Με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο, αν ένας γιατρός αποφασίσει κατά την διάρκεια της ειδίκευσης του να αλλάξει ειδικότητα, αναγκάζεται να δουλέψει αμισθί για ένα διάστημα.
Η επιβολή μισθολογικής ποινής σε ειδικευόμενους γιατρούς που αλλάζουν ειδικότητα στηρίζεται στις απαρχαιωμένες νομοθετικές ρυθμίσεις του 1975 και συνιστά σοβαρή αδικία που πλήττει τους νέους γιατρούς. Τα χρόνια της ειδικότητας δεν είναι «εκπαίδευση χωρίς εργασία», αλλά κανονικότατη εργασία και μάλιστα εντατικοποιημένη, με ατέλειωτες ώρες εργασίας, εφημερίες, τις περισσότερες φορές χωρίς αντισταθμιστική ανάπαυση (ρεπό) λόγω των τεράστιων ελλείψεων στα δημόσια νοσοκομεία.
Πρόκειται για παρωχημένη και αναχρονιστική διάταξη, που εξακολουθεί να ισχύει, παρά το γεγονός ότι προσβάλλει θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα και λειτουργεί σε βάρος των νέων γιατρών. Είναι αδιανόητο, γιατροί να καλούνται να παρέχουν πλήρη εργασία, με αυξημένες ευθύνες, χωρίς μισθό, μόνο και μόνο επειδή επέλεξαν να αλλάξουν ειδικότητα.
Η διατήρηση της άμισθης ειδικότητας, εκτός των άλλων, λειτουργεί αποτρεπτικά για την παραμονή των νέων γιατρών στο ΕΣΥ καθώς υπονομεύει τη δυνατότητα αξιοπρεπούς εκπαίδευσης και εργασίας.
Τα συνδικαλιστικά όργανα των νοσοκομειακών γιατρών έχουν πραγματοποιήσει παρεμβάσεις γι αυτό το ζήτημα, ώστε η απαράδεκτη αυτή διάταξη παραμένει σε ισχύ.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ ο κ. Υπουργός:
- Αν θα προχωρήσει σε άμεση νομοθετική κατάργηση κάθε πρόβλεψης περί άμισθης υπηρεσίας σε περίπτωση αλλαγής ειδικότητας.
- Τι μέτρα θα πάρει για την εξασφάλιση της ανεμπόδιστης επιστημονικής εξέλιξης των νέων γιατρών, αξιοπρεπών συνθηκών εκπαίδευσης και εργασίας.
Οι Βουλευτές
Λαμπρούλης Γιώργος
Δάγκα Βιβή
Έξαρχος Νίκος
Καραθανασόπουλος Νίκος
Κατσώτης Χρήστος
Κομνηνάκα Μαρία
Στολτίδης Λεωνίδας