Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη
23/03/95

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

 

Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης

15 -16 Ιούλη 1995

 

Τα δύο κείμενα που συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση αυτή, ψηφίστηκαν από την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, 15-16.7.95, ως κείμενα-βάση για να συνεχιστεί η διερεύνηση και συζήτηση για τα αίτια της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη.

Το πρώτο, με τίτλο «Προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Η επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού», είναι το κείμενο με βάση το οποίο έγινε η συζήτηση στις κομματικές οργανώσεις -από τις οποίες και εγκρίθηκε- αλλά και δημόσια από τις σελίδες του Ριζοσπάστη και της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης, στην πορεία προς την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη.

Το δεύτερο, με τίτλο «Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Η αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού», είναι η εισήγηση της ΚΕ του ΚΚΕ στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, 15-16.7.95.

ΚΕΙΜΕΝΟ Α΄

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

Περιεχόμενα

Πρόλογος

 

Πρώτο μέρος

Ο ρόλος και η προσφορά του σοσιαλιστικού συστήματος

Η καπιταλιστική παλινόρθωση και οι διεθνείς συνέπειες.

Η «περεστρόικα»

Ο κόσμος, η Ευρώπη μετά το 1989-1991

 

Δεύτερο μέρος

Η οικοδόμηση και η πορεία του σοσιαλισμού σε συνθήκες αντιπαράθεσης με τον καπιταλισμό

Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια χώρα, στη Σοβιετική Ένωση, ως το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο

Το σοσιαλιστικό σύστημα στην Ευρώπη τη μεταπολεμική περίοδο

 

Τρίτο μέρος

Συμπεράσματα και προβληματισμοί για τις αιτίες της καπιταλιστικής παλινόρθωσης

 

Τέταρτο μέρος

Το ΚΚΕ και το σοσιαλιστικό σύστημα

Η επικαιρότητα, η αναγκαιότητα, ο ρεαλισμός του σοσιαλισμού στην πορεία για την κομμουνιστική κοινωνία

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Στη δεκαετία του '80 και προς τη δεκαετία του '90 πραγματοποιήθηκαν εξελίξεις και αλλαγές, που συγκλόνισαν τον κόσμο.

Στο πολιτικό σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών της Ευρώπης δημιουργήθηκαν πολιτικές προϋποθέσεις, που άνοιξαν το δρόμο στη διαδικασία παλινόρθωσης των καπιταλιστικών σχέσεων στις χώρες αυτές. Κορυφαία γεγονότα της δραματικής αυτής πορείας αποτέλεσαν η προσάρτηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, του ΣΟΑ (Συμβουλίου Οικονομικής Αλληλοβοήθειας) και η διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991.

Οι εξελίξεις αυτές έθεσαν μια σειρά σοβαρά και κρίσιμα ερωτηματικά μπροστά στο διεθνές κομμουνιστικό και προοδευτικό κίνημα. Όπως και την υποχρέωση να μελετήσει και να αναζητήσει τις αιτίες τους και να βγάλει τις απαραίτητες εκτιμήσεις και συμπεράσματα. Καθήκον, που αντικειμενικά προϋποθέτει την ουσιαστική και υπεύθυνη συμβολή του κάθε κόμματος, αλλά και τη συνολική, συλλογική προσπάθεια του διεθνούς επαναστατικού και προοδευτικού κινήματος. Μια προσπάθεια, που μπορεί και πρέπει συνεχώς να εμπλουτίζεται, καθώς ο χρόνος και η επιστημονική έρευνα θα φέρνουν στο φως νέα ιστορικά γεγονότα και πλευρές των δραματικών εξελίξεων.

Η πολιτική απόφαση του 14ου Συνεδρίου υπογράμμισε την ανάγκη να γίνει βαθιά και ολόπλευρη μελέτη της πορείας οικοδόμησης του σοσιαλισμού, να εξαχθούν συμπεράσματα και εμπειρίες από το Κόμμα μας, σε συνεργασία επίσης και με άλλα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα. Στα πλαίσια αυτά η ΚΕ αποφάσισε να διατυπώσει κείμενο προβληματισμών, να οργανώσει τον απαραίτητο εσωκομματικό και δημόσιο διάλογο και να συγκαλέσει πανελλαδικό σώμα. Η ΚΕ θεωρεί ότι το κείμενο αυτό μπορεί να αποτελέσει αφετηρία προβληματισμού, διαλόγου και πολύμορφης συζήτησης μέσα κι έξω από το Κόμμα, με τους αριστερούς και προοδευτικούς εργαζόμενους, με κάθε άνθρωπο καλής θέλησης, που προβληματίζεται και ανησυχεί για την κοινωνική οπισθοδρόμηση που σημειώθηκε στις σοσιαλιστικές χώρες με δραματικές διεθνείς συνέπειες.

Η θεματολογία του κειμένου συγκεντρώθηκε για λόγους οικονομίας στα πλέον σοβαρά, παρακάτω ζητήματα:

- Στην εμφάνιση του σοσιαλισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο και την εκτίμηση της προσφοράς του, την οικοδόμησή του σε συνθήκες ανειρήνευτης και σκληρής αντιπαράθεσης με τον ιμπεριαλισμό, καθώς και στην τεράστια προσφορά του στην ανθρωπότητα και την πάλη των λαών, για κοινωνική απελευθέρωση, πρόοδο και ειρήνη.

- Στους όρους και τις συνθήκες διαμόρφωσης των πολιτικών εξελίξεων στην Ευρώπη και τον κόσμο γενικότερα, μετά τις δυσμενείς αλλαγές των ετών 1989 1991.

- Στην αντεπαναστατική πολιτική της «περεστρόικα», που ξεκίνησε με τα συνθήματα της «ανασυγκρότησης και ανανέωσης» του σοσιαλισμού, αλλά αποδείχτηκε πως αποτελούσε το όχημα για την ανατροπή του σοσιαλιστικού πολιτικού συστήματος και το μέσο για τη δημιουργία των προϋποθέσεων της καπιταλιστικής παλινόρθωσης.

- Στην αναζήτηση και επισήμανση των διάφορων παραγόντων και των βαθύτερων αιτίων της αρνητικής αυτής εξέλιξης.

Την εξαγωγή των απαιτούμενων εκτιμήσεων και συμπερασμάτων.

- Στην κριτική εκτίμηση της στάσης του Κόμματός μας σε όλη αυτή την περίοδο.

- Και στην αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού, σε αντιπαράθεση με την καπιταλιστική βαρβαρότητα και τη «νέα τάξη πραγμάτων». Στην εξέταση όλων αυτών των θεμάτων συγκεντρώσαμε την προσοχή μας σε ορισμένα ζητήματα, που θεωρούμε ιδιαίτερα σοβαρά και κρίσιμα. Αυτά είναι:

- Η αλληλοδιαπλοκή και αλληλεξάρτηση των εξωτερικών και εσωτερικών, των υποκειμενικών και αντικειμενικών παραγόντων, που δημιούργησαν σε μια πορεία τις προϋποθέσεις για την ανατροπή των καθεστώτων στις σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης.

- Στα πλαίσια αυτά προσπαθούμε να διερευνήσουμε το ρόλο του ιμπεριαλισμού ως ενός σοβαρού, εξωτερικού παράγοντα, που άσκησε σημαντική και πολλαπλή επίδραση. Γεγονός ολοφάνερο από τη συστηματική και έντονη επιθετικότητά του, από τη συνεχή και μόνιμη προσπάθειά του να πάρει την εκδίκηση, από την πολύμορφη και συστηματική εκμετάλλευση των εσωτερικών δυσκολιών και λαθών που εμφανίστηκαν στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Από τα πάμπολλα στοιχεία και γεγονότα που αποδεικνύουν τη μακρόχρονη, σχεδιασμένη και με προσήλωση στο στόχο για την ανάκτηση του χαμένου εδάφους αντισοσιαλιστική επιχείρησή του.

- Η δράση του υποκειμενικού παράγοντα και ο βαθμός που μπόρεσε να ανταποκριθεί στις σύνθετες απαιτήσεις της πάλης, από την εμφάνιση του σοσιαλισμού μέχρι τα γεγονότα του 1989 1991. Είναι ένα ζήτημα με ευνόητη και ιδιαίτερη σημασία, ακόμη περισσότερο αφού θεωρούμε ότι η καπιταλιστική οπισθοδρόμηση δεν ήταν αναπόφευκτη. Η «περεστρόικα» εμφανίστηκε σε μια περίοδο που είχαν συσσωρευτεί προβλήματα από λάθη, ανεπάρκειες και δυσκολίες που προέρχονταν από τη συνθετότητα των καταστάσεων και των πρωτοεμφανιζόμενων προβλημάτων, αλλά και υποχωρήσεις, παρεκκλίσεις ιδεολογικού χαρακτήρα μπροστά σε εμπόδια, που εμφανίστηκαν στην αντιπαράθεση με τον ιμπεριαλισμό και την επιθετικότητά του.

- Τα προηγούμενα μας υποχρεώνουν αντικειμενικά να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας και στην εξέταση του συστήματος των αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, την αξιοποίηση της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, την ανάπτυξη της θεωρίας και της επιστήμης, τη διαλεκτική σχέση δημοκρατίας και συγκεντρωτισμού στο πολιτικό σύστημα και την οικονομία, τη στρατηγική και τακτική στην αντιπαράθεση με τον ιμπεριαλισμό, το ρόλο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Οι μεγάλες και δυσμενείς εξελίξεις των τελευταίων ετών δεν αλλάζουν στο παραμικρό την ακλόνητη πεποίθηση και πίστη μας στη σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική, ως ιστορική αναγκαιότητα και δυνατότητα. Η ανατροπή μιας σειράς σοσιαλιστικών καθεστώτων δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την ανατροπή της μαρξιστικής λενινιστικής θεωρίας για την κοινωνική εξέλιξη και πολύ περισσότερο την ακύρωσή της. Η ανθρώπινη ιστορία είναι μια διαδικασία συνεχούς προόδου, που συντελείται, όμως, μέσα από ατέλειωτες και απρόβλεπτες παλινδρομήσεις και οπισθοχωρήσεις. Οι τέσσερις μεγάλοι κοινωνικοί σχηματισμοί, που προηγήθηκαν του σοσιαλισμού, αντικαταστάθηκαν διαδοχικά. Η μετάβαση από την κατώτερη στην ανώτερη μορφή κοινωνίας, «από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας» είναι νομοτελειακή.

Σήμερα δεν μπορεί να προκαθοριστεί ο χρόνος που θ' απαιτηθεί για τη νίκη του σοσιαλισμού και την εμφάνιση του κομμουνισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Η διαδικασία θα είναι μακρόχρονη. Δε θα είναι μια «ενέργεια» που θα σβήσει αμέσως όλους τους ιστορικά αναπόφευκτους περιορισμούς που εμποδίζουν τον άνθρωπο να δρα ελεύθερα και συνειδητά με όλη τη σημασία της λέξης. Η κατεύθυνση της ιστορίας, μέσα από πολύμορφες δυσκολίες και πιθανές οπισθοδρομήσεις, εκεί θα τείνει, στην πλήρη εξάλειψη κάθε μέσου υποταγής και περιορισμού της ανθρώπινης δραστηριότητας, στη βάση της κομμουνιστικής αρχής «ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».

 

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ Ο ΡΟΛΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ      αρχή

 

1. Οι δραματικές ανατροπές που συνέβησαν τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν την αφετηρία για μια χωρίς προηγούμενο αντισοσιαλιστική επίθεση των διάφορων προπαγανδιστικών μηχανισμών του ιμπεριαλισμού. Εκμεταλλευόμενοι υπαρκτές αδυναμίες και προβλήματα, αλλά κυρίως εξαπολύοντας μια πρωτοφανή στην έκτασή της συκοφαντική και καλά ενορχηστρωμένη προπαγανδιστική εκστρατεία, θέλησαν και θέλουν να πάρουν την ιδεολογική και πολιτική εκδίκηση, να σπιλώσουν και να μηδενίσουν τον τεράστιο ρόλο και τη μεγάλη προσφορά της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών στους εργαζόμενους και σ' όλη την ανθρωπότητα, στην πάλη τους για ειρήνη, πρόοδο και κοινωνική απελευθέρωση. Η ιστορική αλήθεια όμως δεν μπορεί να παραχαραχτεί. Παρά τα όποια προβλήματα των σοσιαλιστικών χωρών, το διαμορφωμένο σοσιαλιστικό σύστημα του 20ού αιώνα επιχείρησε ένα από τα μεγαλύτερα κατορθώματα του πολιτισμού, την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Απέδειξε την ανωτερότητά του από τον καπιταλισμό και τα τεράστια πλεονεκτήματα, που παρέχει για την εργασία και τη ζωή των εργαζομένων.

Η σύγκριση ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό δεν μπορεί να γίνει με τα ίδια ακριβώς κριτήρια ή έξω από τη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, μέσα στην οποία εμφανίστηκαν και αναπτύχθηκαν.

Το καπιταλιστικό σύστημα ετοιμάστηκε μέσα στους κόλπους της φεουδαρχίας, αφού και τα δύο συστήματα βασίζονταν στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, στο σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Οι επαναστατικές δυνάμεις αντίθετα, ήταν υποχρεωμένες να κτίσουν ένα ριζικά διαφορετικό κοινωνικό σύστημα, σε ρήξη με το προηγούμενο καθεστώς στο θεμελιακό ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης. Οι κλασικοί δεν έδωσαν και δεν μπορούσαν να δώσουν τις λεπτομέρειες οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Πηγή συσσώρευσης για το καπιταλιστικό σύστημα είναι το κεφάλαιο, η εκμετάλλευση εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στις αποικίες, οι ανισότιμες ανταλλαγές πέρα από τη στυγνή εκμετάλλευση των ίδιων των λαών τους και των μεταναστών. Για το σοσιαλισμό βασική πηγή συσσώρευσης αποτελεί η ανθρώπινη παραγωγική δύναμη και η παραγωγικότητά της. Τα κριτήρια σύγκρισης των δύο συστημάτων με βάση τα καταναλωτικά πρότυπα επίσης δεν είναι τα ίδια. Ο καπιταλισμός στρεβλώνει τα καταναλωτικά κριτήρια για την ποιότητα ζωής, σε αντίθεση με το σοσιαλισμό ο οποίος έχει διαφορετικές ιεραρχήσεις για το περιεχόμενο των ανθρώπινων αναγκών στη σύγχρονη εποχή.

2.Με την εμφάνιση και εδραίωση της Σοβιετικής Ένωσης και του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος άλλαξε ριζικά η εικόνα του κόσμου. Το σοσιαλιστικό σύστημα, σε συνεργασία με τα άλλα τμήματα του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, αποτέλεσε το μόνο πραγματικό αντίβαρο στις απολυταρχικές τάσεις του καπιταλισμού. Σε κανένα από τα σοβαρά παγκόσμια προβλήματα δεν μπορούσε να δοθεί ουσιαστική λύση, δίχως τη συμμετοχή του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος. Το σοσιαλιστικό σύστημα άσκησε σημαντική επίδραση στην εμφάνιση και ενδυνάμωση του εργατικού κομμουνιστικού κινήματος στις καπιταλιστικές χώρες, του εθνικοαπελευθερωτικού στον Τρίτο Κόσμο.

Ο σοσιαλισμός συνέβαλε αποφασιστικά και σε παγκόσμια κλίμακα στην απόκρουση του φασισμού, με την ιστορική συμμετοχή της Σοβιετικής Ένωσης στο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Έδωσε αναντικατάστατη προσφορά στη δημιουργία ενός παγκόσμιου κινήματος αντίστασης, στην πρωτοπορία του οποίου αγωνίστηκαν οι κομμουνιστές. Άσκησε καταλυτική επίδραση στην κατάρρευση του αποικιοκρατικού συστήματος.

Το σοσιαλιστικό σύστημα έδωσε ιστορικά παραδείγματα τεράστιας συμβολής στην εξάλειψη εστιών έντασης και πολέμου υπέρ των λαών, όπως είναι: Ο τερματισμός του πολέμου της Κορέας. Η ολόπλευρη στήριξη της Αιγύπτου, η βοήθεια για το έργο του φράγματος του Ασουάν, η στήριξη της χώρας αυτής από τον κίνδυνο της τριπλής επιδρομής το 1956. Η βοήθεια προς τη Συρία, το 1957, από τις συνωμοσίες του ΝΑΤΟ. Η παρεμπόδιση της αγγλοαμερικανικής επιδρομής κατά του Ιράκ, το 1958. Η βοήθεια προς το Λίβανο και την Ιορδανία, για να απαλλαγούν από τα αμερικανοβρετανικά στρατεύματα. Η στήριξη ασιατικών λαών από την ιμπεριαλιστική και αποικιοκρατική δράση των ΗΠΑ, Βρετανίας και Γαλλίας. Η συμβολή στον τερματισμό του πολέμου της Ινδοκίνας και στη συνέχεια η ιστορική βοήθεια προς το λαό του Βιετνάμ. Η υπεράσπιση των αραβικών κρατών από τον ισραηλινό πόλεμο, η στήριξη του αγώνα του παλαιστινιακού και κυπριακού λαού. Η μεγάλη βοήθεια στην κρίση της Κούβας, όπως επίσης στους λαούς του Κονγκό, της Γουινέας Μπισάου, της Μοζαμβίκης, της Αγκόλας, της Χιλής.

3. Οι κατακτήσεις του σοσιαλισμού και η γενικότερη δράση του σοσιαλιστικού συστήματος, η πολύμορφη αλληλεγγύη των σοσιαλιστικών χωρών άσκησαν θετική επίδραση στον αντιδικτατορικό αγώνα του ελληνικού, του πορτογαλικού και του ισπανικού λαού.

Οι αλλεπάλληλες προτάσεις, οι συστηματικές πρωτοβουλίες και οι συγκεκριμένες ενέργειες για την ειρήνη και τον αφοπλισμό, που έγιναν από τη Σοβιετική Ένωση και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, αποτελούν ένα από τα πιο έκδηλα και αδιάψευστα κριτήρια της διαφορετικότητας των δύο κοινωνικών συστημάτων, του ανθρωπιστικού και φιλειρηνικού χαρακτήρα του σοσιαλισμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα εξής: Οι προτάσεις για πανευρωπαϊκή συμφωνία για την ειρήνη και την ασφάλεια στην Ευρώπη (1954 και 1955). Για την ειρηνική λύση του γερμανικού προβλήματος. Οι νέες προτάσεις της ΕΣΣΔ, να υιοθετήσουν όλες οι μεγάλες δυνάμεις μέτρα σταδιακού αφοπλισμού, απορρίπτονται από τις ΗΠΑ, ακόμα και όταν το 1955 η Σοβιετική Ένωση θα προχωρήσει σε μονομερή και σε βάρος της μέτρα μείωσης. Αλλεπάλληλες προτάσεις και πρωτοβουλίες για εξομάλυνση των διμερών σχέσεων με τις ΗΠΑ, οι οποίες εμπνέουν τους αγώνες των φιλειρηνικών λαών και προοδευτικών κινημάτων και τελικά υιοθετούνται από τον ΟΗΕ. Αντίθετα, όλο αυτό το διάστημα ο ιμπεριαλισμός δε σταμάτησε να υποσκάπτει τις προσπάθειες αφοπλισμού και ειρήνης, με στόχο την υπονόμευση της αμυντικής ικανότητας του σοσιαλιστικού συστήματος.

Σημαντική ήταν επίσης η πολύμορφη επίδραση, που ασκούσε ο σοσιαλισμός σε όλες τις πτυχές του καπιταλιστικού συστήματος: στην οικονομία, την πολιτική, τον κοινωνικό τομέα. Τα επιτεύγματα των σοσιαλιστικών χωρών υποχρέωναν το καπιταλιστικό σύστημα σε αναπροσαρμογές, υποχωρήσεις απέναντι στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα των καπιταλιστικών χωρών.

Ασκούσαν μια σοβαρή και ποικιλότροπα θετική, ελκτική δύναμη στους εργαζόμενους και τα μαζικά κινήματα.

Η εμφάνιση του σοσιαλισμού, αρχικά σε μια χώρα και μετά σε ομάδα χωρών, και η κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, σήμανε ταυτόχρονα την εγγύηση πρωτοφανών για την εποχή εκείνη πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Την ικανοποίηση σε μαζική κλίμακα στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως της εργασίας, της δωρεάν ιατρικής περίθαλψης και της παιδείας, της παροχής φθηνών υπηρεσιών από το κράτος, της κατοικίας, της πρόσβασης στις πνευματικές και πολιτιστικές αξίες.

Η ριζική εξάλειψη της τρομερής κληρονομιάς του αναλφαβητισμού και ο εκμηδενισμός της ανεργίας αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα *1. Στη Σοβιετική Ένωση πάνω από τα 3/4 των εργαζομένων είχαν αποκτήσει ανώτατη, πλήρη μέση μόρφωση όταν στις ΗΠΑ υπάρχουν ακόμα, σήμερα, 23 εκατομμύρια επίσημα αναγνωρισμένοι αναλφάβητοι.

Η ΕΣΣΔ, ακόμη και στην εικοσιτετράχρονη, πριν από το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, πορεία της, πραγματοποίησε άλματα αιώνων στη βιομηχανική οικονομική της ανάπτυξη.

Η φροντίδα για την προστασία των πνευματικών αξιών, των μνημείων του πολιτισμού και του ιστορικού παρελθόντος ήταν φροντίδα του ίδιου του σοβιετικού κράτους και της λαϊκής εξουσίας. Είναι ιστορικής σημασίας γεγονός, ότι η σοσιαλιστική επανάσταση έκανε τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού κτήμα όλων των εργαζομένων. Μετά το Λούβρο και το Βατικανό, το Ερμιτάζ ήταν η πρώτη συλλογή στον κόσμο προσιτή στο λαό, αμέσως μετά την επανάσταση, όταν ακόμα ο λαός πεινούσε, κρύωνε, περπατούσε ξυπόλυτος και ήταν αναλφάβητος.

Η πολιτιστική επανάσταση αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης *2.

Στη Σοβιετική Ένωση, από το 1956, εφαρμοζόταν καθεστώς 7ωρης και 6ωρης εργάσιμης ημέρας, πενθήμερη εργάσιμη εβδομάδα. Σε όλους τους εργαζόμενους εξασφαλίζονταν μέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ετήσιες άδειες με αποδοχές. Η εργάσιμη εβδομάδα στη Σοβιετική Ένωση ήταν μια από τις μικρότερες στον κόσμο. Άλλαξε και το περιεχόμενο του ελεύθερου χρόνου. Για την αξιοποίησή του, η λαϊκή εξουσία είχε δημιουργήσει και τις ανάλογες προϋποθέσεις, όπως αναπαυτήρια, δίκτυο πολιτιστικών, ενημερωτικών και υγειονομικών ιδρυμάτων.

Η κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων ήταν φροντίδα πρώτης προτεραιότητας του σοσιαλιστικού κράτους. Δημιουργήθηκε το καθολικό σύστημα συνταξιοδότησης (55 χρόνια για τις γυναίκες, 60 για τους άνδρες). Η χρηματοδότηση των ταμείων εξασφαλιζόταν από τον κρατικό προϋπολογισμό και τις ασφαλιστικές εισφορές των επιχειρήσεων και ιδρυμάτων. Ανάλογες συνθήκες επικρατούσαν και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες.

4. Η σοσιαλιστική εξουσία έθεσε τις βάσεις για την κατάργηση της καταπίεσης της γυναίκας, ξεπερνώντας τις τεράστιες δυσκολίες που αντικειμενικά υπήρχαν. Της εξασφάλισε ίσα δικαιώματα στον οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό τομέα, χωρίς να σημαίνει ότι έγινε δυνατό στο διάστημα αυτό να εξαλειφθεί κάθε μορφή ανισότιμων σχέσεων με το άλλο φύλο που είχαν παγιωθεί σε μια μακρόχρονη πορεία.

Ο εργαζόμενος άνθρωπος στις σοσιαλιστικές χώρες δε δοκίμαζε τις γνωστές αγωνίες και τα προβλήματα που γνώρισαν και γνωρίζουν οι εργαζόμενοι των καπιταλιστικών χωρών, όπως η ανεργία, η ακρίβεια, η ανασφάλεια, η εργοδοτική καταπίεση, υποτίμηση και περιφρόνηση, η κοινωνική εγκληματικότητα*3.

5. Η Οκτωβριανή Επανάσταση εγκαινίασε την αδελφική ισοτιμία εθνών και εθνοτήτων στα πλαίσια ενός τεράστιου πολυεθνικού κράτους και έδωσε λύση στο εθνικό πρόβλημα με την εξάλειψη της εθνικής καταπίεσης σε όλες τις μορφές και εκδηλώσεις της. Χρειάστηκε ευθύνη, θάρρος και πολιτική διορατικότητα, για να αντιμετωπιστεί ένα από τα πιο δύσκολα και πολύπλοκα προβλήματα του αιώνα μας, με βάση την αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών μέχρι και το δικαίωμα της ίδρυσης αυτοτελών κρατών*4.

Η πορεία συνένωσης των εθνοτήτων και μειονοτήτων σε ένα ενιαίο κράτος δημιούργησε παράλληλα τις προϋποθέσεις της συνειδητοποίησης της ιδιαίτερης εθνικής ταυτότητας, της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας του κάθε χωριστού λαού στα πλαίσια του ενιαίου σοσιαλιστικού κράτους, φαινόμενο φυσιολογικό.

Επομένως ο σεβασμός αυτών των ιδιαιτεροτήτων μπορεί και πρέπει να συμβαδίζει με την πορεία ενοποίησης. Σε διαφορετική περίπτωση καλλιεργείται το έδαφος για χαλάρωση ή και άμβλυνση του αισθήματος της ενότητας, ιδιαίτερα σε στιγμές που δεν αντιμετωπίζονται έγκαιρα και με σωστό τρόπο συσσωρευμένα προβλήματα, όπως συνέβη στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Στην κρίσιμη στιγμή, σε συνθήκες γενικής πισωδρόμησης, οι εθνικές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες με την κατάλληλη αξιοποίηση από τις ιμπεριαλιστικές και τις αντεπαναστατικές δυνάμεις στο εσωτερικό μετατράπηκαν εύκολα σε εθνικιστικές και σοβινιστικές απόψεις, επανεμφανίστηκαν αναζωογονημένες έχθρες και διχόνοιες που είχαν καλλιεργηθεί στα προεπαναστατικά χρόνια, οδήγησαν λαούς και εθνότητες που για εφτά δεκαετίες έζησαν για πρώτη φορά στην ιστορία τους ειρηνικά και δημιουργικά, σε εμφύλιους σπαραγμούς και αιματοχυσίες.

6. Οι σοσιαλιστικές χώρες έκαναν σοβαρή προσπάθεια να ανταποκριθούν στις ανάγκες διεθνοποίησης της ζωής, στην αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της, με βάση την αρχή του προλεταριακού διεθνισμού στις οικονομικές σχέσεις.

Με την ίδρυση, το 1949, του Συμβουλίου Οικονομικής Αλληλοβοήθειας (ΣΟΑ) εμφανίστηκε ένας νέος, άγνωστος ως τότε τύπος διεθνών σχέσεων, που βασιζόταν στις αρχές της ισότητας, των αμοιβαίων πλεονεκτημάτων και της αδελφικής αλληλοβοήθειας. Αν δεν υπήρχε το ΣΟΑ, οι διμερείς σχέσεις των σοσιαλιστικών χωρών δε θα ήταν ικανές να συμβάλουν στην ανάπτυξή τους. Θα ήταν περισσότερο εκτεθειμένες στις πολιτικές και τις οικονομικές πιέσεις της ΕΟΚ και των άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών.

Το ΣΟΑ άνοιξε το δρόμο για την οργάνωση διεθνών, κλαδικών οικονομικών οργανώσεων και κοινών επιχειρήσεων των χωρών του σοσιαλισμού. Η γενικότερη συμβολή του ΣΟΑ στην ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ των σοσιαλιστικών χωρών και του σοσιαλιστικού συστήματος ήταν σημαντική. Οι χώρες-μέλη του ξεκινούσαν από χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης και δε διέθεταν τους συσσωρευμένους πόρους των καπιταλιστικών χωρών, που είχαν αποκτήσει σε μια μακρότατη πορεία και στη βάση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Οι κατακτήσεις που αναμφισβήτητα σημειώθηκαν στις σοσιαλιστικές χώρες, σε σύγκριση με το σημείο εκκίνησής τους, αλλά και σε σύγκριση με τη ζωή των εργαζομένων στον καπιταλιστικό κόσμο, αποδεικνύουν ότι ο σοσιαλισμός έχει εγγενείς δυνατότητες για συνεχή βελτίωση της ζωής του ανθρώπου και ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Όπως απέδειξαν τα γεγονότα, οι κατακτήσεις δεν πραγματοποιούνται αυτόματα και μηχανιστικά, αλλά κάτω από την ορθή -σε κάθε φάση και βαθμίδα εξέλιξης- πολιτική των κομμουνιστικών κομμάτων και των οργάνων της σοσιαλιστικής εξουσίας και με προϋπόθεση την ενεργητική συμμετοχή των λαών στην οικοδόμηση του νέου αυτού συστήματος. Λάθη και παρεκκλίσεις, παραβιάσεις αρχών, αλλά και οι τεράστιες δυσκολίες εξαιτίας της σκληρής αναμέτρησης με το καπιταλιστικό σύστημα, μπορεί να αποτελέσουν παράγοντα επιβράδυνσης και στασιμότητας.

Πέρα και ανεξάρτητα από τα προβλήματα και τις αδυναμίες που εμφανίστηκαν, αντικειμενικού και κυρίως υποκειμενικού χαρακτήρα, ο 20ός αιώνας θα περάσει στην ιστορία ως ο αιώνας που σφραγίστηκε από την πρώτη, μεγάλη και ιστορική απόπειρα της ανθρώπινης κοινωνίας να αποτινάξει τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και να αποκτήσει την ανεπανάληπτη, πολύτιμη πείρα, ώστε να πραγματοποιήσει το τεράστιο άλμα του σοσιαλισμού στην πορεία για την κομμουνιστική κοινωνία.

 

Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ.

Η «ΠΕΡΕΣΤΡΟΪΚΑ»

 

7. Η πολιτική της «περεστρόικα» εμφανίστηκε αρχικά με τα συνθήματα της «ανανέωσης και ανασυγκρότησης» του σοσιαλισμού και ως πολιτική διεξόδου στα υπαρκτά την εποχή εκείνη, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ορισμένα από τα αρχικά της συνθήματα είναι δανεικά από προηγούμενες επεξεργασίες του ΚΚΣΕ, της περιόδου Αντρόποφ ή και παλιότερα. Σχετικά γρήγορα, όμως, άρχισε ν' αποκαλύπτει το πραγματικό, αντεπαναστατικό της πρόσωπο, καθώς η συγκεκριμενοποίηση και πρακτική εφαρμογή των αρχικών συνθημάτων πήρε το περιεχόμενο «μεταρρυθμίσεων» και μέτρων, που έθιγαν και έτειναν να ανατρέψουν καίριους και θεμελιακούς τομείς της σοσιαλιστικής κοινωνίας, τόσο στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος όσο και σ' αυτό της οικονομίας.

Η ουσία των «μεταρρυθμίσεων» αυτών ήταν το μεταβατικό πέρασμα των μέσων παραγωγής στην ατομική ιδιοκτησία με αφετηρία την αγροτική οικονομία και με σαφή πρόθεση την επέκταση σε όλους τους τομείς. Απέβλεπαν στην εξάλειψη της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, στην κατάργηση του σοσιαλιστικού σχεδιασμού, στην αποδιάρθρωση του συστήματος κατανομής και διανομής των καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών. Αποκαλύπτεται ότι πρόκειται για πολιτική εξαγωγής της αντεπανάστασης με μέτρα και επιλογές που αναιρούν τον προλεταριακό διεθνισμό, τις αδελφικές, ισότιμες σχέσεις στα πλαίσια του σοσιαλιστικού καταμερισμού.

8. Το μεγάλο ερώτημα, που δικαίως απασχολεί όσους ασχολούνται με τις εξελίξεις αυτές, είναι γιατί η αντεπανάσταση δε συνάντησε λαϊκή αντίδραση. Γιατί οι λαοί δεν υπερασπίστηκαν το σοσιαλισμό και τις κατακτήσεις του.

Ορισμένοι κάνουν την εκτίμηση, ότι η πολιτική της «περεστρόικα» ξεκίνησε με αγνές προθέσεις και κάπου στην πορεία «στράβωσε», μέχρι που μετατράπηκε σε όχημα της αντεπανάστασης. Η εκτίμηση αυτή δε μας βρίσκει σύμφωνους. Όχι μόνο γιατί μια πολιτική πρέπει να κρίνεται ολοκληρωμένα και όχι αποσπασματικά, αλλά και γιατί πρέπει κυρίως να κρίνεται στο πεδίο της συγκεκριμένης και πρακτικής εφαρμογής της και όχι στο πεδίο των διακηρύξεων και των συνθημάτων.

Η συγκεκριμένη πολιτική απέσπασε την υποστήριξη ή την ανοχή των λαϊκών μαζών, γιατί συνέτρεξαν και μάλιστα σε συνδυασμό, μια σειρά βασικές προϋποθέσεις:

α. Προωθήθηκε από τα κομματικά και κυβερνητικά όργανα και βασιζόταν στο κύρος τους και την εμπιστοσύνη που έτρεφαν οι μάζες γι' αυτά.

β. Χρησιμοποίησε τα γνωστά σε όλους συνθήματα, όπως για παράδειγμα, το «περισσότερος σοσιαλισμός περισσότερη δημοκρατία».

γ. Εκμεταλλεύτηκε τα υπαρκτά εκείνη την εποχή προβλήματα και κυρίως την κοινή πεποίθηση πως υπήρχε ανάγκη αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, στα πλαίσια του σοσιαλισμού, που θα αντιμετώπιζαν στρεβλώσεις και καθυστερήσεις σε βασικούς τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Ειδικά για το τμήμα της κομματικής και κρατικής καθοδήγησης εκείνης της περιόδου, η πραγματικότητα και η μελέτη των εξελίξεων αποδείχνει ότι ένα μέρος της υιοθέτησε συνειδητά την πολιτική της παλινόρθωσης. Ένα άλλο μέρος της, την ακολούθησε επηρεασμένο από αναθεωρητικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις, που είχαν εισχωρήσει σταδιακά στο κομμουνιστικό κόμμα. Ανάλογη ήταν η εικόνα και των κομματικών και κρατικών καθοδηγήσεων στις άλλες ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες, αν λάβουμε, βέβαια, υπόψη και την καθοριστική επίδραση που ασκούσε η πολιτική και το κύρος της ηγεσίας του ΚΚΣΕ.

Με την πολιτική της «περεστρόικα» επίσης συντάχθηκαν και τμήματα του λαού, που για διάφορους λόγους είχαν έντονη δυσαρέσκεια ή επηρεάζονταν από περιοριστικά μέτρα του παρελθόντος. Στηρίχτηκε ακόμη από σημαντικά τμήματα της διανόησης, που είχαν επηρεαστεί από την καθυστέρηση στην επίλυση σοβαρών προβλημάτων ή εξαιτίας των σχετικά χαμηλών μισθών στον τομέα της υγείας και τις κοινωνικές υπηρεσίες γενικότερα.

Άλλα τμήματα τα επηρέασαν οι δυσκολίες και οι περιορισμοί μετακίνησης στο εξωτερικό. Άλλα, οι αναπτυσσόμενες και μη ικανοποιούμενες σύγχρονες ανάγκες κατανάλωσης, η επίδραση της βιτρίνας του καπιταλιστικού περίγυρου και της στρέβλωσης των καταναλωτικών προτύπων που αυτός καλλιεργεί.

Τμήματα της νεολαίας, όπως η σπουδάζουσα, που έχει εν δυνάμει ριζοσπαστικά και προοδευτικά στοιχεία, επηρεάστηκαν αρχικά υπέρ της «περεστρόικα» και στη συνέχεια εγκλωβίστηκαν, αφού δεν υπήρξε η κατάλληλη ενημέρωση και δεν κλήθηκαν να την αναχαιτίσουν.

Έναν ορισμένο ρόλο, ιδιαίτερα στις άλλες χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, έπαιξαν οι απόγονοι των καπιταλιστών και των τσιφλικάδων, που είχαν χάσει προνόμια και δύναμη και συνέχιζαν να διατηρούν κάποια μικρά ερείσματα, που ισχυροποιήθηκαν μέσα από τη διαδικασία της αντεπανάστασης.

Η κατάσταση αυτή συνδυάστηκε με την ιδεολογική επίδραση της ανοιχτής παρέμβασης του ιμπεριαλισμού, απόκτησε δυναμική σε συνθήκες γενικής απάθειας και αποξένωσης.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν την πορεία τους. Διαμορφώθηκε το στρώμα των κερδοσκόπων, των νέων καπιταλιστών με τις πολιτικές και κοινωνικές ενώσεις τους, που έπαιξαν ενεργητικό ρόλο στην παλινόρθωση*5.

9. Η «νέα σκέψη» στην εξωτερική πολιτική στηρίχτηκε στη λανθασμένη, αντιεπιστημονική θέση, ότι η βασική αντίθεση της εποχής μας είναι η διαταξική -αταξική δηλαδή- αντίθεση ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη, για την οποία, δήθεν, μπορεί εξίσου να ενδιαφερθούν όλα τα κράτη, ανεξάρτητα από κοινωνικό σύστημα. Προβλήθηκαν ουτοπικές απόψεις, που αρνούνταν βασικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες του ιμπεριαλισμού.

Π.χ. ότι ο τελευταίος μπορεί να δεχτεί παγκόσμιο σύστημα ασφάλειας με τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Στην ουσία έγινε αποδεκτή η θέση του ιμπεριαλισμού για την «αναχαίτιση της σοβιετικής επιθετικότητας».

Επιχειρήθηκε η αποϊδεολογικοποίηση και πολιτική άμβλυνση των διεθνών, διακρατικών σχέσεων. Η λενινιστική πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης μεταβάλλεται σε πολιτική ταξικής και ιδεολογικής συμφιλίωσης.

Η πολιτική της «οικονομίας της αγοράς» συνδέθηκε με την «επιτάχυνση της κοινωνικοοικονομικής εξέλιξης», στόχο που είχαν θέσει επίσης προηγούμενα συνέδρια του ΚΚΣΕ. Προβλήθηκε η «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς» με στόχο την «ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, την ενίσχυση των κινήτρων για την εφαρμογή των επιστημονικοτεχνικών επιτευγμάτων στην παραγωγή, την ενίσχυση της ιδιοσυντήρησης των επιχειρήσεων». Προβλήθηκε η επιδίωξη της «διόρθωσης» λαθών και αδυναμιών του οικονομικού μηχανισμού και του κεντρικού σχεδιασμού διεύθυνσης. Οι συζητήσεις για το συσχετισμό σοσιαλισμού και αγοράς, που σκόπιμα γίνονταν, αποσκοπούσαν στην κατάργηση του σοσιαλισμού και στην επιβολή της οικονομίας της αγοράς του καπιταλισμού.

Το επόμενο βήμα, το οποίο αποκάλυψε τον πραγματικό χαρακτήρα του οικονομικού προγράμματος της «περεστρόικα», ήρθε λίγο αργότερα, το 1987, με την ψήφιση νόμου που κατοχύρωνε την ατομική ιδιοκτησία και την εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης. Για την ψυχολογική και ιδεολογική προετοιμασία του σοβιετικού λαού χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα, η Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν (ΝΕΠ), η οποία όμως εφαρμόστηκε σε διαφορετική φάση της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας και με χαρακτήρα προσωρινού μέτρου.

Το σύνθημα της «διαφάνειας στην κοινωνική και πολιτική ζωή» από την αρχή στηρίχτηκε σε κριτήρια και αξίες πανομοιότυπες με της αστικής δημοκρατίας, ενώ δημαγωγικό χαρακτήρα πήρε το σύνθημα της πάλης ενάντια στη «γραφειοκρατία». Ο πυρήνας των ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων, που προβλήθηκαν, από ένα σημείο και μετά είχε σαφή στόχο να πλήξει τον καθοδηγητικό ρόλο του Κόμματος, το ίδιο το πολιτικό σύστημα της χώρας. Η περίφημη «διαφάνεια», σύνθημα που συνόδευε την «περεστρόικα», αποδείχτηκε το βασικότερο μέσο για την παραποίηση και το μηδενισμό της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος και του σοβιετικού λαού. Την ίδια ώρα ο ίδιος ο Μ.Γκορμπατσόφ κρατούσε στο παρασκήνιο τις «διαβουλεύσεις» και συμφωνίες του με τους ηγέτες των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Η προώθηση της αντεπανάστασης βοηθήθηκε αποφασιστικά με την καθολική ανάμειξη των ιμπεριαλιστικών χωρών, των κυβερνήσεών τους και των μυστικών τους υπηρεσιών, που προφανώς διέθεταν στα χέρια τους στοιχεία και ανθρώπους-όργανα για την υλοποίηση των σχεδίων τους.

Η τακτική και μεθοδολογία της «περεστρόικα» στηρίχτηκε στη διόγκωση των υπαρκτών προβλημάτων της σοβιετικής κοινωνίας, στην παραποίηση της ιστορίας, στο μηδενισμό και τη λαθολογία των 70 και πλέον χρόνων οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, όπως: η διόγκωση και απολυτοποίηση των προβλημάτων του κεντρικού σχεδιασμού και της γραφειοκρατίας. Η αποδυνάμωση του κέντρου, με πρόσχημα την ενίσχυση της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων και των ενωσιακών δημοκρατιών.

Έτσι άρχισε η διαδικασία αποδυνάμωσης του ενιαίου χαρακτήρα του σοβιετικού κράτους. Άνοιξε ο δρόμος για την υποδαύλιση εθνικιστικών διαφορών και έριδων, που οδήγησε στην πρώτη απόσχιση των Βαλτικών δημοκρατιών. Ο τοπικισμός κι ο εθνικισμός ενισχύθηκαν ιδιαίτερα μέσα από τα προγράμματα «οικονομικής βοήθειας και εξυγίανσης», που πλουσιοπάροχα τα υπόσχονταν οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, προκειμένου να πλήξουν το σοβιετικό καθεστώς, να εκμεταλλευτούν και να διευρύνουν τα πρώτα ρήγματα.

Ο ηγετικός πυρήνας του ΚΚΣΕ, που προωθούσε συνειδητά την παλινόρθωση, αξιοποίησε πολύ έντεχνα τις διαφωνίες και τις διαφοροποιήσεις που ανέκυψαν ύστερα από τα πρώτα στάδια της «περεστρόικα». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πλήρης αντιστροφή και διαστρέβλωση του χαρακτήρα και του περιεχομένου των όρων «ανανεωτικός και συντηρητικός», «Αριστερά και Δεξιά». Ως συνέπεια αυτού δημιουργήθηκε ευρύτερη σύγχυση και αποπροσανατολισμός, που επηρέασε ένα μεγάλο μέρος κομμουνιστών. Η εμφάνιση νέων κομμάτων και ομάδων, που ανοιχτά πλέον προπαγάνδιζαν τη γρήγορη επιστροφή στον καπιταλισμό. Επίσης συσκότισε τον πραγματικό χαρακτήρα της «περεστρόικα» και τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα δύο κοινωνικά συστήματα.

Ο μηδενισμός, η λαθολογία, η ανιστόρητη προσέγγιση του παρελθόντος, έξω από τόπο και χρόνο και μακριά από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης ιστορικής πραγματικότητας, αντικατέστησαν την ανάγκη για δημιουργική αξιοποίηση της θετικής και αρνητικής ιστορικής πείρας.

Με τη βοήθεια των μέσων ενημέρωσης και την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα συκοφαντήθηκε η εποποιία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, η διεθνής συνεισφορά του σοσιαλισμού στις κατακτήσεις της ανθρωπότητας.

Τα φαινόμενα αποπροσανατολισμού, σύγχυσης και απάθειας των πλατιών λαϊκών μαζών επιταχύνθηκαν κάτω από την επίδραση του «αντισταλινισμού» και της «αποσταλινοποίησης», που έγινε το πρόσχημα για να δικαιολογηθεί ο αντικομμουνισμός και ο αντισοσιαλισμός, το γκρέμισμα των εβδομήντα χρόνων και πλέον ηρωικών προσπαθειών του σοβιετικού λαού.

Αξιοποιήθηκε η «συμπαράσταση» του ιμπεριαλισμού στην «ανασυγκρότηση» του σοσιαλιστικού συστήματος. Πίσω από τα μεγάλα λόγια για την αυτοτέλεια της ευθύνης των σοσιαλιστικών χωρών, την απόρριψη της «μίμησης» του σοβιετικού μοντέλου, συγκαλύφτηκε η συστηματική προσπάθεια για «εξαγωγή» της «περεστρόικα» στις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας και στα κόμματα των καπιταλιστικών χωρών. Για πρώτη φορά ύστερα από το 1917 η Σοβιετική Ένωση, με ευθύνη της κομματικής και κρατικής καθοδήγησης, εγκαταλείπει τη διεθνιστική πολιτική της. Όλα τα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, στοιχεία που δίνουν τώρα πια επίσημα οι αμερικανικές υπηρεσίες, αποδείχνουν ότι στη συνάντηση των Γκορμπατσόφ -Μπους στη Μάλτα συμφωνήθηκε η προσάρτηση της ΓΛΔ και η δημιουργία μιας ενιαίας καπιταλιστικής Γερμανίας, σαν δήθεν «δημοκρατική» λύση στο γερμανικό πρόβλημα και μέσο για να τερματιστεί ο ψυχρός πόλεμος. Η προσάρτηση της ΓΛΔ επιτάχυνε την πορεία διάλυσης του σοσιαλιστικού συστήματος.

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ, Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟ 1989-1991

 

10. Οι δραματικές εξελίξεις του 1989-1991 δεν αφορούν μόνο τους κομμουνιστές, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Οι αρνητικές συνέπειες σημαδεύουν ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Οι λαοί στερήθηκαν προσωρινά το μεγάλο τους στήριγμα, τον ειλικρινή σύμμαχό τους στον αγώνα για πρόοδο, ανάπτυξη, δημοκρατία, ελευθερία και σοσιαλισμό. Οι εκατόμβες των νεκρών, των θυμάτων από την ιμπεριαλιστική επέμβαση και τον πόλεμο συνεχίζονται. Εκατομμύρια τα θύματα, οι νεκροί, οι ανάπηροι και οι πρόσφυγες στα φλεγόμενα Βαλκάνια. ΟΙ λαοί της Ρουάντα, της Αϊτής, της Σομαλίας, οι Ινδιάνοι του Μεξικού είναι από τα πιο χαρακτηριστικά θύματα του νέου, παγκόσμιου αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων μετά το 1989-1991. Ο καπιταλισμός αποκαλύπτει το πιο άγριο και αποκρουστικό του πρόσωπο, σε μια περίοδο που νιώθει τα χέρια του ελεύθερα από τους περιορισμούς και τα εμπόδια, που του έθετε την προηγούμενη περίοδο το σοσιαλιστικό σύστημα. Επιχειρεί την καθυπόταξη και προσαρμογή των διεθνών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένου και του ΟΗΕ, στους αντιλαϊκούς στόχους και επιδιώξεις του.

«Η επόμενη μέρα» χωρίς τη Σοβιετική Ένωση, τις ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, είναι γεμάτη από τις βαθιές πληγές που ανοίγει η αχαλίνωτη ιμπεριαλιστική επέμβαση και ο πολυεθνικός ανταγωνισμός για το ξαναμοίρασμα των αγορών, την καθυπόταξη και προσάρτηση χωρών, ακόμη και ολόκληρων περιφερειών με τα δεσμά μιας «σύγχρονης», ωμής αποικιοκρατίας στην καρδιά της Ευρώπης, σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Ολοένα μεγαλύτερος αριθμός χωρών περνά κάτω από τη στυγνή ιμπεριαλιστική εξάρτηση και υποδούλωση. Με ποικίλους τρόπους, με την παράδοση καίριων τομέων της οικονομίας στο πολυεθνικό κεφάλαιο, με τις ιδιωτικοποιήσεις, με την κατάργηση και των τελευταίων στοιχειωδών ή υποτυπωδών φραγμών στην ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων, με την ενίσχυση της τεχνολογικής εξάρτησης, τη συγκέντρωση της σύγχρονης γνώσης και τεχνολογίας στα χέρια των πολυεθνικών.

Ο εθνικισμός, ο κοινωνικός ρατσισμός, οι θρησκευτικές και πολιτιστικές διαφορές, ο αντισοσιαλισμός και ο αντικομμουνισμός γίνονται όπλα στα χέρια των ιμπεριαλιστών για την υποκίνηση της διχόνοιας ανάμεσα σε λαούς, τον κατακερματισμό κρατών σε μικρά, αδύναμα και υποδουλωμένα έθνη. Στην Ευρώπη εμφανίζονται με μαζικό χαρακτήρα συμπτώματα εξαθλίωσης και φτώχειας. Το χάσμα ανάμεσα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και τις υπόλοιπες βαθαίνει σημαντικά. Οι ποσότητες των πυρηνικών όπλων παραμένουν μεγάλες, οι τοπικοί πόλεμοι και οι εμφύλιες συγκρούσεις αυξάνονται. Πάνω από 100 εστίες τοπικών πολέμων και εμφύλιων αναμετρήσεων βρίσκονται σε εξέλιξη σε όλο τον κόσμο. Η ηθική, πολιτιστική κρίση, η μάστιγα των ναρκωτικών και η κοινωνική εγκληματικότητα αναπτύσσονται με ταχύτατους και εξαιρετικά επικίνδυνους ρυθμούς.

Βαρύ φόρο θυσιών στο βωμό των νέων αρνητικών συσχετισμών και της νέας κατάστασης πληρώνει η εργατική τάξη και οι εργαζόμενοι όλων των χωρών, καθώς η σύγχρονη καπιταλιστική βαρβαρότητα επιτίθεται με μανία σε ό,τι είχε κατακτηθεί με σκληρούς αγώνες τις περασμένες δεκαετίες.

11.Οι ανατροπές της περιόδου 1989-1991 διαμόρφωσαν ένα εξαιρετικά αρνητικό διεθνές περιβάλλον στις μη ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες, στην Κούβα, Μογγολία, Κίνα, Βιετνάμ και Βόρεια Κορέα. Τα νέα προβλήματα, οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις που υπάρχουν στο πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό λόγω του διεθνούς συσχετισμού και των δυσκολιών που περνάει το διεθνές εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα πολλαπλασιάζονται και εντείνονται.

Οι κομματικές και κρατικές ηγεσίες των χωρών αυτών προωθούν στις σημερινές συνθήκες μεταρρυθμίσεις στον τομέα κύρια της οικονομίας που επιτρέπουν την προσέλκυση και αξιοποίηση ξένου επενδυτικού κεφαλαίου σε παραγωγικούς τομείς και στον τουρισμό. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές λόγω των γενικότερων συνθηκών και της φύσης τους οδηγούν στη διαμόρφωση καπιταλιστικού τομέα που δρα ανταγωνιστικά προς τη σοσιαλιστική κοινωνική ιδιοκτησία. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις επιδιώκουν μέσω της δράσης των κεφαλαίων τους να επιδράσουν ιδεολογικά και πολιτικά στο εσωτερικό των χωρών αυτών.

Η αντιμετώπιση και απόκρουση των δυσκολιών και των κινδύνων που περικλείονται, στη συγκεκριμένη φάση, εξαρτάται από συγκεκριμένους παράγοντες όπως: Το επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης των λαών, η ορθότητα της πολιτικής των κομμουνιστικών κομμάτων, η αντοχή και μαχητικότητα μπροστά στις τεράστιες αντικειμενικές δυσκολίες. Η επιτυχής έκβαση της προσπάθειας αυτής θα εξαρτηθεί και από τις διεθνείς εξελίξεις, την άνοδο της δράσης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, τη βελτίωση και αλλαγή του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος των αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων, των δυνάμεων που παλεύουν για τη νίκη του σοσιαλισμού. Οι κομμουνιστές, οι προοδευτικοί άνθρωποι, τα αντιιμπεριαλιστικά και φιλειρηνικά κινήματα έχουν την υποχρέωση να επιδείξουν αλληλεγγύη και ενεργητική συμπαράσταση στους λαούς που αντιστέκονται στην καπιταλιστική παλινόρθωση.

Πρόκειται για την υπεράσπιση του δικαιώματος κάθε χώρας και λαού να επιλέγει, χωρίς εξωτερικές επεμβάσεις και καταναγκασμούς, το δρόμο της κοινωνικής του ανάπτυξης.

12. Η Κούβα δίνει μάχη επιβίωσης σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού αποκλεισμού. Οι δεσμοί του Κόμματος με το λαό, η εμπειρία -αφού από την πρώτη στιγμή της ανεξαρτησίας του γνώρισε την ιμπεριαλιστική επέμβαση- αποτελούν ένα σημαντικό παράγοντα, που βοηθά τη χώρα να αντιστέκεται στο ανηλεές εμπάργκο του ιμπεριαλισμού, έχοντας χάσει τα πλεονεκτήματα του σοσιαλιστικού καταμερισμού εργασίας. Τα εμπόδια και οι δυσκολίες είναι τεράστιες. Προστίθενται και νέα προβλήματα καθώς η Κούβα υποχρεώνεται να αναζητεί σχέσεις με καπιταλιστικές χώρες που έχουν στόχο να επιβάλουν την αλλαγή του πολιτικού συστήματος και την επιστροφή της χώρας στο προεπαναστατικό παρελθόν.

Η αλλαγή του διεθνούς συσχετισμού όξυνε υπαρκτά προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει η Κίνα εξαιτίας της σχετικής καθυστέρησής της και του μεγάλου πληθυσμού της. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας επέλεξε την πολιτική των «μεταρρυθμίσεων και του ανοίγματος προς τον έξω κόσμο» προκειμένου να δώσει ώθηση στην οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη, εκτιμώντας ότι η χώρα βρίσκεται σε μια αρχική φάση σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η δράση του ξένου κεφαλαίου στη μεγάλη αυτή χώρα και συγκεκριμένα στις ζώνες δράσης του, αναπόφευκτα οδηγεί στην εμφάνιση τομέα καπιταλιστικών σχέσεων, αναπτύσσεται η κοινωνική διαφοροποίηση και διαστρωμάτωση. Δημιουργούνται αντικειμενικά προϋποθέσεις και όροι όξυνσης της ταξικής πάλης. Γίνονται πιο εμφανείς οι δυσκολίες και οι κίνδυνοι που παρεμβαίνουν στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην Κίνα.

Ανάλογα προβλήματα και δοκιμασίες αντιμετωπίζει το Βιετνάμ και η Μογγολία, ενώ η Βόρεια Κορέα γνωρίζει τις συνέπειες από την άμεση ιμπεριαλιστική ανάμειξη και την ωμή πίεση με πρόσχημα τον έλεγχο των όπλων.

13.Ηεικόνα που εμφανίζουν σήμερα οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες, παρά τις διαφορές και διαβαθμίσεις μεταξύ τους, είναι σε βασικούς τομείς λίγο-πολύ η ίδια:

Έχει ξεκινήσει το «ξήλωμα» των λαϊκών κατακτήσεων, που είχαν επιτευχθεί στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η συνταγή της «θεραπείας σοκ» εφαρμόζεται πλατιά, με την παράδοση τομέων στρατηγικής σημασίας στο ξένο κεφάλαιο, την ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων, την επιστροφή της γης στους παλιούς καπιταλιστές ιδιοκτήτες, με την κατάργηση δωρεάν υπηρεσιών. Αυξάνει από τη μια ο αριθμός των καπιταλιστών ιδιοκτητών με αμύθητες περιουσίες, και από την άλλη η φτώχεια, η ανέχεια και η ανεργία, φαινόμενα πρωτάκουστα. Οι διώξεις κατά των κομμουνιστικών κομμάτων και των κομμουνιστών βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Συνεχίζονται οι σκηνοθετημένες δίκες για δήθεν διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και καταχρήσεις. Παρεμποδίζεται η δράση των κομμουνιστικών κομμάτων. Η εκστρατεία σπίλωσης του σοσιαλισμού, το ψέμα και η συκοφαντία συνεχίζουν, δυναμώνουν και θα δυναμώνουν, όσο γίνεται φανερό ότι οι λαοί αρχίζουν να βλέπουν με νοσταλγία το σοσιαλιστικό παρελθόν και να κάνουν συγκρίσεις ανάμεσα στο σήμερα και στο χτες.

Η οργάνωση της αντίστασης, για την ώρα, συναντά δυσκολίες, καθώς οι κομματικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων διαλύθηκαν, άλλες δέχτηκαν συντριπτικά χτυπήματα. Το σοκ των απροσδόκητων αλλαγών κρατάει σημαντικές λαϊκές δυνάμεις προσωρινά σε κατάσταση απογοήτευσης και αδράνειας.

Εστίες διαμαρτυρίας και αντίστασης εμφανίζονται στις περισσότερες χώρες, ιδιαίτερα εκεί που δρουν κομμουνιστικά κόμματα, πολιτικές δυνάμεις που ανεξάρτητα από τους ιδεολογικούς τους προσανατολισμούς δείχνουν διάθεση να υπερασπιστούν τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Χαρακτηριστικό δείγμα των διαθέσεων των λαών αποτελούν τα αποτελέσματα ορισμένων εκλογικών μαχών, στις οποίες καταψηφίζονται κόμματα και πολιτικοί που ηγήθηκαν της αντεπανάστασης και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Αντίθετα, συγκεντρώνουν θετικά εκλογικά ποσοστά κομμουνιστικά κόμματα ή κόμματα που, ανεξάρτητα από το σημερινό τους προσανατολισμό, συνδέονται στη συνείδηση των εργαζομένων με το προηγούμενο κοινωνικό σύστημα.

14. Διαψεύδονται οι απολογητές του καπιταλιστικού συστήματος διεθνώς και στη χώρα μας, οι οποίοι έσπευσαν να προβλέψουν, ότι με την ανατροπή του σοσιαλισμού «σημειώνεται το τέλος του ψυχρού πολέμου», ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο μεγάλων «δημοκρατικών, κοσμογονικών αλλαγών», στο τέλος των οποίων θα θριαμβεύσει η «ελευθερία, η δημοκρατία, η ανθρώπινη ευημερία».

Σήμερα γίνεται πιο αποκαλυπτική η ταύτιση νεοφιλελεύθερων, σοσιαλδημοκρατικών και «νεοαριστερών» κομμάτων, που εγκατέλειψαν τις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος στο όνομα της «ανανέωσης».

Η αμαύρωση του σοσιαλισμού, ο μηδενισμός, η λαθολογία ξαπλώθηκαν πολύ, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, όταν ηγετικά στελέχη των ΚΚ των σοσιαλιστικών χωρών και των χωρών του καπιταλισμού συστρατεύτηκαν στην αντικομμουνιστική εκστρατεία και υστερία. Οι «αποκαλύψεις» τους αξιοποιήθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν από τους υπερασπιστές του καπιταλιστικού συστήματος, ως αξιόπιστες, δήθεν, εκτιμήσεις και μαρτυρίες από τα «μέσα».

Ο άνθρωπος καλής θέλησης, ο αντικειμενικός και αμερόληπτος κριτής μπορεί να καταλάβει ότι τέτοιες θεωρίες δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά πρόσχημα για να δικαιολογηθεί η ωμή επέμβαση και η επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού. Για να «συγχωρεθούν» οι αμαρτίες και τα εγκλήματα που βαραίνουν τον καπιταλισμό σε όλη την ιστορική πορεία του.

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ αρχή

 

15. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού συντελέστηκε μέσα σε συνθήκες αναμέτρησης και αντιπαράθεσης με το καπιταλιστικό σύστημα και ιδιαίτερα με το πιο επιθετικό μέρος του, τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τους διεθνείς οργανισμούς σε συνθήκες αυξανόμενης διεθνοποίησης όλων των όρων της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Από την πρώτη στιγμή που επικράτησε η Οκτωβριανή Επανάσταση, ο ιμπεριαλισμός έθεσε ως πρώτιστο καθήκον του την ανατροπή του νεαρού σοβιετικού κράτους, στην αρχή με την ένοπλη επέμβαση και βία και κατόπιν με την τακτική της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και απομόνωσης η οποία επέβαλε και τον εμφύλιο πόλεμο. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενθάρρυναν τη ναζιστική Γερμανία να στραφεί κατά της Σοβιετικής Ένωσης με την ελπίδα ότι θα γονατίσει και θα ηττηθεί κάτω από τα πλήγματα και τις καταστροφές του πολέμου.

Μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και την απόσπαση από τον καπιταλισμό ένδεκα κρατών, δηλαδή του 26% του παγκόσμιου εδάφους, ο ιμπεριαλισμός επιχειρεί με όλα τα μέσα να εμποδίσει την επέκταση του σοσιαλισμού και ταυτόχρονα να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, εφαρμόζοντας την τακτική του «ψυχρού πολέμου» και διακηρύσσοντας σε όλους τους τόνους τα συνθήματα της «κομμουνιστικής απειλής» και του «κομμουνιστικού χάους».

Παραβιάζουν μεταπολεμικές συμφωνίες με στόχο να ενισχυθεί η Γερμανία και να γίνει επιθετικό προγεφύρωμα σε βάρος των σοσιαλιστικών χωρών και της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο ιμπεριαλισμός ευθύνεται για περισσότερες από 150 πολεμικές επιχειρήσεις, συγκρούσεις και πραξικοπήματα, μέσω των οποίων αναδείχτηκαν δικτατορικά, τρομοκρατικά καθεστώτα.

Πάνω από 1,5 εκατομμύριο παιδιά είναι τα θύματα των πολέμων που προκάλεσε ο ιμπεριαλισμός από τις αρχές της δεκαετίας του '80 μέχρι σήμερα.

Στις αρχές της δεκαετίας του '70 η πολιτική του ψυχρού πολέμου έφθασε σε αδιέξοδο. Αναζητούνται νέοι δρόμοι, προκειμένου να υπονομευτεί το σοσιαλιστικό σύστημα και το κομμουνιστικό κίνημα σε όλο τον κόσμο. Τα βαθύτερα αίτια της νέας τακτικής βρίσκονται στο γεγονός, ότι οι θέσεις του ιμπεριαλισμού εξασθένησαν στρατιωτικά και πολιτικά χάρη στην οικονομική, στρατιωτική και πολιτική άνοδο του σοσιαλισμού, τα επιτεύγματα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και την πάλη των λαών στις καπιταλιστικές χώρες*6.

16. Η Διάσκεψη του Ελσίνκι, που πραγματοποιήθηκε κάτω από την επίμονη πίεση των σοσιαλιστικών χωρών και του διεθνούς φιλειρηνικού κινήματος, είχε ως αποτέλεσμα μια μορφή συμβιβασμού ανάμεσα στις σοσιαλιστικές και καπιταλιστικές χώρες.

Ο ιμπεριαλισμός, όμως, δεν είναι διατεθειμένος να σεβαστεί τις συμφωνίες. Αμέσως μετά τη διάσκεψη αναπροσαρμόζει την τακτική του απέναντι στο σοσιαλιστικό σύστημα, με στόχο να επωφεληθεί μονόπλευρα από τις συμφωνίες. Χρησιμοποιεί ως αντίβαρο την ιδεολογική δολιοφθορά, την αξιοποίηση των εσωτερικών δυσκολιών και αδυναμιών, που εμφανίζονταν στις χώρες του σοσιαλισμού, εξαιτίας αντικειμενικών αλλά και υποκειμενικών παραγόντων. Εγκαινιάζει την πολιτική «των γεφυρών», την τακτική της δήθεν «σύγκλισης των δύο συστημάτων» και της αναγνώρισης «ορισμένων» επιτυχιών του σοσιαλισμού, πάντα με τον ίδιο στόχο, να καταφέρει το αποφασιστικό πλήγμα στο σοσιαλιστικό σύστημα.

17.Νέα αναπροσαρμογή στην τακτική του ιμπεριαλισμού σημειώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με την πολιτική της «αντιύφεσης».Με πρόσχημα τη δήθεν αλλαγή της στρατιωτικοστρατηγικής ισορροπίας υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης, αναπτύσσεται μια συστηματική ρεβανσιστική προσπάθεια του ιμπεριαλισμού. Με επικεφαλής τις ΗΠΑ ξεκινάει μια νέα κούρσα εξοπλισμών όχι μόνο στη γη αλλά και στο διάστημα.

Οι ισχυρές καπιταλιστικές χώρες οργανώνουν συστηματικές και πολύμορφες «προβοκάτσιες» και αντικομμουνιστικές εκστρατείες με σύνθημα την υπεράσπιση των «ανθρώπινων δικαιωμάτων». Χρησιμοποιούν τα πιο σύγχρονα ιδεολογικά όπλα χειραγώγησης των λαών, για να διαμορφώσουν ένα εχθρικό κλίμα σε βάρος των σοσιαλιστικών χωρών και του κομμουνιστικού κινήματος γενικότερα. Στηρίζουν ανοιχτά διάφορα αντισοσιαλιστικά και αντικομμουνιστικά στοιχεία και ομάδες, όπως δείχνουν τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας και της Πολωνίας. Αξιοποιούν τις ιδεολογικοπολιτικές διαφορές ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα. Υποστηρίζουν οικονομικά, πολιτικά και ηθικά, ακόμη και την παραμικρή εκδήλωση δυσαρέσκειας ή διαφωνίας με το ΚΚΣΕ και τη Σοβιετική Ένωση. Διαθέτουν δισεκατομμύρια δολάρια, μέσα από τους προϋπολογισμούς των χωρών τους, για τους σκοπούς αυτούς.

Χρησιμοποιούν έναν ατέλειωτο κατάλογο μεθόδων, αντιπερισπασμών και σαμποτάζ, ανάλογα με τις περιστάσεις και την ιδιομορφία της κάθε χώρας*7. Πλάι στον παλιότερο αντικομμουνισμό, που έγραφε στη σημαία του το σύνθημα «κάλλιο νεκρός παρά κόκκινος», εμφανίζεται ο σύγχρονος, με βασικό πάντα σκοπό τη βαθμιαία παλινόρθωση του καπιταλιστικού συστήματος*8.

Όπως γίνεται φανερό, η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και η συγκεκριμένη, κάθε φορά, ευέλικτη τακτική της αποτελούσε ένα σημαντικό και σοβαρό παράγοντα που ασκούσε επίδραση στις σοσιαλιστικές χώρες, στις διεθνείς σχέσεις. Η οποιαδήποτε υποτίμηση και πολύ περισσότερο η καλλιέργεια αυταπατών για τη φύση και το χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού έχει για το εργατικό και λαϊκό κίνημα αρνητικά, ολέθρια αποτελέσματα. Η ενιαία στρατηγική και τακτική του καπιταλισμού απέναντι στο σοσιαλισμό δε συνάντησε την ανάλογη δράση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, σε συνθήκες που υπήρχε απαίτηση όχι μόνο για μια ενιαία στρατηγική απάντηση, αλλά και για από κοινού επεξεργασμένη τακτική.

 

Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΣΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ, ΩΣ ΤΟ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

 

18. Η περίοδος αυτή έχει ως βασικό, πρωταρχικό πρόβλημα την εξάλειψη της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, τη σχεδιασμένη αντιμετώπιση κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων που κληροδότησε ο καπιταλισμός και όξυνε η ιμπεριαλιστική περικύκλωση και επέμβαση.

Από την Οκτωβριανή Επανάσταση μέχρι την έκρηξη του Β΄ παγκόσμιου πολέμου, η ΕΣΣΔ πραγματοποίησε ένα άλμα πρωτοφανές στην ιστορία της κοινωνικής εξέλιξης. Διέτρεξε ταχύτατα το μεγαλύτερο μέρος της απόσταση που τη χώριζε από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Η ΕΣΣΔ υποχρεώθηκε να εξασφαλίσει παραγωγική αυτάρκεια, ώστε να αντιμετωπίσει τη διεθνή απομόνωση. Είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των πηγών ενέργειας, να αναπτύξει τη σιδηρουργία και τη βιομηχανία όπλων, λόγω της διεθνούς κατάστασης, χωρίς να διαθέτει χημική βιομηχανία και ισχυρή μεταλλουργία. Μέσα σε δύσκολες, ανομοιόμορφες κλιματολογικές και εδαφικές συνθήκες έπρεπε να αναπτύξει τη βαριά βιομηχανία και εκμηχανισμένη αγροτική οικονομία.

Ήταν ανάγκη να συγκροτηθεί ισχυρός κεντρικός σχεδιασμός και συγκεντρωτική καθοδήγηση για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο κεντρικός σχεδιασμός συντέλεσε αποφασιστικά, ώστε να σταθεί η ΕΣΣΔ στα πόδια της, να καλύψει αποστάσεις αιώνων στην κοινωνικοπολιτική και πολιτιστική ανάπτυξη, να αντιμετωπίσει στην πορεία τη χιτλερική φασιστική επίθεση και να συμβάλει αποφασιστικά στη διεθνή νίκη κατά του φασισμού.

Η σοβιετική εξουσία ήταν υποχρεωμένη να υλοποιεί την αρχή της κοινωνικοποίησης βασικών μέσων παραγωγής, φροντίζοντας ταυτόχρονα για την ανάπτυξη της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά, σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης.

19. Το νέο καθεστώς επέλεξε, από την αρχή, να αντιμετωπίσει με μέτρα οικονομικού χαρακτήρα την έλλειψη μηχανισμού κατανομής και εφοδιασμού, την κυριαρχία της σκόρπιας, καθυστερημένης μικρής παραγωγής. Επέλεξε δηλαδή να κινηθεί στο πνεύμα της Νέας Οικονομικής Πολιτικής. Η επιλογή αυτή ήταν υποχρεωτική στη μεταβατική περίοδο, όπου η νέα εξουσία έπρεπε να οικοδομήσει τις βάσεις του σοσιαλισμού στο έδαφος των καπιταλιστικών σχέσεων. Η επέμβαση και η απομόνωση, όμως, υποχρέωσαν γρήγορα στην εγκατάλειψη αυτής της επιλογής και οδήγησαν στην εφαρμογή της πολιτικής του «πολεμικού κομμουνισμού», δίχως την οποία δεν ήταν δυνατή η υπεράσπιση της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Το ΚΚΣΕ δεν ήθελε και δεν είχε κανένα συμφέρον, η ταξική πάλη, που εντάθηκε την περίοδο εκείνη, να πάρει τη μορφή εμφύλιου πολέμου. Αυτός επιβλήθηκε, γιατί οι οπαδοί της ταξικής κοινωνίας δεν υποχωρούν εύκολα και προπάντων σιωπηλά.

Την πολιτική του «πολεμικού κομμουνισμού» τη διαδέχτηκε η «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ) και αργότερα η πολιτική της «επίθεσης του σοσιαλισμού ενάντια στον καπιταλισμό» και της «ολοκληρωτικής συνεταιριστικής οργάνωσης της αγροτικής οικονομίας»*9.

Γενικά η σοβιετική εξουσία αντιμετώπισε με επιτυχία τα προβλήματα ανόρθωσης της βιομηχανίας, της αγροτικής παραγωγής και των μεταφορών. Έθεσε τις βάσεις της σοσιαλιστικής παραγωγής με θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης και σε συνθήκες όξυνσης της αντιπαράθεσης ανάμεσα στις σοσιαλιστικές και τις καπιταλιστικές δυνάμεις (κουλάκοι και τμήμα της διανόησης, που προέρχεται από την κυρίαρχη τάξη)*10.

Οι συγκεκριμένες συνθήκες (περικύκλωση, απειλή πολέμου σε συνδυασμό με τη μεγάλη καθυστέρηση) επέβαλαν ταχύτατους ρυθμούς στην προώθηση της κολεκτιβοποίησης, που σε ορισμένες περιοχές προκάλεσαν κοινωνικές τριβές και δυσκολίες στη συμμαχία της εργατικής τάξης και της μεσαίας αγροτιάς κατά του καπιταλισμού*11. Κομματικές αποφάσεις και ομιλίες του Ι. Στάλιν κάνουν λόγο για προβλήματα και λάθη στον υπολογισμό της ποικιλομορφίας κάθε περιοχής. Υποκαθίσταται σε ορισμένες περιπτώσεις η προκαταρκτική δουλειά προετοιμασίας με τη γραφειοκρατική επιβολή του κινήματος, με αποφάσεις στα χαρτιά για την ανάπτυξη κολχόζ σε χώρους που δεν υπάρχουν ακόμα στην πραγματικότητα.

Τα προβλήματα, που εμφανίστηκαν στην πορεία της συνεταιριστικοποίησης όξυναν τις αντιθέσεις της εργατικής τάξης με τη μικρή και μεσαία αγροτιά. Παρά τις διορθωτικές αποφάσεις στην εφαρμογή της συνεταιριστικοποίησης, παρέμειναν προβλήματα.

20. Τα αρνητικά φαινόμενα αξιοποιούνται για να προβληθούν διαφορετικές απόψεις και διαφωνίες, που υπερβαίνουν τη διαφωνία για τους ρυθμούς κολεκτιβοποίησης. Θίγουν την ίδια την αναγκαιότητα να συνεχιστεί η ταξική πάλη κατά των κουλάκων, οι οποίοι αντιδρούσαν και παρεμπόδιζαν την οικοδόμηση των σοσιαλιστικών σχέσεων στο χωριό. Η εσωκομματική πάλη έμπαινε εμπόδιο στην πρόοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης (ομάδα Μπουχάριν και Τρότσκι Ζινόβιεφ).

Η αρχική φάση οικοδόμησης του σοσιαλισμού προσφέρεται για παραπέρα μελέτη. Δίνει πείρα για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής στην περίοδο που η νέα εξουσία προσπαθεί να βάλει τις βάσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης με την εμπέδωση και στερέωση της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού.

21. Στις αρχές της δεκαετίας του '30 η σοβιετική εξουσία αντιμετώπισε νέα προβλήματα στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, όπως η αντίθεση ανάμεσα στην εξάλειψη της ανεργίας και στην καθυστέρηση της προσπάθειας για εκτεταμένη εκμηχάνιση της παραγωγής, που εκδηλώνεται με έλλειψη ειδικευμένης εργατικής δύναμης και μια ισοπεδωτική αντίληψη για την πολιτική μισθών. Το Κόμμα είδε την ανάγκη να καθοριστούν «νέα καθήκοντα της οικονομικής οικοδόμησης στη νέα κατάσταση». Συνειδητοποίησε την ανάγκη να αυξηθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης σε σύγκριση με τους αντίστοιχους ρυθμούς ανάπτυξης του καπιταλισμού.

Στα ντοκουμέντα του Κόμματος διαπιστώνονταν ορισμένα συμπτώματα χαλάρωσης της φυσιογνωμίας και των χαρακτηριστικών του, όπως γραφειοκρατία, εφησυχασμός, κατάχρηση εξουσίας. Γεγονός που οδηγεί σε απόφαση «εκκαθάρισης των γραμμών του». Οι στρεβλώσεις που εμφανίζονται, αποδίδονται κυρίως στο πρόβλημα της ανάδειξης στελεχών. Στη θέση των στελεχών, που είχαν πέσει θύματα των αντισοσιαλιστικών δυνάμεων κατά την περίοδο του εμφυλίου των πρώτων χρόνων της σοβιετικής εξουσίας, αναδείχτηκαν αντικαταστάτες χωρίς πείρα και απαιτούμενη ιδεολογική και πολιτική μόρφωση*12.

Η νέα κατάσταση απαιτούσε νέο τρόπο αντιμετώπισης της κομματικής δουλειάς, και στα πλαίσια αυτά το Κόμμα υπογράμμιζε την ανάγκη να διευρυνθεί η εσωκομματική δημοκρατία και να αντιμετωπιστούν φαινόμενα διοικητικού τρόπου επίλυσης των προβλημάτων, παραβίασης της αρχής της αιρετότητας των κομματικών, καθώς δεν πραγματοποιούνταν, αδικαιολόγητα, οι προβλεπόμενες καταστατικές διαδικασίες των συνδιασκέψεων*13.

Η μελέτη της περιόδου αυτής και των σχετικών ντοκουμέντων μαρτυρούν ότι υπήρχε απόσταση και απόκλιση από τις αποφάσεις. Παρά τα μέτρα για την ανάπτυξη της εσωκομματικής δημοκρατίας και της συλλογικότητας εμφανίστηκαν φαινόμενα κατάχρησης εξουσίας, αυθαιρεσιών.

Η κριτική που άσκησε το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) σ' αυτή την περίοδο δε συνιστούσε ολόπλευρη και αντικειμενική εξέταση της πορείας οικοδόμησης του σοσιαλισμού στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο θέμα της προσωπολατρίας, ζήτημα που από μόνο του δεν μπορεί να δώσει ολοκληρωμένες απαντήσεις για τα προβλήματα της περιόδου, όπως και για αρνητικά φαινόμενα στη λειτουργία και δράση του Κόμματος.

Το πιο σοβαρό είναι ότι το 20ό Συνέδριο καταδίκασε τη σωστή θέση -για τη συγκεκριμένη εκείνη ιστορική φάση- ότι οξυνόταν η ταξική πάλη*14.

Στην προπολεμική περίοδο (οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια χώρα σε συνθήκες περικύκλωσης) η εκμηδένιση της δράσης των εκμεταλλευτριών τάξεων, των ερεισμάτων και υπολειμμάτων τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη η επαγρύπνηση απέναντι στις μηχανορραφίες του καπιταλισμού που συναντούσαν την απήχηση και τη στήριξη στο εσωτερικό της χώρας, ανάμεσα σε δυνάμεις που είχαν συμφέρον να παρεμποδίσουν την οικοδόμηση των βάσεων του σοσιαλισμού. Ήταν υποχρεωτικός -στη συγκεκριμένη περίοδο- ο συγκεντρωτικός τρόπος διεύθυνσης της οικονομίας, και ως ένα σημείο οι επιδράσεις του στο πολιτικό εποικοδόμημα.

Η κριτική που άσκησε το 20ό Συνέδριο αξιοποιήθηκε για να εξαπολυθεί μια μηδενιστική και συκοφαντική επίθεση εναντίον του σοσιαλισμού από εκείνους που δεν ενδιαφέρονταν, βεβαίως, να μελετήσουν τα λάθη και να τα καυτηριάσουν, αλλά στο όνομα των λαθών να χτυπήσουν στη ρίζα της την κομμουνιστική θεωρία και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Με τη «σταλινολογία» ο ιμπεριαλισμός έδειξε όλο το ταξικό μίσος του για τη διαμόρφωση του σοσιαλιστικού συστήματος μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

Ένα συμπέρασμα είναι ότι το Κόμμα και στις πιο σύνθετες και δύσκολες στιγμές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δεν πρέπει να υποτιμά ότι πέρα από το κύριο και το βασικό, που είναι η αντεπαναστατική απειλή, ελλοχεύει και ο κίνδυνος να γίνονται καταχρήσεις εξουσίας και αυθαιρεσίες από στελέχη και όργανα. Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να συγχέεται και να ταυτίζεται η αντισοσιαλιστική κριτική και δράση με την κριτική πραγματικών λαθών και παρεκκλίσεων.

Η τελευταία λέξη για τα πραγματικά προβλήματα, τη συνολική πείρα και τις αρνητικές πλευρές της περιόδου αυτής δεν έχει ειπωθεί. Απαιτείται βαθύτερη μελέτη της περιόδου, ώστε να βγουν ολοκληρωμένα και αντικειμενικά ιστορικά συμπεράσματα για την αρχική φάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, να αναδειχτούν οι θετικές αλλά και αρνητικές πλευρές στις πραγματικές διαστάσεις τους.

 

 

ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

 

22. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο πρέπει να κριθεί με διευρυμένα κριτήρια. Η νέα κατάσταση και ιδιαίτερα η δημιουργία του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος ανεβάζει τη διαπάλη καπιταλισμού και σοσιαλισμού σε ανώτερα επίπεδα και σε όλους τους τομείς, τον οικονομικό, το στρατιωτικό, πολιτικό και ιδεολογικό.

Η λήξη του Β΄ παγκόσμιου πολέμου βρίσκει το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων με σοβαρές αλλαγές προς όφελος των δυνάμεων του σοσιαλισμού, ενώ ταυτόχρονα η διεθνής κατάσταση γίνεται περισσότερο περίπλοκη και οι απαιτήσεις που προβάλλουν μπροστά στο νεότευκτο σοσιαλιστικό σύστημα είναι πολύ πιο σύνθετες και υψηλές. Η νίκη του σοσιαλισμού σε οκτώ χώρες της Ευρώπης αποτέλεσε θεμέλιο της δημιουργίας του μεταπολεμικού σοσιαλιστικού συστήματος. Οι χώρες αυτές είχαν ως τότε στη συντριπτική πλειοψηφία τους καθυστερημένη παραγωγική ανάπτυξη, μη διαθέτοντας ούτε καν την πείρα του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Εκτός αυτού, ήταν καταστραμμένες από τον πόλεμο και η ανοικοδόμηση στις νέες συνθήκες απαιτούσε τεράστια χρηματικά ποσά και βοήθεια, που η ΕΣΣΔ έπρεπε να δώσει στα πλαίσια του προλεταριακού διεθνισμού.

Οι διαφορετικές συνθήκες, μέσα στις οποίες σχηματίστηκαν τα νέα καθεστώτα και μετεξελίχθηκαν σε πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης, γέννησαν και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στις οκτώ χώρες που πέρασαν στο σοσιαλισμό, στο πολιτικό σύστημα, στην κοινωνική και πολιτική συνείδηση, στις συνθήκες και τις μορφές κατάκτησης εξουσίας, τις κρατικές μορφές και τα πολιτικά συστήματα, στους ρυθμούς και τη διάρκεια της κάθε μεταβατικής περιόδου, στο ρόλο της θρησκείας και της Εκκλησίας.

Η νέα κοινωνία, στις οκτώ ευρωπαϊκές αυτές χώρες, γεννήθηκε μέσα από τις εξελίξεις και τις ιδιομορφίες του αντιφασιστικού αγώνα. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας συγχωνεύτηκε με τη λαϊκή επανάσταση. Σε ορισμένες άμεσα και σε ορισμένες βαθμιαία διαλυόταν ο παλιός μηχανισμός διοίκησης, ενώ ταυτόχρονα μέσα στην αντιφασιστική αντίσταση διαμορφώνονταν νέα όργανα εξουσίας και διοίκησης, κεντρικά και τοπικά*15.

Η βασική αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία εκφράστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση με την αντίθεση των λαϊκών τάξεων προς τους ξένους φασίστες και τους συνεργάτες τους. Σ' αυτό το σημείο συναντήθηκαν οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις των κοινωνιών.

23. Τα κομμουνιστικά κόμματα είχαν κατακτήσει στην πράξη ηγετική θέση στα πολιτικά μέτωπα που σχηματίστηκαν, τα οποία είχαν ανομοιογένεια από χώρα σε χώρα. Στην πρώτη φάση συμμετείχαν και αστοί πολιτικοί, που ήθελαν να στηρίξουν τον καπιταλισμό στις νέες μεταπολεμικές συνθήκες. Γι' αυτό και στην πορεία οξύνθηκε η σύγκρουση με νίκη των δυνάμεων που ήθελαν την εγκαθίδρυση λαϊκών δημοκρατικών καθεστώτων και το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Ο Κόκκινος Στρατός βοήθησε στη στήριξη των επαναστάσεων και στην περιφρούρησή τους, απέτρεψε την εξαγωγή της αντεπανάστασης και την εξωτερική επέμβαση.

Οι εκπρόσωποι πρώην εκμεταλλευτριών τάξεων, σε μια σειρά από τις χώρες αυτές, αποτελούσαν σχετικά σημαντικό ποσοστό. Στις δύσκολες και κρίσιμες στιγμές που ακολούθησαν συσπειρώθηκαν με πρώην μικροαστικά στρώματα, έγιναν στήριγμα του ιμπεριαλισμού στις διάφορες μηχανορραφίες του. Στο βαθμό που οι ιδιαιτερότητες αυτές δεν προσέχτηκαν έγκαιρα από τα κομμουνιστικά κόμματα, είχαν τη δική τους συμβολή στην εμφάνιση αρνητικών φαινομένων, που παρεμπόδιζαν την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής συνείδησης.

24. Σε όλα τα μεταπολεμικά συνέδρια του ΚΚΣΕ και των άλλων κομμάτων προβάλλονται στόχοι για την επιτάχυνση της δημιουργίας της υλικοτεχνικής βάσης του κομμουνισμού, με την εφαρμογή των επιστημονικοτεχνικών επιτευγμάτων στην παραγωγή και την ανανέωση της υλικοτεχνικής βάσης. Στρατηγικός στόχος ήταν η ανάπτυξη της κοινωνικής ευημερίας, η απόδειξη της υπεροχής του σοσιαλιστικού συστήματος απέναντι στον καπιταλισμό, η ευρύτατη ικανοποίηση των υλικών και πνευματικών αναγκών του ανθρώπου. Επισήμαιναν επίσης όλα τα Συνέδρια την ανάγκη να εξαλειφθούν οι δυσαναλογίες ανάμεσα στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας, στα εισοδήματα των εργαζομένων και στην καταναλωτική δυνατότητά τους.

Αν και σημειώνεται ανοδική πορεία στην οικονομία των σοσιαλιστικών χωρών, το χαρακτηριστικό είναι ότι προωθούνται οι αριθμητικοί στόχοι, ενώ δεν εκπληρώνονται -ανάλογα με τον προγραμματισμό- οι στόχοι της πλατιάς αξιοποίησης των επιστημονικοτεχνικών επιτευγμάτων. Δεν πραγματοποιούνται επίσης οι στόχοι για την εξάλειψη των δυσαναλογιών. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1970 διαπιστώνεται μείωση των ρυθμών ανάπτυξης και μια ορισμένη οπισθοχώρηση. Συσσωρεύονται προβλήματα που αφορούν το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

Οι επιλογές των τρόπων και μεθόδων για την πραγματοποίηση στόχων -που λίγο-πολύ παραμένουν οι ίδιοι για όλα τα Συνέδρια- διαφέρουν σημαντικά*16.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, στο ΚΚΣΕ γίνονταν σημαντικοί προβληματισμοί, που επιχειρούσαν να θέσουν το ζήτημα των μεταρρυθμίσεων στη σοσιαλιστική οικονομία, καθώς και προβληματισμοί για τη στάση του εργαζόμενου απέναντι στην εργασία. Συνδυάζονται με το άνοιγμα του ιδεολογικού μετώπου για την υπεράσπιση των αρχών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, τη ρητή υπεράσπιση της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού*17.

Οι οκτώ σοσιαλιστικές χώρες χρησιμοποίησαν την πείρα της Σοβιετικής Ένωσης στις δικές τους συνθήκες. Πολλά στοιχεία της, ιδιαίτερα στην περίοδο οικοδόμησης των βάσεων του σοσιαλισμού, τα μετέφεραν μηχανιστικά. Στην πορεία εμφανίζονται και διαφορετικές αντιλήψεις και πρακτικές που αποκλίνουν σημαντικά από το σοβιετικό «μοντέλο». Στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, Αλβανίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας (περίοδος της γνωστής «άνοιξης της Πράγας»), Ουγγαρίας (10ετία '80), Πολωνίας (10ετία '80) οι διαφορετικές μέθοδοι και πολιτικές αντανακλούσαν και ιδεολογικές διαφωνίες σε θέματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού, σε διεθνή ζητήματα και ζητήματα σχέσεων ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα.

Η μελέτη κομματικών ντοκουμέντων και συζητήσεων δείχνει, ότι κατά την περίοδο αυτή αναπτύσσονται διαφορετικοί προβληματισμοί και διαφωνίες για τα προβλήματα του σοσιαλισμού, με τη μορφή ιδεολογικής διαπάλης. Την περίοδο αυτή κυοφορούνται ισχυρές θεωρητικές παρεκκλίσεις και αμφισβητήσεις που καλλιεργούν το έδαφος για την εμφάνιση και την απήχηση της περεστρόικα*18.

Η σημερινή εξέταση της μεταπολεμικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης και ιδιαίτερα των τελευταίων δεκαετιών φανερώνει τη βαθμιαία συσσώρευση προβλημάτων και κυρίως την αδυναμία των κομματικών και κρατικών ηγεσιών και των κομμουνιστικών κομμάτων πρώτα απ' όλα, να δώσουν τις απαιτούμενες αποτελεσματικές και ουσιαστικές λύσεις με βάση τις αρχές της επιστημονικής θεωρίας του σοσιαλισμού και τη βαθύτερη μελέτη των νέων προβλημάτων και των αντιφάσεων που ανέκυπταν κατά την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

 

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗΣ αρχή

 

25. Η ανατροπή του σοσιαλισμού δεν επιβεβαιώνει τις κλασικές θεωρίες για το αναπόφευκτο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Έγινε δυνατή αυτή, γιατί αδυνάτισαν, αλλοιώθηκαν και χτυπήθηκαν ορισμένα από τα θεμελιακά στοιχεία του σοσιαλισμού που αφορούν τον πρωτοποριακό ρόλο του Κόμματος και τη σχέση του με τις λαϊκές μάζες, που αποτελούν την ασφαλιστική δικλείδα για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού από οποιαδήποτε λάθη και επιβολή είτε στο εσωτερικό είτε από το εξωτερικό. Ο προβληματισμός για τις βαθύτερες αιτίες οδηγεί στη μελέτη ενός πλέγματος παραγόντων, που επενέργησαν στις εξελίξεις και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την κοινωνική και πολιτική καπιταλιστική οπισθοδρόμηση στις χώρες του σοσιαλισμού. Αφετηριακή επίσης ιδέα είναι ότι η σοσιαλιστική κοινωνία δεν είναι μια αυτοτελής κοινωνία, αλλά μεταβατική ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό.

Η επιχείρηση καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις σοσιαλιστικές χώρες ξεκίνησε από τα μέσα και από τα πάνω, χωρίς να προηγηθεί στρατιωτική ιμπεριαλιστική επέμβαση για την αποκατάσταση του καπιταλισμού ή λαϊκή εξέγερση και σύγκρουση στο εσωτερικό. Η ιστορία του εργατικού επαναστατικού κινήματος έχει γνωρίσει ήττες, σε διαφορετική όμως ιστορική στιγμή και φάση, όταν δεν είχε κριθεί η έκβαση του αγώνα. Σε τέτοιες συνθήκες η σύγκρουση αναπτύχθηκε με καθαρά χαρακτηριστικά ανάμεσα στην αποφασιστική δράση των επαναστατικών λαϊκών μαζών αφ' ενός και τις δυνάμεις της ντόπιας και διεθνούς αστικής τάξης αφ' ετέρου.

Οι συνθήκες, οι μέθοδοι και οι τρόποι που πραγματοποιήθηκε η καπιταλιστική παλινόρθωση υποχρεώνουν να μελετηθεί το πρόβλημα με αφετηρία τον υποκειμενικό παράγοντα, δηλαδή το Κόμμα και το κρατικό σοσιαλιστικό σύστημα, καθώς και το σύνολο των εσωτερικών κυρίως αντιθέσεων που αναφέρονται στην περιοχή των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων. Στη συγκεκριμένη φάση που πραγματοποιήθηκε η καπιταλιστική παλινόρθωση, η άλλη ομάδα των αντιθέσεων, που αφορά τις σχέσεις του σοσιαλισμού με τον καπιταλισμό, άσκησε σοβαρή επίδραση στην αλληλουχία και αλληλεξάρτηση των εσωτερικών γεγονότων, που οδήγησαν στην αντεπανάσταση, όμως δεν ήταν καθοριστική.

26. Χάθηκε εξελικτικά ο πρωτοποριακός καθοδηγητικός ρόλος του Κόμματος, ως κόμματος εξουσίας και πυρήνα του πολιτικού συστήματος. Επήλθε χαλάρωση και άμβλυνση των αρχών και κανόνων λειτουργίας του Κόμματος και της πολιτικής ανάδειξης στελεχών.

Το γεγονός ότι δε συνειδητοποιήθηκε η απειλή της αντεπανάστασης, αποδεικνύει ήδη από μόνο του την αλλοίωση της φυσιογνωμίας και του χαρακτήρα των κομμουνιστικών κομμάτων στις χώρες του σοσιαλισμού.

Υπήρξαν και συγκεκριμένα γεγονότα, και μάλιστα στο έδαφος της Ευρώπης, τα οποία έπρεπε να συνειδητοποιηθούν, ως «σήματα συναγερμού» (Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, τα προβλήματα της Γιουγκοσλαβίας, Ρουμανίας και Αλβανίας, καθώς και η αναθεωρητική επίθεση με αιχμή του δόρατος τον ευρωκομμουνισμό που «χτύπησε» το κομμουνιστικό κίνημα της καπιταλιστικής Ευρώπης). Φαινόμενα διασπάσεων σε κομμουνιστικά κόμματα της καπιταλιστικής Ευρώπης επίσης αποτελούσαν ισχυρή προειδοποίηση για την ιδεολογική πίεση που ασκούσε ο καπιταλισμός και η ιδεολογία του στις γραμμές του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος των καπιταλιστικών χωρών.

Τα κομμουνιστικά κόμματα, όπως δείχνουν πιο καθαρά οι τελευταίες εξελίξεις, θεώρησαν ως δεδομένο και αδιαμφισβήτητο τον ηγετικό, πρωτοποριακό ρόλο τους στην κοινωνία. Οι επιτυχίες στη σοσιαλιστική οικοδόμηση και στο διεθνή στίβο καλλιεργούσαν πνεύμα αυτάρκειας και αυταρέσκειας. Έπαψαν να έχουν ενδιαφέρον να διατηρούν και να ανανεώνουν συνεχώς ό,τι πιο πολύτιμο και αναγκαίο για το σοσιαλισμό, την ενότητα με το λαό, τη δημοκρατική σχέση με τους εργαζόμενους, με τις κοινωνικές οργανώσεις.

Από ένα σημείο και μετά αποσπάστηκαν από την πραγματικότητα, έχασαν την ικανότητα να κατανοούν τις διαθέσεις του λαού, τα προβλήματα που τον απασχολούν, τις ανάγκες και τις αγωνίες του. Τα κομματικά όργανα και οι κομματικές οργανώσεις μετατράπηκαν σε υπηρεσίες γραφειοκρατικού τύπου με αποτέλεσμα την εξασθένηση της δημιουργικότητας, της πρωτοβουλίας των λαϊκών μαζών στην ενεργητική συμμετοχή στη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Αδυνάτισε σταδιακά και τελικά εξαφανίστηκε ο έλεγχος του κόμματος, των κομματικών οργανώσεων και των στελεχών από τις πλατιές λαϊκές μάζες. Με ευθύνη των καθοδηγητικών οργάνων των κομμουνιστικών κομμάτων υποσκάφθηκε η διαδικασία της κριτικής και αυτοκριτικής από τα κάτω και από τα πάνω, με αποτέλεσμα την τυπικότητα και σχηματικότητα στην εφαρμογή των αποφάσεων, την τάση απόκρυψης της πραγματικής κατάστασης, την ωραιοποίηση, την έλλειψη ανησυχίας για την ποιότητα της δουλειάς και των αποτελεσμάτων, το πνεύμα αλληλοκάλυψης. Καλλιεργήθηκε κλίμα ανοχής σε διαστρεβλώσεις της πολιτικής, στις παραβιάσεις της κρατικής πειθαρχίας, της ποιότητας της παραγωγής.

Παραβιάστηκε η εσωκομματική δημοκρατία, καλλιεργήθηκε το έδαφος για τον καριερισμό στελεχών, την αξιοποίηση της κομματικής και κυβερνητικής θέσης, υποκειμενισμός στην επιλογή των στελεχών. Παραβιάστηκε η αρχή ισότητας του κομμουνιστή, εμφανίστηκαν και δυνάμωσαν τα τελευταία χρόνια τα φαινόμενα περιφρόνησης της κομματικής συντροφικότητας.

Μια τέτοια εξέλιξη έγινε η αιτία να ανοίξουν διάπλατα οι πόρτες σε στελέχη που είχαν ιδιοτελή κίνητρα ή έπασχαν από έλλειψη πολιτικών ικανοτήτων και διορατικότητας, δυνατότητας να συλλαμβάνουν τις υποδείξεις και παρατηρήσεις των εργαζομένων, να τις επιζητούν ή να ξεχωρίζουν τις διαφορετικές απόψεις από την αντισοσιαλιστική προπαγάνδα. Μειώθηκε η ικανότητα των κομμουνιστικών κομμάτων να στηρίζουν τις αποφάσεις τους σε επιστημονικά δεδομένα με συνέπειες γενικότερης σημασίας στη σοσιαλιστική οικοδόμηση και στην αντιμετώπιση πολύπλοκων και πολυσύνθετων φαινομένων.

Τα φαινόμενα αυτά, ασυμβίβαστα με το χαρακτήρα του κομμουνιστικού κόμματος, άνοιξαν το δρόμο για την υπονόμευση του κύρους του στο λαό.

27. Καλλιεργήθηκαν θεωρητικές απόψεις ή προτιμήθηκαν επιλογές που συνιστούσαν παρεκκλίσεις από τη θεωρία μας, παραβιάσεις των αρχών οικοδόμησης. Εξασθένησε το μέτωπο πάλης με τον ιμπεριαλισμό και τον αναθεωρητισμό.

Σε ορισμένες περιπτώσεις υιοθετήθηκαν λανθασμένες θεωρίες, που είτε δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα είτε απλούστευαν τα θεωρητικά θέματα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού π.χ. θεωρίες που πρόβαλλαν τη γρήγορη μετάβαση στον αναπτυγμένο σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό, υποτιμώντας το σύνθετο και μακροχρόνιο χαρακτήρα της μεταβατικής περιόδου (βλ. 20ό Συνέδριο), οι θεωρίες για «παλλαϊκό κράτος» και «παλλαϊκό κόμμα», «παλλαϊκή δημοκρατία»*19.

Οι κατευθύνσεις του 20ού Συνεδρίου για «ποικιλία μορφών μετάβασης των διάφορων χωρών στο σοσιαλισμό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις», αξιοποιήθηκαν από ηγεσίες κομμουνιστικών κομμάτων ως θεωρητικό υπόβαθρο επίθεσης σε βάρος της επιστημονικής θεωρίας του σοσιαλισμού. Στο όνομα των εθνικών ιδιομορφιών και ιδιαιτεροτήτων αναθεωρούνται οι νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης. Προβάλλονται απόψεις ότι μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της «πολιτικής δημοκρατίας» είναι δυνατόν να μεταλλαγεί το καπιταλιστικό σύστημα σε σοσιαλιστικό, δίχως το επαναστατικό άλμα.

Τέτοιες απόψεις υποτιμούν και υποβιβάζουν το γεγονός ότι οι εκμεταλλεύτριες τάξεις, στηριγμένες στη στρατοκρατία και στον αντιδραστικό γραφειοκρατικό μηχανισμό, προβάλλουν αντίσταση, ότι η μια ή η άλλη μορφή μετάβασης υπάγεται σε γενικές νομοτέλειες, είναι αποτέλεσμα μιας ολόπλευρης κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής πάλης.

Την επόμενη περίοδο, κάτω και από την επίδραση της πείρας της Χιλής και της Πορτογαλίας και την αλλαγή τακτικής του ιμπεριαλισμού, ορισμένες από τις αντιλήψεις και ιδέες του 20ού Συνεδρίου παραμερίζονται. Όποιες αλλαγές προσανατολισμών έχουν γίνει, σε σχέση με το 20ό Συνέδριο, πραγματοποιούνται σιωπηρά με την έννοια ότι δε συνοδεύονται από γενικότερη θεωρητική, ανοιχτή, συλλογική συζήτηση στο εσωτερικό των χωρών και στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος.

Η στρατηγική της ιδεολογικής δολιοφθοράς -όπως φαίνεται σήμερα με την εκ των υστέρων πείρα- δε συνάντησε την αντίστοιχη επιθετική και μάλιστα ενιαία απάντηση του κομμουνιστικού κινήματος, από τα κόμματα και τις κυβερνητικές ηγεσίες των σοσιαλιστικών χωρών. Αν και στα ντοκουμέντα των κομμάτων, ιδιαίτερα του ΚΚΣΕ, γίνεται λόγος για τον επικίνδυνο χαρακτήρα της νέας τακτικής του ιμπεριαλισμού, στην πράξη δεν καταβάλλονται τόσες και τέτοιες προσπάθειες, ώστε το κομμουνιστικό κίνημα να τεθεί σε συναγερμό και επαγρύπνηση, να αντιμετωπίσει επιθετικά και πειστικά τη νέα κατάσταση.

Η αστική τάξη με την πλούσια ιστορική πείρα που διέθετε από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του αυτοτελούς εργατικού κινήματος, με μεγάλη επιδεξιότητα μετέφερε το επίκεντρο του ιδεολογικού αγώνα από το εξωτερικό στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος και του σοσιαλιστικού συστήματος.

Αξιοποίησε στη στρατηγική και τακτική την πλούσια ιστορική πείρα προσαρμογής και αναπροσαρμογής που απέκτησε μέσα από την αντιπαράθεση και συνεργασία της με διαφορετικές τάξεις, στρώματα και πολιτικές δυνάμεις (απόλυτη μοναρχία, συνταγματική βασιλεία, κοινοβουλευτική δημοκρατία, φασιστική δικτατορία, στρατιωτικά πραξικοπήματα). Αξιοποίησε τα λάθη, τις αδυναμίες, τις φιλοδοξίες ηγετικών στελεχών, το κοινωνικό και πολιτικό έδαφος που καλλιεργούσε παρεκκλίσεις, δυσαρέσκειες.

Θεωρούμε επίσης, με βάση και την εκ των υστέρων πείρα, ότι σε ντοκουμέντα των ΚΚ των σοσιαλιστικών χωρών υπερεκτιμώνται οι αναμφισβήτητες νίκες του σοσιαλισμού, οι θεαματικές αλλαγές που έγιναν στον κόσμο μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, με τρόπο που υποβαθμίζονται τα σύνθετα νέα προβλήματα, τα οποία ανακύπτουν στην πορεία των εξελίξεων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις απολυτοποιούνται τα φαινόμενα κρίσης του καπιταλισμού, καλλιεργείται μια απλουστευτική αντίληψη για πορεία αποσύνθεσης του καπιταλιστικού συστήματος.

Υποτιμήθηκε η δυνατότητα του καπιταλισμού να εφαρμόζει τις νέες επιστημονικοτεχνικές επιτεύξεις στην παραγωγή, παρά τις αντιφάσεις και τα αρνητικά αποτελέσματα για τη ζωή και τα δικαιώματα των εργαζομένων.

Η παρέκκλιση δε γεννήθηκε αυτόματα, στο κενό. Νέα προβλήματα που δεν έβρισκαν απάντηση, λάθη που δεν αποκαλύπτονταν έγκαιρα ή δεν εντοπιζόταν η κύρια αιτία τους, υποκειμενικές και επιφανειακές εκτιμήσεις μετεξελίσσονταν, διολίσθαιναν σε παρέκκλιση.

Ορισμένες λαθεμένες ή ουτοπικές απόψεις που αφορούσαν τα προβλήματα της διεθνούς ζωής και της αντιπαράθεσης των δύο κοινωνικών συστημάτων εκφράζουν τάση υποχώρησης στην ιδεολογική πίεση της αστικής ιδεολογίας παρά το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση και οι άλλες σοσιαλιστικές χώρες δε δίστασαν να συγκρουστούν με τον ιμπεριαλισμό σε κρίσιμες ώρες, προκειμένου να υπερασπιστούν το σοσιαλισμό και τις χώρες που έκαναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο.

Είτε άμεσα, είτε έμμεσα ο οπορτουνισμός ανοίγει το δρόμο για το αδυνάτισμα των κομμουνιστικών κομμάτων. Αποτελεί την ιδεολογική βάση για να ευοδωθούν οι προσπάθειες του ιμπεριαλισμού να υποσκάψει και να αδυνατίσει το σοσιαλισμό.

Το πρόβλημα δε λύνεται με έναν τυπικό εξορκισμό των αναθεωρητικών, οπορτουνιστικών, διαλυτικών απόψεων και την καταδίκη των φορέων τους. Οι αρχές της υλιστικής-διαλεκτικής ερμηνείας της ιστορίας οδηγούν στην αναζήτηση των αντικειμενικών δεδομένων της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής στη βάση των οποίων δημιουργούνται προϋποθέσεις να εμφανιστούν οπορτουνιστικές θεωρίες και πρακτικές μέσα στο εργατικό κίνημα. Δε σημαίνει ότι η επικράτηση του οπορτουνισμού είναι αναπόφευκτη. Όταν υπάρχει συνείδηση των αντικειμενικών παραγόντων που ευνοούν το φαινόμενο, τότε είναι δυνατό το κομμουνιστικό κίνημα να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, τις παρενέργειες, τις προσωρινές ακόμα ήττες.

28. Εξασθένησε η δημιουργική ιδεολογική πολιτική, η πολύπλευρη διαπαιδαγωγητική δράση για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής συνείδησης, για τη συνεχή ανάπτυξη και τελειοποίηση του νέου τύπου ανθρώπου που απαιτεί η οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Η σοσιαλιστική σκέψη μπορούσε και έπρεπε να αποτελεί το πηδάλιο της εξέλιξης της νέας αυτής κοινωνίας, που ήταν υποχρεωμένη να ανιχνεύσει νέους δρόμους μέσα σε συνθήκες έντονης αναμέτρησης με την αστική και μικροαστική ιδεολογία, με τον οπορτουνισμό και αναθεωρητισμό. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού απαιτεί επαρκές μορφωτικό και πολιτικο-ιδεολογικό επίπεδο των πλατιών λαϊκών μαζών, ένα απαραίτητο επίσης επίπεδο γνώσεων και συνειδητότητας, για να μπορούν αυτές να ανταποκριθούν στη σύνθετη δημιουργική και πρωτόβουλη πολιτικο-οργανωτική διαδικασία.

Σε συνθήκες έντονης ιδεολογικής αναμέτρησης με τον καπιταλισμό, ιδιαίτερης αύξησης του ρόλου της ιδεολογικής δραστηριότητας στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών κοινωνιών, παραμελήθηκε το σημαντικό αυτό μέτωπο δράσης. Δεν προσαρμόστηκε στις εξελισσόμενες συνθήκες, γιατί θεωρήθηκε δεδομένο ότι οι εργαζόμενοι είναι πεπεισμένοι υποστηρικτές του συστήματος. Υποτιμήθηκε η πολυπλοκότητα της διαδικασίας για την καλλιέργεια σοσιαλιστικής συνείδησης μέσα από την άμεση, ενεργητική συμμετοχή στην επίλυση των προβλημάτων της οικοδόμησης, της διεύθυνσης των κοινωνικών και πολιτικών υποθέσεων.

Η συζήτηση ιδεολογικών και πολιτικών προβλημάτων δε δραστηριοποίησε όλο το Κόμμα, τις κομματικές οργανώσεις, τα μέλη και τους εξωκομματικούς, ολόκληρη την κοινωνία. Έτσι θα δινόταν η δυνατότητα και πλατιάς έκφρασης των απόψεων και των προσανατολισμών, και αντιμετώπισης με ιδεολογικά μέσα και πειστικά επιχειρήματα λανθασμένων απόψεων.

Η εξέλιξη των ιδεών δε συμβαδίζει αυτόματα με την κοινωνική εξέλιξη, οι προοδευτικές και επαναστατικές ιδέες -σε συνθήκες άμβλυνσης, χαλάρωσης και μείωσης της λαϊκής πρωτοβουλίας και δημιουργικής δράσης- υποχωρούν, επανέρχονται και δυναμώνουν οι αναχρονιστικές επιβιώσεις, ο ατομισμός, ο υποκειμενισμός, ο τοπικισμός. Έτσι δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις, ώστε οι αγωγοί διείσδυσης και αναπαραγωγής της αστικής και μικροαστικής ιδεολογίας, του συμβιβασμού και της κόπωσης μπροστά στην πολυπλοκότητα των προβλημάτων να λειτουργήσουν αποτελεσματικά. Οι ανεπάρκειες αυτές φαίνονται πιο έντονα σήμερα, σε συνθήκες γενικής οπισθοδρόμησης.

29. Καθυστέρησε η δημιουργική εξέλιξη, η ανάπτυξη και ο εμπλουτισμός της επαναστατικής θεωρίας από την πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της δράσης των επαναστατικών δυνάμεων.

Χωρίς καμιά πρόθεση να ακυρωθεί η επιστημονική έρευνα και οι θεωρητικές αναζητήσεις στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, οι εξελίξεις δείχνουν ότι με ευθύνη των κομμουνιστικών κομμάτων σημειώθηκε θεωρητική καθυστέρηση στη δημιουργική ανάπτυξη της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας στις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και του σύγχρονου κόσμου. Υποτιμήθηκαν ή παραγνωρίστηκαν επιστημονικές έρευνες που γίνονταν από ειδικά ερευνητικά κέντρα, ορισμένα από τα οποία ανήκαν στο ίδιο το Κόμμα.

Υποτιμήθηκε η ανάγκη να οικοδομείται ο σοσιαλισμός με τη συνεχή ανάπτυξη της θεωρίας, την ανανέωση της γνώσης, η οποία σε συνδυασμό με την ενεργητική συμμετοχή στη διαχείριση και διεύθυνση, καλλιεργεί το έδαφος για ανάπτυξη του νέου τύπου ανθρώπου.

Η μελέτη θεωρητικών και επιστημονικών προβλημάτων δεν προπορευόταν, ώστε να αντιμετωπίζονται έγκαιρα οι δυσκολίες, να εντοπίζονται οι νέες τάσεις, οι αντιφάσεις και νέες αντιθέσεις που έπρεπε να λυθούν με διαλεκτικό τρόπο. Η επιτυχία της Οκτωβριανής Επανάστασης, η άνοδος του επαναστατικού κινήματος που ακολούθησε, δείχνει ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες επιτυχίας ήταν το γεγονός ότι αρκετά πριν είχαν μελετηθεί μια σειρά κρίσιμα θεωρητικά ζητήματα από τους κλασικούς. Η απολυτοποίηση της εμπειρίας χωρίς την προσφυγή στη θεωρητική και επιστημονική έρευνα είναι επιζήμια. Το Κόμμα ως πρωτοπόρο τμήμα του λαού οφείλει να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τα νέα προβλήματα, να μπορεί να προβλέπει, να μη χάνει την ολική κίνηση, το όλο, μπροστά στο άμεσο, το καθημερινό, το μερικό.

30. Αδυνάτισε, δε λειτούργησε, με την ποιότητα και την απαίτηση της εποχής και των σύνθετων καθηκόντων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, η διαλεκτική σχέση άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Δεν έγινε δυνατό, σε όλη την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, να συνδυαστεί ο κεντρικός σχεδιασμός με τη λαϊκή πρωτοβουλία, να καλλιεργηθεί στο λαό το αίσθημα της διαχείρισης της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας. Από τη δεκαετία του '70 το φαινόμενο αυτό εντάθηκε, πήρε οξεία μορφή.

Εμφανίστηκαν προβλήματα στην ανάπτυξη των μορφών της σοσιαλιστικής δημοκρατίας και στην ορθή λειτουργία τους, υπερεξουσίες και φαινόμενα τέτοια, που δε δικαιολογούνταν όλα από αντικειμενικής φύσεως προβλήματα ή και ειδικές συνθήκες.

Δεν αποκαλύφθηκαν ή δεν αξιοποιήθηκαν οι εγγενείς δυνατότητες που περικλείει το συγκεκριμένο σύστημα, που βασικό του κριτήριο έχει τη συνειδητή συμμετοχή του λαού, τον κοινωνικό έλεγχο της κυβέρνησης, των οργάνων διεύθυνσης, τη διαλεκτική σχέση και ενότητα: «κόμμα σοβιέτ λαός».

Οι απώλειες έμπειρων στελεχών και μαχητών κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και στο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, η ανάγκη να αξιοποιηθούν τα πιο ικανά και δυνατά στελέχη στο μέτωπο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δημιούργησαν κενά στη σύνθεση των σοβιέτ. Αναδείχτηκε, εξ αντικειμένου, μια νέα γενιά στελεχών χωρίς την απαιτούμενη πείρα στην επίλυση προβλημάτων με δημοκρατικό τρόπο και με λαϊκή συμμετοχή και στήριξη.

Εκλέχθηκαν, μέσα σε κλίμα χαλάρωσης, και καριερίστες.

Οι συνέπειες αυτές, αν και επισημαίνονταν, δεν αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά από τα κομμουνιστικά κόμματα και τα όργανα της κρατικής εξουσίας κι έτσι αναπαράγονταν τα προβλήματα με οξύτερο τρόπο.

Το πιο βασικό πρόβλημα που πρέπει να διερευνηθεί περισσότερο, ώστε να αξιοποιηθεί η σχετική πείρα, αφορά το ρόλο και την αξιοποίηση των σοβιέτ ως μορφής κρατικής εξουσίας και τη σχέση των τοπικών σοβιέτ με τις εργατικές κολεκτίβες.

Αν και ψηφίζονταν νόμοι που έδιναν συνεχώς νέα δικαιώματα στα τοπικά σοβιέτ, στους εργαζόμενους και στις εργασιακές ομάδες, ωστόσο στην πράξη οι διαδικασίες λαϊκής συμμετοχής και ελέγχου αποκτούσαν τυπικό χαρακτήρα.

Εξίσου σοβαρό ζήτημα για βαθύτερη εξέταση είναι η θέση και ο ρόλος των συνδικάτων και των άλλων μαζικών οργανώσεων της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Νομικά και θεσμικά ο ρόλος τους ήταν κατοχυρωμένος στην επεξεργασία νόμων, αποφάσεων, στη συμμετοχή σε όλες τις κοινωνικές και πολιτικές υποθέσεις. Στην πράξη ο ρόλος τους δεν αναπτύχθηκε στον ανώτατο δυνατό βαθμό.

Η χαλάρωση των δεσμών του Κόμματος με το λαό, η απόσταση των κεντρικών οργάνων από τους εργαζόμενους, επέδρασε αρνητικά στην αξιοποίηση των μαζικών οργανώσεων, οι οποίες έπρεπε να αποτελούν χώρους προσέλκυσης των εξωκομματικών δυνάμεων, του λαού, για ενεργητική συμμετοχή, έλεγχο των κρατικών και κομματικών οργάνων.

Η κύρια, η πρώτη ευθύνη για τα παραπάνω φαινόμενα βρίσκεται στο ρόλο και τη δράση του κομμουνιστικού κόμματος, που από τη φύση και το ρόλο του πρέπει να έχει πρώτη φροντίδα να συσχετίζει τη δράση του με την πρωτοβουλία του λαού, να καλλιεργεί συνεχώς τη λαϊκή συμμετοχή. Να περιορίζει και να εξαλείφει τις διοικητικές μεθόδους, να δημιουργεί προϋποθέσεις για να αυξάνει ο ρόλος των άμεσων και των αντιπροσωπευτικών οργάνων του λαού στις οικονομικο-οργανωτικές λειτουργίες του σοσιαλιστικού κράτους.

31. Τα αρνητικά φαινόμενα και προβλήματα που εμφανίστηκαν δεν αναιρούν τη θεωρητική θέση ότι στη σοσιαλιστική κοινωνία αντιστοιχεί πολιτική μεταβατική περίοδος, της οποίας το κράτος αποδίδεται με τον πολιτικό όρο, επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου, που υποδηλώνει την πλήρη και ουσιαστική διαφορά από τη δικτατορία της αστικής τάξης της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η κριτική που ασκήθηκε στο πολιτικό σύστημα του σοσιαλισμού από αντισοσιαλιστικές δυνάμεις των καπιταλιστικών χωρών, ρεφορμιστές και αναθεωρητές, ξεκινούσε από μια συνειδητά, ή ασυνείδητα σε ορισμένες περιπτώσεις, λανθασμένη βάση: την εξομοίωση κριτηρίων ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, από αταξική αντιμετώπιση της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

Από τις πιο χαρακτηριστικές αντιλήψεις αυτού του τύπου είναι η ταύτιση της δημοκρατίας με τον πολυκομματισμό, με τον αριθμό των κομμάτων που ασκούν εξουσία και συμμετέχουν στη διακυβέρνηση. Ο σοσιαλισμός δεν αποκλείει την ύπαρξη και λειτουργία άλλων κομμάτων. Η ύπαρξή τους καθορίζεται κυρίως από αντικειμενικά κριτήρια. Ο αριθμός, ο χαρακτήρας και ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων στο σοσιαλισμό, πέραν του κομμουνιστικού κόμματος, εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εθνικές ιδιομορφίες και παραδόσεις, από την κοινωνική διαστρωμάτωση ή από ιστορικούς λόγους (π.χ. οι εσέροι, ενώ συμμετείχαν στην πρώτη σοβιετική κυβέρνηση, κατά τον εμφύλιο πέρασαν με την αντεπανάσταση).

Η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ανέδειξε την ανάγκη σε κάθε φάση, σε κάθε βαθμίδα της σοσιαλιστικής ανάπτυξης να διασφαλίζεται ο ανώτερος δυνατός συνδυασμός ανάμεσα στη δημοκρατία και το συγκεντρωτισμό, στο οικονομικό πεδίο της κοινωνίας με κύριο στόχο την τελειοποίηση του συγκεντρωτισμού και την ανάπτυξη της δημοκρατίας.

Ο συγκεντρωτισμός πρέπει να εκφράζει τα βασικά συμφέροντα των εργαζομένων και η δημοκρατία τη συνεχή προσέλκυση του λαού στην άσκηση εξουσίας. Ο όσο γίνεται αρμονικότερος συνδυασμός τους, η διαλεκτική αλληλεπίδρασή τους αποτελεί παράγοντα ικανότητας του σοσιαλιστικού συστήματος να υπερασπίζεται τον εαυτό του από λάθη και υπονομευτικές ενέργειες. Η διόγκωση του συγκεντρωτισμού σε βάρος της δημοκρατίας προκάλεσε σοβαρές παρενέργειες στην οικονομική ανάπτυξη, στην ικανοποίηση των συλλογικών συμφερόντων, έγινε παράγοντας εξασθένησης της υπεράσπισης του σοσιαλιστικού συστήματος.

Η λαϊκή συμμετοχή και ο κοινωνικός έλεγχος της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας αποδείχτηκε ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς το σοσιαλιστικό σύστημα χωρίζεται ιστορικά από την κομμουνιστική αυτοδιοίκηση. Για να γίνει ο λαός ανώτατος και μοναδικός ιδιοκτήτης ολόκληρου του κοινωνικού πλούτου, απαιτείται χρόνος, συνεχής προσπάθεια, ώστε να διασφαλίζονται, να τελειοποιούνται και να διευρύνονται τα δικαιώματα ελέγχου, να αναπτύσσεται πολύπλευρα η ανθρώπινη προσωπικότητα.

Αν και αυτό απασχολούσε έντονα τα κομματικά συνέδρια και υπήρξαν συγκεκριμένες αποφάσεις και σχεδιασμοί, εντούτοις δε φαίνεται ότι αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά, με βάση τους στόχους και τις ανάγκες.

Στα προβλήματα που εμφανίστηκαν, πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες, επέδρασαν και λάθη, παραβιάσεις και αποκλίσεις που συνοψίζονται στην ποιότητα της σχέσης των εργαζομένων με τη σοσιαλιστική ιδιοκτησία, την προσέλκυση των εργαζομένων στην άσκηση των λειτουργιών της εξουσίας σε αρμονική σχέση με την αυξανόμενη σημασία μιας κεντρικής διεύθυνσης*20.

33. Στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης παραβιάστηκε ουσιαστικά η αρχή, «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τη δουλειά του».

Το σύστημα οικονομικών και ηθικών κινήτρων απαιτούσε συνεχείς βελτιώσεις. Στο βαθμό που δε γινόταν αυτό και παραβιαζόταν, καλλιεργήθηκε το έδαφος για αδιαφορία απέναντι στην εργασία και την άνοδο της παραγωγικότητας. Οδήγησαν στο σχηματισμό εισοδημάτων που δεν ανταποκρίνονταν στο μέτρο και την ποιότητα της εργασίας. Παρά τις κατά διαστήματα προσπάθειες οικονομικών μεταρρυθμίσεων στις σοσιαλιστικές χώρες, τελικά δε δυνάμωσε ο ρόλος των οικονομικών μεθόδων και κινήτρων στη λαϊκή οικονομία, ο κεντρικός σχεδιασμός έγινε δύσκαμπτος, συγκεντρωτικός. Παρέμεναν προβλήματα στη διακίνηση εμπορευμάτων, στον έγκαιρο εφοδιασμό της αγοράς.

Στον τομέα αυτό γίνονται προβληματισμοί και κριτικές παρατηρήσεις από κομμουνιστικά κόμματα, μαρξιστές οικονομολόγους, για τον τρόπο που αξιοποιήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ο νόμος της αξίας, οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, για τη διεύθυνση και λειτουργία των επιχειρήσεων και τον τρόπο που αξιοποιήθηκαν οι εργατικές κολεκτίβες.

Τα θέματα που αφορούν ειδικά τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, την ποιότητα των καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών, τα οικονομικά και ηθικά κίνητρα, τον κοινωνικό έλεγχο και τη συμμετοχή στο σχεδιασμό και τη διεύθυνση, απαιτούν παραπέρα ειδικό προβληματισμό. Οι κριτικές παρατηρήσεις έχουν βάση, απαιτείται όμως ειδική εξέταση και μεγαλύτερη εμβάθυνση. Χρειάζεται, σε συνεργασία με κομμουνιστικά κόμματα και επιστήμονες, να μελετηθεί η πείρα ορισμένων χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, στις οποίες έγιναν πειραματισμοί και εφαρμογές.

Ορισμένες αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές και υπαίτιες για την εμφάνιση καπιταλιστικής ιδιοκτησίας με παρενέργειες στον ιδεολογικό και πολιτικό τομέα.

Τα προβλήματα που εμφανίστηκαν, και τα οποία συνιστούσαν παρεκκλίσεις από τη θεωρία, όχι μόνο δεν αναιρούν αλλά επιβεβαιώνουν τη γενική κατεύθυνση του μαρξισμού λενινισμού, ότι η κοινωνικοποίηση στην περίοδο του σοσιαλισμού (με τις δύο κύριες μορφές της, την κρατική και τη συνεταιριστική) δεν μπορεί να γίνει με τη μορφή ξεχωριστών αυτοτελών κοινοτήτων, αλλά με την κρατική μορφή ιδιοκτησίας, λόγω της ανάγκης να αναπτυχθούν οι παραγωγικές δυνάμεις, να διασφαλιστεί στη μεταβατική περίοδο το συλλογικό συμφέρον.

Τα προβλήματα, οι αδυναμίες και τα λάθη που εμφανίστηκαν στη διαλεκτική σχέση δημοκρατίας και συγκεντρωτισμού στο πεδίο του προγραμματισμού, στα τοπικά σοβιέτ και τις εργατικές κολεκτίβες και το ρόλο τους, δεν μπορεί να αποτελέσουν άλλοθι για να προβληθεί σαν αντίβαρο του σοσιαλισμού η «οικονομία της αγοράς», ο «ελεύθερος ανταγωνισμός» και η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων ή η ουτοπική στην καλύτερη περίπτωση άποψη της «αυτοδιαχείρισης» και «αυτοδιεύθυνσης», που οδηγεί στη διάσπαση της ενιαίας, παλλαϊκής σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας σε ιδιοκτησίες ομάδων παραγωγών, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου και του συλλογικού συμφέροντος. Η κοινωνική ιδιοκτησία και ο κεντρικός σχεδιασμός δέχτηκαν και δέχονται συνεχείς βολές και συκοφαντίες από τις αντισοσιαλιστικές δυνάμεις. Στην ουσία «πυροβολείται» η κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης και η πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

33. Παραγνωρίστηκε το σύστημα των εσωτερικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, που αποτελεί πυρήνα της υλιστικής διαλεκτικής. Υποτιμήθηκε η ανάγκη να διασφαλίζεται σε κάθε φάση και βαθμίδα ανάπτυξης η διαλεκτική ενότητα και αλληλεπίδραση ανάμεσα στις παραγωγικές σχέσεις και στις παραγωγικές δυνάμεις.

Ίσως αποδειχθεί ζήτημα-κλειδί σε πολλά ερωτήματα που μας απασχολούν για το έδαφος, πάνω στο οποίο ευδοκίμησαν λάθη, αδυναμίες, ελλείψεις και τελικά παρεκκλίσεις. Το πρόβλημα των αντιθέσεων στο σοσιαλισμό δεν έγινε αντικείμενο θεωρητικών μελετών και κυρίως πρακτικών λύσεων, με αποτέλεσμα αρνητικές συνέπειες, που είχαν την αντανάκλασή τους στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Υποτιμήθηκαν βασικές σκέψεις του Λένιν, σύμφωνα με τις οποίες ο σοσιαλισμός δεν είναι απαλλαγμένος από αντιθέσεις και διαφωνίες και ότι αυτές, όταν παραγνωρίζονται, μπορεί να πάρουν χαρακτήρα σύγκρουσης*21.

Υπερεκτιμήθηκε ή απολυτοποιήθηκε η διαδικασία ενοποίησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Κυριάρχησαν εσφαλμένες απόψεις, που υποστήριζαν ότι οι αντιθέσεις στο σοσιαλισμό χάνουν τη σημασία τους, με αποτέλεσμα να μην εντοπίζονται και να μην αντιμετωπίζονται αναντιστοιχίες, δυσαρμονίες και προβλήματα, στο βαθμό που απαιτούσαν οι συνθήκες.

Κατά διαστήματα, ιδιαίτερα στη δεκαετία του '70 και πιο έντονα μετά την πολωνική κρίση, αναπτύσσονταν έντονες συζητήσεις για τη διαλεκτική των αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, οι οποίες όμως δεν είχαν συνέχεια. Αν και επισημαίνονταν ζητήματα, δε φαίνεται ότι δίνονταν πρακτικές λύσεις στο καίριο αυτό πρόβλημα, πέρα από θεωρητικές συζητήσεις και τις εργασίες που γίνονταν από διάφορα επιστημονικά ινστιτούτα.

Σε κάθε φάση ανάπτυξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, σε συνθήκες όπου η επιστημονικοτεχνική επανάσταση που προβάλλει τον οργανικό δεσμό ανάμεσα στην κοινωνική και την τεχνολογική πρόοδο, τα κομμουνιστικά κόμματα και τα κρατικά όργανα όφειλαν να έχουν διαρκώς στραμμένη την προσοχή στα εξής προβλήματα: την τελειοποίηση των παραγωγικών σχέσεων και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την ανώτερη οργάνωση του όλου μηχανισμού της οικονομίας. Την άνοδο της σοσιαλιστικής συνείδησης και της πολιτιστικής ανάπτυξης των λαών των σοσιαλιστικών χωρών.

Στις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης -σε διάκριση προς τον καπιταλισμό-  χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η γρήγορη και σε ορισμένες φάσεις αλματώδης αύξηση των υλικών και πνευματικών αναγκών του ανθρώπου, άρα οι ανάγκες για ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων συνεχώς μεγαλώνουν.

Στο βαθμό που δεν αντιμετωπίζονται οι αντιφάσεις αυτές, ανακύπτουν αντιθέσεις ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την κατανάλωση, ανάμεσα στο ατομικό και κοινωνικό συμφέρον. Στην προκειμένη περίπτωση η άρση αυτής της αντίφασης δεν μπορεί να γίνει με την καλλιέργεια και εξιδανίκευση του ατομικού καταναλωτισμού ούτε βεβαίως με την αγνόηση της τάσης αύξησης των προσωπικών και συλλογικών αναγκών. Η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δείχνει ότι στο βαθμό που δεν υπήρξε ένα «μέτρο» ισορροπίας με βάση τις αντικειμενικές δυνατότητες, δημιουργήθηκαν προβλήματα, καλλιεργήθηκαν δυσαρέσκειες.

34. Παραγνωρίστηκε η διαστρωμάτωση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, γεγονός που καλλιέργησε το έδαφος για αντιθέσεις ανάμεσα στο γενικό, το μερικό, το ειδικό και το τοπικό συμφέρον.

Με την οικοδόμηση των βάσεων του σοσιαλισμού καταργήθηκαν οι ταξικές διακρίσεις, υποχώρησαν αλλά δεν καταργήθηκαν οι διακρίσεις και διαφορές ρόλων ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα άλλα κοινωνικά στρώματα του πληθυσμού, αγροτιά, διανόηση, που εκδηλώνονταν με διάφορες μορφές (αντίθεση μεταξύ πόλης και χωριού, σωματικής και πνευματικής εργασίας κλπ.).

Άλλες διακρίσεις συνδέονταν με το επίπεδο ανάπτυξης του σοσιαλισμού, τις μορφές σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας, με ιστορικές, εθνικές και τοπικές ιδιομορφίες. Άλλες διαφορές που εκδηλώνονταν ως διαφορές συνείδησης και προσανατολισμών είχαν πηγή την επιβίωση αναχρονιστικών αντιλήψεων ή την πίεση της αστικής ιδεολογίας στις συνθήκες ιδεολογικής επίθεσης από τον ιμπεριαλισμό.

Οι αντιθέσεις στη σοσιαλιστική κοινωνία συνδέονται με τη μαρξιστική θέση για το χαρακτήρα της κοινωνίας αυτής, που περιγράφεται ως μεταβατική περίοδος επαναστατικής μετατροπής της καπιταλιστικής σε κομμουνιστική. Περίοδος στην οποία δεν επιτυγχάνεται η πλήρης κοινωνική ισότητα*22.

Η ιστορική πείρα δικαίωσε τις θέσεις των κλασικών του μαρξισμού λενινισμού. Έδωσε πολλά νέα στοιχεία για βαθύτερη μελέτη και ανάπτυξη των αντιλήψεων για τις αντιθέσεις στο σοσιαλισμό. Επιβεβαίωσε ότι η σοσιαλιστική κοινωνία διατηρεί επιβιώσεις, παραδόσεις, βαθιά ίχνη της παλιάς κοινωνίας από τα σπλάχνα της οποίας προήλθε.

Η ταξική πάλη δε σταματά με τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Συνεχίζεται και εντείνεται σε κρίσιμες στιγμές, ιδιαίτερα την περίοδο που καταβάλλονται προσπάθειες να κοινωνικοποιηθούν τα βασικά μέσα παραγωγής, να μπουν οι βάσεις του σοσιαλισμού. Οι εκμεταλλεύτριες τάξεις δεν παραδίνονται εύκολα, παρά το γεγονός ότι αποτελούν μειοψηφία και έχουν χάσει ορισμένα από τα πιο βασικά τους οικονομικά και πολιτικά στηρίγματα.

Η ένταση, η διάρκεια, η όξυνση και η μορφή με την οποία εκδηλώνεται η ταξική πάλη εξαρτάται από τους ρυθμούς οικοδόμησης των σοσιαλιστικών σχέσεων, από το διεθνή περίγυρο και συσχετισμό. Σε όλη την περίοδο που υπάρχει ιδιωτικό κεφάλαιο, μικρή εμπορευματική παραγωγή, αναπαράγονται νέα στοιχεία της αστικής τάξης. Επηρεάζεται η κατάσταση και από το διεθνή συσχετισμό, τη στρατηγική και τακτική του ιμπεριαλισμού, που αναζητεί συνεχώς εσωτερικά στηρίγματα, ώστε να προωθήσει την από τα μέσα ανατροπή, αφού η εξωτερική επέμβαση δεν είναι εύκολη γι' αυτόν υπόθεση.

Δεν είναι ίδια η οξύτητα και οι μορφές της για όλες της χώρες, παίζουν ρόλο και οι εθνικές ιδιομορφίες, οι παραδόσεις του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, η ποιότητα των δεσμών του Κόμματος με το λαό, η ποιότητα της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα άλλα κοινωνικά στρώματα που παλεύουν για σοσιαλιστικά μέτρα και μετασχηματισμούς στη συγκεκριμένη χώρα.

Είναι φανερό ότι, όσο εδραιώνονται οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, αναπτύσσεται η σοσιαλιστική δημοκρατία, προωθείται η πρωτόβουλη, ενεργητική λαϊκή συμμετοχή στην οικοδόμηση και στη διεύθυνση των πολιτικών και κοινωνικών υποθέσεων, οι αντίπαλοι του σοσιαλισμού θα ελαχιστοποιούνται.

35. Καθυστερούσε η πλατιά χρήση και αξιοποίηση της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης στο σοσιαλισμό.

Τα συνέδρια των κομμουνιστικών κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών είχαν επανειλημμένα επισημάνει προβλήματα μη ικανοποιητικής εφαρμογής και αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών. Η επιστημονικοτεχνική επανάσταση εφαρμόστηκε και αξιοποιήθηκε ανισόμετρα και επιλεκτικά: στη στρατιωτική οικονομία, στο διάστημα, σε τομείς της βαριάς βιομηχανίας, των μεγάλων έργων και λιγότερο στη βιομηχανία καταναλωτικών αγαθών και στις υπηρεσίες.

Πέρα από τους αντικειμενικούς, ιστορικούς παράγοντες, η σχετικά χαμηλή αξιοποίηση των επιτευγμάτων της ΕΤΕ και η σχετικά επίσης χαμηλή απόδοση των επενδύσεων πρέπει να αναζητηθούν και στους παρακάτω παράγοντες: Στο ρόλο του οικονομικού μηχανισμού διεύθυνσης, στις μορφές και μεθόδους διοίκησης και διεύθυνσης, στο σύστημα κατανομής ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας, στο σύστημα των υλικών και ηθικών κινήτρων, στην ορθολογική χρησιμοποίηση των υλικών, χρηματικών και εργασιακών πόρων, σε στενή σχέση και με τη λαϊκή συμμετοχή στη διαχείριση, διεύθυνση και τον έλεγχο των οργάνων προγραμματισμού και διεύθυνσης.

Αυτοί οι συντελεστές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας, που δε γίνονται πράξη από μόνες τους, δίχως τον ανθρώπινο παράγοντα και τη στήριξη στην επιστήμη και στην τεχνική. Το πέρασμα από την εκτατική στην εντατική ανάπτυξη συνδέεται και με τις μορφές και την ποιότητα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, τη συμμετοχή των μαζών.

Ένας παράγοντας, επίσης, που πρέπει να μελετηθεί με τη βοήθεια της πείρας των ΚΚ και των επιστημόνων είναι το πρόβλημα των δυνατοτήτων της σοσιαλιστικής συσσώρευσης -στις συγκεκριμένες χώρες και στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες- που δρα ως αντικειμενικός παράγοντας θετικός ή ανασταλτικός στη συνεχή ανάπτυξη και κυρίως στην καθολική εφαρμογή της ΕΤΕ.

Η διαπίστωση για τον τρόπο αξιοποίησης της ΕΤΕ στο σοσιαλισμό δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής έδωσαν σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην αισθητή τεχνολογική πρόοδο σε χώρες που ξεκίνησαν από το κατώτατο σημείο σε σύγκριση με την αντίστοιχη κατάσταση που υπήρχε στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Μια σειρά μελέτες και στατιστικές αποδείχνουν ότι στις σοσιαλιστικές χώρες αναπτύχθηκαν οι παραγωγικές δυνάμεις, έγινε σημαντική προσπάθεια ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνικής. Ανακαλύψεις και επιστημονικές έρευνες διατηρούν ακόμα την αξία τους, σε πολλούς τομείς. Ειδικά η ΕΣΣΔ κατά διαστήματα πήρε το προβάδισμα έναντι των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών.

Δεν ισχύει το επιχείρημα που γνώρισε πλατιά διάδοση στις καπιταλιστικές χώρες, ότι η καθυστέρηση στον εκσυγχρονισμό των παραγωγικών δυνάμεων αποτέλεσε καθοριστική αιτία για την ανατροπή των καθεστώτων στις σοσιαλιστικές χώρες.

Οι αντιλήψεις αυτές αναδεικνύουν μονόπλευρα ως αποκλειστικό κριτήριο και μέτρο προοδευτισμού και δημοκρατίας την ανάπτυξη των παραγωγικών μέσων, την ανάπτυξη της τεχνικής και επιστήμης. Παραμερίζουν το πρόβλημα της ιδιοκτησίας στον καπιταλισμό, τη θέση και το ρόλο του εργαζόμενου στην παραγωγική διαδικασία.

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, παρά το δημιουργικό, επαναστατικό τους χαρακτήρα, δεν αποτελεί τον αποκλειστικό δείκτη της δημιουργικής πλευράς της ανθρώπινης δραστηριότητας και της κοινωνικής θέσης των εργαζομένων. Ο σοσιαλισμός, ακόμα και με χαμηλότερη παραγωγικότητα, όταν βεβαίως αυτή οφείλεται σε ιστορικούς, αντικειμενικούς λόγους, είναι σε θέση να προσφέρει στους εργαζόμενους περισσότερα απ' ό,τι ο καπιταλισμός λόγω των ποιοτικών στοιχείων που φέρνει στις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης. Η κατάργηση εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο διαμορφώνει ένα νέο σύστημα ανθρώπινων αξιών, που καθορίζουν την ποιότητα ζωής και την ιεράρχηση κριτηρίων και αναγκών.

Αναμφισβήτητα η ανάπτυξη της υλικοτεχνικής υποδομής στη βάση της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών μέσων, η σύνθετη εκμηχάνιση και ο αυτοματισμός συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων.

36. Αδυνάτισε η εφαρμογή της αρχής του προλεταριακού διεθνισμού λόγω της χαλάρωσης και διάσπασης της ενότητας δράσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στην πάλη κατά του ιμπεριαλισμού και αναθεωρητισμού.

Στην ενιαία στρατηγική και τακτική του ιμπεριαλισμού δεν αντιπαρατάχθηκε σε κρίσιμες περιόδους η ενιαία στρατηγική και τακτική του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Ιδιαίτερο πλήγμα στην ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος αποτέλεσε η ρήξη ανάμεσα στο ΚΚΣΕ και το ΚΚ Κίνας με επιπτώσεις στο διεθνή συσχετισμό δύναμης, στην ενιαία δράση κατά του ιμπεριαλισμού. Άσκησε αρνητικές επιδράσεις, αλυσιδωτές, σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα σε ολόκληρο τον κόσμο. Αξιοποιήθηκε για την ένταση του αντικομμουνισμού και του αντισοσιαλισμού. Στη συνέχεια η ενότητα του κομμουνιστικού κινήματος δοκιμάστηκε από το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού, που σήμανε τη διείσδυση αναθεωρητικών και ηττοπαθών, συμβιβαστικών αντιλήψεων στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος στην καπιταλιστική Ευρώπη.

Χρειάζεται να μελετηθούν στην πορεία και να φωτιστούν οι αρνητικές συνέπειες, οι επιπτώσεις από τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς ως ενιαίου κέντρου με την ανταλλαγή απόψεων και με άλλα κομμουνιστικά κόμματα. Η νέα μορφή συντονισμού, με τη βοήθεια των διεθνών διασκέψεων που καθιερώθηκε, συνέβαλε ως μια ορισμένη περίοδο στην κοινή επεξεργασία της στρατηγικής και τακτικής, στην κοινή δράση. Στην πορεία ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε και αυτή, λόγω των ιδεολογικών διαφωνιών και των ρήξεων στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος. Η αντικατάστασή της με διμερείς και πολυμερείς περιφερειακές συναντήσεις για ορισμένα διεθνή κυρίως ζητήματα δεν επαρκούσε για να αντιμετωπιστούν ζητήματα ενιαίας δράσης, ιδεολογικά και θεωρητικά προβλήματα. Ο χαρακτήρας συζήτησης και αντιπαράθεσης ήταν λιγότερο ή περισσότερο τυπικός, μακριά από τη ζωντανή δημιουργική συζήτηση για την ουσία των προβλημάτων.

Υπήρξαν περίοδοι που η συζήτηση με επίκεντρο ιδεολογικές διαφορές, πήρε και τη μορφή ανοιχτής ρήξης και διακοπής κάθε είδους σχέσης, με αποτέλεσμα χάσμα και διαιρέσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, στο όνομα της αυτοτελούς ευθύνης και της μη επέμβασης στα εσωτερικά των κομμάτων σταματούσε κάθε συζήτηση και κριτική με αποτέλεσμα οι σχέσεις να παίρνουν τυπικό χαρακτήρα στην ανταλλαγή απόψεων και γνωμών. Και η μια και η άλλη τακτική τελικά οδήγησε στο ίδιο αποτέλεσμα, στη χαλάρωση της ενότητας ή στην εύκολη στοίχιση πίσω από τη μια ή την άλλη άποψη. Το πιο βασικό είναι ότι μειώθηκε έως και αδυνάτισε η συζήτηση θεωρητικών προβλημάτων και αιτιών που προκαλούσαν τη μια ή άλλη άποψη και παρέκκλιση.

Είναι αναγκαίο να συνεχιστεί η προσπάθεια, με την ανταλλαγή γνωμών με άλλα κομμουνιστικά κόμματα, με βάση τη μακρόχρονη θετική αλλά και αρνητική πείρα, ώστε να εμβαθύνουμε στους τρόπους και τις μεθόδους που γίνονταν οι συζητήσεις σε ιδεολογικά θέματα και διαφορές ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα, στον τύπο σχέσεων που ανέπτυξαν μεταξύ τους σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο.

Η συζήτηση των διαφορετικών απόψεων, όταν γίνεται με βάση τις κομμουνιστικές αρχές, όχι μόνο δεν επιτρέπει την αξιοποίησή τους από τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, αλλά αντίθετα μπορεί να αποτελέσει σοβαρό παράγοντα για την καλύτερη αντιμετώπισή τους.

37.Έγιναν λάθη στη στρατηγική και τακτική του σοσιαλισμού στην αντιπαράθεσή του με τον ιμπεριαλισμό.

Από την πλευρά του ιμπεριαλισμού η αντιπαράθεση ανάμεσα στα δύο συστήματα δεν ήταν μια απλή ιδεολογική πάλη, αλλά μια μορφή ανατρεπτικής δραστηριότητας σε βάρος του σοσιαλισμού.

Η γραμμή της ειρηνικής συνύπαρξης όπως αναπτύχθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ως ένα βαθμό στο 19ο και κυρίως στο 20ό Συνέδριο, επέτρεψε την καλλιέργεια ουτοπικών αντιλήψεων, ότι είναι δυνατόν ο ιμπεριαλισμός να παραιτηθεί από τον πόλεμο και τα στρατιωτικά μέσα, να δεχτεί μια νέα παγκόσμια τάξη που θα στηρίζεται στις αρχές του αμοιβαίου οφέλους και της ισότιμης συνεργασίας. Ότι είναι δυνατό να δεχτεί την ειρηνική οικονομία και την αξιοποίηση των πόρων από τον αφοπλισμό για τις χώρες με προβλήματα ανάπτυξης.

Η ριζική αλλαγή του συσχετισμού δύναμης, η συνεχής πρόοδος της διεθνούς επαναστατικής διαδικασίας, η ενιαία, παγκόσμια δράση των αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων είναι δυνατό να παρεμποδίζει αποτελεσματικά την επιθετικότητα και τις στρατιωτικές επεμβάσεις και επιδρομές του ιμπεριαλισμού.

Στη συγκεκριμένη ιστορική φάση, δεν έγινε αντιληπτό ότι οι ΗΠΑ με τους ευρωπαίους συμμάχους προσπαθούσαν να ενισχύσουν τους εξασθενημένους κρίκους του καπιταλισμού, να τους διατηρήσουν μέσα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα με ανοιχτές ή συγκαλυμμένες επεμβάσεις στο εσωτερικό των χωρών με πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά μέσα και με κύριο όπλο τη συνεχή απειλή για χρήση ατομικών και στη συνέχεια πυρηνικών όπλων.

Είναι διαφορετικό να παλεύεις για την αποτροπή του πολέμου και μάλιστα του θερμοπυρηνικού και διαφορετικό να προβάλλεται η αντίληψη -στις συγκεκριμένες συνθήκες- ότι είναι δυνατό να εξαλειφθεί ο πόλεμος γενικά.

38. Άσκησε επίσης αρνητική επίδραση η εκτίμηση για τις δυνατότητες και το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στη μεταπολεμική περίοδο.

Βασικό στοιχείο της κομμουνιστικής στρατηγικής υπήρξε η επιδίωξη κοινής δράσης και συμμαχίας με τη σοσιαλδημοκρατία στην υπόθεση της ύφεσης και της ειρήνης, αλλά και γενικότερα στην αντιιμπεριαλιστική πάλη. Η σοσιαλδημοκρατία της Δυτικής Ευρώπης, ανεξάρτητα από τις φραστικές της διακηρύξεις και τους κατά καιρούς επιφανειακούς ελιγμούς, στην πράξη συντάχθηκε με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην αντισοσιαλιστική, αντικομμουνιστική εκστρατεία των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Με ευθύνη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας διασπάστηκε η συνεργασία με τα κομμουνιστικά κόμματα, ύστερα από τις αμερικανικές πιέσεις (μέσω του σχεδίου Μάρσαλ) που απαίτησαν την εκδίωξη των κομμουνιστών από τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις.

Σε κρίσιμες στιγμές, που έπρεπε να ισχυροποιηθεί και να διευρυνθεί το αντιιμπεριαλιστικό, αντιμιλιταριστικό κίνημα, δόθηκε συγχωροχάρτι στην πολιτική του ιμπεριαλισμού με την απόδοση ίσων ευθυνών στη Σοβιετική Ένωση και στις ΗΠΑ για την αύξηση των εξοπλισμών. Ταυτίστηκε το αμυντικό Σύμφωνο της Βαρσοβίας με το ψυχροπολεμικό, επιθετικό ΝΑΤΟ. Ορισμένα μάλιστα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όπως το SPD με επικεφαλής τον Βίλι Μπραντ, έπαιξαν ενεργό ρόλο στη λεγόμενη πολιτική «των γεφυρών» (OST POLITIK) με σαφή στόχο την προσάρτηση της ΓΛΔ, την από τα μέσα ενθάρρυνση αντισοσιαλιστικών ενεργειών. Η άνοδος σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην κυβερνητική εξουσία έδωσε πολλές αποδείξεις για το χαρακτήρα των κομμάτων αυτών, για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στη στήριξη του καπιταλιστικού συστήματος και τη διαχείριση της κρίσης του.

Το καπιταλιστικό σύστημα δε θα μπορούσε να διατηρεί και κυρίως να αναπαράγει τη δύναμή του αν δεν είχε στήριγμα την ιδεολογία και την πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία εκτός από στήριγμα του καπιταλισμού αποδείχτηκε και βασικός παράγοντας της υπονόμευσης της δύναμης και της ενότητας του εργατικού κινήματος.

Σήμερα φαίνεται πιο καθαρά ότι υπήρχε ανάγκη έντονου, πειστικού και μαχητικού ιδεολογικού μετώπου κατά των θεωριών της σοσιαλδημοκρατίας, που σε εκείνη τη φάση καλλιεργούσε αυταπάτες, ότι υπάρχει ο λεγόμενος τρίτος δρόμος για το σοσιαλισμό.

 

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ     αρχή

 

39. Το Κόμμα μας από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του και σε όλη την υπερεβδομηντάχρονη πορεία του υπερασπίστηκε και με τη ζωή χιλιάδων μελών και στελεχών του την υπόθεση του σοσιαλισμού και τις σοσιαλιστικές χώρες.

Αναγνωρίζαμε τις αναμφισβήτητες κατακτήσεις στις χώρες του σοσιαλισμού που άσκησαν μεγάλη επίδραση σε όλο τον κόσμο, έγιναν προωθητική δύναμη για να επιτύχουν κατακτήσεις οι εργαζόμενοι στις καπιταλιστικές χώρες.

Εκτιμήσαμε την τεράστια βοήθεια που οι σοσιαλιστικές χώρες έδωσαν γενναιόδωρα στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, στην υπόθεση της ειρήνης και του αφοπλισμού.

Η μαχητικότητά μας στην υπεράσπιση του κύριου, που ήταν οι σοσιαλιστικές κατακτήσεις, υπαγορεύονταν και από τις ανάγκες και ιδιομορφίες του αγώνα στη χώρα μας. Ήταν η δική μας ξεχωριστή απάντηση στις διώξεις σε βάρος των κομμουνιστών, στην αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Η υπεράσπιση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού ήταν συνειδητή επιλογή του Κόμματός μας και πριν και σήμερα, που μεσολάβησαν οι αρνητικές, δραματικές εξελίξεις.

40. Οι εξελίξεις που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια αναδείχνουν την ευθύνη μας για το γεγονός ότι και εμείς, όπως και άλλα κομμουνιστικά κόμματα, δεν αποφύγαμε την εξιδανίκευση και εξωραϊσμό του σοσιαλισμού, όπως οικοδομήθηκε στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Το Κόμμα μας στα διάφορα κομματικά σώματα και ντοκουμέντα έκανε λόγο για προβλήματα και αδυναμίες που παρουσιάζονταν στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Στις διμερείς επίσης επαφές και σχέσεις με τα άλλα κόμματα ασκούσε κριτική σε ορισμένα προβλήματα που αφορούσαν διεθνή θέματα ή και λαθεμένες εκτιμήσεις για την κατάσταση στη χώρα μας, χωρίς παράλληλη ενημέρωση -στις πιο πολλές περιπτώσεις- των κομματικών μελών. Στις περιπτώσεις που ασκούσαμε κριτική περιοριζόμασταν σε γενικές αναφορές, περιγραφικές, χωρίς να συνοδεύονται από μια προσπάθεια -όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες- προβληματισμού για τις βαθύτερες αιτίες.

Αποδίδαμε τα προβλήματα που διαπιστώναμε, ότι οφείλονταν κυρίως σε αντικειμενικούς παράγοντες. Τα δικαιολογούσαμε, ως προβλήματα ανάπτυξης του σοσιαλισμού, πράγμα που αποδείχτηκε ότι δεν ανταποκρινόταν σε όλες τις περιπτώσεις στην πραγματικότητα.

Οι αιτίες αναφέρονται εν μέρει σε αντικειμενικούς, εν μέρει όμως και σε σοβαρούς υποκειμενικούς λόγους. Η πολύχρονη παρανομία του Κόμματος, οι μακρόχρονες διώξεις εμπόδισαν την ανάπτυξη συστηματικής θεωρητικής δουλειάς και συμβολής μας στην αξιοποίηση της πείρας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το Κόμμα μας όμως είχε ορισμένες δυνατότητες, κυρίως από τη δική του πείρα αντιμετώπισης παρεκκλίσεων κατά την πορεία της ανάπτυξής του, να αποκτήσει ορισμένα αντανακλαστικά τα οποία θα το βοηθούσαν να αντιμετωπίσει με κριτικό πνεύμα αντιλήψεις που σήμερα εκτιμάμε ότι δεν ήταν σωστές και αντικειμενικές. Αποδείχνεται ότι και το δικό μας Κόμμα δεν έδωσε την απαιτούμενη προσοχή στην ανάγκη να κατακτά τη θεωρητική επάρκεια, να προωθεί τη δημιουργική μελέτη και αφομοίωση της θεωρίας μας, να αξιοποιεί την πλούσια πείρα της ταξικής, επαναστατικής πάλης, να συμβάλλει δηλαδή και με τις δικές του δυνάμεις στη δημιουργική ανάπτυξη των ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων με βάση τις εξελισσόμενες συνθήκες.

Συμβιβαστήκαμε με την τυπικότητα των σχέσεων που εμφανίστηκε ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα, στην κοινή δράση για θέματα θεωρίας και ιδεολογίας. Δεν κατορθώσαμε να συνδυάσουμε το σεβασμό στην πείρα των άλλων κομμάτων με την αντικειμενική κρίση της πολιτικής και πρακτικής τους, με τη συντροφική κριτική στις παρεκκλίσεις, που για μια ακόμα φορά αποδείχτηκε ότι έχουν γενικότερες αρνητικές συνέπειες στο κομμουνιστικό κίνημα, αφού δεν είναι δυνατό να περιοριστούν οι επιπτώσεις σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.

Το Κόμμα μας χαιρέτισε την «περεστρόικα», εκτιμώντας ότι πρόκειται για μεταρρυθμίσεις προς όφελος του σοσιαλισμού, λαμβάνοντας υπόψη την ομόθυμη παραδοχή της από την καθοδήγηση του ΚΚΣΕ, έχοντας απεριόριστη εμπιστοσύνη στην ιδεολογική σταθερότητά του και τη μακρόχρονη πείρα του. Υπήρχαν όμως περιθώρια και ευκαιρίες να συνειδητοποιηθεί η αρνητική πορεία έστω από το 1987, οπότε ανοιχτά, με νόμο υιοθετείται στη Σοβιετική Ένωση η καπιταλιστική ιδιοκτησία που συνυπάρχει με τη σοσιαλιστική.

Στην ολομέλεια του Γενάρη 1990 και ύστερα στο 13ο Συνέδριο επιχειρήθηκε να ερμηνευτούν τα γεγονότα στις σοσιαλιστικές χώρες και οι αλλαγές που έγιναν. Οι εκτιμήσεις αυτές δεν ήταν ορθές. Οι θέσεις του 1990 διέπονται από αυταπάτες για τη «νέα σκέψη» και για την ίδια την «περεστρόικα». Εμπεριέχουν στρεβλή προσέγγιση των γεγονότων στην Τσεχοσλοβακία και τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας. Εκλαμβάνονται ως «ξέσπασμα μαζών», ενώ στην πραγματικότητα ήταν το «ξέσπασμα» της αντεπανάστασης για την ανατροπή του καθεστώτος. Το πιο σοβαρό, θεωρήθηκε «σε κάποιο...βαθμό αναπόφευκτη» η «κατάρρευση των καθεστώτων στις σοσιαλιστικές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης»*23.

Τα γεγονότα των τελευταίων χρόνων δείχνουν ότι η άκριτη αποδοχή της «περεστρόικα», η μη έγκαιρη συνειδητοποίηση του χαρακτήρα της, άσκησε αρνητική επίδραση και στο δικό μας Κόμμα, όπως και γενικότερα συνέβη στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος. Αμβλύνθηκε η ιδεολογική επαγρύπνηση με αποτέλεσμα την ανάπτυξη αναθεωρητικών έως και αντικομμουνιστικών αντιλήψεων στην ΚΕ και σε ένα σχετικά μεγάλο αριθμό στελεχών του Κόμματος, που τα τελευταία χρόνια είχαν αναδειχτεί σε όργανα, πράγμα που οδήγησε στην εσωκομματική κρίση της περιόδου '90 91.

41. Το Κόμμα μας πρέπει να σκύψει με προσοχή στα διδάγματα που συνάγονται έστω από μια πρώτη ματιά: Για την πολιτική ανάδειξης στελεχών, την κοινωνική σύνθεση, τη συλλογικότητα και την εσωτερική δημοκρατία, τη σταθερή πάλη απέναντι στον οπορτουνισμό και το ρεφορμισμό, τη μελέτη, αφομοίωση και ανάπτυξη της θεωρίας στην εξελισσόμενη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

Η πρόσφατη τραγική εμπειρία έδειξε ότι ένα κόμμα δεν αρκεί να υιοθετεί τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία, για να λειτουργεί στην πράξη με βάση τη θεωρία, τις αρχές λειτουργίας του. Η φροντίδα για το σεβασμό των αρχών, για τη δημιουργική εφαρμογή της θεωρίας και την ανάπτυξη και τον εμπλουτισμό της στην πράξη, με βάση τις αντικειμενικές εξελίξεις, πρέπει να είναι μόνιμη φροντίδα. Η πρώτη ευθύνη ανήκει στην ΚΕ, στα στελέχη του Κόμματος, που πρέπει να διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες να κατακτάται η γνώση και πείρα της πάλης από όλα τα μέλη του Κόμματος και ευρύτερα τον κύκλο επιρροής και δράσης του Κόμματος. Η επανάπαυση, η εφησυχασμός μειώνει τις δυνατότητες του Κόμματος να αναπτύσσεται και να ωριμάζει συνεχώς, να διατηρεί και να διευρύνει την ικανότητά του να παλεύει για τα συμφέροντα των εργαζομένων, για την υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής και του σοσιαλισμού.

 

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ, Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

42. Η τελική νίκη της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής κοινωνίας είναι νομοτελειακή. Άλλωστε η πορεία της ανθρωπότητας δεν καθορίζεται από γεγονότα και συμβάντα μιας συγκεκριμένης περιόδου -και μάλιστα μικρής χρονικής περιόδου σε σύγκριση με τις χιλιετίες τις οποίες αυτή έχει διανύσει, στη διάρκεια των οποίων έγινε η διαδοχή πέντε κοινωνικών συστημάτων.

Όπως και στη φύση, έτσι και στην ανθρώπινη κοινωνία υπάρχουν αντικειμενικοί νόμοι που λειτουργούν όχι βέβαια με τυφλό και μηχανικό τρόπο, αλλά με την επαναστατική πάλη των εργαζομένων, με τον πρωτοπόρο, ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης και του κόμματός της. Μέσα σ' αυτή τη διαδικασία ο άνθρωπος κατακτά την ικανότητα να λειτουργεί ως πραγματικά ελεύθερο άτομο.

43. Είναι ουτοπικές και απολογητικές υπέρ του καπιταλισμού οι απόψεις που προβάλλονται από επιστήμονες και πολιτικές δυνάμεις, ότι θα υπάρξει ένα άλλο σύστημα, ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, που θα δώσει την ευτυχία στον άνθρωπο.

Όσοι και αν προσπάθησαν να περιγράψουν αυτό το «νέο» σύστημα, δεν κατάφεραν παρά να περιγράψουν μια παραλλαγή του καπιταλιστικού συστήματος με ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τον άνθρωπο έρμαιο των νόμων μιας ταξικής κοινωνίας. Όπως αποδείχτηκε ότι δεν υπάρχει «τρίτος δρόμος προς το σοσιαλισμό», το ίδιο θα αποδειχθεί, για όσους ελπίζουν σε ένα «άλλο» σύστημα, που τάχα δε θα είναι ούτε καπιταλισμός, ούτε σοσιαλισμός, ούτε κομμουνιστική κοινωνία, ότι τέτοιο σύστημα δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει.

44. Η μαρξιστική λενινιστική θεωρία, ως θεωρία της σοσιαλιστικής επανάστασης παραμένει επίκαιρη και ζωντανή. Σ' αυτή τη θεωρία η εργατική τάξη, τα εκμεταλλευόμενα και καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα μπορούν να βρουν απαντήσεις, ιδέες και σκέψεις που θα τους βοηθήσουν να αποκτήσουν διαυγή συνείδηση για το χαρακτήρα της καπιταλιστικής κοινωνίας και τη νομοτέλεια της αντικατάστασής της από την κομμουνιστική κοινωνία. Είναι τόση η δύναμη και η ζωτικότητά της, ώστε και οι αντίπαλοί της δεν μπορούν να την αγνοήσουν. Το τελευταίο διάστημα επιστήμονες και διανοητές, που υπερασπίστηκαν με πάθος τον ιδεαλισμό, την αστική ιδεολογία, αναγκάζονται να καταφεύγουν σε ιδέες και υποδείξεις του Μαρξ, προκειμένου να εξηγήσουν ορισμένα κραυγαλέα φαινόμενα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η τάση επιστροφής στη μελέτη των έργων του Μαρξ και του Ένγκελς δεν υπαγορεύεται σε όλες τις περιπτώσεις από ανιδιοτελείς σκοπούς. Αστοί διανοητές, υπηρέτες του καπιταλιστικού συστήματος, μπροστά στο φόβο η θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού να ανακτήσει νέα αίγλη και επιρροή, καταφεύγουν στη γνώριμη τέχνη: Την αντιπαράθεση του μαρξισμού στο λενινισμό, με σαφή πρόθεση να αφαιρέσουν το πιο δυναμικό και θεμελιακό του περιεχόμενο, δηλαδή την αναγκαιότητα και επικαιρότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης και των γενικών αρχών της. Αυτό που φοβούνται και θέλουν με κάθε μέσο να αποτρέψουν είναι να κερδίσει έδαφος η ιδέα της οργάνωσης στο κόμμα της εργατικής τάξης, το Κομμουνιστικό Κόμμα, γιατί αυτή η ιδέα είναι αναπόσπαστα δεμένη με την επικαιρότητα και την προοπτική της ριζικής κοινωνικής αλλαγής.

Η μελέτη της πείρας του σοσιαλισμού που οικοδομήθηκε στον 20ό αιώνα προσφέρει πολλά στοιχεία για την ανάπτυξη, τον εμπλουτισμό της, τη μελέτη των εξελίξεων σε όλο τον κόσμο. Τα επιτεύγματα, αλλά και τα λάθη οποιασδήποτε φύσης και προέλευσης, έχουν μεγάλη διδακτική πείρα, που οι κομμουνιστές δεν την είχαν όταν έθεταν για πρώτη φορά σε κίνηση την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας. Δίνουν ερεθίσματα για μελέτη και εμβάθυνση, δημιουργική ανάπτυξη της θεωρίας στην εξελισσόμενη πραγματικότητα με τις αντιθέσεις της. Επιτρέπουν διδάγματα για αποφυγή λαθών, ακονίζουν τη σκέψη, την πείρα, προσφέρονται για έρευνες στον τομέα της επιστήμης και της τεχνικής.

Η επιστημονική θεωρία του σοσιαλισμού με την ανάπτυξή της σε όλα τα συστατικά της είναι δύναμη που εφοδιάζει τις λαϊκές δυνάμεις με τη δυνατότητα να κυριαρχούν με τη γνώση στα σύνθετα και νέα προβλήματα. Η τεχνολογική και πολιτιστική επανάσταση πρέπει να αποτελεί οργανικό και προωθητικό μέρος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Η κοινωνία του καπιταλισμού, ακόμα και σύμφωνα με τις πιο αισιόδοξες, υποκειμενικές κρίσεις των ένθερμων υποστηρικτών του, διέρχεται βαθύτατη κρίση χωρίς διέξοδο. Τα ίδια τα θεμέλια του καπιταλισμού είναι ναρκοθετημένα. Η εργατική τάξη με τους κοινωνικούς συμμάχους της θα αποδειχτεί για άλλη μια φορά ο νεκροθάφτης του καπιταλισμού -όπως τόνιζε ο Μαρξ- ανατρέποντάς τον και εγκαθιδρύοντας το σοσιαλισμό. Η προσωρινή ήττα όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλά προετοιμάζει τη νίκη, αρκεί να αξιοποιηθούν ορθά τα συμπεράσματά της.

Αυτή είναι μια σοβαρή διαφορά των κομμουνιστών από εκείνους που δε γνωρίζουν ή δε συμφωνούν συνειδητά με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού, με τη διαλεκτική κίνηση της ιστορίας και της ανθρωπότητας συνολικά.

45. Το ΚΚΕ έχει τη βαθιά πεποίθηση ότι η ήττα του σοσιαλισμού δεν αναιρεί, αντίθετα προσφέρει πολλές νέες αποδείξεις για την αντικειμενική αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής προοπτικής όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε πλανητικό επίπεδο. Οι μεγάλες αντιθέσεις που βιώνει η ανθρωπότητα απηχούν την αναμέτρηση ανάμεσα στις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και στις δυνάμεις που αγωνίζονται για το σοσιαλισμό, εκφράζουν την ανάγκη κοινωνικής σοσιαλιστικής επανάστασης.

Η βασική αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας, η ιμπεριαλιστική εξάρτηση και καταπίεση, οι νεοαποικιοκρατικές μορφές που έχουν επιβληθεί στις διεθνείς σχέσεις στοιχειοθετούν αντικειμενικά σήμερα την αναγκαιότητα και το ρεαλισμό της ανατροπής του καπιταλισμού, της επαναστατικής αλλαγής για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής κοινωνίας.

Η αλματώδης άνοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, η τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δε χωράει στις ασφυκτικά στενές εκμεταλλευτικές καπιταλιστικές σχέσεις. Η διεθνοποίηση της δράσης του κεφαλαίου, η μετάβαση από τις εθνικές κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις στις υπερεθνικές δείχνει την αναντιστοιχία ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και στις παραγωγικές δυνάμεις. Η παγκόσμια ιστορική εξέλιξη, οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν υπερβεί τα όρια του καπιταλισμού, έχει ωριμάσει αντικειμενικά η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού.

Στον ιμπεριαλισμό εκδηλώνονται σήμερα όλες οι εσωτερικές και εξωτερικές αντιθέσεις του στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας. Είναι ακόμα πιο έκδηλη η ανισόμετρη ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλισμού, η αντιδραστικότητά του γίνεται πιο έντονη.

Η ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος του στέρησε το προπέτασμα καπνού για το δήθεν κομμουνιστικό κίνδυνο, με τον οποίο δικαιολογούσε τους εξοπλισμούς, τις επεμβάσεις, την εξαπόλυση τοπικών πολέμων έως και την απειλή για παγκόσμιο θερμοπυρηνικό πόλεμο. Προκάλεσε κρίση του κομμουνιστικού κινήματος, γενική υποχώρηση του εργατικού και φιλειρηνικού κινήματος, άνοιξε διάπλατα το δρόμο για νέους τοπικούς πολέμους και επεμβάσεις με στόχο την αναδιανομή αγορών, κρατών, ολόκληρων περιοχών πάνω στη γη.

Η υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος, η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος οδήγησαν στην υποχώρηση του υποκειμενικού παράγοντα που θα αξιοποιούσε και θα έθετε σε κίνηση τη διαδικασία αντικατάστασης του καπιταλισμού σε πολλές χώρες, που σήμερα είναι αντικειμενικά ώριμη.

Το κύριο πρόβλημα είναι η δράση για τη διαμόρφωση των υποκειμενικών προϋποθέσεων της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ο καθημερινός αγώνας για τα άμεσα και πιεστικά προβλήματα που συγκινούν το λαό μας μπορεί και πρέπει να εντάσσεται οργανικά σε μια τέτοια προοπτική, πολύ περισσότερο αφού ο καπιταλισμός σήμερα προσκρούει σε αφάνταστες δυσκολίες και ορισμένα απαγορευτικά εμπόδια για παραχωρήσεις στο λαϊκό κίνημα, στα λαϊκά στρώματα.

46. Η ιστορική πείρα του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη μας υποχρεώνει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή και να μελετήσουμε εκείνες τις πλευρές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, που άσκησαν επίδραση στη διαδικασία καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Να μελετήσουμε βαθύτερα, στο φως των γεγονότων και των εξελίξεων, τις σύγχρονες συνθήκες και τους όρους αντιπαράθεσης ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό.

Από τα πιο πολύτιμα διδάγματα είναι ότι η σοσιαλιστική επανάσταση, όπως και το δημιουργικό της έργο, η οικοδόμηση της αρχικής φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας, της σοσιαλιστικής, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί «χωρίς την αυτοτελή ιστορική δημιουργικότητα της πλειοψηφίας του πληθυσμού και πρώτα απ' όλα της πλειοψηφίας των εργαζομένων»*24. Καθορίζεται από το επίπεδο της πολιτικής ωριμότητας της εργατικής τάξης και των εργαζομένων στις σύγχρονες συνθήκες, από την κατανόηση και συνειδητοποίηση των συμφερόντων τους, από το βαθμό απελευθέρωσής τους από την ιστορική μοιρολατρία.

Η πολιτική συμμαχιών του Κόμματος και της εργατικής τάξης είναι από τα ζητήματα στρατηγικής σημασίας, γιατί παίζει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών προϋποθέσεων για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, για την επίλυση του βασικού προβλήματος, που είναι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, δίχως την οποία δεν είναι δυνατό να αρχίσουν να πραγματοποιούνται ριζικοί κοινωνικοοικονομικοί μετασχηματισμοί.

Οι ευθύνες του κομμουνιστικού κόμματος δε σταματούν με την αίσια έκβαση της πάλης για το σοσιαλισμό. Αντίθετα αυξάνουν συνεχώς στην πορεία οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

Από τα πιο βασικά προβλήματα του κόμματος είναι να διατηρεί και να ενισχύει συνεχώς τους δεσμούς του με την εργατική τάξη, το λαό γενικότερα. Να στηρίζεται στην πείρα και στις πρωτοβουλίες του λαού, να καλλιεργεί μέσα και από το δικό του παράδειγμα τη σοσιαλιστική, κομμουνιστική συνείδηση, την υποχρέωση και την ευθύνη της υπεράσπισης του σοσιαλισμού από κάθε μορφής λάθη, παρεκκλίσεις, στρεβλώσεις, υποχωρήσεις στις δυσκολίες και στην πολυπλοκότητα των νέων καθηκόντων.

Η διεύθυνση της νέας κοινωνίας και της ανάπτυξής της αναβαθμίζει συνεχώς το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος, που βεβαίως δεν πρέπει να εννοείται ως ρόλος υποκατάστασης ή ταύτισης με το σοσιαλιστικό κράτος. Χρειάζεται να διδαχθούμε από λάθη που έγιναν και να εμβαθύνουμε στην ορθή σχέση του κόμματος με τα κρατικά και οικονομικά όργανα, τις κοινωνικές οργανώσεις, ώστε να αναπτύσσεται, να δυναμώνει, να τελειοποιείται στην πορεία της οικοδόμησης η δημιουργική δραστηριότητα των μαζών στη διεύθυνση της παραγωγής των κρατικών και κοινωνικών υποθέσεων. Η υποκατάσταση των κρατικών και κοινωνικών οργανώσεων στο όνομα του ιδιαίτερου ρόλου που ασκεί το Κομμουνιστικό Κόμμα στο σοσιαλιστικό πολιτικό σύστημα οδηγεί στη δέσμευση των εγγενών δυνατοτήτων του σοσιαλισμού, την αποξένωση και την απάθεια, στον κίνδυνο σοβαρών λαθών που αδυνατίζουν το σοσιαλισμό και ελαττώνουν την άμυνα και την υπεράσπισή του από κάθε είδους υπονόμευση.

47. Ο νέος ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ως κόμματος εξουσίας στις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, απορρέει από το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην ιστορία υπάρχει δυνατότητα να χρησιμοποιούνται οι αντικειμενικοί νόμοι και η επιστημονική πρόβλεψη με συνειδητό, σχεδιασμένο τρόπο.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει την πρώτη ευθύνη να πρωτοστατήσει, ώστε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες και στις ευθύνες της η νέα εξουσία, που αντιστοιχεί στον επιστημονικό όρο των κλασικών «δικτατορία του προλεταριάτου», χωρίς την οποία είναι αδύνατο το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Η νέα αυτή εξουσία βρίσκεται στον αντίποδα του αστικού πολιτικού συστήματος, το οποίο ανεξάρτητα από τη μορφή και τις μεθόδους διακυβέρνησης, είναι δικτατορία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας που σήμερα έχει τη μορφή των πολυεθνικών μεγαθηρίων, με υπηρέτες κυβερνήσεις και κόμματα, που στηρίζουν και διαχειρίζονται το καπιταλιστικό σύστημα. Πρόκειται για μια κοινωνική μειοψηφία που σφετερίζεται τα μέσα παραγωγής και πλουτίζει από την υπεραξία της ανθρώπινης εργασίας.

Η νέα πολιτική εξουσία, της δικτατορίας του προλεταριάτου, πρέπει να δικαιώσει στην πράξη την αποστολή της ως εξουσία της εργατικής τάξης η οποία μαζί με τους συμμάχους της καλείται να πραγματοποιήσει τα γιγάντια καθήκοντα οικοδόμησης του σοσιαλισμού εφαρμόζοντας πλατιά δημοκρατία για τους εργαζόμενους, οι οποίοι για πρώτη φορά αποκτούν τη δύναμη να υπερνικήσουν την αντίσταση των εκμεταλλευτριών τάξεων και των ιμπεριαλιστών. Να δικαιώσει τον όρο «προλεταριακή εξουσία» δημιουργώντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για να κατακτήσει ηγετικό ρόλο στην κοινωνία η εργατική τάξη, σε συμμαχία με τα άλλα καταπιεσμένα στον καπιταλισμό κοινωνικά στρώματα, την αγροτιά, τους μικρομεσαίους, τη ριζοσπαστική διανόηση. Αντικειμενική βάση του ηγετικού ρόλου της εργατικής τάξης είναι η θέση της στην παραγωγική διαδικασία του καπιταλισμού και η ικανότητά της να πραγματοποιεί την ουσία της εργατικής εξουσίας που είναι η συμμαχία της με όλους τους εργαζόμενους και τις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Οι όποιες αλλαγές στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, η αλματώδης ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με την αξιοποίηση της ΕΤΕ δεν αλλάζει την ουσία του ηγετικού ρόλου της εργατικής τάξης.

Η μορφή της νέας εξουσίας καθορίζεται κύρια από την ταξική της ουσία, θα επηρεάζεται όμως και από τη δράση άλλων παραγόντων, όπως η διάταξη των ταξικών δυνάμεων, το επίπεδο της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης, ο συσχετισμός σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, το επίπεδο της πολιτικής συνειδητότητας του λαού, οι εθνικές ιδιομορφίες.

Η δημοκρατική σχέση με άλλα κόμματα και κοινωνικοπολιτικές οργανώσεις που επιθυμούν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, η φροντίδα για την ορθή λειτουργία της άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ο έλεγχος της δράσης του Κόμματος από την εργατική τάξη και το λαό γενικότερα, είναι ζητήματα θεμελιακής σημασίας. Αποτελούν τη βάση για τη διαλεκτική σχέση πολιτικής πρωτοπορίας και λαού.

48. Λόγω της άνισης ανάπτυξης των προϋποθέσεων για τη νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα ή σε μια ευρύτερη περιοχή, έχει καίρια σημασία η επαγρύπνηση και υπεράσπιση του νέου συστήματος από τις πολύμορφες ανοιχτές ή συγκαλυμμένες επιθέσεις του ιμπεριαλισμού σε όλα τα μέτωπα (οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό, στρατιωτικό). Στις σύγχρονες συνθήκες πρέπει πιο σοβαρά να μελετηθεί η θέση των κλασικών, ότι η οριστική νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης και του σοσιαλιστικού συστήματος είναι βέβαιη στη διαλεκτική σχέση με την πορεία προς την παγκόσμια επικράτησή του.

Η πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού έδειξε ότι ο ιμπεριαλισμός, όσο διατηρεί ισχύ στις παγκόσμιες υποθέσεις, διαθέτει δύναμη, οργάνωση και συντονισμένα μέσα κυριαρχίας για να δυσχεραίνει την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Οι διεθνείς σχέσεις, η εξωτερική πολιτική δε διαχωρίζονται εξάλλου με στεγανά από την εσωτερική κατάσταση, τις εξελίξεις στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών κοινωνιών. Εξωτερικοί παράγοντες, αν δεν αντιμετωπιστούν ορθά, μπορεί να εξελιχθούν επιπλέον σε εσωτερικά προβλήματα και εσωτερικούς παράγοντες που πλήττουν το δυναμισμό της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

49. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η μελέτη των προβλημάτων της μεταβατικής περιόδου ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό. Η καπιταλιστική κληρονομιά σε όλες τις σφαίρες και τομείς της ζωής, θα είναι ιδιαίτερα επώδυνη και βαριά. Από τα πιο βασικά προβλήματα είναι η σοσιαλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η σοσιαλιστική οικονομία και οι μορφές της κοινωνικής ζωής, αφού λάβουμε υπόψη τη διαφορά ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό*25.

Η πείρα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και οι διεθνείς εξελίξεις δείχνουν ότι έχει ιδιαίτερη σημασία η μελέτη των προβλημάτων του κρατικού σχεδιασμού και των οικονομικών μοχλών για τη διεύθυνση της οικονομίας.

50. Η πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δείχνει ότι το κόμμα, η λαϊκή πρωτοπορία και τα όργανα διοίκησης και διεύθυνσης δεν πρέπει να καταλαμβάνονται από πνεύμα αυτάρκειας και εφησυχασμού. Η ικανοποίηση μιας ανάγκης ή μιας δέσμης αναγκών γεννά νέες ανάγκες και απαιτήσεις, οι ανθρώπινες ανάγκες ποτέ δεν πρέπει να θεωρούνται ότι έφθασαν στο τελικό σημείο. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ατομικές, τοπικές, ομαδικές και γενικές κοινωνικές ανάγκες θα είναι παρούσες. Η αναντικατάστατη, υπέρτατη αξία του γενικού σοσιαλιστικού συμφέροντος δεν αναιρεί την αντικειμενική αντίθεση ανάμεσα στο προσωπικό και το κοινωνικό. Η τάση για εξατομίκευση αναγκών θα υπάρχει και θα επηρεάζει τους προσανατολισμούς των λαϊκών μαζών και το βαθμό συμμετοχής στην οικοδόμηση και υπεράσπιση του σοσιαλιστικού συστήματος.

Η αντίθεση αυτή θα αναπαράγεται σε όλη τη φάση του σοσιαλισμού, που είναι μεταβατική και συνεπώς ατελής κοινωνία.

Από την άποψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως έδειξε η πείρα του σοσιαλισμού, να μεταβάλλονται προς όφελος του ανθρώπου οι παραγωγικές σχέσεις και η διαλεκτική τους σχέση με τις παραγωγικές δυνάμεις.

51. Επιβεβαιώνεται ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση εμφανίζει ιδιαιτερότητες από χώρα σε χώρα. Η υποτίμηση και η παραγνώρισή τους μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη συμμαχία της εργατικής τάξης με τα άλλα κοινωνικά στρώματα, στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, των αντιθέσεων. Παίζει ρόλο η θέση της κάθε χώρας στο σύστημα του ιμπεριαλισμού, η πορεία ενσωμάτωσης της οικονομίας της, το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η οικονομική της κατάσταση, ο περίγυρός της, το επίπεδο διεθνοποίησης της ταξικής πάλης κλπ.

Από την άποψη αυτή το Κόμμα μας πρέπει να καταβάλλει συνεχείς και συστηματικές προσπάθειες για τη βαθύτερη γνώση της ελληνικής πραγματικότητας σε συνδυασμό με την εξέλιξη των διεθνών σχέσεων, της κατάστασης στην Ευρώπη και διεθνώς.

Οι ιδιαιτερότητες που αφορούν τη χώρα μας ή και χώρες με ανάλογα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα και επίπεδο ανάπτυξης δεν αναιρούν την ενιαία ουσία του σοσιαλισμού. Οι αναθεωρητικές απόψεις για «πολλαπλότητα σοσιαλισμών», στο όνομα του υπαρκτού ζητήματος της ιδιαιτερότητας, δεν επιβεβαιώθηκαν.

Αντίθετα, αποδείχτηκαν πρόσχημα για την άρνηση και την υποτίμηση των γενικών νομοτελειών και αρχών της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού.

52. Τα θεωρητικά ζητήματα που αφορούν τη σοσιαλιστική και κομμουνιστική κοινωνία και ιδιαίτερα ο αγώνας για τη νίκη του σοσιαλισμού δεν μπορεί να λυθούν ουσιαστικά και αποτελεσματικά χωρίς την αντίστοιχη συνεργασία των κομμουνιστικών κομμάτων. Αναμφισβήτητα κάθε κομμουνιστικό κόμμα έχει τον πρώτο και αναντικατάστατο ρόλο στην υπόθεση του σοσιαλισμού για τη δική του χώρα. Ο διεθνής όμως χαρακτήρας της πάλης ενάντια στον καπιταλισμό με προοπτική το σοσιαλισμό, ο προλεταριακός διεθνισμός επιβάλλει το συντονισμό, την κοινή δράση ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα, τη συγκρότηση ενός ισχυρού διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Δίχως ισχυρό, ενωμένο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δεν είναι δυνατό να προωθηθεί και το ενιαίο μέτωπο των λαών που δοκιμάζονται από τα δεινά του καπιταλισμού και τη νέα επιθετικότητα που αυτός απέκτησε ύστερα από τις δραματικές εξελίξεις των ετών 1989 1991.

Εκατομμύρια κομμουνιστές σε όλο τον κόσμο ελπίζουν, απαιτούν, πιστεύουν στη δυνατότητα και στην αναγκαιότητα της ενωμένης δράσης των κομμουνιστικών κομμάτων, των αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων και κινημάτων. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τα πολιτικά κόμματα που εκφράζουν τα συμφέροντά τους, παρά τις εσωτερικές διαμάχες και τους ανταγωνισμούς για το μοίρασμα της «πίτας», έχουν ενιαία στρατηγική απέναντι στην εργατική τάξη και το κίνημά της, απέναντι στους λαούς και τις χώρες τις οποίες εκμεταλλεύονται και καταπιέζουν. Ο συντονισμός των φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, καθώς και η συνεργασία με πρώην στελέχη των ΚΚ, έχει περάσει σε ανώτερο στάδιο, στη διαμόρφωση ενιαίων κομμάτων στην Ευρώπη και αντίστοιχων διεθνών.

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες για να ενισχυθεί η πάλη για το σοσιαλισμό είναι η ενότητα δράσης των κομμουνιστικών κομμάτων, η κοινή δράση τους με άλλες αριστερές, αντιιμπεριαλιστικές και αντικαπιταλιστικές δυνάμεις. Στηριγμένο στα συμπεράσματα από τις αρνητικές συνέπειες που είχε η διάσπαση της ενότητας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στον αγώνα για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού, θα συνεχίσει τις προσπάθειές του στο σοβαρό αυτό πεδίο.

Το ΚΚΕ θα καλλιεργεί τις εξαίρετες αρετές της ανιδιοτέλειας, της θυσίας και αφοσίωσης στα ιδανικά του σοσιαλισμού, για τα οποία έδωσαν ό,τι πολυτιμότερο είχαν, και την ίδια τη ζωή τους, χιλιάδες, εκατομμύρια αγωνιστές στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο.

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Πάνω από τα 2/3 του πληθυσμού ήταν αγράμματοι. επιστροφή

2. Τα τελευταία γράμματα και άρθρα του Λένιν, περιέχουν και τις βασικές κατευθύνσεις και τους στόχους της πολιτιστικής επανάστασης, που έπρεπε να γίνει στη Σοβ. Ένωση. Στο άρθρο του «Για το συνεταιρισμό» εξέταζε το ζήτημα του πολιτισμού κάτω από το πρίσμα της λύσης των οικονομικών προβλημάτων. επιστροφή

3. Υπήρξε σ' αυτή τη χώρα ισχυρή τάση προσέγγισης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ (55%το 1985, ενώ το 1913 ήταν 11,5%). Το κατά κεφαλήν εισόδημα υπολογίζεται ως ποσοτικός δείκτης, δεδομένου ότι η λειτουργία του είναι εντελώς διαφορετική στα δύο κοινωνικά συστήματα, καθώς απεικονίζει ριζικά διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις. επιστροφή

4. Ο Λένιν έδειξε τη στενή σχέση του εθνικού ζητήματος με τη λύση των προβλημάτων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Χτύπησε λαθεμένες απόψεις ότι η συνεπής εφαρμογή της αυτοδιάθεσης θα διασπάσει τους λαούς.

Απέδειξε ότι το εθνικό ζήτημα δεν υπάρχει έξω από τη σφαίρα των ταξικών σχέσεων και του ταξικού αγώνα, η λύση του καθορίζεται από την ταξική ενότητα των εργαζομένων. επιστροφή

5. Οι πιο σημαντικές από τις «μεταρρυθμίσεις» ήταν «η κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας» με το νόμο που αναγνώρισε την «ποικιλία μορφών ιδιοκτησίας και παραγωγής και τον ανταγωνισμό μεταξύ τους». Η αλλαγή του πολιτικού και κρατικού συστήματος με την αποδυνάμωση του ΚΚΣΕ ως φορέα άσκησης εξουσίας με την ενίσχυση του θεσμού του Προέδρου της Ένωσης. Αποδυνάμωση του ΚΚΣΕ στους βασικούς τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, στους τομείς άμυνας και ασφάλειας. Αντικατάσταση του σοβιετικού πολιτικού συστήματος εξουσίας από μια μορφή πολιτικού συστήματος που είχε πολύ περισσότερες ομοιότητες με τον καπιταλιστικό κοινοβουλευτισμό. Ξεκίνησε προσπάθεια ευνουχισμού του ρόλου των σοβιέτ, των κομματικών επιτροπών. Σταδιακά ο πρόεδρος της χώρας αναλαμβάνει υπερεξουσίες διατηρώντας και τον τίτλο του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ.

Αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής της χώρας με κύριο στόχο την ιδεολογική, πολιτική συμφιλίωση με τον καπιταλισμό στο όνομα της πάλης για την ειρήνη και την αποτροπή του θερμοπυρηνικού πολέμου. Εγκατάλειψη της διεθνιστικής αλληλεγγύης προς τις σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης. επιστροφή

6. Εβδομήντα χώρες της Αφρικής, Ασίας και Λατινικής Αμερικής αποκτούν την εθνική τους ανεξαρτησία. Οι περισσότερες από αυτές στηρίζονται στην οικονομική και επιστημονική βοήθεια των σοσιαλιστικών χωρών προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα οικονομικά τους προβλήματα. Αποφασιστικός επίσης παράγοντας που υπέβαλλε τη διαφοροποίηση ήταν η αλλαγή του στρατιωτικού συσχετισμού δυνάμεων, όταν η ΕΣΣΔ κατάφερε να μπει σε πορεία εξισορρόπησης προς το οπλοστάσιο των ΗΠΑ. Επέδρασε η ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, οι κατακτήσεις του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος που οδήγησαν στην κατάρρευση της αποικιοκρατίας. επιστροφή

7. Δόγμα Τζόνσον κυρίως μετά το 1964 με την πολιτική των «γεφυρών» προς τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες. Αντίθετα απέναντι στην ΕΣΣΔ ακολουθείται η πολιτική του εκφοβισμού με τα πυρηνικά όπλα, η πολιτική απομόνωσης απέναντι στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Επιλογή μεθόδων που θα ευνοούσαν την από τα μέσα κατάρρευση του σοσιαλιστικού συστήματος. Προβάλλεται η θεωρία της «ανεξαρτησίας από την ΕΣΣΔ», αναπτύσσεται η προπαγάνδα ότι «η πρόοδος της Αν. Ευρώπης εξαρτάται από την επέκταση των σχέσεων και την άμβλυνση της αντιπαράθεσης με τη Δύση». επιστροφή

8. Η ιδεολογική δολιοφθορά ως ιδεολογικό όπλο του ιμπεριαλισμού προβάλλεται έντονα από τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ Γ. Αντρόποφ, την οποία αποκαλεί πολιτική υπονόμευσης από τα μέσα. επιστροφή

9. Κατεύθυνση που επεξεργάστηκε το 15ο Συνέδριο. Το ΚΚΣΕ έδινε βάρος στην άνοδο της παραγωγικότητας του μικρού και μεσαίου νοικοκυριού, στον τεχνολογικό εξοπλισμό. Η εθνικοποίηση της γης δεν ερχόταν σε αντίθεση με το δικαίωμα της γαιοκτησίας από τους μικρούς και μεσαίους αγρότες. Έβλεπε το ρόλο που μπορούσε να διαδραματίσει το μικρό αγροτικό νοικοκυριό και οι μορφές συνένωσης των σκόρπιων αγροτικών νοικοκυριών από τις πιο απλές μορφές, τις «συντροφιές», ως τα καρτέλ. Η στάση απέναντι στο μικρό αγροτικό νοικοκυριό, τη μικρή παραγωγή, ήταν σχέση βοήθειας και όχι πάλης. Απέρριπτε την εκμηδένιση της κατώτερης οργάνωσης της παραγωγής στο όνομα της μεγαλύτερης. Ταυτόχρονα πρόβαλλε τα πλεονεκτήματα των κολχόζ και σοβχόζ. Η επιδίωξη για ολοκληρωτική οργάνωση της οικονομίας ξεκίνησε με πολιτικό στόχο να κατανικήσει ορισμένα τμήματα των κουλάκων στο χωριό και στη συνέχεια να εξαλείψει την κουλάκικη τάξη στο χωριό. επιστροφή

10. Οικονομικό έτος 1920-27: Αύξηση του εθνικού εισοδήματος πάνω από 11% σε σύγκριση με εκείνο του προηγούμενου έτους. Ενώ στις αναπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού -ΗΠΑ, Αγγλία, Γερμανία- δεν ξεπερνούσε το 2-4%. Για το ίδιο οικονομικό έτος σημειώθηκε αύξηση της παραγωγής στη μεγάλη βιομηχανία κατά 18% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Πηγή: Ιστορία του ΚΚΣΕ, εκδ. «ΣΕ», σελ. 446. επιστροφή

11. Απόφαση της ΚΕ 15.3.1930 και προσωπικό άρθρο του Ι. Στάλιν στη βάση της απόφασης, που εντοπίζει λάθη τα οποία δυσκολεύουν τη στερέωση της συμμαχίας, θέτει θέμα να αναγνωριστούν τα λάθη και να διορθωθούν σε όσες περιοχές και περιπτώσεις είναι δυνατό να γίνει και δεν έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένα γεγονότα από παρέκκλιση ή λανθασμένη πορεία. επιστροφή

12. Ι. Β. Στάλιν, Άπαντα, τόμος 12, σελ. 56 88. Σύσκεψη οικονομικών στελεχών. Αναδεικνύεται το πρόβλημα της αρνητικής στάσης οικονομικών και συνδικαλιστικών στελεχών στην αποκατάσταση της σοσιαλιστικής αρχής στις αμοιβές, το πρόβλημα της καθυστέρησης στην ικανοποίηση νέων υλικών και πολιτιστικών αναγκών των εργατών. Επισημαίνεται η ανάγκη να αναπτύσσεται η σοσιαλιστική συνείδηση με βάση την ικανοποίηση νέων αναγκών. Τίθεται το ζήτημα να εφαρμοστεί η αρχή της οικονομικής ιδιοσυντήρησης των επιχειρήσεων, η διεύρυνση των πηγών της σοσιαλιστικής συσσώρευσης με την κινητοποίηση των εσωτερικών πόρων της βιομηχανίας, η εισαγωγή και σταθεροποίηση της αρχής της οικονομικής ιδιοσυντήρησης σε όλες τις επιχειρήσεις, η ουσιαστική μείωση του κόστους παραγωγής, η αύξηση της εσωβιομηχανικής συσσώρευσης σε όλους ανεξαιρέτως τους βιομηχανικούς κλάδους. Η ηγεσία του κόμματος έχει εκτιμήσει ότι η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης θα κριθεί από την επίλυση αυτών των προβλημάτων προκειμένου να εξασφαλιστεί αμείωτη η υπεροχή του σοσιαλισμού στους ρυθμούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων συγκριτικά με τον αναπτυγμένο καπιταλισμό. επιστροφή

13. Τα προβλήματα αυτά προβλήθηκαν και αποτέλεσαν αντικείμενο κριτικής κατά την Ολομέλεια του Φλεβάρη-Μάρτη 1937 της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ) που συζήτησε το ζήτημα της προετοιμασίας των κομματικών οργανώσεων για τις εκλογές του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ. Η ΚΕ αποφάσισε να καθιερωθεί η κλειστή, δηλαδή μυστική ψηφοφορία και να εξαλειφθεί η πρακτική της πρόσληψης στα κομματικά όργανα. Δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην κοινή δράση και συμμαχία κομμουνιστών και εξωκομματικών για την ανάδειξη κοινών υποψηφίων βουλευτών, ώστε να εκδηλωθεί έμπρακτα η πρόοδος στην ενότητα της σοσιαλιστικής κοινωνίας. επιστροφή

14. Ιστορία του ΚΚΣΕ, εκδ. «ΣΕ», 1980, σελ. 532-535. Επίσης υλικά του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ. επιστροφή

15. Διαφοροποιημένες ήταν οι κρατικές μορφές από χώρα σε χώρα.

Εκτός από την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία και ένα τμήμα της Γερμανίας που απελευθέρωσε ο Κόκκινος Στρατός, σε όλες τις υπόλοιπες τυπικά, και στη Ρουμανία ουσιαστικά, διατηρήθηκε το μοναρχικό καθεστώς. Η Τσεχοσλοβακία παρέμενε με καθαρά αστό πολιτικό στο αξίωμα του Προέδρου και κοινοβουλευτική δημοκρατία. Στη ΓΛΔ οι κοινωνικοπολιτικοί μετασχηματισμοί και η επαναστατική εξουσία αναπτύσσονταν χωρίς κεντρική εξουσία.

Το καθεστώς στρεφόταν κατά των εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών και των ντόπιων συνεργατών τους. Η απαλλοτρίωση περιουσιών, οι εθνικοποιήσεις βασικών κλάδων της βιομηχανίας έγιναν με αίτημα να περιέλθουν στον εργατικό έλεγχο οι επιχειρήσεις που είχαν περάσει στο Γ΄ Ράιχ.επιστροφή

16. Το 20ό Συνέδριο συνεχίζει τη γραμμή προτεραιότητας στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και τον επεκτατικό τρόπο ανάπτυξης, αν και υπήρχε η αντίθετη άποψη, για την εγκατάλειψη αυτής της γραμμής. Στο 23ο Συνέδριο υιοθετείται η γραμμή της επιστημονικοτεχνικής προόδου, της πρωταρχικής ανάπτυξης του τομέα της αγροτικής οικονομίας. Το 25ο, το 1976, επεξεργάζεται τη γραμμή της ποιότητας και αποτελεσματικότητας. Το 26ο, το 1981, επεξεργάζεται τη θεωρία του αναπτυγμένου σοσιαλισμού και θέτει ζήτημα μετάβασης στην εντατική ανάπτυξη. επιστροφή

17. Εδώ, παρουσιάζονται σοβαρές δυσκολίες. Η προέλευσή τους είναι διάφορη, αλλά ποτέ δε συνδέονται με την ουσία της καθιερωμένης, συλλογικής ιδιοκτησίας, η οποία απέδειξε τα πλεονεκτήματά της. Αντίθετα σημαντικό μέρος των ελλείψεων που διαταράσσουν κάποτε την κανονική εργασία στον ένα ή τον άλλο τομέα της λαϊκής οικονομίας, οφείλεται στην απόκλιση από τους κανόνες, από τις απαιτήσεις της οικονομικής ζωής, που η καθοριστική βάση της είναι η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.

Πηγή: Γ. Β. Αντρόποφ, Ο λενινισμός φωτίζει το δρόμο μας, επιλογή άρθρων και ομιλιών, σελ. 310. «Η δοκιμασμένη αρχή οργάνωσης ολόκληρης της σοσιαλιστικής κοινωνίας είναι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, που επιτρέπει τον επιτυχημένο συνδυασμό της ελεύθερης δημιουργίας των μαζών με τα πλεονεκτήματα του ενιαίου συστήματος επιστημονικής καθοδήγησης σχεδιασμού και διεύθυνσης.» Στο ίδιο, σελ. 320. επιστροφή

18. Στα κομματικά ντοκουμέντα και σε διάφορες συζητήσεις, ιδιαίτερα στην περίοδο που ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ είναι ο Γ. Αντρόποφ, γίνονται έντονες αναφορές στην ιδεολογική διαπάλη που διεξάγεται με τις απόψεις των ιδεολόγων της αστικής τάξης, αλλά και του ρεφορμισμού, για απόκλιση του «μοντέλου» της ΕΣΣΔ και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών από το θεωρητικό μοντέλο των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν. Ασκήθηκε κριτική για τη συγκεκριμένη «μορφή σοσιαλιστικής κρατικής οργάνωσης και δημοκρατίας», με επιχείρημα ότι δεν ανταποκρίνεται στη μαρξιστική προοπτική της κομμουνιστικής αυτοδιοίκησης για την ύπαρξη «μεμονωμένων» ατόμων που αντιστρατεύονται την κοινωνική ιδιοκτησία, για την «κρίση της θεωρίας του μαρξισμού λενινισμού, που πρέπει να "αναζωογονηθεί" με τις ιδέες από τη δυτική κοινωνιολογία, φιλοσοφία και πολιτική σκέψη». επιστροφή

19. 21ο και 22ο Συνέδριο, που κατοχυρώθηκαν και στο σύνταγμα της Σοβιετικής Ένωσης το 1977. επιστροφή

20. 26ο Συνέδριο ΚΚΣΕ: Όπως είναι αδύνατη η πραγματική δημοκρατία δίχως σοσιαλισμό, έτσι είναι αδύνατος ο σοσιαλισμός δίχως σταθερή ανάπτυξη της δημοκρατίας. Στο λόγο του προς την Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΣΕ, το 1980, ο Λ. Ι.Μπρέζνιεφ τόνισε ότι το πρόβλημα της ορθής σχέσης ανάμεσα στο συγκεντρωτισμό και τη δημοκρατία είναι από τα πιο σημαντικά. Υπογράμμισε ότι απαιτείται ένα κέντρο για να κατευθύνει αποτελεσματικά το σύμπλεγμα της εθνικής οικονομίας ως ενιαίου συνόλου, να αντιμετωπίζει τις τάσεις στενής θεώρησης και τοπικιστικού εγωισμού. Από την άλλη μεριά, είναι απαραίτητο, για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας, ν' αναπτυχθεί όσο γίνεται η πρωτοβουλία στη βάση, στις εργασιακές κολεκτίβες και στα ηγετικά στελέχη της κοινωνίας. Το πρόβλημα είναι να λυθούν τα πιο πολλά πρακτικά προβλήματα εκεί ακριβώς όπου αυτό μπορεί να γίνει γρήγορα, δίχως περιττούς δισταγμούς και ψηφοφορίες. επιστροφή

21. Ο Λένιν (τόμος 36, σελ. 47) τόνιζε ότι ο σοσιαλισμός στη ζωή δε θα είναι ίσιος. Θα είναι αφάνταστα περίπλοκος. Στην ομιλία του «Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας», σελ. 206, ασχολήθηκε με τη διάταξη των κρίκων, τη μορφή και το αλύσωμά τους, στη διαφορά του ενός από τον άλλο στην ιστορική αλυσίδα των γεγονότων που δεν είναι πράγματα απλά και χοντροκομμένα, όπως στη συνηθισμένη αλυσίδα που φτιάχνει ο σιδεράς. επιστροφή

22. Ο Μαρξ δίνοντας τη συνολική κίνηση της ιστορίας, ανέδειξε το μεταβατικό χαρακτήρα του σοσιαλισμού με την έννοια της πρώτης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας. Ο Λένιν, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της σοσιαλιστικής επανάστασης και τις νομοτέλειες της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, μελέτησε επίσης την περίοδο μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, με τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης και τη διαμόρφωση του πολιτικού συστήματος της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι κλασικοί, αναφερόμενοι στις διάφορες φάσεις οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, δεν τη διαχώριζαν τεχνητά από την κομμουνιστική.

Ανέδειξαν την ενιαία ουσία σοσιαλισμού και κομμουνισμού, τις επιστημονικές διαφορές που τις αντίκριζαν ως διαφορά οικονομικής ωριμότητας. Η προβολή της μεταβατικότητας της σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν έχει σχέση με λανθασμένες και αντιεπιστημονικές απόψεις, οι οποίες στο όνομα της μεταβατικότητας αρνούνται τις θεμελιακές διαφορές ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό επιστροφή

23. 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ, Ντοκουμέντα, σελ. 22, έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ. επιστροφή

24. Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 36, σελ. 171. επιστροφή

25. Ο κομμουνισμός στην πρώτη του φάση, στην πρώτη του βαθμίδα, που είναι η σοσιαλιστική κοινωνία, δεν μπορεί να είναι οικονομικά εντελώς ώριμος, εντελώς απαλλαγμένος από τα προβλήματα που του κληροδότησε ο καπιταλισμός. Βεβαίως, αυτή η θέση δεν έχει καμιά σχέση με την αναθεωρητική, οπορτουνιστική άποψη που, στο όνομα του μεταβατικού και ατελούς χαρακτήρα της σοσιαλιστικής κοινωνίας, υποστηρίζει τη συντήρηση και την ανάπτυξη αρχών και μεθόδων, που είναι χαρακτηριστικές για την καπιταλιστική κοινωνία. επιστροφή

24 Μάρτη 1995

Η ΚΕ του ΚΚΕ

 

ΚΕΙΜΕΝΟ Β΄

 

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

 

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ KE

 

Η απόφαση της KE να ξεκινήσει τη διερεύνηση και συζήτηση των αιτιών ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, δέκα χρόνια μετά την έναρξη της διαδικασίας της καπιταλιστικής παλινόρθωσης και τέσσερα χρόνια μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, αποδείχτηκε σωστή και επιβεβλημένη. Είχε ωριμάσει η ανάγκη στις γραμμές μας, αλλά και γενικότερα. Σήμερα είμαστε σε θέση να διατυπώσουμε ένα πλαίσιο πρώτων εκτιμήσεων και κυρίως προβληματισμών, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στους κομμουνιστές και στους προοδευτικούς ανθρώπους, τους ανθρώπους καλής θέλησης που ανησυχούν για την κοινωνική οπισθοδρόμηση, να αντισταθούν στον ανοικτό και συγκαλυμμένο αντικομμουνισμό, στην αντισοσιαλιστική εκστρατεία που προωθείται τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη και σ' ολόκληρο τον κόσμο.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη δε θα κλείσει τη διερεύνηση του πελώριου αυτού προβλήματος, παγκόσμιας σημασίας. Η συζήτηση και ο διάλογος θα συνεχιστούν. Αυτή η προσπάθεια πρέπει να στηρίζεται σταθερά στις αρχές και τις κατευθυντήριες ιδέες της θεωρίας μας, του μαρξισμού λενινισμού, στην επιστημονική μεθοδολογία του. Θα απαιτηθούν ίσως και χρόνια για να φωτιστεί ολόπλευρα το πρόβλημα της οικοδόμησης και της ανατροπής. Απαιτείται συνεργασία του Κόμματος με άλλα κομμουνιστικά κόμματα, με μαρξιστές επιστήμονες, προκειμένου να συγκεντρωθούν όσο γίνεται περισσότερα στοιχεία και να ολοκληρωθεί η συνολική εκτίμηση. Η συζήτηση που ξεκίνησε έδωσε την ευκαιρία στα στελέχη και μέλη του Κόμματος να κατανοήσουν τη σημασία της μελέτης, της δημιουργικής αφομοίωσης -στις σύγχρονες συνθήκες- της επιστημονικής θεωρίας για τη σοσιαλιστική επανάσταση, τις αρχές και τις ιδιομορφίες της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, τη διαλεκτική της παγκόσμιας επαναστατικής διαδικασίας.

Η υπεράσπιση της προσφοράς του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα και η αντικειμενική κριτική εξέταση της πορείας οικοδόμησής του εφοδιάζει τους κομμουνιστές με την απαραίτητη πείρα, ώστε να γίνουν συνεπείς και ακούραστοι μαχητές στην αναμέτρηση που αναπτύσσεται, ανάμεσα στις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και στις δυνάμεις που αγωνίζονται ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση, ενάντια στις νεοαποικιοκρατικές μορφές, που έχουν επιβληθεί στις χωριστές χώρες και στις διεθνείς σχέσεις. Στερεώνει την πεποίθηση ότι είναι αναγκαία και ρεαλιστική η ανατροπή του καπιταλισμού, η επαναστατική αλλαγή για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής κοινωνίας. Το κείμενο της ΚΕ εγκρίθηκε από την πλειοψηφία των μελών του Κόμματος ως βάση για συζήτηση και πλαίσιο για συνέχιση της διερεύνησης. Στη συζήτηση πήρε μέρος το 67% των μελών του Κόμματος. Πραγματοποιήθηκαν συνεδριάσεις όλων των καθοδηγητικών οργάνων, τα οποία εξέλεξαν και τους αντιπροσώπους για την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη.

Κατά τη διάρκεια της τρίμηνης συζήτησης συμμετείχαν στο δημόσιο διάλογο 477 σύντροφοι και φίλοι του Κόμματος. Έγιναν σημαντικές παρατηρήσεις στο κείμενο της ΚΕ, αρκετές από τις οποίες οφείλονται στο γεγονός ότι το ίδιο το κείμενο άφηνε ανοικτά και αδιερεύνητα ζητήματα, ή γιατί εξαιτίας αντικειμενικών κυρίως λόγων δε στάθηκε δυνατό να φωτιστούν σε βάθος ορισμένα προβλήματα. Ο εσωκομματικός διάλογος ήταν σημαντικά πλουσιότερος σε θεματολογία και προβληματισμό σε σύγκριση με το δημόσιο διάλογο από τις στήλες του Ριζοσπάστη. Ο δημόσιος διάλογος αναλώθηκε περισσότερο στη συζήτηση ορισμένων περιόδων στην ιστορία του ΚΚΣΕ, το ρόλο ηγετικών προσώπων, τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου αφετηρίας προβλημάτων ή λαθών. Από την άποψη αυτή δεν έγινε δυνατό να προβληθούν δημόσια όλες οι σκέψεις και οι αντιπροσωπευτικοί προβληματισμοί που αναπτύχθηκαν στις εσωκομματικές διαδικασίες. Η έλλειψη αυτή οφείλεται και στο γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός στελεχών, που εποικοδομητικά παρενέβη στον εσωκομματικό διάλογο, υποτίμησε τη σημασία να εκφράσει και δημόσια τη σκέψη του, ώστε να διευκολυνθεί ο προβληματισμός και να εμπλουτισθούν περισσότερο οι ιδέες που αναπτύχθηκαν.

Δεν έγινε από όλα τα στελέχη και τα μέλη του Κόμματος προσπάθεια να μελετηθεί η απαραίτητη βιβλιογραφία, η αρθρογραφία της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης, οι εκδόσεις της «Σύγχρονης Εποχής». Αυτό θα διευκόλυνε να προσεγγίσουν το σύνθετο αυτό πρόβλημα όχι μόνο με προσφυγή στην προσωπική πείρα, αλλά με βάση τη θεωρία, την επιστημονική μεθοδολογία μας, με έναν πιο συλλογικό προβληματισμό. Η προσωπική πείρα χωρίς προσπάθεια μελέτης της θεωρίας και εμβάθυνσης δυσκολεύει την κατανόηση της φύσης των προβλημάτων και την εξαγωγή αντικειμενικών εκτιμήσεων.

Η εκτίμηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της αναμέτρησης με τον καπιταλισμό πρέπει να γίνεται πάντα με βάση την αρχή της εξέτασης των γεγονότων στις δοσμένες ιστορικές συνθήκες, της διαλεκτικής σχέσης αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων, της στενής αλληλοσύνδεσης εσωτερικών και διεθνών εξελίξεων. Στα πλαίσια αυτά φωτίζεται ολόπλευρα ο ρόλος των λαϊκών μαζών, του υποκειμενικού παράγοντα, του κομμουνιστικού κόμματος και της πολιτικής εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Το συμπέρασμά μας είναι ότι με το κείμενο της ΚΕ αυξήθηκε το ενδιαφέρον για τη θεωρία και τη δημιουργική μελέτη και αφομοίωσή της. Αυτό το ενδιαφέρον πρέπει να καλλιεργηθεί σε όλα τα στελέχη και μέλη του Κόμματος. Να κρατηθεί ζωντανό, να δυναμώσει στην πορεία, και για το ίδιο το αντικείμενο της συζήτησης, να διευρυνθεί με γενικότερα θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα που αφορούν τα καθήκοντα και τους στόχους του Κόμματός μας.

 

 

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ, Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ
ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

Οι εξελίξεις του 1989-91 δεν ενδιαφέρουν μόνο τους κομμουνιστές και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Οι συνέπειές τους σημαδεύουν και πλήττουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Οι λαοί στερήθηκαν το μεγάλο τους στήριγμα, τον ανιδιοτελή σύμμαχό τους για ειρήνη, κοινωνικά δικαιώματα, ελευθερία, ανεξαρτησία και σοσιαλισμό. Στις καπιταλιστικές χώρες οι νεοφιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις αισθάνονται ότι έχουν «λυμένα τα χέρια». Εξαπολύουν ωμή επίθεση κατά των εργατικών και λαϊκών κατακτήσεων, επιβάλλουν νέα δεσμά, πιο στυγνή εκμετάλλευση στους εργαζομένους. Εκατομμύρια τα θύματα, οι νεκροί, οι ανάπηροι, οι πρόσφυγες, οι διωκόμενοι σε πολλά σημεία της γης, στις συνθήκες της ιμπεριαλιστικής νέας τάξης πραγμάτων. Η καθυπόταξη διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ, στους ιμπεριαλιστές είναι πραγματικότητα.

Η «επόμενη μέρα» χωρίς τη Σοβιετική Ένωση, τις σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, είναι γεμάτη βαθιές πληγές εξαιτίας της αχαλίνωτης και αρπαχτικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης.

Η ιμπεριαλιστική επέμβαση είναι ωμή και απροκάλυπτη, η διανομή των αγορών επιχειρείται με κύριο όπλο την υποδαύλιση εθνικιστικών και θρησκευτικών διαφορών και τον εμφύλιο πόλεμο. Κοντά στα σύνορά μας εγκαθίστανται νέες αμερικάνικες στρατιωτικές βάσεις. Διεξάγονται αλλεπάλληλα στρατιωτικά γυμνάσια με συμμετοχή και της Ελλάδας, πρόβα για νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Νότια Ευρώπη, σε βάρος των μεσογειακών και αραβικών χωρών. Τα πυρηνικά όπλα, οι πυρηνικές δοκιμές που πραγματοποιούν οι ΗΠΑ και η Γαλλία, οι υποκινούμενοι από τον ιμπεριαλισμό τοπικοί πόλεμοι, η ίδρυση τρομοκρατικών-στρατιωτικών αποσπασμάτων του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξάνουν τους κινδύνους νέων πολέμων και εμφυλίων αναμετρήσεων.

Ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός χωρών πέφτει κάτω από στυγνή ιμπεριαλιστική εξάρτηση και υποδούλωση, με την κατάργηση και τυπικά των περιορισμών που υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια στη διακίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων. Με την ενίσχυση της τεχνολογικής εξάρτησης και υποδούλωσης. Με τη συγκέντρωση της γνώσης, της τεχνολογίας και της πληροφόρησης στα χέρια των πολυεθνικών και με τη βοήθεια των ιμπεριαλιστικών κρατών και γενικότερα των αστικών κυβερνήσεων.

Η υπεράσπιση της προσφοράς του σοσιαλιστικού συστήματος, με αντικειμενικότητα, είναι σήμερα αδήριτη ανάγκη. Αποτελεί για τους λαούς δυνατό όπλο στην πάλη κατά του ιμπεριαλισμού, που προσπαθεί να μηδενίσει και να διαστρέψει τις κατακτήσεις του σοσιαλισμού, με προφανή στόχο να αδυνατίσει και να «γονατίσει» κάθε προσπάθεια λαϊκής συσπείρωσης, αντίστασης στην πολιτική και τα επιθετικά του σχέδια.

Η βαθιά κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και οι αξεπέραστες αντιθέσεις του αποτελούν σήμερα αντικειμενική βάση, για να ανοίξει ο δρόμος των μεγάλων κοινωνικών αλλαγών και των σοσιαλιστικών επαναστάσεων σε μια σειρά χώρες. Ιδιαίτερα εκεί όπου ο υποκειμενικός παράγοντας ανασυντάσσεται και αντεπιτίθεται, αποφασισμένος να βάλει τέλος στο απάνθρωπο εκμεταλλευτικό σύστημα, που έγινε ακόμα πιο άγριο και αποκρουστικό, μετά την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος. Οι ανατροπές που έγιναν δεν αλλάζουν την αντικειμενική, νομοτελειακή τάση και κοινωνική ανάγκη του επαναστατικού άλματος. Η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία για τη σοσιαλιστική επανάσταση παραμένει επίκαιρη και ζωντανή σήμερα, όσο ποτέ. Οι μεγάλες και δυσμενείς εξελίξεις των τελευταίων ετών δεν αλλάζουν στο παραμικρό την ακλόνητη πεποίθηση και πίστη μας στη σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική ως ιστορική αναγκαιότητα και δυνατότητα. Τεράστιος πλούτος συγκεντρώνεται όλο και σε λιγότερα χέρια, ενώ πλατιές λαϊκές μάζες πέφτουν σε κατάσταση φτώχειας, δισεκατομμύρια άνθρωποι δυστυχούν. Η τεράστια υλική πρόοδος συνοδεύεται από την αφαίρεση των κοινωνικών κατακτήσεων που οι εργαζόμενοι είχαν αποσπάσει με αγώνες και θυσίες.

Η εξάλειψη της αντίθεσης κεφαλαίου και εργασίας αποτελεί την αντικειμενική βάση, πηγή και κινητήρια δύναμη της εξέλιξης.

Η μελέτη της πείρας του σοσιαλισμού που οικοδομήθηκε τον 20ό αιώνα, οι σύγχρονες εξελίξεις επιβάλλουν την ανάπτυξη και τον εμπλουτισμό της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας. Διατηρεί στο ακέραιο την επιστημονική της αξία η θέση του Λένιν ότι η εποχή της κοινωνικής σοσιαλιστικής επανάστασης άρχισε. Ότι αυτός ο δρόμος είναι απίστευτα περίπλοκος, δε θα είναι ποτέ ευθύγραμμος, ιδιαίτερα σε συνθήκες που ο ιμπεριαλισμός είναι ισχυρός. Το βασικό είναι ότι ξεκίνησε. Όπως εξίσου βασικό είναι να «μάθουμε να βλέπουμε σωστά πού έχουν γίνει λάθη και να ξαναρχίζουμε το έργο από την αρχή». Τηρουμένων των αναλογιών διατηρεί τη ζωτικότητά της η θέση του Μαρξ για την Παρισινή Κομμούνα, ότι «χάρη στη μάχη που έδωσε το Παρίσι, η πάλη της εργατικής τάξης εναντίον της καπιταλιστικής τάξης και του κράτους της μπήκε σε καινούργια φάση. Όποια κι αν θα είναι η έκβασή της, έχουμε πλέον ένα νέο σημείο εκκίνησης με παγκόσμια ιστορική αξία».

 

 

ΤΟ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

 

Οι αστικές επαναστάσεις του 17ου 19ου αιώνα οδήγησαν στο γκρέμισμα της φεουδαρχίας και στην εδραίωση του καπιταλισμού. Αυτές οι επαναστάσεις δεν ήταν δυνατό και δεν οδήγησαν από την ίδια τους τη φύση στην κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ούτε βέβαια οδήγησαν στην εγκαθίδρυση της κοινωνικής δικαιοσύνης, που τυπικά πρόβαλλαν στην πρώτη γραμμή. Όλες οι προηγούμενες επαναστάσεις έλυναν ένα και μόνο πρόβλημα βασικό, την αντικατάσταση μιας μορφής εκμετάλλευσης από μια άλλη.

Ο σοσιαλισμός απέδειξε την ικανότητά του να επιλύει προβλήματα εργασίας και ζωής των εργαζομένων, κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες. Παρά τα προβλήματα, το διαμορφωμένο σοσιαλιστικό σύστημα του 20ού αιώνα προώθησε το μεγαλύτερο κατόρθωμα στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού, την κατάργηση εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, τη συνεπή πάλη κατά του μιλιταρισμού, του πολέμου, της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, της αποικιοκρατίας και νεοαποικιοκρατίας. Ο σοσιαλισμός απέδειξε, στην πράξη, την ιστορική ανωτερότητά του έναντι του καπιταλισμού.

Η πρωτοφανής σε έκταση ενορχηστρωμένη εκστρατεία δυσφήμησης του σοσιαλισμού δεν μπορεί να παραχαράξει τη συγκεκριμένη πραγματικότητα του σοσιαλισμού, που οι σύγχρονες γενιές γνώρισαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Η ανατροπή δεν είναι σε θέση να εξαλείψει από τη μνήμη και τη ζωή των λαών τα αποτελέσματα της τιτάνιας προσπάθειας για την οικοδόμηση ενός νέου συστήματος, στο έδαφος των καπιταλιστικών καταστροφών, σε όλες τις σφαίρες της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, σε συνθήκες τεράστιων δυσκολιών.

Στην ανθρώπινη ιστορία δεν υπήρξε πολιτικό κίνημα που να συνάντησε τόσα και τέτοια εμπόδια όσο το κομμουνιστικό-εργατικό. Αυτό το γεγονός, βγαλμένο κυριολεκτικά μέσα από την πείρα της ζωής, δεν μπορεί να αγνοείται και να περνάει σε δεύτερη μοίρα κάτω από το βάρος των ανατροπών, της απογοήτευσης, της αμηχανίας που προκλήθηκε, ιδιαίτερα κατά την πρώτη φάση.

Η μηδενιστική στάση απέναντι στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, η υιοθέτηση απόψεων για συνολική αποτυχία -επειδή ανακόπηκε η πορεία οικοδόμησης στις ευρωπαϊκές χώρες- είναι στάση αντιεπιστημονική και αντιιστορική. Σε τελευταία ανάλυση οδηγεί σε αδιέξοδους δρόμους. Αντίθετα η αντικειμενική κριτική εξέταση της πορείας οικοδόμησης με όσο γίνεται πιο ακριβή υπολογισμό όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων προσφέρεται για εποικοδομητική, δημιουργική και μαχητική αντιμετώπιση των σημερινών καθηκόντων και στόχων του κομμουνιστικού και προοδευτικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος.

Η μεγάλη σοσιαλιστική Οκτωβριανή Επανάσταση, η πρώτη στην ιστορία νικηφόρα μάχη για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, διατηρεί άσβεστη την επενέργειά της, σήμερα. Ο σοσιαλισμός από ουτοπία και όραμα αρχικά, επιστημονική-πολιτική πρόβλεψη στη συνέχεια, γίνεται συγκεκριμένη πραγματικότητα στον αιώνα μας.

Η θεωρητική της κληρονομιά, εμπλουτισμένη και με την πείρα των λαϊκών, σοσιαλιστικών επαναστάσεων που ακολούθησαν στην πορεία, είναι πολύτιμη. Επιβεβαιώνει στην πράξη την ορθότητά της η μαρξιστική λενινιστική θεωρία για τη σοσιαλιστική επανάσταση, που απορρέει από την ολόπλευρη συστηματική ανάλυση του ιμπεριαλισμού, ότι αυτή ωριμάζει στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης και ξεσπά σε μια στιγμή που καθορίζεται από ένα σύμπλεγμα ολόκληρης σειράς εσωτερικών και εξωτερικών αιτίων.

Ορισμένοι σύντροφοι έθεσαν το ερώτημα ή και αμφισβήτησαν αν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υπήρξε σοσιαλιστική κοινωνία. Ως επιχείρημα προβλήθηκε ότι εκδηλώθηκαν ορισμένα φαινόμενα που δεν ταίριαζαν με το ιδανικό «μοντέλο» που είχε κυριαρχήσει στη συνείδησή μας, επίσης και το γεγονός ότι έγινε ανατροπή. Στο ερώτημα αυτό η απάντηση της ΚΕ είναι ναι!

Σ' αυτές τις χώρες, ανεξάρτητα των εξελίξεων που οδήγησαν στην καπιταλιστική παλινόρθωση, εμφανίστηκαν τα βασικά, τα θεμελιακά χαρακτηριστικά που διαχωρίζουν σαφώς την καπιταλιστική από τη σοσιαλιστική κοινωνία, δηλαδή η εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, η κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, η κατάργηση στο νόμο και στη ζωή της ταξικής εκμετάλλευσης.

Ο σοσιαλισμός οικοδομήθηκε, αναπτύχθηκε και έβαλε στο δρόμο λύσης μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Δεν έγινε όμως δυνατό για μια σειρά λόγους, αντικειμενικούς και υποκειμενικούς, να αναδείξει και κυρίως να απελευθερώσει σε όλη την πορεία της οικοδόμησης τις εγγενείς δυνατότητές του για συνεχή ανάπτυξη και τελειοποίηση, εδραίωσή του στην πάλη με το καπιταλιστικό σύστημα.

Το σοσιαλιστικό σύστημα στην ευρωπαϊκή ήπειρο ανατράπηκε μέσα από την αντεπαναστατική πολιτική της «περεστρόικα», την οποία υιοθέτησε το ΚΚΣΕ. Η «περεστρόικα» ξεκίνησε με συνθήματα της «ανασυγκρότησης και ανανέωσης» του σοσιαλισμού, για να αποδειχτεί όχημα ανατροπής του πολιτικού συστήματος, μέσο για δημιουργία προϋποθέσεων καπιταλιστικής παλινόρθωσης.

Η «περεστρόικα» εμφανίστηκε σε μια περίοδο όπου είχαν συσσωρευτεί προβλήματα, ανεπάρκειες, λάθη και δυσκολίες, οι οποίες προέρχονταν από καταστάσεις σύνθετες που για πρώτη φορά εμφανίζονταν στην ιστορία, αλλά και από παρεκκλίσεις και υποχωρήσεις ιδεολογικού χαρακτήρα, μπροστά στις δυσκολίες που προκαλούσε το αντιπάλαιμα με τον ιμπεριαλισμό και την επιθετική στρατηγική του.

Το Κόμμα μας, από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του ως σήμερα, υπερασπίστηκε και με τη ζωή χιλιάδων μελών και στελεχών του την υπόθεση του σοσιαλισμού και την οικοδόμησή του. Αναγνωρίσαμε τις κατακτήσεις στις χώρες του σοσιαλισμού, την προωθητική δύναμη που άσκησαν σε όλο τον κόσμο και στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών. Εκτίμησε την ανιδιοτελή, γενναιόδωρη βοήθεια των σοσιαλιστικών χωρών στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, στην αντιφασιστική πάλη, στην πάλη κατά της αποικιοκρατίας, στην υπόθεση της ειρήνης και του αφοπλισμού. Η υπεράσπιση του σοσιαλισμού και η αδιάλλακτη απόκρουση της αντισοσιαλιστικής, αντικομμουνιστικής προπαγάνδας ήταν συνειδητή επιλογή του Κόμματός μας και πριν και σήμερα που μεσολάβησαν οι αρνητικές εξελίξεις.

Δεν αποφύγαμε, όμως, την ωραιοποίηση και εξιδανίκευση της πορείας οικοδόμησης. Ορισμένα από τα προβλήματα που εμφάνιζαν οι σοσιαλιστικές χώρες τα συνειδητοποιούσαμε. Αποδίδαμε την εμφάνισή τους σε αντικειμενικούς κυρίως παράγοντες, σε αντικειμενικές δυσκολίες, τα εξηγούσαμε ως προβλήματα ανάπτυξης του σοσιαλισμού και όχι παρεκκλίσεις και παραμορφώσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις είχαμε παρατηρήσεις, τις επισημαίναμε, στα κομμουνιστικά κόμματα εξουσίας, μέσα από τις διμερείς σχέσεις, χωρίς να φροντίζουμε για την ενημέρωση και των κομματικών μελών. Η κριτική που ασκείται από μέλη και στελέχη για το γεγονός ότι το Κόμμα μας δεν αντιλήφθηκε το χαρακτήρα και το ρόλο της «περεστρόικα» είναι σωστή.

Η κύρια αιτία βρίσκεται, από τη μία, στα συνθήματα της «περεστρόικα», τα οποία έδιναν την εντύπωση ότι αποβλέπουν στη στήριξη και ενίσχυση του σοσιαλισμού, και από την άλλη στο γεγονός ότι τρέφαμε απεριόριστη εμπιστοσύνη στο ΚΚΣΕ, το ηρωικό κόμμα των μπολσεβίκων που πρώτο άνοιξε το δρόμο στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Παρά την πλούσια πείρα του Κόμματός μας στη διαπάλη με το ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό, δεν μπορέσαμε να δούμε τις γενικότερες, διεθνείς επιδράσεις του στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος και στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Διαμορφώσαμε ή υιοθετήσαμε απόψεις και εκτιμήσεις ανάλογες με εκείνες που επηρέασαν την πορεία των κομμουνιστικών κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Πιστεύαμε ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στις συγκεκριμένες χώρες είναι πορεία οριστικά ανεπίστρεπτη. Αυτή η άποψη οδηγούσε στην υποτίμηση ή στην αγνόηση του κινδύνου της αντεπανάστασης.

Έπαιξε ρόλο το θεωρητικό επίπεδο του Κόμματος, διαμορφωμένο κάτω από την επίδραση μιας σειράς αντικειμενικών ιστορικών λόγων, αλλά και υποκειμενικών. Δεν καταφέραμε να συνδυάσουμε τη μελέτη της πείρας των άλλων κομμάτων με την αντικειμενική κρίση της στρατηγικής και των επιλογών τους με βάση τις αρχές της κοσμοθεωρίας μας, αλλά και την εξελισσόμενη κοινωνική πραγματικότητα.

 

 

Ο ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ «ΠΕΡΕΣΤΡΟΪΚΑ»

 

Η εκτίμηση για το χαρακτήρα και τις επιδιώξεις της «περεστρόικα» αποτελεί ζήτημα θεμελιακής σημασίας. Οι μεταρρυθμίσεις της δεν αποτελούσαν σε καμιά περίπτωση απάντηση στην ανάγκη να δυναμώσει ο σοσιαλισμός και να αντιμετωπιστούν προβλήματα που εκδηλώνονταν είτε στο εσωτερικό, είτε στην αναμέτρησή του με τον ιμπεριαλισμό. Ο βασικός πυρήνας των ιδεών και των προτάσεων της «περεστρόικα» αποσκοπούσε να ανατρέψει το πολιτικό σύστημα, απέβλεπε στην «οικονομία της αγοράς» και την εγκατάλειψη της ταξικής επιστημονικής ανάλυσης των εσωτερικών και διεθνών εξελίξεων. Η ίδια η αναφορά στην «οικονομία της αγοράς» αποσκοπούσε στη συγκάλυψη επιστροφής στο καπιταλιστικό σύστημα.

Η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα την περίοδο '89-91 επιδίωκε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η παλινόρθωση ήταν έργο πλατιών λαϊκών μαζών και δημοκρατικών επαναστάσεων. Η ανατροπή δεν ήλθε ως αποτέλεσμα εξωτερικής στρατιωτικής επέμβασης, ούτε λαϊκής εξέγερσης και κινητοποίησης λαϊκών μαζών.

Η καπιταλιστική παλινόρθωση έγινε δυνατή, γιατί επιβλήθηκε από τον ηγετικό πυρήνα του ΚΚΣΕ που είχε προκύψει από την 19η Οργανωτική Συνδιάσκεψη, το 27ο και 28ο Συνέδριο, από τις κομματικές και κρατικές ηγεσίες των άλλων σοσιαλιστικών χωρών της Ευρώπης. Έγινε μάλιστα και εξαγωγή της αντεπανάστασης, ανεξάρτητα από την τυπική ημερομηνία που εκδηλώθηκε ανοιχτά από χώρα σε χώρα. Επιβλήθηκε σε συνθήκες σύγχυσης και άγνοιας των λαϊκών μαζών, οι οποίες έδωσαν πίστη στις διακηρύξεις της «περεστρόικα» για ανάπτυξη και ενδυνάμωση του σοσιαλισμού. Σε συνθήκες μακρόχρονης λαϊκής παθητικότητας και αποξένωσης από την ουσιαστική συμμετοχή στη διαχείριση των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών υποθέσεων. Η εργατική τάξη, οι λαοί των σοσιαλιστικών χωρών, στην κρίσιμη στιγμή, αφοπλισμένοι, χωρίς επαναστατική κοινωνική και πολιτική πρωτοπορία, βρέθηκαν μέσα σε μια καταιγίδα μέτρων, που σκοπός τους ήταν η διάλυση των σοσιαλιστικών σχέσεων και κατακτήσεων, μέσα στον κλοιό των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων.

 

 

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
ΓΙΑ ΤΙΣ ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΕΣ ΑΙΤΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΑΝ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ

 

Οι συνθήκες, οι μέθοδοι, οι τρόποι που πραγματοποιήθηκε η καπιταλιστική παλινόρθωση, με φορέα δηλαδή τις κομματικές και κρατικές ηγεσίες, μας οδηγεί να στρέψουμε την προσοχή μας στο ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα, του Κομμουνιστικού Κόμματος στην καθοδήγηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών για την πραγματοποίηση των καθηκόντων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ο προβληματισμός για τις ευθύνες του υποκειμενικού παράγοντα απορρέει και από το γεγονός ότι το σοσιαλιστικό σύστημα αποτελεί κοινωνία που η γέννηση και ανάπτυξή της είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την καθοδηγητική δράση των κομμουνιστικών κομμάτων ως προμαχώνα της κοινωνικής προόδου. Ο σοσιαλισμός δίνει -για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας- τη δυνατότητα να χρησιμοποιούνται οι αντικειμενικοί νόμοι και η επιστημονική πρόβλεψη με συνειδητό, σχεδιασμένο τρόπο.

Παράλληλα πρέπει να υπολογίσουμε ότι η ίδια η ανάπτυξη, ωρίμανση και αποτελεσματικότητα του Κόμματος, επηρεάζονται ως ένα βαθμό και από αντικειμενικούς παράγοντες. Π.χ. από το επίπεδο ωριμότητας και οργάνωσης της εργατικής τάξης και γενικότερα των λαϊκών μαζών. Το επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης δεν καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από τη δράση του Κόμματος. Η εργατική τάξη και πολύ περισσότερο οι σύμμαχοί της, για μεγάλο χρονικό διάστημα και μετά τη νίκη του σοσιαλισμού, διατηρούν -στον ένα ή τον άλλο βαθμό- επιδράσεις, συμπεριφορές, αντιλήψεις κληρονομημένες, επηρεασμένες από τις συνθήκες ζωής στον καπιταλισμό. Σε συνθήκες διεθνοποίησης επηρεάζονται από τη δράση του ιμπεριαλισμού, ο οποίος έχει μόνιμο στόχο την ιδεολογική επίδραση και διείσδυση στο εσωτερικό. Η ανάπτυξη του Κόμματος επηρεάζεται επίσης από ιστορικές ή άλλες ιδιομορφίες, ανάλογα με τις συνθήκες της κάθε χώρας.

Είναι, λοιπόν, ανάγκη να προφυλασσόμαστε και από εύκολες γενικεύσεις και αφορισμούς. Γι' αυτό δε μας βρίσκει σύμφωνους η τάση που εκδηλώνεται ευρύτερα, αλλά και σε ένα βαθμό και στις γραμμές μας -ανεξάρτητα από προθέσεις- όλα τα προβλήματα και ό,τι δε βρίσκεται σε αρμονία με την εξιδανικευμένη εικόνα για το σοσιαλισμό, να αποδίδεται αποκλειστικά στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Πρέπει να παίρνεται υπόψη επίσης ότι ορισμένα αποτελέσματα αντανακλούν συσχετισμούς δύναμης, καθορίζονται σε μια ορισμένη φάση από οικονομικά στοιχεία, την κοινωνική διάρθρωση κλπ.

Το να χρεώνεται ο υποκειμενικός παράγοντας όλα ανεξαιρέτως τα προβλήματα και τις αντιξοότητες που συνάντησε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, είναι λάθος. Οδηγεί σε αδιέξοδα, θεωρητικά λάθη και παρεκκλίσεις. Καλλιεργείται με αυτόν τον τρόπο ο επικίνδυνος υποκειμενισμός και εκλεκτικισμός, εμποδίζεται η διαλεκτική προσέγγιση της συγκεκριμένης πραγματικότητας σε κάθε φάση. Εξίσου βεβαίως, είναι λάθος να ανάγονται όλα τα προβλήματα -άκριτα- σε παράγωγα των αντικειμενικών συνθηκών και να υποβαθμίζεται το ενσυνείδητο στοιχείο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ο υποκειμενικός παράγοντας. Οι επιδράσεις λόγου χάρη πάνω στην εργατική τάξη, το λαό γενικότερα, που προέρχονται από αντικειμενικούς παράγοντες, μετριάζονται, αμβλύνονται, ανατρέπονται ανάλογα με το βαθμό γνώσης, ετοιμότητας, επαγρύπνησης, δράσης του Κόμματος, του σοσιαλιστικού κράτους.

Πρέπει, επομένως, να υπολογίζονται οι παρακάτω παράγοντες, που επιδρούσαν πάνω στο Κόμμα:

α) Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού γινόταν σε χώρες με καθυστερημένη υλικοτεχνική βάση, σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και πολέμου, με την παρεμβολή τεράστιων εμποδίων στρατιωτικού, οικονομικού και πολιτικού χαρακτήρα, με όρους ψυχολογικού και ιδεολογικού πολέμου. Ο ιμπεριαλισμός χρησιμοποίησε διαφορετικές μεθόδους και τακτικές, προκειμένου να παρεμποδίσει τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, να αξιοποιήσει τις δυσκολίες και να αποκτήσει ερείσματα και συμμάχους στο εσωτερικό των χωρών. Βασικός και αμετάθετος στόχος να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, να πάρει τη ρεβάνς, να επιβάλει την καπιταλιστική παλινόρθωση αρχικά με άμεση επίθεση και στην πορεία με κάθε είδους μέσα. Το σοσιαλιστικό σύστημα στην Ευρώπη αντιμετώπιζε όχι μόνο την άμεση ιμπεριαλιστική πίεση και επέμβαση αλλά και τις γενικότερες συνέπειες της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού. Ήταν υποχρεωμένο να αφαιρεί τεράστια ποσά από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών.

β) Τα κομμουνιστικά κόμματα προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της οικοδόμησης χωρίς να προϋπάρχει, όπως ήταν φυσικό, καθορισμένο σχέδιο αντιμετώπισης των προβλημάτων σε κάθε φάση, στην κάθε χώρα, σε δύσκολες συνθήκες και ανεξερεύνητους δρόμους, χωρίς προηγούμενη εμπειρία.

Η ζωή επιβεβαίωσε το κύριο, δηλαδή τις αρχές της σοσιαλιστικής επανάστασης και τις κοινές για όλες τις χώρες νομοτέλειες στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Επιβεβαίωσε την αναγκαιότητα της νέας πολιτικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου που βρίσκεται στον αντίποδα του καπιταλιστικού πολιτικού συστήματος, που είναι η δικτατορία της αστικής τάξης, μειοψηφίας που σφετερίζεται τα μέσα παραγωγής και πλουτίζει από την υπεραξία της ανθρώπινης εργασίας. Επιβεβαιώθηκε η αρχή της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής με σχεδιασμένη ανάπτυξη όλης της εθνικής οικονομίας.

Η διαδικασία αυτή αποδείχτηκε πολύ πιο περίπλοκη απ' ό,τι πρόβλεπαν οι γενικές ιδέες που είχαν αναπτυχθεί πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση. Το Κόμμα ήταν υποχρεωμένο να βρίσκει τους κατάλληλους δρόμους για την υπερνίκηση των δυσκολιών, να προβλέπει, να επιλύει νέα θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα σε όλες τις σφαίρες και τομείς της κοινωνικής ζωής. Η προβολή των υποκειμενικών ευθυνών είναι δυνατή μόνο αν έχουν υπολογιστεί όλοι οι αντικειμενικοί παράγοντες που άσκησαν επίδραση στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού και στην ικανότητα και ετοιμότητα του Κόμματος να τους αντιμετωπίσει. Η αντικειμενική κριτική εξέταση μπορεί να μας βοηθήσει να διακρίνουμε τα λάθη και τις ανεπάρκειες από τις αντικειμενικές δυσκολίες, άρα να βγουν χρήσιμα και διδακτικά συμπεράσματα.

Σ' αυτά τα πλαίσια επιχειρούμε να προβληματιστούμε πάνω στις ευθύνες του υποκειμενικού παράγοντα.

 

 

ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ

 

Θεωρούμε ότι στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης προοδευτικά εξασθένισε ο πρωτοποριακός καθοδηγητικός ρόλος του Κόμματος. Επήλθε άμβλυνση των αρχών και κανόνων λειτουργίας του, χαλάρωση των δεσμών του με την εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες. Αυτό έκανε το Κόμμα ευάλωτο σε λαθεμένες θεωρητικές απόψεις και επιλογές, σε οπορτουνιστικές και ρεφορμιστικές επιδράσεις, μείωσε το Κόμμα στα μάτια του λαού. Στην περίοδο της «περεστρόικα» η κατάσταση στο Κόμμα έφθασε στον εκφυλισμό.

Στη διάρκεια της συζήτησης ζητήθηκε να προσδιοριστεί χρονικά η αφετηρία των λαθών και παρεκκλίσεων. Έχουμε τη γνώμη ότι μια τέτοια προσπάθεια σ' αυτή τη φάση της διερεύνησης δεν είναι ώριμη. Πολύ περισσότερο που η εμφάνιση παρεκκλίσεων είναι πιθανό και δυνατό να έχει προετοιμαστεί σε προηγούμενη φάση από συσσώρευση λαθών και δυσκολιών, όπως και το αντίθετο, να γεννιέται σε κρίσιμες καμπές και στροφές, μπροστά σε νέα προβλήματα. Η συνέχιση της έρευνας μπορεί να βοηθήσει να γίνει μια καλύτερη συμβατική διαίρεση της μελέτης της ενιαίας πορείας οικοδόμησης του σοσιαλισμού και να εντοπιστεί χρονικά η αφετηρία των λαθών.

Νομίζουμε ότι οι παρακάτω παράγοντες άσκησαν επίδραση στην εμφάνιση αυτών των προβλημάτων που προσδιορίζουν τις ευθύνες του υποκειμενικού παράγοντα:

1) Έμεινε πίσω η προσπάθεια για τη δημιουργική αφομοίωση της θεωρίας μας. Καθυστέρησε κυρίως η προσπάθεια για ανάπτυξη και εμπλουτισμό της επαναστατικής θεωρίας, η συνεχής μελέτη θεωρητικών και επιστημονικών ζητημάτων για τη γενίκευση της πείρας των νέων προβλημάτων που έλυνε ή ήταν υποχρεωμένη να λύνει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, ώστε να αντιμετωπίζονται έγκαιρα με διαλεκτικό τρόπο οι δυσκολίες, να προβλέπονται οι νέες τάσεις, τα νέα προβλήματα, οι αντιφάσεις που έπρεπε να επιλυθούν.

2) Στο βαθμό που δε λύνονταν τα νέα προβλήματα, αναπτύχθηκαν και λαθεμένες ερμηνείες, στο έδαφος των οποίων διαμορφώθηκαν λαθεμένες απόψεις-παρεκκλίσεις θεωρητικού χαρακτήρα με επιπτώσεις στην πρακτική δράση και στη σοσιαλιστική διαπαιδαγώγηση των μαζών.

3) Ορισμένα λάθη και παρεκκλίσεις φαίνεται ότι οφείλονται σε υποχώρηση μπροστά στις εσωτερικές δυσκολίες και την ισχυρή πίεση που ασκούσε ο ιμπεριαλισμός στις διεθνείς σχέσεις.

Ορισμένοι περιορίζουν τη συζήτηση στο ρόλο των προσώπων. Η θεωρία μας δεν αρνείται το ρόλο και τις ευθύνες της προσωπικότητας. Όμως η ιστορία γενικά αλλά και η ιστορική εξέταση της μιας ή της άλλης περιόδου στη ζωή μιας χώρας, του εργατικού επαναστατικού κινήματος, δεν μπορεί να ανάγεται σε ιστορία προσώπων και προσωπικοτήτων. Ο ιστορικός υλισμός εξετάζει το ρόλο των προσώπων, σε εξάρτηση και συνάρτηση με το κοινωνικό σύστημα, την τάξη, το κόμμα στο οποίο ανήκει η συγκεκριμένη προσωπικότητα, τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες της πάλης των τάξεων στην εποχή της δράσης της. Όσον αφορά τα κομματικά στελέχη, οι προσωπικές ευθύνες πρέπει να εξετάζονται στα πλαίσια των συλλογικών ευθυνών, της συλλογικότητας, η οποία πρέπει μόνιμα να διέπει το Κόμμα. Οι παρεκκλίσεις και τα λάθη δε γεννιώνται αυτόματα, από την ιδιοτροπία μεμονωμένων προσώπων. Αναπτύσσονται, όταν δε συνειδητοποιούνται και δεν αντιμετωπίζονται με σωστό και αποτελεσματικό τρόπο οι παράγοντες που γεννούν τέτοια φαινόμενα.

Η σοσιαλιστική κοινωνία δεν είναι απαλλαγμένη από τέτοιους κινδύνους. Δεν είναι δυνατό να εξαλειφθούν μέσα σε λίγες δεκάδες χρόνια σοσιαλιστικής εξουσίας επιβιώσεις και αντιλήψεις διαμορφωμένες μακρόχρονα στις συνθήκες του καπιταλισμού. Η σοσιαλιστική κοινωνία περικλείει κινδύνους ανάπτυξης παρεκκλίσεων, όσο διατηρούνται μορφές καπιταλιστικής και ατομικής ιδιοκτησίας, όσο παραμένουν οι εμπορευματικές χρηματικές σχέσεις, οι κοινωνικές διαφορές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Όσο σε τελευταία ανάλυση διαρκεί η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Οι οπορτουνιστικές, ρεφορμιστικές αντιλήψεις στις γραμμές του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος εμφανίζονται ή και αναπαράγονται, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, κάτω και από την αλληλεπίδραση των διεθνών και των εσωτερικών παραγόντων. Ενισχυτικοί παράγοντες αναδείχτηκαν η στρατηγική του ιμπεριαλισμού και η συστηματική μέθοδος της ιδεολογικής δολιοφθοράς, σε συνθήκες έντονης διεθνοποίησης της ζωής και των διεθνών σχέσεων. Η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα προσπαθούσε να αξιοποιήσει κάθε αντικειμενική ή υποκειμενική δυσκολία που συναντούσε ο σοσιαλισμός, προκειμένου να επιλύσει πρωτόγνωρα προβλήματα.

Οι εξελίξεις δείχνουν ότι δεν είχε αναπτυχθεί στον απαιτούμενο βαθμό βαθύτερη συνείδηση των αντικειμενικών παραγόντων που ευνοούν και αναπαράγουν το φαινόμενο του οπορτουνισμού, που καλλιεργεί το έδαφος για τη διάβρωση συνειδήσεων και σε συνέχεια της αντεπανάστασης. Άρα δεν πάρθηκαν τα αναγκαία ιδεολογικά και πολιτικά μέτρα για την αντιμετώπιση του κινδύνου.

Η σοσιαλιστική επανάσταση και οικοδόμηση θεωρήθηκε ανεπίστρεπτη διαδικασία. Υποτιμήθηκε και παραγνωρίστηκε ο κίνδυνος της αντεπανάστασης, που ελλοχεύει για όλη την περίοδο που ο ιμπεριαλισμός κατέχει ισχυρές θέσεις στις διεθνείς σχέσεις.

Η ικανότητα του σοσιαλισμού να υπερασπίζεται τον εαυτό του δε σταματά μόνο στην προσπάθεια για την πρόοδο και ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας, την αμυντική θωράκιση. Πρέπει να συνοδεύεται και από τη συνεχή προσπάθεια να αναπτύσσεται η ιδεολογική θωράκιση του Κόμματος, του λαού γενικότερα. Από τη συνεχή προσπάθεια για τη διαπαιδαγώγηση του νέου τύπου ανθρώπου, που μέσα σε σύνθετες και αντίξοες συνθήκες συμμετέχει ενεργά και υπεύθυνα στη σοσιαλιστική οικοδόμηση με προοπτική την κομμουνιστική κοινωνία. Από τη συνεχή και σταθερή προσπάθεια της επαγρύπνησης και καταδίκης παραβιάσεων αρχών.

Η δική μας δηλαδή κριτική στάση βρίσκεται στον αντίποδα των μηδενιστικών θεωριών που εξαπέλυσαν οι αντισοσιαλιστικές δυνάμεις σε όλον τον κόσμο και τη χώρα μας, οι ρεφορμιστές και αναθεωρητές που προσπάθησαν να εμφανίσουν τα λάθη και τις παρεκκλίσεις ως σύμφυτα και χαρακτηριστικά γνωρίσματα του μαρξισμού-λενινισμού. Η εχθρική τους στάση δεν αφορά αυτά καθ' εαυτά τα λάθη και τις παρεκκλίσεις. Έχει στόχο την ίδια την πολιτική εξουσία του σοσιαλισμού, την κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, το σοσιαλιστικό σχεδιασμό, την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, την ταξική θεώρηση της δημοκρατίας. Μοναδικός, σε τελευταία ανάλυση, στόχος τους είναι να εδραιώσουν την πεποίθηση ότι ο καπιταλισμός είναι αιώνιος, αποτελεί το μοναδικό τρόπο ζωής και διακυβέρνησης.

Οι κάθε λογής αντίπαλοι και αρνητές του σοσιαλισμού με την έξαλλη κριτική τους, τη δυσφήμηση και παραποίηση της πραγματικότητας, με τη λαθολογία δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να υπερασπίζονται τα ταξικά και πολιτικά τους συμφέροντα, που είναι διαμετρικά αντίθετα με την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και την εξάλειψη όλων των πηγών του καπιταλιστικού κέρδους.

 

 

Επιχειρούμε να αναδείξουμε τις πιο βασικές κατά την κρίση μας λαθεμένες απόψεις, που επηρέασαν την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δυσκόλεψαν και επέδρασαν αρνητικά στη σοσιαλιστική διαπαιδαγώγηση.

1.  Η αντίληψη για το χαρακτήρα της σοσιαλιστικής κοινωνίας και το σύστημα των αντιθέσεων.

α) Παραγνωρίστηκε το σύστημα των εσωτερικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, δηλαδή ο πυρήνας της υλιστικής διαλεκτικής. Αποτέλεσμα ήταν να υποτιμηθεί η ανάγκη να διασφαλίζεται σε κάθε φάση και βαθμίδα ανάπτυξης η προωθητική για το σοσιαλισμό διαλεκτική ενότητα και αλληλεπίδραση ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και τις παραγωγικές δυνάμεις. Δεν προσέχθηκαν οι βασικές θεωρητικές θέσεις ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι αυτοτελής κοινωνία αλλά η πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Δεν είναι συνεπώς απαλλαγμένος από αντιθέσεις, ανταγωνισμούς.

Με τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης δε σταμάτησε η ταξική πάλη. Αντίθετα, όπως ήταν φυσικό, συνεχίστηκε και οξύνθηκε σε όλη την περίοδο που καταβάλλονταν προσπάθειες να κοινωνικοποιηθούν τα βασικά μέσα παραγωγής. Οι εκμεταλλεύτριες τάξεις δεν παραδόθηκαν εύκολα. Αντέδρασαν βίαια, επέβαλαν τον εμφύλιο πόλεμο, όπως συνέβη στα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας. Και μετά την οικοδόμηση των βάσεων του σοσιαλισμού και την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας εμφανίζονταν αντιθέσεις, γεννήθηκαν νέες.

Οι συνέπειες και τα ίχνη του καπιταλισμού στο σώμα των σοσιαλιστικών κοινωνιών δεν εξαλείφονται μόνο και μόνο γιατί νίκησε η εργατική τάξη και ανέλαβε την πολιτική εξουσία. Οι μικροαστικές απόψεις εμφανίζουν μεγάλη αντοχή. Αναπαράγονται πάνω στη βάση της μικρής εμπορευματικής παραγωγής, ταξικών διαφορών, εκδηλώνονται ως αντιθέσεις ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο, ανάλογα και με τις ιδιομορφίες της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης στην ξεχωριστή χώρα. Η πείρα δείχνει ότι στο βαθμό που δεν επιλύονται έγκαιρα και με τον κατάλληλο τρόπο, είναι δυνατό να αποκτήσουν ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Να εκδηλωθούν με μορφή κρίσης, να καλλιεργήσουν κλίμα παθητικότητας, δυσφορίας, διαμαρτυρίας. Ακόμα, να καλλιεργήσουν το έδαφος για ανάπτυξη αντισοσιαλιστικών στοιχείων, κάτω και από τη συνεχή επίδραση της δράσης του ιμπεριαλισμού, που τους προσφέρει πλήρη στήριξη.

Χαρακτηριστική τάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι να αυξάνει τις ανθρώπινες ανάγκες με μεγάλη ταχύτητα, σε σύγκριση με τον καπιταλισμό. Κατά συνέπεια οι ανάγκες για συνεχή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τελειοποίηση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής συνεχώς μεγαλώνουν. Στο βαθμό που το πρόβλημα αυτό δεν αντιμετωπιζόταν είτε από υποκειμενικά λάθη, είτε εξαιτίας δυσκολιών και εμποδίων από την αναμέτρηση με τον ιμπεριαλισμό, ή στο βαθμό που δε συνειδητοποιούνταν, γέννησε και πρόσθεσε νέα προβλήματα. Αυτά με τη σειρά τους επιδρούσαν στους ιδεολογικούς και πολιτικούς προσανατολισμούς των λαϊκών μαζών και του ίδιου του Κόμματος.

β) Σοβαρό ρόλο στην αλλοίωση της φυσιογνωμίας και της ιδεολογικής σταθερότητας των κομμουνιστικών κομμάτων έπαιξαν λαθεμένες αντιλήψεις και κατευθυντήριες ιδέες, που αναπτύχθηκαν την περίοδο του 20ού Συνεδρίου. Όπως η άποψη για γρήγορη μετάβαση στον αναπτυγμένο σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό, η οποία παραγνώριζε το σύνθετο και μακροχρόνιο χαρακτήρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Οι κατευθύνσεις για «ποικιλία μορφών μετάβασης στο σοσιαλισμό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις», αξιοποιήθηκαν στα πλαίσια του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος από ορισμένες κομματικές ηγεσίες για αναθεώρηση των νομοτελειών της σοσιαλιστικής επανάστασης, στο όνομα των εθνικών ιδιομορφιών.

Σημαντικό λάθος αποτέλεσε, στη συνέχεια, η άποψη ότι η δικτατορία του προλεταριάτου εξελίχθηκε σε «παλλαϊκό κράτος», (22ο Συνέδριο), με αποτέλεσμα να θεωρείται το Κομμουνιστικό Κόμμα «παλλαϊκό κόμμα», η εργατική τάξη να «χαθεί» μέσα στη γενική έννοια «λαός» και να υποβιβάζεται ο αναντικατάστατος καθοδηγητικός ρόλος της. Ταυτόχρονα αδυνάτιζε η φροντίδα να αναπτύσσεται σε ανώτερο επίπεδο η στενή σχέση, η συμμαχία της με τα άλλα στρώματα του λαού, την αγροτιά, τη διανόηση. Χαλάρωσε η φροντίδα για ικανοποίηση των ιδιαίτερων αναγκών κοινωνικών ομάδων και στρωμάτων, για όλο και πιο αρμονικό συνδυασμό των ενιαίων συμφερόντων των λαών με τις ιδιαίτερες ανάγκες της εθνικής, τοπικής χειραφέτησης και αφύπνισης.

Η θέση για το «παλλαϊκό κράτος» οδήγησε σε λάθη και παρεκκλίσεις στη διαλεκτική σχέση Κόμμα-σοσιαλιστικό κράτος, στη σχέση του Κόμματος με τα σοβιέτ, τις εξωκομματικές οργανώσεις, τις εργατικές κολεκτίβες. Από νομική, θεσμική, συνταγματική πλευρά ήταν κατοχυρωμένη πλήρης δυνατότητα να συμμετέχουν οι λαϊκές μάζες στη διεύθυνση των κοινωνικών και πολιτικών υποθέσεων, μέσω των σοβιέτ και των εξωκομματικών οργανώσεων. Στην πορεία όμως αυτή η σχέση πήρε λιγότερο ή περισσότερο τυπικό χαρακτήρα. Οπωσδήποτε δεν αναπτύχθηκε στο επίπεδο που απαιτεί η σοσιαλιστική οικοδόμηση, η συνεχής προσέλκυση των εργαζομένων στην άσκηση των λειτουργιών της εξουσίας σε αδιάρρηκτη σχέση με την αυξανόμενη σημασία της κεντρικής διοίκησης.

Άσκησε επίσης αρνητική επίδραση η εκτίμηση για τις δυνατότητες και το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στη μεταπολεμική περίοδο. Σήμερα φαίνεται πιο καθαρά ότι υπήρχε ανάγκη έντονου, πειστικού και μαχητικού ιδεολογικού μετώπου κατά της αυταπάτης που καλλιεργούσε η σοσιαλδημοκρατία, ότι υπάρχει ο τρίτος δρόμος για το σοσιαλισμό. Η σοσιαλδημοκρατία συμμετείχε στις πρωτοβουλίες εξωτερικών επεμβάσεων και εσωτερικής διάβρωσης των σοσιαλιστικών χωρών.

γ) Η διαλεκτική σχέση της δημοκρατίας με το συγκεντρωτισμό δεν επιτεύχθηκε στον αναγκαίο βαθμό, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται παθητικότητα, ρουτίνα και τυπικότητα στη σχέση του Κόμματος και του σοσιαλιστικού κράτους με το λαό. Έγιναν παραβιάσεις. Αρνητικό ρόλο έπαιξε η ταύτιση του ρόλου του Κόμματος με το ρόλο του σοσιαλιστικού κράτους. Παραγνωρίστηκε ο γενικότερος ρόλος του ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, κύριου και βασικού υπεύθυνου να καλλιεργεί τη σοσιαλιστική συνείδηση, να δημιουργεί προϋποθέσεις, ώστε να ανεβαίνει το πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, να αναπτύσσεται συνεχώς η ενεργητική, πρωτόβουλη λαϊκή συμμετοχή στην οικοδόμηση.

Τα αρνητικά φαινόμενα και προβλήματα που εμφανίστηκαν δεν αναιρούν βεβαίως το γεγονός ότι δε χωράει καμία σύγκριση ανάμεσα στη σοσιαλιστική δημοκρατία και την αστική δημοκρατία.

Παίρνουμε υπόψη ότι η λαϊκή συμμετοχή και ο κοινωνικός έλεγχος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η συμμετοχή στη στρατιωτική και πολιτική νίκη σε συνθήκες επαναστατικού ενθουσιασμού και έξαρσης είναι σχετικά πιο εύκολη από τη συνεχή, καθημερινή δράση σε συνθήκες μακροχρόνιας οικοδόμησης, και μάλιστα με υψηλές απαιτήσεις ουσιαστικής συμμετοχής.

Όμως αυτοί οι παράγοντες δεν μπορεί να δικαιολογήσουν όλα τα προβλήματα που εμφανίσθηκαν. Παρά τις επισημάνσεις κομματικών ντοκουμέντων και σωμάτων, τελικά δεν καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια να αναπτυχθεί η λαϊκή πρωτοβουλία, κυρίως ο ρόλος των σοβιέτ και της εργατικής κολεκτίβας των έμπειρων και ειδικευμένων στελεχών. Αποτέλεσμα η συμμετοχή στη σοσιαλιστική οικοδόμηση να ταυτίζεται περίπου με τη συμμετοχή στην παραγωγική δραστηριότητα και την πραγματοποίηση των καθορισμένων χρονικά πλάνων οικοδόμησης. Η σχέση των εργαζομένων με τη σοσιαλιστική ιδιοκτησία σταδιακά μετατρεπόταν σε υπαλληλική σχέση, με αποτέλεσμα να καθυστερεί και να αλλοιώνεται η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής συνείδησης, της εργασιακής πειθαρχίας και συνυπευθυνότητας. Σ' αυτό συντέλεσε και η παραβίαση της αρχής «ο καθένας αμείβεται ανάλογα με την εργασία του», με την ισοπεδωτική αντίληψη για τις αμοιβές, απόρροια σε τελευταία ανάλυση της αντίληψης για το γρήγορο πέρασμα στην κομμουνιστική κοινωνία. Στις συνθήκες αυτές διαμορφώθηκε γραφειοκρατικό στιλ διεύθυνσης και καθοδήγησης, ρουτίνα και τυπικότητα στην επίλυση των προβλημάτων σχεδιασμού, διεύθυνσης και διαχείρισης.

Η κριτική μας δεν έχει σχέση με τις ουτοπικές και επιζήμιες απόψεις, που ταυτίζουν τη σοσιαλιστική δημοκρατία με την αυτοδιαχείριση, την κατάργηση ή την απουσία του κράτους. Διαχωρίζεται από τις λαθεμένες απόψεις ότι το Κόμμα πρέπει να είναι «ουδέτερο» ή έξω από το σοσιαλιστικό κράτος, να περιορίζεται σε εξωκρατικές πολιτικές και ιδεολογικές δραστηριότητες.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα, ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης, διαδραματίζει από τη φύση και το χαρακτήρα του καθοδηγητικό ρόλο στο κράτος και στην κοινωνία. Επομένως πρέπει να συνδυάζει τα καθήκοντα της εξουσίας με το καθήκον της πολιτικής και ιδεολογικής καθοδήγησης των λαϊκών μαζών, για την ενεργητική συμμετοχή τους στην οικοδόμηση και στη διεύθυνση των κοινωνικών και πολιτικών υποθέσεων. Το Κόμμα δεν ταυτίζεται με ολόκληρο το λαό. Αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του λαού ως κόμμα πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, της τάξης δηλαδή που είναι σε θέση να εκφράσει και να υπερασπίσει τα συνολικά συμφέροντα της κοινωνίας.

Προβλήθηκαν επίσης ουτοπικές απόψεις, ότι είναι δυνατόν ο ιμπεριαλισμός να παραιτηθεί από τη σταθερή επιδίωξή του να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, να επιβάλει την καπιταλιστική παλινόρθωση. Προστέθηκαν στην πορεία απόψεις που υπερτιμούσαν την κρίση του καπιταλισμού, το ρόλο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στη δημιουργία φυγόκεντρων δυνάμεων από το σύστημα του ιμπεριαλισμού. Υπερτιμήθηκαν οι δυνατότητες να αποσπαστούν από τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης χώρες που είχαν αποτινάξει το αποικιοκρατικό καθεστώς.

Βεβαίως δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν σε όλες τις περιπτώσεις οι διεθνείς εξελίξεις, ούτε να καθοριστεί η έκβασή τους αποκλειστικά από τη δύναμη και το ρόλο του σοσιαλιστικού συστήματος. Η κριτική μας αφορά την ιδεολογική και πολιτική επαγρύπνηση απέναντι στη στρατηγική του ιμπεριαλισμού, κυρίως το γεγονός ότι μειώθηκε αντί να αυξηθεί η ιδεολογική αντιπαράθεση με τις αστικές και μικροαστικές θεωρίες, που δυναμικά απλώνονταν σε παγκόσμιο επίπεδο και αναζητούσαν στηρίγματα στις σοσιαλιστικές χώρες, ανάμεσα στις ηγεσίες και τα στελέχη των κομμάτων και των κυβερνήσεων.

2. Η συλλογικότητα στη λειτουργία του Κόμματος, η κοινωνική σύνθεση των κομμάτων. Η πολιτική ανάδειξης στελεχών. Η καλλιέργεια της σοσιαλιστικής συνείδησης και η διαπαιδαγώγηση με το παράδειγμα.

Οι απαιτήσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι πολλαπλάσιες και ποιοτικά υπέρτερες σε σύγκριση με τις απαιτήσεις του αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Δεν παραγνωρίζουμε ότι άσκησαν επίδραση, κατά περιόδους, ορισμένοι παράγοντες που δυσκόλευαν την τήρηση των κανόνων της κοινωνικής σύνθεσης, των κριτηρίων για την ανάδειξη στελεχών. Ο εμφύλιος πόλεμος και κατόπιν ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος στέρησαν τα κομμουνιστικά κόμματα, ιδιαίτερα το ΚΚΣΕ, από μεγάλο αριθμό έμπειρων εργατικών στελεχών, με οργανωτικές και πολιτικές ικανότητες, που είχαν ατσαλωθεί σε όλες τις μορφές πάλης. Ο αντικειμενικός αυτός παράγοντας προκάλεσε δυσκολίες στην ομαλή διαδοχή και ανάδειξη των στελεχών, καθώς οι ανάγκες για στελέχη αυξάνονταν ταχύτερα από τους ρυθμούς ωρίμανσής τους. Το πρόβλημα αυτό απαιτούσε ιδιαίτερη φροντίδα και επίμονη αντιμετώπιση.

Τα γεγονότα και οι πληροφορίες, που έχουν βγει στο φως της δημοσιότητας, δείχνουν ότι η λειτουργία των κομμάτων, η ανάδειξη στελεχών, ο έλεγχος και η συλλογικότητα όχι μόνο δε συμβάδιζαν με τις ανάγκες αλλά επιπλέον παρουσιάστηκαν φαινόμενα ανάδειξης στελεχών με ιδιοτελή κίνητρα, κατάχρησης εξουσίας και αυθαιρεσιών, αξιοποίησης ηγετικών θέσεων για προνόμια. Υπήρξαν φαινόμενα ανάδειξης στελεχών χωρίς πολιτικές ικανότητες και θεωρητική κατάρτιση, που δεν κατάφερναν να αφουγκράζονται τις παρατηρήσεις των μελών του Κόμματος και των λαϊκών μαζών, να ξεχωρίζουν τις διαφορετικές απόψεις και τις κριτικές παρατηρήσεις, που απηχούσαν την πραγματικότητα από την αντισοσιαλιστική προπαγάνδα.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο μόνος δρόμος για την προφύλαξη από παρεκκλίσεις και παραβιάσεις, είναι η συνεπής τήρηση των αρχών και κανόνων λειτουργίας, παράλληλα με τη συνεχή ανανέωση των ουσιαστικών δεσμών με την εργατική τάξη και το λαό. Αποφασιστικό ρόλο διαδραματίζει η σταθερή φροντίδα για την ανάπτυξη και κατάκτηση της συλλογικότητας, δημοκρατικής κομματικής ζωής, καλλιέργεια και αξιοποίηση της πρωτοβουλίας των εξωκομματικών οργανώσεων. Εξίσου αποφασιστικό είναι και το όπλο του ελέγχου, της κριτικής και αυτοκριτικής εξέτασης της δουλειάς των στελεχών, της ανάκλησής τους, όταν η δράση τους δεν είναι θετική.

Η αυστηρότητα απέναντι σε στελέχη που παραβιάζουν τις αρχές και τους κανόνες λειτουργίας του Κόμματος, της κομμουνιστικής ηθικής, είναι αδήριτη ανάγκη, αποφασιστικής σημασίας πρόβλημα, ιδιαίτερα για τα κόμματα εξουσίας που οικοδομούν το σοσιαλισμό.

3. Η σοσιαλιστική οικονομία.

Οι αντίπαλοι του σοσιαλισμού συγκέντρωσαν την κριτική τους στην κατάσταση της οικονομίας και κυρίως στην αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή και στις υπηρεσίες, στην ποιότητα των καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών. Σκόπιμα μηδενίζουν τις κατακτήσεις σ' αυτούς τους τομείς, εμφανίζουν τις σοσιαλιστικές κοινωνίες σαν κοινωνίες φτώχειας και ανέχειας. Για να πείσουν, χρησιμοποιούν κυρίως ως επιχείρημα τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, η οποία όμως είναι γέννημα της παλινόρθωσης του καπιταλισμού, που συνοδεύθηκε με σάρωμα όλων των προηγούμενων κατακτήσεων.

Προβληματισμοί εκφράστηκαν κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τα παραπάνω ζητήματα, για το ρόλο του οικονομικού μηχανισμού και των οργάνων διεύθυνσης και προγραμματισμού. Για το σύστημα κατανομής, το σύστημα υλικών και ηθικών κινήτρων. Για την ορθολογική χρησιμοποίηση των υλικών, χρηματικών και εργασιακών πόρων. Για τον τρόπο που αξιοποιήθηκε η ΕΤΕ, για τη λειτουργία των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Είναι φυσικό να στρέφεται η προσοχή σε τέτοια προβλήματα, αφού το επίπεδο της υλικής ζωής διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στη στάση του λαού. Οι παρατηρήσεις που αναπτύχθηκαν από ορισμένους συντρόφους, είτε είχαν επιλεκτικά και αποσπασματικά κριτήρια, είτε ήταν επηρεασμένες από κριτήρια που καλλιεργούνται στις συνθήκες του καπιταλισμού.

Ορισμένοι εξηγούν την παθητικότητα και την αδράνεια στη διάρκεια της αντεπαναστατικής διαδικασίας με το γεγονός ότι υπήρχαν προβλήματα που αφορούσαν το επίπεδο ζωής, την ποιότητα των καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών. Το πρόβλημα βεβαίως, δεν είναι να επισημαίνονται ελλείψεις και προβλήματα. Τα ίδια τα κομμουνιστικά κόμματα τα αναγνώριζαν και τα πρόβαλλαν με έντονο τρόπο στα ντοκουμέντα τους.

Εκείνο που έχει σημασία είναι να κρίνεται το σοσιαλιστικό σύστημα με ολοκληρωμένα κριτήρια, διαφορετικά από τα υλικά και ηθικά κριτήρια που κυριαρχούν στον καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός λόγω της εκμεταλλευτικής του φύσης και των αποικιοκρατικών σχέσεων έχει τη δυνατότητα να εμφανίζει ταχύτερα τα αποτελέσματα της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης -σε ορισμένους τομείς και χώρες- και μάλιστα με την κατάλληλη προπαγάνδα να τα ανάγει σε δήθεν πλεονέκτημα του συστήματος.

Παίρνουμε επίσης υπόψη και τους άλλους παράγοντες, όπως οι εξοπλισμοί που αντικειμενικά συγκρούονται με τον ειρηνικό χαρακτήρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, καθώς επίσης η ανιδιοτελής βοήθεια στα κινήματα και στις χώρες που αντιμετώπιζαν μεγάλη καθυστέρηση.

Εκτιμάμε ότι υπήρξαν και προβλήματα υποκειμενικού χαρακτήρα στον τομέα της οικονομίας που αφορούν θέματα διεύθυνσης, διαχείρισης, σχεδιασμού. Σε όλη την πορεία της οικοδόμησης αναπτύχθηκαν διαφορετικές απόψεις στις γραμμές των κομμουνιστικών κομμάτων για ζητήματα οικονομίας. Έγιναν και διαφορετικές επιλογές σε ορισμένες χώρες.

Δεν μπορούμε λόγω της συνθετότητας των προβλημάτων και της έλλειψης ικανοποιητικών στοιχείων, να έχουμε ολοκληρωμένη γνώμη, έστω και σε μια πρώτη μορφή. Θα συνεχίσουμε τη διερεύνηση σε συνεργασία με άλλα κόμματα και μαρξιστές επιστήμονες.

4. Η χαλάρωση της ενότητας και η διάσπαση της ενιαίας δράσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Το ΚΚΕ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Τα προβλήματα που εμφανίστηκαν δεν αφορούν αποκλειστικά τα κομμουνιστικά κόμματα εξουσίας. Τα κόμματα αυτά έχουν ιδιαίτερες και πρώτες ευθύνες, όχι όμως μοναδικές και αποκλειστικές. Τα προβλήματα αφορούν ολόκληρο το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα. Η υπεράσπιση του σοσιαλιστικού συστήματος αδυνάτισε σημαντικά από τη χαλάρωση της ενιαίας δράσης, τη διάσπαση της ενότητάς του. Η διείσδυση στις γραμμές του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος οπορτουνιστικών και ρεφορμιστικών απόψεων οδήγησε σε οξύτατη ιδεολογική διαπάλη, συστοιχίσεις και ομαδοποιήσεις. Έτσι αδυνάτιζε η συζήτηση και η κριτική των διαφορετικών απόψεων. Πλήγμα στην ενότητα του κομμουνιστικού κινήματος αποτέλεσε η ρήξη των σχέσεων του ΚΚΣΕ και του ΚΚ Κίνας. Σοβαρότατα προβλήματα και δυσκολίες στην ενιαία δράση προκάλεσε και το αναθεωρητικό ρεύμα του ευρωκομμουνισμού στη Δυτική Ευρώπη. Το συμπέρασμα είναι ότι σε κρίσιμες στιγμές δεν αντιπαρατάχθηκε στην ενιαία στρατηγική και τακτική του ιμπεριαλισμού η ενιαία στρατηγική και τακτική του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος.

Η συζήτηση που έγινε, ανέδειξε τις αρνητικές συνέπειες που είχε η απόφαση για διάλυση της Τρίτης Διεθνούς. Όταν μάλιστα δεν είχαν συζητηθεί και βρεθεί οι κατάλληλες μορφές που θα διευκόλυναν την αποτελεσματική ενιαία έκφραση του κομμουνιστικού κινήματος, σε μια περίοδο που η διεθνοποίηση της δράσης του κεφαλαίου περνούσε σε νέα εντατική φάση με τη δημιουργία περιφερειακών και διεθνών οργανισμών. Η νέα μορφή ενιαίας δράσης με τη βοήθεια των διεθνών διασκέψεων συνέβαλε για μια περίοδο στη χάραξη κοινής στρατηγικής. Στη συνέχεια όμως αδυνάτισε κάτω από το βάρος ιδεολογικών διαφωνιών, και την αντίληψη των «εθνικών» ιδιομορφιών. Αποτέλεσμα ήταν να αδυνατίσει ο προλεταριακός διεθνισμός, πράγμα που εκμεταλλεύθηκε η «περεστρόικα» για την εξαγωγή της αντεπανάστασης και την «αποϊδεολογικοποίηση» των διεθνών σχέσεων.

Στο συγκεκριμένο αυτό πρόβλημα είναι ανάγκη να συνεχιστεί ο προβληματισμός, η συγκέντρωση ιστορικών στοιχείων, ώστε να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη άποψη.

Το Κόμμα μας σε όλη την πορεία ύπαρξης και δράσης του στάθηκε πιστό στην αρχή του προλεταριακού διεθνισμού, ανεξάρτητα από λάθη που έκανε με την άκριτη αποδοχή και υποστήριξη σε ορισμένες φάσεις επιλογών που κυριαρχούσαν στο ΚΚΣΕ και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Πάλευε και παλεύει για το συντονισμό και την κοινή δράση των κομμουνιστικών κομμάτων, για ενιαία στρατηγική απέναντι στον ιμπεριαλισμό.

Στις σημερινές συνθήκες, με την προσωρινή ήττα που επέβαλε η καπιταλιστική παλινόρθωση, είναι περισσότερο αναγκαία η κοινή δράση και ο ενεργητικός συντονισμός, όταν μάλιστα λειτουργούν αντίστοιχες διεθνείς των φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων.

Έχουμε επίγνωση ότι λόγω της ασάφειας των ορίων του κομμουνιστικού κινήματος, με την εμφάνιση νέων κομμάτων και τις διαφορές που υπάρχουν, η κοινή δράση και ο συντονισμός εμφανίζει σήμερα δυσκολίες. Πρόσθετες δυσκολίες εμφανίζονται και από τη συστηματική προσπάθεια που κάνει ο ιμπεριαλισμός να χρησιμοποιήσει την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος ως παράγοντα πίεσης προς τα κομμουνιστικά κόμματα, για να αλλάξουν την ταυτότητα και το χαρακτήρα τους, το όνομα και τα εμβλήματά τους.

Ο ιμπεριαλισμός ακολουθεί ποικίλη και διαφοροποιημένη κατά περίπτωση τακτική απέναντι στα κομμουνιστικά κόμματα. Κύριος στόχος του είναι να επιβάλει με ιδεολογικά και πολιτικά μέσα, αλλά και με νόμο -σε ορισμένες χώρες- τη διάλυσή τους, την απαγόρευση ή παρακώλυση της δράσης τους. Παράλληλα επιδιώκει να επιβάλει την αντίληψη της διαίρεσης των κομμουνιστικών κομμάτων σε «ανανεωτικά αντισταλινικά» κόμματα και «δογματικά-σταλινικά». Αξιοποιεί κάθε επιλογή αλλαγής ονόματος, συμβόλων, για να διαδίδει την άποψη ότι τα κομμουνιστικά κόμματα δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Στηρίζει κάθε προσπάθεια υποκατάστασης του κομμουνιστικού κινήματος με το «νεοαριστερό» ρεύμα, το οποίο στην πράξη στηρίζει τη διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος, τη δυσφήμηση του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Η αστική και μικροαστική προπαγάνδα καταφεύγει και στον ελιγμό να αναγνωρίζει τον Μαρξ σε αντιπαράθεση με τον Λένιν. Να υποβιβάζει τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού σε μια απλή επιστημονική μέθοδο. Να εμφανίζει το σοσιαλισμό και την κομμουνιστική κοινωνία ως ουτοπικά οράματα, με κύριο στόχο να εξοβελίσει την ιδέα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Οι εξελίξεις επιβάλλουν γρήγορη ανασύνταξη του κομμουνιστικού κινήματος σε κάθε χώρα και προβολή στο διεθνές προσκήνιο της κοινής δράσης του συντονισμένου αγώνα των κομμουνιστικών κομμάτων, ως αυτοτελούς πολιτικής δύναμης, αλλά και παράγοντα που μπορεί να συμβάλει στη διεθνή αντιιμπεριαλιστική συμμαχία.

Στην κατεύθυνση αυτή δεν αρκούν οι διακηρύξεις. Απαιτούνται ώριμες συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Εκατομμύρια κομμουνιστές σε όλο τον κόσμο ελπίζουν, απαιτούν, πιστεύουν στη δυνατότητα και αναγκαιότητα μιας τέτοιας εξέλιξης. Η προσδοκία αυτή πρέπει να πάρει σάρκα και οστά. Όσο πιο γρήγορα ξεπεραστούν οι υποκειμενικές και αντικειμενικές δυσκολίες για την κοινή δράση, τόσο πιο έγκαιρη και έγκυρη θα είναι και η συσπείρωση των αντιιμπεριαλιστικών και αριστερών δυνάμεων σε τοπικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Η διεθνοποίηση της πάλης επιβάλλει περισσότερο από πριν την ανάγκη να διαμορφωθεί ένα ισχυρό, ενωμένο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Το ΚΚΕ καταβάλλει και στις σημερινές συνθήκες προσπάθειες, δίνει τη συμβολή του σε αυτή την κατεύθυνση, χωρίς να υποτιμά τις ιδεολογικές διαφορές ή διαφωνίες ορισμένων κομμάτων, που δε συμφωνούν στην πράξη με την εμφάνιση της ιδιαίτερης οντότητας του κομμουνιστικού παράγοντα. Η συνάντηση 35 κομμουνιστικών και άλλων κομμάτων που δρουν στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, με αντικείμενο συζήτησης τις αιτίες ανατροπής, έδειξε ότι η αναζήτηση κοινών μορφών δράσης και επεξεργασιών είναι επιτακτική.

Τα θεωρητικά προβλήματα που αφορούν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, η εξαγωγή συμπερασμάτων για το σοσιαλισμό του 20ού αιώνα, ο αγώνας για τη νίκη του σοσιαλισμού, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν δίχως τη συνεργασία των κομμουνιστικών κομμάτων, χωρίς κοινή στάση απέναντι στην πολιτική του ιμπεριαλισμού, στην εκστρατεία για τη δυσφήμηση της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού.

 

Η ΚΕ προτείνει, η εισήγηση, διαμορφωμένη με τις παρατηρήσεις της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης, καθώς και το κείμενο των «Προβληματισμών» που εγκρίθηκε στη διάρκεια της συζήτησης που προηγήθηκε, να αποτελέσουν κείμενα της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης. Είναι κείμενα-βάση, για να συνεχιστεί η διερεύνηση και η συζήτηση. Είμαστε υποχρεωμένοι παράλληλα με τη δράση μας για τα προβλήματα του λαού και του τόπου να συνεχίσουμε τη μελετητική προσπάθεια, μαζί και με άλλα κομμουνιστικά, εργατικά κόμματα, κόμματα σοσιαλιστικού προσανατολισμού, μαρξιστές επιστήμονες, ώστε να φωτιστεί βαθύτερα το πρόβλημα, με αντικειμενικότητα και με όσο γίνεται μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια.

Είναι φανερό ότι θα χρειαστεί μακρόχρονη προσπάθεια για τη διαμόρφωση οριστικών και τελικών απαντήσεων. Στην πορεία είναι βέβαιο ότι θα συγκεντρωθούν περισσότερα στοιχεία, ώστε να φωτιστεί καλύτερα το ζήτημα.

Τα πρακτικά των συζητήσεων στις ΚΟΒ και τα όργανα, καθώς και τα κείμενα διαλόγου, που στάλθηκαν στην επιτροπή, να κρατηθούν ως υλικό για τη συνέχιση της μελέτης. Να γίνει ολοκληρωμένη κωδικοποίηση των απόψεων και των προτάσεων.

 

 

4 Ιούνη 1995

Η ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ

 

 
 
 
 
JSN ImageShow by JoomlaShine.com
 
Copyright © 2011 kke.gr