τα ίδια μέσα το Κόμμα μας.

«Η ποίηση πρέπει να 'ναι οδηγός μάχης...», αυτές τις λέξεις δανειστήκαμε και γράψαμε στην έκδοση - αφιέρωμα του «Οδηγητή», τον Απρίλη του 2009, που επιμελήθηκαν η Συντακτική Επιτροπή της εφημερίδας μας και η Πολιτιστική Επιτροπή του ΚΣ της ΚΝΕ. Γράψαμε εκεί: Η έκδοση του «Οδηγητή» που κρατάτε στα χέρια σας, είναι ενταγμένη στις πρωτοβουλίες του ΚΚΕ και της ΚΝΕ για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου. Φυσικά, σε ένα τέτοιο αφιέρωμα δε φιλοδοξούμε να κάνουμε μια πλήρη παρουσίαση του τεράστιου σε όγκο και πλούτο έργου του. Ωστόσο, θεωρήσαμε χρέος μας να δώσουμε και με αυτόν τον τρόπο ένα έναυσμα στους νέους και τις νέες για να έρθουν σε επαφή με το έργο του μεγάλου κομμουνιστή ποιητή, ειδικά σε μια περίοδο που γίνεται προσπάθεια αποχρωματισμού του.

Θέλουμε ακόμα περισσότερο να μοιραστούμε τα δικά μας βιώματα για το τι σημαίνει στρατευμένη κομματική τέχνη. Το έργο του Γιάννη Ρίτσου για μας, τους νέους κομμουνιστές, ήταν και είναι πραγματικός οδηγός. Τις δύο δεκαετίες που διανύσαμε από τις ανατροπές μέχρι σήμερα, μέσα σε συνθήκες αντεπανάστασης, η πορεία ανασυγκρότησης και ισχυροποίησης της ΚΝΕ είχε συνοδοιπόρο και σύντροφο τον μεγάλο μας ποιητή, σε αυτήν την πορεία τον γνωρίσαμε, τον μελετήσαμε, τον τραγουδήσαμε.

Τέχνη - φόβητρο για το σύστημα

Χιλιάδες φορές βουτήξαμε στη θάλασσα των στίχων του για να πάρουμε κουράγιο, να εμπνευστούμε, να βρούμε απάντηση σε νέα προβλήματα όπου η μικρή πολιτική και κοινωνική πείρα, οι λίγες γνώσεις της επαναστατικής μας θεωρίας δεν έφταναν. Αμέτρητες φορές, μας βοήθησε να εκφραστούμε, «μας έγραψε» τα πανό και τις προκηρύξεις, τα συνθήματα στους τοίχους και τις αφίσες, τα καλέσματα για αγώνα. Κάθε χρόνο «ανέβαινε», σεμνός και ευγενικός, στην εξέδρα του Φεστιβάλ μας, συμβάλλοντας στην επιτυχία του. Μας όπλιζε με αντοχή και εμπιστοσύνη στην αστείρευτη δύναμη του λαού, αδιαλλαξία στο δίκιο της υπόθεσης που επιλέξαμε να στρατευτούμε καλώντας μας να ακολουθήσουμε το παράδειγμα των «γερόντων» της Μακρονήσου:

«...μέσα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη - ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη - και ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους που δεν σηκώνει το άδικο...».

Γι' αυτό ο Ρίτσος προκαλεί φόβο στο σύστημα, όπως φόβο τούς προκαλεί η τέχνη που δεν προσαρμόζεται στην ιδεολογική τους επίθεση, στη μαζική κουλτούρα που σπέρνει τη μοιρολατρία, το σκοταδισμό και τον αντικομουνισμό, το ανέφικτο της κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής.

Η επιτυχία του Συνεδρίου θα είναι για την ΚΝΕ ένα επιπλέον εφόδιο στη διάδοση του έργου του στην εργατική τάξη, στους ανθρώπους του μόχθου και τα παιδιά τους, η οποία είναι ικανή, μαζί με την ισχυροποίηση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, να μεταδώσει αφοβία και πίστη στο δίκιο του κόσμου της δουλειάς.

Η εισηγητική ομιλία της Ελένης Μηλιαρονικολάκη, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνης του Πολιτιστικού Τμήματός της

Ετούτη η αίθουσα των Συνεδρίων για πρώτη φορά φιλοξενεί επιστημονικό συνέδριο για έναν ποιητή. Ωστόσο, έχουμε απόλυτη επίγνωση πως αυτή η πρωτοβουλία είναι το λιγότερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε για να τιμήσουμε τα 100 χρόνια από τη γέννηση της κορυφαίας και πολυαγαπημένης μορφής του Γιάννη Ρίτσου. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι το Συνέδριο αυτό, που η πραγματοποίησή του οφείλεται στην καθοριστική συμβολή των εκλεκτών εισηγητών μας, θα αποτελέσει όχι απλά ένα ακόμη ερέθισμα για να συνεχίσει να διαβάζεται και να αγαπιέται η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, αλλά προπαντός μια προσπάθεια για πιο βαθιά και ειλικρινή προσέγγισή της, ένα εγχείρημα διείσδυσης θα λέγαμε στην πεμπτουσία της.

Με την πολύπλευρη θεματολογία του και μέσα από την ενιαία θεώρηση του Λόγου και της Πράξης του ποιητή, θα επιδιώξουμε να αναδείξουμε το παιδευμένα αισιόδοξο κι επίκαιρο μήνυμα της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου, ειδικά στους σημερινούς καιρούς που η πίστη και η θέληση για πίστη στο πανάρχαιο ιδανικό του ανθρώπου για την κοινωνική του απελευθέρωση δοκιμάζεται σκληρά απ' τα πισωγυρίσματα της Ιστορίας. Γι' αυτό είμαστε βέβαιοι ότι ο προβληματισμός που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια θα αποδειχθεί χρήσιμος κι ενδιαφέρων όχι μόνο για ένα στενό κύκλο ειδημόνων, όπως πιθανά υποθέτει κανείς από το χαρακτηρισμό του Συνεδρίου ως επιστημονικού, αλλά για τον καθένα που ανησυχεί και προβληματίζεται για το συλλογικό παρόν και μέλλον.

Αυτό άλλωστε ήταν και η επιδίωξη του Γιάννη Ρίτσου: Η ποίησή του να αποτελεί οδηγό μάχης για τη ζωή, όπλο και σημαία στα χέρια του λαού στον αγώνα του για το φωτεινό μέλλον της ανθρωπότητας. Οπως έγραφε απευθυνόμενος στους συναδέλφους του στο ποίημά του το «Χρέος των ποιητών»:

«Ενας ποιητής δίνει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του

Αλλιώς θα μείνουν τα τραγούδια μας πάνω απ' τις σκάλες των αιώνων

ταριχευμένα, ωραία κι ανώφελα πουλιά...»

Το ποιητικό ταλέντο του Γ. Ρίτσου είναι αναμφισβήτητο. Σ' αυτό έχουν προσυπογράψει με ενθουσιασμό οι πιο προικισμένοι εκπρόσωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών στη χώρα μας κι έξω απ΄ αυτή: Απ' τον Κωστή Παλαμά, που διαβάζοντας το «Τραγούδι της αδελφής μου» απάντησε εντυπωσιασμένος με την πασίγνωστη φράση «παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις», ως τον Λουί Αραγκόν που τον αποκάλεσε το «μεγαλύτερο ζώντα ποιητή», τον Ναζίμ Χικμέτ, τον Πάμπλο Νερούντα, τον Πικάσο κι άλλους πολλούς. Για τον ίδιο, όμως, οι μόνες περγαμηνές του ήταν τρεις λέξεις: Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος, το πιο όμορφο ποίημά του ήταν τα αποτυπώματά του στα αρχεία της Ασφάλειας Αθηνών, το πιο ωραίο τραγούδι του ήταν πως για μια ολόκληρη ζωή, από τα 25 του χρόνια, αγωνιζόταν για το δίκιο και τη λευτεριά μέσα από τις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.

Και πράγματι έτσι είναι, αν αναλογιστεί κανείς ότι δεν είναι δα και πολλοί εκείνοι που, όπως αυτός, αντιμετώπισαν όλες τις θύελλες, τις δοκιμασίες και τα αναποδογυρίσματα του 20ού αιώνα με τη στερεότητα και την αντοχή του θαλασσοδαρμένου βράχου της Μονεμβασιάς. Ακριβώς γι' αυτό, επειδή ο κομμουνιστής Ρίτσος ένιωσε κατάσαρκα και κατάβαθα το θρίαμβο του ανθρώπου που - κρατημένος απ' το ιδανικό του - κατορθώνει να υπερνικά τον πόνο, την απογοήτευση και το φόβο του θανάτου, μόνο γι' αυτό η ποίησή του είναι το πιο τρανό, το πιο πλατύ, το πιο βαθύ τραγούδι πίστης στον άνθρωπο και την κοινωνική του απελευθέρωση.

Ακατάπαυστη μάχη με την αδικία

«Τα χέρια μας μείναν γυμνά.

Τα χέρια μας χιλιάδες φορές τρίφτηκαν

στο αξούριστο σαγόνι του αγέρα,

Χιλιάδες φορές γαντζωθήκανε στο συρματόπλεγμα.

Χιλιάδες φορές άγγιξαν

τα παγωμένα κάγκελα του θανάτου.

Τα χέρια μας μείναν γυμνά,

μάθανε τη δουλειά, τη σιωπή, το σημάδι.

Ανεβοκατεβάσανε μύριες φορές το σιδερένιο κόκκορα του θυμού,

Κόψαν και ξανάκοψαν μ' ένα σουγιά το καρβέλι της υπομονής,

χτύπησαν κατακούτελα τον τοίχο και τη νύχτα.

Τώρα τα χέρια μας κάθουνται ολόγυμνα πάνου στα γόνατά μας

όπως κάθεται ο ήλιος πάνου στο βουνό

όπως κάθεται το βουνό πάνου στη θάλασσα

όπως κάθεται η καρδιά του συντρόφου πάνου στην πίστη της.

Τούτα είναι τα χέρια των κομμουνιστών.

Οταν σου σφίγγουν το χέρι ξέρεις πως όλες οι πρωτεύουσες ηλεκτροφωτίζονται πίσω απ' τη νύχτα

όταν σηκώνουν τους κουβάδες το θαλασσινό νερό ίσα στον ανήφορο

ξέρεις πως το αύριο κι ο ήλιος κι η θάλασσα είναι του χεριού τους

ξέρεις πως το χοντρό τσουβάλι με τις πέτρες γίνεται ανάλαφρο στα χέρια τους

γιατί πάντοτε πιότερο απ' το μισό βάρος το σηκώνει η Λευτεριά.

Τούτα είναι τα χέρια των συντρόφων

Γυμνά χέρια - μέσα στη φούχτα τους εσβήστηκε η γραμμή της τύχης

Στη φούχτα τους κρατάνε την τύχη του κόσμου.

Είναι τα χέρια των κομμουνιστών».

Αυτά έγραφε στη Μακρόνησο το 1950. Τέτοιου είδους όμως ποιήματα - βόλια στην ακατάπαυστη μάχη με την αδικία, υπαγορευμένα απ' τη συνείδησή του και όχι - όπως ισχυρίζονται κάποιοι - από κομματική εντολή, που ο Ρίτσος ποτέ στην ποιητική του διαδρομή δεν τα εγκατέλειψε, φαίνεται πως ακόμα και στις μέρες μας γίνονται πολύ ενοχλητικά. Μια νέα λογοκρισία, επιδέξια κι εκλεπτυσμένη στα μέτρα της καθωσπρεπισμένης ωμότητας των καιρών τους έχει επιβληθεί, γιατί είναι τάχα απλοϊκά, μονοδιάστατα, συνθηματολογικά, ψεύτικα αισιόδοξα και ανεπίκαιρα.

Ο Γ. Ρίτσος με την οξυμένη διορατικότητα του μεγάλου δημιουργού σε πολλά ποιήματά του, όπως στο εξαίσιο «Ο Ηρακλής κι εμείς», έχει δώσει την απάντηση:

«Κι αν αδέξιοι σας φανούν μια μέρα οι στίχοι μας, θυμηθείτε μονάχα πως γραφτήκαν

κάτω απ' τη μύτη των φρουρών, και με τη λόγχη πάντα στο πλευρό μας.

Κι ούτε χρειάζονται δικαιολογίες, - πάρτε τους γυμνούς, έτσι όπως είναι, -

Πιότερα ο Θουκυδίδης ο στεγνός θα σας πει, απ' τον περίτεχνο Ξενοφώντα»

Για την πρακτική χρησιμότητα τέτοιων αποκαλούμενων «κατά παραγγελία» πολιτικών ποιημάτων αρκεί κανείς να σκεφτεί ότι η παράνομη φυγάδευσή τους από το Κόμμα στο εξωτερικό, όπως έγινε με ένα άλλο «χοντροκομμένο κι απελέκητο» ποίημα - χωριάτη, όπως το αποκαλεί ο ίδιος ο Γιάννης Ρίτσος, το συγκλονιστικό «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί» - γραμμένο στον Αϊ-Στράτη σαν κάλεσμα προς όλους τους κομμουνιστές διανοούμενους και καλλιτέχνες για αλληλεγγύη στους εξόριστους - έγιναν η αφορμή για να φουντώσει η παγκόσμια κατακραυγή κατά των εφιαλτικών στρατοπέδων, που οδήγησε τελικά στο κλείσιμο της Μακρονήσου και του Αϊ-Στράτη.

Οσο για την ποιητική τους αξία, αυτή καταγράφεται στους παλμούς της καρδιάς του λαού, που τα τραγούδησε σαν εθνικό ύμνο, όπως το ανεπανάληπτο δοξαστικό στην εργατική τάξη, τον Επιτάφιο, κι αναγνωρίζεται στα σκιρτήματα που εξακολουθούν να προκαλούν σε όσους μπορούν μες στο σκοτάδι ν' ακούν «τα βήματα του επερχόμενου».

Ενιαία κοσμοθεωρητική και βιοθεωρητική θέση

Αν όμως κανείς απορρίψει αυτό το κομμάτι της ποίησης του Γ. Ρίτσου, όπου τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους, «τα σύκα - σύκα και η σκάφη - σκάφη», αν με άλλα λόγια αγνοήσει και προσπεράσει το «μόνο σεμνό, σιωπηλό και τελειωμένο λόγο» του ποιητή, «την πράξη» του να γίνει και να παραμείνει σε όλη του τη ζωή κομμουνιστής, τότε δεν έχει ελπίδα να κατανοήσει ούτε το υπόλοιπο έργο του. Γιατί τα περισσότερο σύνθετα και ώριμα ποιήματά του δεν είναι παρά η συνέχεια και η ολοκλήρωση των πιο άμεσων, μέσα από διαδικασίες γενίκευσης και καλλιτεχνικής σύνθεσης της θεωρητικής γνώσης και των βιωμάτων του στο ανώτερο, καθολικό, φιλοσοφικό επίπεδο του διαλεκτικού υλισμού.

Και για τον ίδιον ισχύουν όσα γράφει για τον Μαγιακόφσκη στα Μελετήματά του: «Το κύρος του αποτελεί μια έμπρακτη απόδειξη της αξίας της κοινωνικής ποίησης κ' ένα αποστομωτικό επιχείρημα ...των προοδευτικών ποιητών όλου του κόσμου, έναντι των δύσπιστων, των ταλαντευόμενων, των αναποφάσιστων ή των αμείλικτων αρνητών που αμφισβητούν κατά βάση τη δυνατότητα ύπαρξης μιας καθαρά κοινωνικής, ιδεολογικής, κι ακόμη περισσότερο κομματικής ποίησης.... Και πώς θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε το έργο σε αξίες ιδεολογικές, κοινωνικές, ψυχολογικές, εμπειρικές, ...όταν το ίδιο το έργο είναι μια ενότητα όλων αυτών των στοιχείων...;»

Η ενιαία κοσμοθεωρητική και βιοθεωρητική θέση του Ρίτσου απέναντι στη ζωή τόσο στα κοινωνικά - ιστορικά όσο και στα αποκαλούμενα υπαρξιακά, δηλαδή στα διαχρονικά φανερώματά της, όπως ο φόβος του θανάτου και της φθοράς, ο έρωτας, η έλλειψη της απόλυτης ελευθερίας, είναι η ειδοποιός του διαφορά με άλλους αξιόλογους ποιητές του καιρού του. Οποιοι αποσιωπούν ή αμφισβητούν την ενότητα της ζωής και της ποίησης του Γ. Ρίτσου με το να παρουσιάζουν τον ποιητή - μετά πολλών επαίνων και άφθονου εκλεκτικισμού - διχοτομημένο, ασταθή και παραδομένο στη διαρκή ταλάντωση του εκκρεμούς, συνειδητά ή ασυνείδητα επιχειρούν να μειώσουν το μέγεθός του.

Γιατί, όπως ο ίδιος έγραφε, «το ιδεολογικό υπόβαθρο της τέχνης, το κοινωνικό και ηθικό, αν δεν είναι ο πρώτος λόγος της αξίας της, είναι ωστόσο ο τελικός». Αν ήθελε, για ν' αποκτήσει τα παράσημα και τις τιμές της εξουσίας, να απαρνηθεί την υλιστική διαλεκτική και να πετάξει στη σφαίρα της μεταφυσικής, της Εγελιανής διαλεκτικής, της θρησκείας ή να κλειστεί στο μοναχικό και αδιέξοδο υπαρξιακό του κόσμο, τότε δε θα χρειαζόταν να υποστεί τόσες διώξεις και μαρτύρια, ώσπου να επιβληθεί. Οπως ο ίδιος λέει στο ποίημα του η Πύλη,

«Αν ήθελα να σφαντάξω μπορούσα να πετάξω

Ξέρω καλά τα μυστικά των πουλιών όπως και της σιωπής

Προτίμησα τη γη κάθουμε κατάχαμα στο ζεστό χώμα

Μοιράζομαι τη μοίρα τους (σ.σ. των αδικημένων) την παλεύω

Είπα ναι και κόκκινο

Οπου έπρεπε είπα όχι στους άλλους, και σε μένα

Εχω τη λαδωμένη τραγιάσκα του Λένιν, μια οδοντόβουρτσα, μια τσατσάρα

Φτιάχνω σταμνιά τσουκάλια αγαλμάτια με αργιλόχωμα

Φτιάχνω με λυγαριά και καλάμι καλάθια για τ' αυγά και τα μήλα

Φτιάχνω ποιήματα για μικρούς και μεγάλους, πεθαμένους κι αγέννητους».

Ετσι λοιπόν και τα στοχαστικά και συμβολικά έργα του Ρίτσου επιτελούν με την ίδια συνέπεια αυτό που σύμφωνα με το δικό του ορισμό αποτελεί τον υπέρτατο προορισμό του ποιητή: «Να συγκεντρώνει αδελφικά τις ανθρώπινες δυνάμεις και να τις οργανώνει ενάντια στην τυραννία, την αδικία και την ασκήμια».

Εχοντας βαθύ το αίσθημα της κοινωνικής αποστολής της ποίησης εξερευνά τις διεργασίες που συντελούνται στην ανθρώπινη συνείδηση σε καιρούς δύσκολους, όπως και οι σημερινοί, όπου η έξοδος προς την αντίσταση και τη συμμετοχή είναι στενή, και ρίχνεται σ' ένα δημιουργικό και αδιάλλακτο αγώνα για να φαρδύνει αυτή την έξοδο. Τα ποιήματά του αυτά, όπως η πολυσυζητημένη αλλά και αντιπροσωπευτική Τέταρτη Διάσταση, αποτελούν μεγαλοφυή μετουσίωση των νομοτελειών της ζωής σε λόγο ποιητικό.

Είναι «μια ένωση της ζωής και της ποίησης», μια μεγαλειώδης σύλληψη που μέσα από την αναπόφευκτη πάλη των αντιθέτων, της ελευθερίας με την αναγκαιότητα, του ατομικού συμφέροντος με το κοινωνικό, της αδράνειας με τη δράση, του θανάτου με τη ζωή, του πανάρχαιου εκμεταλλευτικού κόσμου με το νέο σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό, αποκαλύπτεται σε όλο της το βάθος και την έκταση η διαλεκτική κίνηση της ιστορίας και η αντανάκλασή της στην ανθρώπινη σκέψη και ψυχή, η κίνηση της ζωής.

Η άρνηση της άρνησης, σύμφωνα με τη φιλοσοφική ορολογία, δηλαδή η ανυποταγή, είναι για τον ποιητή η μόνη πράξη θετικής υπέρβασης αυτών των αντιθέσεων, η μόνη αντιμετώπιση που μπορεί να δικαιώσει την ύπαρξη και τη συμβολή του ατόμου στην ιστορία και να του χαρίσει έτσι ένα είδος αθανασίας μέσα από το έργο του. Αρνηση της ατομικής ελευθερίας για περισσότερη κοινωνική, επομένως και ατομική ελευθερία, άρνηση του φυσικού θανάτου με τη θυσία της ζωής που τη ζωή ανεβάζει, άρνηση του κοινωνικού θανάτου, της αδικίας, της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης, ή του ηθικού, όπως της πλήξης, της μόνωσης, της αδιαφορίας με τη συμμετοχή στον κοινωνικό αγώνα και την επαναστατική πάλη, άρνηση της γοητείας που εξακολουθεί να εκπέμπει ο παρακμασμένος παλιός κόσμος για ν' ανοίξει χώρος στον νέο είναι τα συμπεράσματα που μας προσκαλεί να υιοθετήσουμε με απίστευτη πειθώ, καθώς πηγάζουν από την καθηλωτικά ρεαλιστική ποιητική απόδοση των επώδυνων εσωτερικών συγκρούσεων, των ταλαντεύσεων και των αναστολών των ηρώων του.

Ποιητής - οδηγητής κι επαναστάτης

Σαν πρώτο ποίημα στη συλλογή αυτή ο Ρίτσος επιλέγει σκόπιμα «το παράθυρο», καλώντας μας να κοιτάξουμε μέσα απ' αυτό τη ζωή, δηλαδή από απόσταση κι έξω απ' τη φόρτιση της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής, έτσι που να μπορέσουμε να δούμε κάτω από την επιφάνεια τις εσωτερικές σχέσεις και τους γενικούς νόμους που κυβερνούν την πραγματικότητα, την κίνηση μέσα στην ακινησία.

Η γνώση μας αυτή είναι η μόνη που θα μας επιτρέψει να επιστρέψουμε στην κοινωνική ζωή, πιο ώριμοι, πιο συνειδητοί και προπαντός δυναμωμένοι απέναντι στις ήττες, τις απώλειες και τις ιστορικές επιβραδύνσεις, αλλά και απέναντι στο φόβο, τη μοναξιά, το θάνατο και τα άλλα προβλήματα του αποκαλούμενου «αιώνιου ανθρώπου». Στο ίδιο θέμα επανέρχεται και με το τελευταίο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «Οταν έρχεται ο Ξένος». Ο Ξένος, που αντιπροσωπεύει τον ποιητή - οδηγητή κι επαναστάτη, συμβολισμό που συναντάμε και σε πολλά άλλα ποιήματα του Ρίτσου (ο Φαροφύλακας, ο οδηγός του Ασανσέρ, ο Τροχονόμος κλπ.), έρχεται στο σπίτι μας που είναι βυθισμένο στο πένθος για να μας δώσει, ολοκληρωμένα πια, τα λυτρωτικά συμπεράσματα του έντονου προβληματισμού των ποιημάτων που προηγήθηκαν.

«Είναι πάντα μια γέννηση, - έλεγε ο Ξένος, -

κι ο θάνατος μια πρόσθεση, όχι αφαίρεση. Τίποτα δε χάνεται»και αυτό μπορούμε να το συναισθανθούμε, «αρκεί να σπάσουμε την πολιορκία της στιγμής»13. Αρκεί, δηλαδή, να απαλλαγούμε από τη φθορά του ατομικού χρόνου και να αναγνωρίσουμε το γενικό ανθρώπινο χρόνο. Και τότε θα συνειδητοποιήσουμε πόσο μικρές λεπτομέρειες είναι οι προσωρινές ήττες, πόσο ανώφελες είναι οι απογοητεύσεις κι οι αγωνίες μας και θα λάμψει μπροστά μας ολόκληρη η ανθρώπινη πορεία, σα μεγάλος ποταμός που χύνεται στο φως.

Γιατί για τον Ρίτσο «ολόκληρη η ζωή, ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας» δεν είναι κύκλος, μια μάταιη και δίχως νόημα επανάληψη λαθών κι αποτυχιών, αλλά μια συνέχεια σε υψηλότερο κάθε φορά επίπεδο, «μια σπείρα, μια ανερχόμενη, ανελισσόμενη σπείρα, όλο και πιο πάνω, όλο και πιο πάνω, που δεν έχει τέλος...». Αυτή η ιστορία της ανθρωπότητας, σύμφωνα με τον Ρίτσο, γράφεται στις σπουδαίες της στιγμές και από εκείνους τους συνηθισμένους ανθρώπους, που όμως με τις πράξεις τους καταφέρνουν τελικά να εκπροσωπούν τα μεγάλα συμφέροντα της κάθε εποχής.

Ετσι, οι αρχαίοι μυθολογικοί ήρωες ή οι ήρωες του '21 συγχωνεύονται και ξαναζωντανεύουν στα πρόσωπα των σύγχρονων ηρώων, που από γενιά σε γενιά κληρονομούν τα υψηλότερα ιδεώδη της διαθήκης των προγόνων τους και κουβαλούν το σπέρμα των νέων, ακόμη ανώτερων χαρακτηριστικών της ιστορίας του μέλλοντος. Οταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα, γιατί από τη θυσία τους δεν αντλούμε μόνο τη δύναμη του χρέους να συνεχίσουμε και να δικαιώσουμε τον αγώνα τους, αλλά και την πείρα και τη γνώση αυτών που «πρέπει ν' αποφύγουμε» για να επιχειρήσουμε πιο αποτελεσματικά την πραγμάτωση του ιδανικού μας.

Εξέφρασε τα πιο προχωρημένα ιδανικά της εποχής

Σε ένα σχετικά πρώιμο ποίημα του Γ. Ρίτσου, το «Ονειρο καλοκαιρινού μεσημεριού», αναφέρεται ο παρακάτω στίχος, σαν προάγγελος για τη μεταγενέστερη σύνθεση της Τέταρτης Διάστασης με τον τίτλο «Το νεκρό σπίτι», που συμβολίζει τον παλιό κόσμο:

«Δεν το ξέρεις τάχα πως κι αν πέσει το σπίτι, θα μείνει το φως

να μας δείξει να χτίσουμε σ' ένα καλύτερο σχέδιο το καινούριο σπίτι;»

Αποτέλεσμα αυτής της βαθιάς και καθόλου επιπόλαιης αυτοπεποίθησης, που του εμπνέει η γνώση των καθολικών νομοτελειών της ζωής, είναι και ο στίχος «αν τίποτ' άλλο δεν κερδίσαμε, μάθαμε τουλάχιστον πως αύριο θα συναντηθούμε», πως δηλαδή ό,τι κι αν έγινε και ό,τι κι αν γίνει, θα έρθει σίγουρα εκείνη η ώρα της πανανθρώπινης αδελφοσύνης, που κάθε ταξικός, φυλετικός, γεωγραφικός, πνευματικός διαχωρισμός θα καταργηθεί και θα εκπληρωθεί, όπως αλλού γράφει, το πανάρχαιο ανθρώπινο όνειρο για μια ειρηνική και δημιουργική αταξική κοινωνία, επιστημονικά πια στηριγμένο και ασφαλισμένο20. Ο δε άνθρωπος θ' απελευθερωθεί από τις έννοιες του, μόνο αν μπορέσει να αφουγκραστεί το βηματισμό της ιστορίας και συντονιστεί με αυτόν γιατί: «Αν είναι ο θάνατος πάντοτε δεύτερος είναι. Η λευτεριά πάντοτε είναι πρώτη».

Γίνεται έτσι φανερό πως αυτή η κατάδυση στον εξωτερικό και μαζί στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου ξεκινά από την πρόθεση του ποιητή η συμμετοχή μας στην ιστορική πραγματικότητα, στα κοινωνικά ενδιαφέροντα και προβλήματα, να γίνει πιο αποφασιστική, πιο ουσιαστική και καθολική. Οπως ταιριάζει στην καθολικότητα της κοσμοθεωρίας του και του νέου ανθρωπισμού που φέρνει η κομμουνιστική ιδεολογία: Εναν ανθρωπισμό που χωρά όλο το γιγάντιο πλέγμα των λαϊκών συμφερόντων, από τα πιο φανερά κοινωνικά, ως τα πιο μύχια και κρυφά. Αλλωστε, σαν ποιητικός εκπρόσωπος της πρωτοπόρας τάξης στην πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση, της εργατικής, δεν μπορεί παρά να εκφράζει τα πιο προχωρημένα ιδανικά της εποχής, που είναι τα ιδανικά της ίδιας ανθρωπότητας. «Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ' τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο».

Ετσι κι οι λέξεις του παίρνουν κι αυτές περιεχόμενο καθολικό. Θάνατος δεν είναι μόνο ο φυσικός αλλά και ο κοινωνικός, ο ψυχικός, ο ηθικός. Ερωτας δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο ανθρώπινο αίσθημα, αλλά η κινητήρια δύναμη της δημιουργίας, το πάθος κι η αγάπη για κάθε τι όμορφο στη φύση και τη ζωή και πάνω απ' όλα για τους ανθρώπους, γιατί «πρέπει να χαριστείς για να κερδίσεις». Λόγος είναι το αντίθετο της σιωπής, της απόδρασης απ' τα κοινωνικά προβλήματα, αλλά κι η γνώση, γιατί, όπως γράφει, «αν δεν το πω, δεν τόχω». Λευτεριά είναι η απελευθέρωση από κάθε είδους καταναγκασμό, κοινωνικό, φυσικό, ψυχικό. Ποίηση είναι η ανθρώπινη δημιουργία που μάχεται με κάθε είδους ανασταλτική δύναμη.

Δίχως αμφιβολία ο Ρίτσος εμπνέεται από το μεγαλείο και τον ηρωισμό του ανθρώπου, που έχοντας για πρώτη φορά μέσα στα χιλιάδες χρόνια της ζωής του αποκτήσει την ολοκληρωτική ιστορική συνείδηση της δημιουργικής λειτουργίας κι αποστολής του, ανακαλύπτει τη δύναμη να γκρεμίσει τον κόσμο της ανάγκης για να χτίσει το βασίλειο της ελευθερίας. «Μονάχα ο θάνατός μας είναι του καθενός μας ο ίσος» γράφει, δηλαδή όλα τα άλλα είναι κατώτερα του ανθρώπου και γι' αυτό μπορεί να τα πολιορκεί και να τα εκπορθεί, ακόμη και το μέχρι σήμερα ανεξήγητο και μυστήριο, στη μεγαλειώδη, ατελεύτητη κι ανεξάντλητη ανοδική πορεία του «από δω προς τον ήλιο».

Ευαίσθητος και γι' αυτό δυνατός

Η έκστασή του απέναντι στα κρυμμένα ακόμη μυστικά της ζωής θα μπορούσαμε να πούμε, μεταφέροντας εδώ τις σκέψεις του από το δοκίμιό του για το Μαγιακόφσκη, «δεν αποτελούν μια μεταφυσική διαφυγή, αλλά ένα γεφύρωμα ανάμεσα στο παρόν και στο μέλλον... μια φυσική αδημονία για την πραγμάτωση ενός πανανθρώπινου, ρεαλιστικού ιδανικού μέσα στον "ταχύτερο" χώρο της φαντασίας και της τέχνης».

Αλλωστε, αυτή η μοναδική ικανότητα του Ρίτσου να συνδέει το καθημερινό με το διαρκές, το παρόν με το μέλλον, το μέρος με το όλον είναι που τον τοποθετεί στο στερέωμα εκείνων των μεγάλων δημιουργών, που συνηθίζουμε να αποκαλούμε κλασικούς. Γιατί ο λόγος του Γιάννη Ρίτσου απλώνεται πέρα από τα όρια της εποχής μας και διεκδικεί να παραμείνει οδηγητικός και στη μελλοντική εποχή, που ο άνθρωπος έχοντας καταλύσει την κοινωνική σκλαβιά θα δίνει απερίσπαστα τη μάχη για τη συνολική απελευθέρωσή του.

Ολες οι ποιητικές μορφές, απ' το πολύστιχο ως το μονόστιχο ποίημα, απ' το πολυφωνικό χορικό ως τους εσωτερικούς μονολόγους κι όλες οι αισθητικές φόρμες έξω από κάθε συμβατικότητα, από τις πιο παραδοσιακές, όπως ο δεκαπεντασύλλαβος, ως τις πιο τολμηρές, όπως η συμβολική, η σουρεαλιστική ή η εξπρεσιονιστική μετάπλαση των εικόνων, επιστρατεύονται και αφομοιώνονται στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου για ν' αποδώσουν τα πρωτοποριακά της μηνύματα και να εισχωρήσουν στο έξω και το μέσα, και στο μάτι μας που βλέπει.

Κι αυτό αποτελεί επιβεβαίωση κι όχι απόρριψη του ρεαλισμού, γιατί ρεαλισμός δεν είναι η προσκόλληση στα καθιερωμένα ως ρεαλιστικά πρότυπα, αλλά η αναζήτηση εκείνης της μορφής που κάθε φορά συμβαδίζει με την πραγματικότητα και την εξέλιξή της. Για τον ίδιο λόγο δε θα πρέπει να θεωρηθούν φυγή από την πραγματικότητα και το κοινωνικό χρέος η φευγαλέα αίσθηση ματαιότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς και οι υπέροχες στιγμές ανάπαυλας, ρεμβασμού και θαυμασμού στην ομορφιά της φύσης και των πλασμάτων της, όπως το ανθρώπινο σώμα, που διαχέονται σε όλο το έργο του.

Το αντίθετο μάλιστα. Ο έρωτας, οι απλές και ταπεινές καθημερινές χαρές, η ομορφιά με λίγα λόγια της ζωής δεν αποτελούν αφορμή για απόδραση, αλλά ορμητήριο για δράση, ώστε να φτάσει ο άνθρωπος ανεμπόδιστα να τις απολαμβάνει: «Γιατί όταν λείπει το ψωμί απ' το τραπέζι ποιος ο πλούτος των άστρων;»

Το σπουδαιότερο όμως είναι πως όλα αυτά τα συστατικά της ποίησης του Ρίτσου και προπαντός η αντιφατικότητα των συναισθημάτων και των καταστάσεων συνηγορούν σε ένα βαθύτερο, διαλεκτικό ρεαλισμό που τίποτα το ανθρώπινο δεν παραγνωρίζει, και συνεργάζονται αρμονικά για ένα σκοπό: Να βαθύνουν τη γνώση μας και ταυτόχρονα να οξύνουν την ευαισθησία μας, ώστε να μας καλλιεργήσουν ένα καθολικό αισθητήριο και κριτήριο, που θα μας βοηθά όχι μόνο ν' αναγνωρίζουμε την αδικία και την ασκήμια, αλλά και να μην αντέχουμε να υποκύψουμε σ' αυτή, ακόμη και αν το τίμημα είναι ο θάνατος.

Με άλλα λόγια, η τέχνη του Ρίτσου κατορθώνει να διαπλάθει ανθρώπους ικανούς να κατανοούν την κίνηση και τη συνέχεια της ζωής και μαζί ανίκανους να πορευτούν σκυφτοί και συμβιβασμένοι μέσα σ' αυτή, ανθρώπους ανήμπορους - όπως κι εκείνος - να περπατήσουν με «κομμένα τα γόνατα της ψυχής τους», έτσι που τελικά να δημιουργεί δημιουργούς της νέας κι απαλλαγμένης απ' την παλιά δυστυχία ζωής. Κι αυτό δεν είναι τίποτ' άλλο παρά ο αληθινός σοσιαλιστικός ρεαλισμός.

Να γιατί, αγαπητοί φίλοι και σύντροφοι, τον Γιάννη Ρίτσο τον φοβήθηκαν και τον φοβούνται στρατηγοί, δικτάτορες, βασιλιάδες κι όλοι οι φρουροί και οι προσκυνημένοι του ξεπεσμένου αστικού κόσμου,

«παρότι δεν είχε στην κωλότσεπη μπιστόλι

πάρεξ ένα τρεμάμενο χαμόγελο μπροστά στο θαύμα του κόσμου που ετοιμάζουν οι πραγματικοί επαναστάτες».

Πρωτοπόρος όσο η εργατική τάξη που τον προορισμό της ζέστανε στον κόρφο της τέχνης του. Ανεξάντλητος όσο η θάλασσα και η ζωή. Ακούραστος εργάτης του Λόγου όσο και της Επανάστασης. Ασυμβίβαστος όσο ο άνθρωπος που ξέρει το νόημα της ζωής. Φωτεινός όσο το κόκκινο, που από κανένα δε δανείστηκε, το δικό του αίμα. Ακλόνητος όσο το πρέπει του σήμερα που ασπάστηκε. Ανθρώπινος όσο το χέρι που πιάνει ένα άλλο χέρι. Μα πάνω απ' όλα ευαίσθητος και γι' αυτό δυνατός.

Στο όνομά του αντηχάει ακέριο το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Με τα βουνά του μεγαλείου και της λεβεντιάς, με τα μεγάλα ιδανικά και τις πρωτοπόρες ιδέες, με τις πίκρες και τις ανησυχίες, αλλά και την ακατανίκητη πίστη σ' ένα ευτυχισμένο μέλλον και στη δύναμη του λαού που θα το επιβάλει. Στο όνομά του αντηχάει ακέριο το Κομμουνιστικό Κόμμα του Κόσμου, το λαμπρό μέλλον της πανανθρώπινης συνάντησης.

Γι' αυτό

«Ξέρουμε πως ο ίσκιος του θα μείνει πάντα, πάνου στα χωράφια

πάνου στην πλίνθινη μάντρα του φτωχόσπιτου

πάνω στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζονται αύριο.... Το ξέρουμε.»

Μας έδωσε ό,τι καλύτερο είχε. Μας συνδαύλισε ό,τι καλύτερο έχουμε. Ας του δώσουμε κι εμείς με τη σειρά μας αυτό που περίμενε από μας:

«Συνέχεια στη συνέχεια ως εκεί που μαλακώνει η καμπύλη των φρυδιών, και πιο πάνω,

τα χείλη να τεντώνονται σ' ένα συντροφικό γεια σου, χαρά σου...».

 

 

 


 
JSN ImageShow by JoomlaShine.com
 
Copyright © 2011 kke.gr | Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε