Άρθρο του Αντώνη Αντανασιώτη, υπεύθυνου του Τμήματος Λαϊκών Ελευθεριών και Δικαιοσύνης της ΚΕ του ΚΚΕ, δημοσιευμένο στον Ριζοσπάστη (17/11/2018)

 

Με αφορμή την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τη συνταγματική αναθεώρηση, στην οποία γίνεται αναφορά - ανάμεσα στα άλλα - και στην «εμβάθυνση» των κοινωνικών δικαιωμάτων, αξίζει νομίζουμε μια ευρύτερη αναφορά στον πραγματικό χαρακτήρα των σχετικών συνταγματικών διακηρύξεων.

Η αστική τάξη και οι πολιτικοί εκπρόσωποί της, στην Ελλάδα και τις άλλες καπιταλιστικές χώρες, στην ανάγκη τους να εμφανίζουν το Σύνταγμα ότι δήθεν εκφράζει τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας και είναι αταξικό, ενσωματώνουν σε αυτό γενικές διακηρύξεις δικαιωμάτων, οι οποίες έχουν τις καταβολές τους κυρίως από την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης, όταν η αστική τάξη ήταν προοδευτική για την εποχή της δύναμη, στον αγώνα κατά της φεουδαρχίας. Σήμερα, που παίζει αντιδραστικό ρόλο και έχει μετατραπεί σε τροχοπέδη στην κοινωνική εξέλιξη, αφού αντιμάχεται την ανερχόμενη εργατική τάξη, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα περιλαμβάνει στο δεύτερο μέρος του και στα άρθρα 4 έως 25, μια σειρά από διακηρύξεις που αφορούν τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Ας ξεκινήσουμε από την περίφημη αρχή της ισονομίας, που διατυπώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος με τη φράση «Οι Ελληνες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο» και από την οποία πηγάζουν μια σειρά από ειδικότερα δικαιώματα. Τι σημαίνει όμως στην πραγματικότητα αυτό; Τα μέλη της κοινωνίας, που είναι συγκεκριμένοι άνθρωποι, πλούσιοι και φτωχοί, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι, αντιμετωπίζονται συνταγματικά ως ίσα, με την αφηρημένη ιδιότητα του πολίτη. Εξομοιώνονται έτσι πλασματικά ο εργάτης με τον κεφαλαιοκράτη. Πρόκειται για τυπική ισότητα, που συγκαλύπτει τη βαθιά στην πραγματικότητα ανισότητα ανάμεσα στη δυνατότητα που έχουν οι θύτες απέναντι στα θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Οπως ειρωνικά σχολίαζε ο Γάλλος συγγραφέας Ανατόλ Φρανς, «ο νόμος, στη μεγαλοπρεπή του ισότητα, απαγορεύει στους πλούσιους, όπως και στους φτωχούς, να κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες, να ζητιανεύουν στους δρόμους και να κλέβουν ψωμί». Αλλά και όπου φαίνεται ότι επιχειρείται να αμβλυνθεί αυτή η άδικη ουσιαστικά τυπική ισότητα, όπως στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου, με τη διάταξη που αναφέρει ότι «οι Ελληνες εισφέρουν στα δημόσια βάρη χωρίς διακρίσεις ανάλογα με τις δυνάμεις τους», τι συμβαίνει τελικά στην πράξη; Το ακριβώς αντίθετο: Φορολεηλασία για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα, φοροαπαλλαγές για τους μεγάλους επιχειρηματίες.

Με βάση την αρχή αυτή, δικαιολογούνται εξάλλου και οι συνεχείς εκστρατείες με στόχο τη «διαφάνεια» και την «εφαρμογή του νόμου για όλους», οι οποίες, εξυπηρετώντας πολύπλευρες σκοπιμότητες, επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα αντίστοιχο νομοθετικό πλέγμα, από το οποίο βέβαια έχουν τα μέσα να διαφεύγουν στην πράξη οι κάθε είδους μεγαλοσχήμονες, αφού η διαφθορά είναι σύμφυτη με την ίδια τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Το πλέγμα αυτό αξιοποιείται και για τον έλεγχο της δράσης των πολιτικών κομμάτων και ειδικά του ΚΚΕ (π.χ. ρυθμίσεις για ονομαστικοποίηση των κουπονιών κ.ά.), όπως και του συνδικαλιστικού κινήματος (π.χ. πρόσφατοι έλεγχοι των ελεγκτικών και εισαγγελικών αρχών στην ΕΛΜΕ Πειραιά, στο Συνδικάτο Οικοδόμων Θεσσαλονίκης κ.ά.).

Πώς εφαρμόζονται στην πράξη τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα

Ας εξετάσουμε στη συνέχεια, πιο συγκεκριμένα και ενδεικτικά, πώς εφαρμόζονται στην πράξη κάποιες βασικές διακηρύξεις δικαιωμάτων που διατυπώνονται στο Σύνταγμα:

-- Το δικαίωμα στην εργασία (άρθρο 22) υποβιβάζεται, ακόμη και στα κείμενα επίσημων ευρωενωσιακών και κυβερνητικών αποφάσεων, σε παροχή κάποιων «ευκαιριών απασχόλησης», ανάλογα με τις ανάγκες των εργοδοτών, ενώ η ανεργία, ειδικά την περίοδο της κρίσης, εκτινάχθηκε στα ύψη.

-- Το δικαίωμα στην απεργία (άρθρο 23) στραγγαλίζεται στην πράξη, αφού η συντριπτική πλειοψηφία τους κρίνονται παράνομες και καταχρηστικές από τα δικαστήρια, ενώ η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που φιλοδοξεί υποτίθεται να «εμβαθύνει» τα κοινωνικά δικαιώματα, έθεσε σοβαρά νομοθετικά εμπόδια για την κήρυξή τους.

-- Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι (άρθρο 11) καταρχήν τίθεται υπό αίρεση από την ίδια τη σχετική συνταγματική διάταξη, αφού δίνεται η δυνατότητα στην Αστυνομία να απαγορεύει τις δημόσιες συγκεντρώσεις αν «επίκειται κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια» ή αν «απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής». Τέτοιες απαγορεύσεις υπάρχουν, ιδίως κατά την επίσκεψη στη χώρα μας ηγετών των ΗΠΑ και άλλων ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών. Ακόμη όμως και όταν αυτές δεν απαγορεύονται, πλήθος σημαντικών εργατικών και λαϊκών διαδηλώσεων στην πράξη περιορίζονται ασφυκτικά ή και διαλύονται, με τη χρήση χημικών και άλλων μέσων από τις ειδικές μονάδες καταστολής.

-- Το δικαίωμα στη δωρεάν Παιδεία (άρθρο 16) αποτελεί ένα από τα σύντομα ανέκδοτα για την εργατική και λαϊκή οικογένεια, αφού καλείται να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να αντιμετωπίσει τα τεράστια κενά και τις ελλείψεις της δημόσιας Εκπαίδευσης προκειμένου να σπουδάσει τα παιδιά της, ενώ συρρικνώνεται και ο ίδιος ο δωρεάν χαρακτήρας της (π.χ. επιβολή διδάκτρων στις μεταπτυχιακές σπουδές). Παράλληλα, η αποκλειστικότητα των δημόσιων πανεπιστημίων υπονομεύεται πλήρως από την αναγνώριση των σπουδών σε κολέγια διετούς και τριετούς φοίτησης.

-- Το δικαίωμα στη δικαστική προστασία (άρθρο 20) φαλκιδεύεται σοβαρά για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα, αφού έχουν να αντιμετωπίσουν μιαν εχθρική κατά βάση νομοθεσία, η οποία συνδυάζεται με μιαν αντιδραστική, ως επί το πλείστον, νομολογία των δικαστηρίων, αλλά και σοβαρά οικονομικά και δικονομικά εμπόδια στην πρόσβασή τους στη Δικαιοσύνη.

-- Το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α) και αυτό του απορρήτου των επικοινωνιών (άρθρο 19) είναι στην πράξη πλέον κενά περιεχομένου, αφού με τη Συνθήκη του Σένγκεν, μια σειρά Οδηγιών της ΕΕ που έχουν ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο κ.ά., ενισχύονται οι διάφοροι μηχανισμοί και οι μέθοδοι μαζικού και συστηματικού φακελώματος από κρατικούς φορείς, υπηρεσίες αλλά και ιδιωτικές εταιρείες. Η διαδικασία αυτή διευκολύνεται και επιταχύνεται, με την ευρεία χρήση των νέων τεχνολογιών, π.χ. με την ενεργοποίηση των drones της Αστυνομίας, τη λήψη βιομετρικών και γεωγραφικών δεδομένων κ.ά., ως μέσων ταυτοποίησης και ελέγχου των ανθρώπων, τα οποία εφαρμόζονται και στην καθημερινότητά τους, όπως με την εφαρμογή του ηλεκτρονικού εισιτηρίου στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς του Λεκανοπεδίου της Αττικής, την καταχώριση πληροφοριών και δεδομένων από το διαδίκτυο και ιδίως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ χαρακτηριστικές είναι οι αποκαλύψεις για τη συνακρόαση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των κεντρικών γραφείων του ΚΚΕ.

-- Ακόμη και το «ιερό» στην αστική κοινωνία δικαίωμα της ιδιοκτησίας (άρθρο 17), το οποίο φυσικά κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, αφού διασφαλίζει πρώτ' απ' όλα την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, δεν αναγνωρίζεται ουσιαστικά στην πράξη στους μικροϊδιοκτήτες (π.χ. επικείμενη πλήρης άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, μαζικοί πλειστηριασμοί από τράπεζες και εφορία).

Η απάντηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος

Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι ακόμη και τα περιορισμένα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στις συνταγματικές διακηρύξεις, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν ουσιαστικά στα ασφυκτικά πλαίσια της δικτατορίας του κεφαλαίου. Οπως εύστοχα παρατηρούσε ο Λένιν στο «Κράτος και Επανάσταση», «στην καπιταλιστική κοινωνία έχουμε μια δημοκρατία κουτσουρεμένη, κακομοιριασμένη, κίβδηλη δημοκρατία μόνο για τους πλούσιους, για τη μειοψηφία. Η δικτατορία του προλεταριάτου, η περίοδος του περάσματος στον κομμουνισμό, θα δώσει για πρώτη φορά τη δημοκρατία για το λαό, για την πλειοψηφία, παράλληλα με την απαραίτητη καθυπόταξη της μειοψηφίας των εκμεταλλευτών. Μόνον ο κομμουνισμός είναι σε θέση να δώσει μια πραγματικά ολοκληρωμένη δημοκρατία και όσο πιο ολοκληρωμένη θα είναι αυτή, τόσο πιο γρήγορα θα γίνει περιττή, θα νεκρωθεί από μόνη της».

Μόνο, επομένως, στο πλαίσιο μιας τέτοιας, ανώτερου τύπου δημοκρατίας, όπως έδειξε και η πείρα από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, παρά τις αδυναμίες της, μπορούν οι εργαζόμενοι να έχουν ουσιαστικό ρόλο στη λήψη, στην υλοποίηση και τον έλεγχο των αποφάσεων. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι περιμένουμε παθητικά να ξημερώσει κάποια μεγάλη μέρα. Αντίθετα, η σημερινή αποφασιστική πάλη του εργατικού και λαϊκού κινήματος για να ανακόψει αντιδραστικές επιθέσεις, για τη διεύρυνση και την εφαρμογή στην πράξη εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων, απέναντι στον πραγματικό αντίπαλο, το κεφάλαιο και την εξουσία του, μπορεί να ανοίξει το δρόμο για ριζικές αλλαγές. Σε κάθε περίπτωση, ο λαός έχει το δικαίωμα και τη δύναμη, αν το θελήσει, να επιβάλει το δίκιο του, με τη δική του εξουσία και το δικό του Σύνταγμα.