Το ΚΚΕ, μελετώντας τα στοιχεία των ερευνών για το δημογραφικό, όπως παρουσιάστηκαν στην αντίστοιχη επιτροπή της Βουλής, καταθέτει πόρισμα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του για τους οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς, πολιτιστικούς παράγοντες που επιδρούν στις σύγχρονες δημογραφικές εξελίξεις στην Ελλάδα, όπως και συγκεκριμένες προτάσεις πάνω σε αυτό το σύνθετο κοινωνικό ζήτημα.

Ενότητα 1η: Οι πολιτικές των κυβερνήσεων για τη στήριξη της οικογένειας, την προστασία της μητρότητας

Το δημογραφικό με όλες τις παραμέτρους του (υπογεννητικότητα, μετανάστευση, θνησιμότητα κλπ.) είναι πρόβλημα πρωτίστως κοινωνικό. Ταυτόχρονα πρέπει να συνυπολογίζονται και άλλοι πολιτιστικοί παράγοντες, που σχετίζονται με την επίδραση της παράδοσης, της κουλτούρας του λαού μας ή ακόμα και ορισμένων ομάδων πληθυσμού. Σε ένα βαθμό οι διαφοροποιήσεις όσον αφορά στις δημογραφικές εξελίξεις ανάμεσα σε κράτη του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου σχετίζονται με το βαθμό συμμετοχής των γυναικών στην κοινωνική παραγωγή, με την επιβίωση αντιδραστικών απόψεων για την κοινωνική θέση της γυναίκας στη νομοθεσία- αλλά και στην κοινωνική συνήθεια, συμπεριφορά- σε ορισμένα καπιταλιστική κράτη.

Οι δημογραφικές εξελίξεις είναι άμεσα συνυφασμένες με τους υλικούς όρους εργασίας και ζωής του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ιδιαίτερα των νεότερων σε ηλικία. Δηλαδή, η επιλογή ενός νέου ζευγαριού να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια εξαρτάται από μια σειρά οικονομικούς, κοινωνικούς παράγοντες, που θέτουν αντικειμενικά εμπόδια στην απόφασή τους.

Το κύριο είναι η δυσκολία να ικανοποιήσουν βασικές κοινωνικές ανάγκες/ ανάγκες επιβίωσης, όπως της στέγασης, της σίτισης, της ένδυσης, της ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, υγείας- πρόνοιας. Σε μεγάλο βαθμό, εμπόδιο στέκεται η γενικευμένη ανασφάλεια για την πλειοψηφία των νέων σε συνθήκες γενίκευσης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, της περιπλάνησης ανάμεσα στην ανεργία και τα προγράμματα ολιγόμηνης, κακοπληρωμένης εργασίας, της ανασφάλιστης εργασίας.

Το ΚΚΕ καταψήφισε στη Βουλή την κατάργηση των κοινωνικών επιδομάτων, όπως και των πολυτεκνικών, απέρριψε τον περιορισμό τους μέσω της αυστηροποίησης των κριτηρίων, όπως είναι αυτά των εισοδηματικών και περιουσιακών στοιχείων. Θέσαμε αυτά τα ζητήματα στις οργανώσεις των εργαζομένων προκειμένου να αποτελέσουν στόχους πάλης στο κίνημα.

Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει ότι οι προτάσεις και τα μέτρα των κυβερνήσεων διαχρονικά με επιδόματα “μιας χρήσης” για τα νέα ζευγάρια, τις πολύτεκνες οικογένειες ή με άλλα μέτρα δεν μπορούν να καλύψουν ούτε στοιχειωδώς τις όλο και αυξανόμενες ανάγκες μιας οικογένειας, ιδιαίτερα σε συνθήκες που συνεχώς περικόπτονται ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό για κοινωνικές δαπάνες. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του επιδόματος στέγασης στο φετινό σχέδιο προϋπολογισμού.

Το ΚΚΕ καταψήφισε στη Βουλή την κατάργηση των κοινωνικών επιδομάτων, όπως και των πολυτεκνικών, απέρριψε τον περιορισμό τους μέσω της αυστηροποίησης των κριτηρίων, όπως είναι αυτά των εισοδηματικών και περιουσιακών στοιχείων. Θέσαμε αυτά τα ζητήματα στις οργανώσεις των εργαζομένων προκειμένου να αποτελέσουν στόχους πάλης στο κίνημα.

Τα εμπόδια αυτά μεγεθύνονται για την πλειοψηφία των νέων γυναικών, με βάση τις δυσκολίες συνδυασμού της συμμετοχής στην κοινωνική εργασία με τη μητρότητα. Σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο γενικεύεται η ανασφάλεια της μισθωτής και αυτοαπασχολούμενης, η έλλειψη σταθερού ημερήσιου και βδομαδιάτικου χρόνου εργασίας, η εντατικοποίηση της δουλειάς χωρίς ουσιαστικά η γυναίκα να έχει απαλλαγεί από την ατομική φροντίδα και ευθύνη όχι μόνο για την αναπαραγωγή της δικής της εργατικής δύναμης, αλλά και για τη στήριξη, τη φροντίδα των παιδιών της, συχνά και του άνεργου άνδρα της ή των ανασφάλιστων γονέων. Τελικά, οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών επιβιώνουν μέχρι σήμερα με “σύγχρονο περίβλημα”, καθώς αξιοποιούνται ως πηγή πρόσθετου κέρδους, ως μέσο μείωσης μισθών, αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης, αλλά και ως πολιτική χειραγώγησης.

Οι επιχειρηματικοί όμιλοι σε κάθε κράτος έχουν συμφέρον από την αύξηση της απασχόλησης των γυναικών, χωρίς μέτρα προστασίας του γυναικείου οργανισμού, της εργαζόμενης μητέρας. Σε αυτό το έδαφος οι ανησυχίες της ΕΕ, των αστικών κυβερνήσεων και αστικών κομμάτων στην Ελλάδα για την άνοδο της γυναικείας συμμετοχής στην απασχόληση συνοδεύονται με κατευθύνσεις περί “συγκερασμού οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής”.

Στην όλη συζήτηση γύρω από την «ισορροπία» ανάμεσα στην εργασία και την οικογένεια, κομβική θέση κατέχει το ζήτημα του εργάσιμου χρόνου. Είναι γνωστό ότι η ΕΕ και οι κυβερνήσεις παρουσιάζουν την «ευελιξία» στην οργάνωση του χρόνου εργασίας, τη μερική απασχόληση και όλη τη «βεντάλια» των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, σαν μια «επιλογή» που συμφέρει όχι μόνο τις επιχειρήσεις αλλά και τους εργαζόμενους, μεταξύ αυτών κυρίως τις εργαζόμενες γυναίκες. Η εκτίμηση των επιτελείων της ΕΕ είναι ότι οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να αποφέρουν αύξηση στο ΑΕΠ κατά 840 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2055, κυρίως λόγω της αύξησης - κατά 1,4 εκατομμύρια άτομα - του εργατικού δυναμικού μέχρι το 2050.

Το προτεινόμενο πλαίσιο «ευθυγραμμίζεται με τις νέες μορφές απασχόλησης και τις μελλοντικές τάσεις», με τη δυνατότητα να εγκαταλειφθούν οι «παραδοσιακές μορφές απασχόλησης» και να «αξιοποιηθούν» από περισσότερους εργαζόμενους «ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας», όπως η τηλεργασία, το ευέλικτο ωράριο εργασίας και το μειωμένο ωράριο εργασίας (μερική απασχόληση). Η επίκληση των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών στην «αγορά εργασίας» και το ενδιαφέρον για την καλύτερη κατανομή των ευθυνών φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, υπηρετούν το στόχο της γενίκευσης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης στο σύνολο του εργατικού δυναμικού.

Στο έδαφος της πλήρους ευελιξίας των εργασιακών σχέσεων, μεγάλο μέρος εργατοϋπαλλήλων γυναικών στερούνται ακόμα και τις πενιχρές παροχές, άδειες και επιδόματα που προβλέπονται από τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία απαιτούν ορισμένο αριθμό ημερομισθίων (επίδομα γάμου, λοχείας, ασθένειας, ανεργίας κ.ά.). Το γεγονός αυτό διευκολύνει τους εργοδότες οι οποίοι καταβάλουν χαμηλές εισφορές, ή ακόμα δεν καταβάλουν και καθόλου εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία.

Την ίδια στιγμή, στο όνομα της “ισότητας των δύο φύλων” καταργούνται θετικές ρυθμίσεις για την προστασία του γυναικείου οργανισμού, της μητρότητας στο χώρο εργασίας, όπως ήταν η απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας στη βιοτεχνία, με συνέπειες ακόμα και στη γονιμότητα των γυναικών. Στο στόχαστρο βρίσκονται και θετικές ρυθμίσεις για τη στήριξη των εργαζόμενων γονέων, που κατοχυρώνονταν από τις κλαδικές συμβάσεις, όπως οι ρυθμίσεις για την ασφάλεια των εγκύων στην εργασία, επιπλέον άδειες για τις μονογονεϊκές οικογένειες και για τους γονείς παιδιών με αναπηρία, επίδομα παιδικού σταθμού και παιδικής κατασκήνωσης.

Στην Ελλάδα η ελάχιστη άδεια μητρότητας είναι 17 βδομάδες. Πρόσθετες παροχές, όπως η εξάμηνη άδεια του ΟΑΕΔ, δεν αφορούν το σύνολο των εργαζόμενων γυναικών. Πολλές λεχώνες, θηλάζουσες, νέες μητέρες, απολύονται μετά τη λήξη της άδειας. Άλλες εκβιάζονται εκ των προτέρων, ακόμα και από την πρόσληψη, και απειλούνται με απόλυση σε περίπτωση εγκυμοσύνης. Υπάρχουν περιπτώσεις νέων εργαζόμενων γυναικών οι οποίες χάνουν το επίδομα της άδειας μητρότητας ακόμα και για 1 ένσημο!!!

Αυτή πραγματικότητα αποτυπώνεται ακόμα και σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών, όπως η ILO, στις οποίες αναφέρεται ότι σε παγκόσμιο επίπεδο περίπου το 71% των εργαζόμενων μητέρων δεν λαμβάνουν σχετικά επιδόματα επειδή η εργασιακή τους σχέση της αποκλείει από αυτά. Το ενδιαφέρον τους ωστόσο για την προστασία της μητρότητας φτάνει μέχρι το σημείο που τα όποια μέτρα δεν αποτελούν “κόστος” για τους μονοπωλιακούς ομίλους.

Από τη σκοπιά των επιχειρηματικών ομίλων, η «ευελιξία» στο ωράριο εργασίας και στις εργασιακές σχέσεις αποτελούν λύση, αφού προσαρμόζουν τον εργάσιμο χρόνο των εργαζομένων με κριτήριο τα επιχειρηματικά συμφέροντα και ανάγκες. Για τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους, όμως, η «ευελιξία» σημαίνει μείωση του μισθού τους, ανάλογη με τη μείωση του ωραρίου εργασίας τους, συνεπάγεται κουτσουρεμένα εργασιακά, ασφαλιστικά δικαιώματα.

Σε αυτά τα πλαίσια, εντάσσεται και η συζήτηση στα όργανα της ΕΕ, όσο και στη χώρα μας, για τη λεγόμενη “άδεια πατρότητας”. Επικαλούνται την ανάγκη να συμμετέχουν περισσότερο και οι άνδρες στη φροντίδα των παιδιών, του νοικοκυριού, όχι για να περιορίσουν την ευέλικτη απασχόληση στις γυναίκες, αλλά για να περάσουν την ευελιξία στην εργασία και στο ανδρικό εργατικό δυναμικό. Σε πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (Β τρίμηνο 2017) φαίνεται να μειώνεται η ψαλίδα της μερικής απασχόλησης ανάμεσα στα δύο φύλα. Το ποσοστό των γυναικών στο σύνολο των εργαζόμενων με μερική απασχόληση είναι 60,51%, ενώ το ποσοστό των ανδρών είναι 39,49%.1

Υποταγμένη στους στόχους για αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό είναι η πολιτική της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων διαχρονικά για τις υπηρεσίες που αφορούν τη φροντίδα της οικογένειας και των μελών της. Ήδη από το 2002 η ΕΕ έχει θέσει τους λεγόμενους «στόχους της Βαρκελώνης» σχετικά με τη «διαθεσιμότητα οικονομικά προσιτών εγκαταστάσεων παιδικής φροντίδας», που να καλύπτουν το 90% των παιδιών ηλικίας από 3 ετών έως την ηλικία υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης και το 33% των παιδιών ηλικίας κάτω των 3 ετών. Ουσιαστικά, υποστηρίζουν την ανταποδοτικότητα ακόμα και στις κρατικές δομές προσχολικής αγωγής, δημιουργικής απασχόλησης παιδιών, όπως υλοποιείται και στη χώρα μας με τα τροφεία στους δημόσιους βρεφονηπιακούς σταθμούς, οι οποίοι υπολείπονται των σύγχρονων αναγκών της εργατικής, λαϊκής οικογένειας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και το 2018 αποκλείστηκαν δεκάδες χιλιάδες από τους δημόσιους παιδικούς σταθμούς, ενώ η χρονιά ξεκίνησε με υπεράριθμα τμήματα, ελλείψεις
προσωπικού και υλικοτεχνικής υποδομής, εργαζόμενους στην ανασφάλεια των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Οι δημοτικές δομές παραμένουν συρρικνωμένες, ανεπαρκείς, σε ενοικιαζόμενα, ακατάλληλα πολλές φορές κτίρια για να υλοποιηθεί με ασφάλεια το παιδαγωγικό έργο. Σύμφωνα με το ίδιο το υπουργείο Εργασίας περισσότερα παιδιά από πέρυσι έμειναν εκτός παιδικών σταθμών. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat ποσοστό μικρότερο του 10% των παιδιών έως 3 ετών και μικρότερο του 60% των παιδιών 3 έως 6 ετών καλύπτονται από “δομές προσχολικής φροντίδας” στην Ελλάδα.

Η ανταποδοτικότητα, η τάση εμπορευματοποίησης κοινωνικών υποδομών αποτυπώνεται και στις κατευθύνσεις για τις υποδομές στήριξης των ηλικιωμένων, που συνήθως η φροντίδα τους επιβαρύνει τη γυναίκα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εκδηλώνεται από την ΕΕ και τα κράτη μέλη της και γύρω από τη λεγόμενη «οικονομία φροντίδας» (σ.σ. «care economy»), δηλαδή τις υπηρεσίες γύρω από τη φροντίδα των μικρών παιδιών, αλλά και των ηλικιωμένων. Ειδικά όσον αφορά τους τελευταίους, με βάση τα δημογραφικά δεδομένα και τις εκτιμήσεις για την αύξησή τους στον γενικό πληθυσμό, επιχειρηματικοί όμιλοι και διακρατικές ενώσεις εντοπίζουν μια «ανερχόμενη αγορά». Η ίδια η ΕΕ, χαρακτηριστικά, έχει διαβλέψει «οικονομικές ευκαιρίες που προκύπτουν από τις δημόσιες δαπάνες και τα έξοδα των ίδιων των καταναλωτών, που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού». Στο φόντο αυτό, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της Υγείας και της Πρόνοιας προσβλέπουν στην «αγορά» που δημιουργεί η εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών και υποδομών φροντίδας των ηλικιωμένων.

Οι κατευθύνσεις της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων αντιμετωπίζουν τη φροντίδα της οικογένειας σαν μια ατομική ευθύνη, η οποία το πολύ πολύ να μοιράζεται πιο ισότιμα ανάμεσα στις γυναίκες και τους άνδρες. Ουσιαστικά καθίσταται ατομική υπόθεση ό,τι θα έπρεπε να είναι κοινωνικό δικαίωμα και ευθύνη. Πρόκειται για εμπόδια που συναντά ένα νέο ζευγάρι στη διαδικασία της κοινής συμβίωσης, εμπόδια που μεγεθύνονται στην περίπτωση των μονογονεϊκών οικογενειών, ιδιαίτερα γυναικών.

Ταυτόχρονα, στην απόφαση ενός νέου ζευγαριού, μιας νέας γυναίκας πότε και αν θα δημιουργήσει οικογένεια επιδρά ανασταλτικά η κατάσταση των υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Αλήθεια, πώς θα στηριχθεί η ατομική απόφαση μιας νέας γυναίκας να συνεχίσει ή όχι την κύηση, τη στιγμή που υπάρχει παντελής έλλειψη γνώσης από επιστημονικούς και κρατικούς φορείς για όλες τις παραμέτρους, τις συνέπειες από τη μια ή την άλλη επιλογή; Εξάλλου, αξιοσημείωτη είναι η παντελής έλλειψη σεξουαλικής αγωγής και οικογενειακού προγραμματισμού από επιστημονικούς και κρατικούς φορείς, που εν μέρει αντανακλάται και στις περιπτώσεις ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης. Βέβαια, πέρα από τους οικονομικούς, κοινωνικούς παράγοντες, επίδραση σε μια τέτοια απόφαση ασκεί και το οικογενειακό, το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, κάτω και από την επιβίωση αναχρονιστικών απόψεων για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων στην κοινωνική συνήθεια και συμπεριφορά, που οι σεξουαλικές σχέσεις πριν το γάμο αντιμετωπίζονται ως καταδικαστέες.

Στο σημερινό σύστημα Υγείας, όπου η υγεία αποτελεί εμπόρευμα, είναι φυσικό επακόλουθο η αναπαραγωγική διαδικασία, η γενικότερη πρόληψη και θεραπεία, ο προγεννητικός έλεγχος, η παρακολούθηση της εγκυμοσύνης, ο τοκετός, ο οικογενειακός προγραμματισμός και η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή να αποτελούν κυρίως ατομική- οικογενειακή ευθύνη. Να γίνονται πεδία κερδοφορίας στον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα της Υγείας, αλλά και στις δημόσιες μονάδες Υγείας αφού ένα μέρος των εξετάσεων, των θεραπειών, των φαρμάκων δεν αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ. Αλλά και αυτά που καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ στην πράξη δεν μπορούν να γίνουν στις δημόσιες μονάδες λόγω της υποστελέχωσης, της έλλειψης εξοπλισμού και υποδομών με αποτέλεσμα τα νέα ζευγάρια να εξαναγκάζονται σε αναζήτηση υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα πληρώνοντας επιπλέον ποσά.

Προκλητικά, οι κυβερνήσεις, προηγούμενες και σημερινή, έκοψαν το επίδομα τοκετού, που ανερχόταν στα 1.000 ευρώ. Πλέον το δίνουν μόνο σε όσες γυναίκες γεννούν στο σπίτι, υποστηρίζοντας ότι βασίζεται σε «επιστημονικές έρευνες», θέτοντας σοβαρούς κινδύνους για την υγεία των εγκύων και των νεογνών. Μελέτη της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας έδειξε ότι ο τοκετός στο σπίτι συμφέρει το κράτος, αφού μειώνει το κόστος κατά 60%.

Για μια νέα εργατοϋπάλληλο, αυτοαπασχολούμενη, αγρότισσα, άνεργη είναι πανάκριβες οι εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου, τεράστιες οι ελλείψεις και η εμπορευματοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών και υποδομών για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.

Τα δημόσια μαιευτήρια, άλλες κρατικές δομές για τη μάνα και το νεογέννητο είναι ανεπαρκείς και ανύπαρκτες. Αλλά και όταν υπάρχουν, λόγω της κρατικής υποχρηματοδότησης, είναι υποστελεχωμένες, με πεπαλαιωμένες και κακοσυντηρημένες υποδομές. Δεν είναι τυχαίο ότι ο τομέας της μαιευτικής και γυναικολογίας, όπως και οι σύγχρονες δυνατότητες που έχει δημιουργήσει η εξέλιξη της επιστήμης όπως η Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή, οι τράπεζες ωαρίων, ομφαλικών κυττάρων, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό πεδίο δραστηριοποίησης του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα, με τζίρο 30 εκατ. ευρώ ετησίως.

Βέβαια, υπάρχουν και νέες επιστημονικές εξελίξεις στον τομέα της αναπαραγωγής, όπως η “κρυοσυντήρηση” των ωαρίων, οι οποίες αξιοποιούνται από μονοπωλιακούς ομίλους όπως η GOOGLE, επιδοτώντας τις εργαζόμενές τους να αναβάλουν τη δημιουργία οικογένειας στην παραγωγική ηλικία, ώστε να συνεχίσουν τη μισθωτή εργασία τους απρόσκοπτα, που αποτελεί πηγή κέρδους για το κεφάλαιο.

Η εντατικοποίηση της εργασίας επιβαρύνει την ψυχική και σωματική υγεία των γυναικών. Τα κυκλικά ωράρια και η νυχτερινή εργασία των γυναικών, που η απαγόρευσή της άρθηκε στο όνομα της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, αποτελούν έναν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την αναπαραγωγική υγεία των γυναικών. Οι ελαστικές σχέσεις και τα ωράρια - λάστιχο είναι παράγοντες συνδεδεμένοι με την επιβάρυνση της υγείας, την αύξηση των δεικτών συχνότητας και βαρύτητας εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών. Οι συνθήκες εργασίας μαζί με άλλους παράγοντες επιδρούν στα αυξημένα ποσοστά υπογόνιμων ζευγαριών, σε αποβολές και επιπλοκές κατά τη διάρκεια της κύησης.

Δεν είναι τυχαία τα στοιχεία, που ανεβάζουν το μέσο όρο ηλικίας τεκνοποίησης στην Ελλάδα για τις γυναίκες στα 31,5 έτη το 2017. Η τάση αναβολής της απόκτησης πρώτου παιδιού σε μεγαλύτερες ηλικίες αυξάνει τις πιθανότητες και τα ποσοστά ενός νέου φαινομένου, αυτού της τελικής ατεκνίας, αυξάνεται ταχύτατα και είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη (μεγαλύτερο του 20%, που θα οδηγήσει μία στις τέσσερις γυναίκες γεννημένες μετά τα τέλη του '70 να μην αποκτήσει παιδιά, ακόμα και αν το επιθυμεί, λόγω μειωμένων βιολογικών ικανοτήτων μετά τα 35 έτη).

Ιδιαίτερες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι οικογένειες, ιδιαίτερα οι μητέρες παιδιών ΑμΕΑ, σε συνθήκες που ακόμα και η στοιχειώδης ειδική αγωγή υποβαθμίζεται. Η έγκαιρη διάγνωση, η αντίστοιχη παιδαγωγική στήριξη εξαρτάται από το εισόδημα της οικογένειας, καθώς οι πολύμηνες λίστες στις δημόσιες δομές οδηγούν τους γονείς σε ιδιωτικά κέντρα, ενώ η αποζημίωση από τον ΕΟΠΥΥ για τις εργοθεραπείες, λογοθεραπείες, ψυχοθεραπείες, συμβουλευτική γονέων συχνά δεν αντιστοιχεί στις ανάγκες των παιδιών και των γονέων. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι οικογένειες πληρώνουν σημαντικά ποσά για συμπληρωματικές θεραπείες.

Η σχεδόν πλήρης απουσία κρατικών υποδομών για τη στήριξη των παιδιών ΑμΕΑ δημιουργεί τεράστιο οικονομικό, κοινωνικό πρόβλημα στις οικογένειες, οι οποίες επωμίζονται όλο το βάρος των πρόσθετων αναγκών των παιδιών τους. Συχνά οι μητέρες παιδιών ΑμΕΑ αναγκάζονται να παραιτηθούν από την εργασία τους για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις αυξημένες καθημερινές ανάγκες. Βιώνουν τη διαρκή ανασφάλεια για το μέλλον των παιδιών τους.

Επιστημονικά σύγχρονο είναι να υπάρχει καθολική, δημόσια και δωρεάν πρώιμη διάγνωση και παρέμβαση από τη στιγμή της σύλληψης, της γέννησης του παιδιού. Παραπέρα είναι πραγματικά αναγκαίο να καταρτίζεται από τα πρώτα βήματα, της προσχολικής ηλικίας, και καθ' όλη τη διάρκεια των σχολικών χρόνων Ενιαίο Επιστημονικό Πρόγραμμα, που θα θέτει τους γενικούς σκοπούς και στόχους και ταυτόχρονα μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα γίνεται η αναγκαία εξειδίκευση ανά περίπτωση παιδιού. Βήμα βήμα θα παρακολουθείται αυτή η εξέλιξη και ανάπτυξή του, θα υποστηρίζεται με κάθε μέσο, έμψυχο ή άψυχο, θα πλαισιώνεται από κάθε επιστημονική ειδικότητα, κάθε καταρτισμένο επιστήμονα, και θα έχει στη διάθεσή του κάθε μέσο (τεχνολογικό, λογισμικό κ.ά.). Όλη η εκπαιδευτική διαδικασία θα υπηρετεί, όπως άλλωστε ισχύει και για τα παιδιά της τυπικής ανάπτυξης, το μέλλον του παιδιού, που δεν είναι άλλο από την ουσιαστική προετοιμασία και ένταξή του στην κοινωνία.

 

Ενότητα 2η: Οι δημογραφικές εξελίξεις σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής

Το πόρισμα που παρουσιάστηκε στην Επιτροπή αποτυπώνει ορισμένα στοιχεία που αφορούν την άνοδο του προσδόκιμου ζωής με τις δημογραφικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό, όμως, πώς αξιοποιούνται ορισμένες τέτοιες εξελίξεις σε σχέση δήθεν με τη “βιωσιμότητα” του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης. Σε πρόσφατη μελέτη2 της “ΔιαNέοσις” αναφέρεται: «Η δεξαμενή των συνταξιούχων διευρύνεται καθώς η αναλογία πληθυσμού άνω των 65 ετών αυξάνεται και επίσης την ίδια στιγμή ο πληθυσμός της εργάσιμης ηλικίας μειώνεται(...) Μοναδική αιτία της συρρίκνωσης του μεριδίου ενεργού πληθυσμού είναι η αναλογική αύξηση των ηλικιωμένων και κατ' επέκταση των συνταξιούχων. Το σύστημα συντάξεων θα επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής (...) (περίπου ένα έτος κάθε δεκαετία)».

Ουσιαστικά, επιδιώκεται με εκβιαστικά διλήμματα η υποταγή των εργαζόμενων και των συνταξιούχων στις αντιασφαλιστικές ανατροπές που υλοποιούνται διαχρονικά από τις κυβερνήσεις, με βάση τις κατευθύνσεις της ΕΕ. Την ίδια ώρα η ΕΕ προωθεί «Νομοθετική πρόταση για ένα πανευρωπαϊκό ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν, που θα βοηθήσει τους πολίτες στη χρηματοδότηση της συνταξιοδότησής τους (...) έχει ως στόχο την αύξηση της χρήσης των ατομικών συντάξεων στην ΕΕ». Δρομολογούν εξατομίκευση της σύνταξης,(ατομική σύνταξη με βάση τις εργατικές εισφορές). Η λογική της εξατομίκευσης της σύνταξης παραπέμπει στην απώλεια της αλληλεγγύης, στην ανταποδοτικότητα.

Σχεδιάζουν δε συντάξεις από τα Συστήματα Δημόσιας Κοινωνικής Ασφάλισης κυριολεκτικά πείνας, και συμπληρώματα από ιδιωτική ασφάλιση, αν βεβαίως παραμείνουν τα Δημόσια Ταμεία ως έχουν, γιατί υπάρχουν και προτάσεις σύμπραξής τους με Επαγγελματικά Ταμεία, ιδιωτική ασφάλιση, ή ακόμη και μετατροπής τους σε Ταμεία, σε μεγάλο βαθμό, κεφαλαιοποιητικού συστήματος.

Όπως διαπιστώνει το Ευρωκοινοβούλιο στο ίδιο ψήφισμα, ένας στους τέσσερις πολίτες της ΕΕ εξαρτάται από τη σύνταξή του ως κύρια πηγή εισοδήματος. Η κατηγορία αυτή του πληθυσμού αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2060. Μέχρι το 2050 «το ποσοστό των ατόμων ηλικίας άνω των 75 ετών που θα διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας θα μπορούσε να φτάσει το 30% στα περισσότερα κράτη – μέλη».

Ως «λύση» στις μικρότερες συντάξεις και τον αυξημένο κίνδυνο φτώχειας ιδιαίτερα για τις γυναίκες η ΕΕ προωθεί τα συστήματα «ευέλικτης συνταξιοδότησης», τα προγράμματα «μερικής συνταξιοδότησης» που συνδυάζουν τη δουλειά με μειωμένο ωράριο με μια «μερική» συνταξιοδοτική παροχή. Αντίστοιχα, οι θέσεις μερικής απασχόλησης μπορούν να θεωρηθούν εκτός από ένας τρόπος «συμφιλίωσης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής» και «ένας τρόπος σταδιακής αποχώρησης από τη δουλειά πριν από τη συνταξιοδότηση», αναφέρεται χαρακτηριστικά σε έκδοση της ΕΕ.

Με δεδομένο ότι η παράταση του εργάσιμου βίου και η «ενεργός γήρανση» είναι κομβικής σημασίας για την επίτευξη των στόχων της, η ΕΕ ανησυχεί για το γεγονός ότι το ποσοστό απασχόλησης μειώνεται στο 61% για τις γυναίκες και στο 73% για τους άνδρες στην ηλικιακή κατηγορία 55 - 59 ετών.

 

Ενότητα 3η: Η αντανάκλαση των αντικειμενικών εμποδίων για τη δημιουργία οικογένειας στη στάση των νέων γυναικών απέναντι στην εργασία και στη μητρότητα, στις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων

Οι παραπάνω οικονομικοί, κοινωνικοί παράγοντες που επιδρούν ανασταλτικά στη δημιουργία οικογένειας, έχουν την αντανάκλασή τους και στην κοινωνική συνείδηση και στάση νέων γυναικών απέναντι στην εργασία και στη μητρότητα.

Η πιο μαζική συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική εργασία, ως μισθωτές ή ως αυτοαπασχολούμενες, αγρότισσες, περιόρισε εν μέρει την οικονομική εξάρτηση της γυναίκας από τον άνδρα. Αυτό επέδρασε εν μέρει και στο θεσμό της οικογένειας, καθώς περιορίστηκε- δεν εξαλείφθηκε- η διατήρηση μια συζυγικής σχέσης αποκλειστικά για οικονομικούς, κοινωνικούς λόγους. Οι αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο τη δεκαετία του ‘80, όπου μέσω αστικών εκσυγχρονισμών περιορίστηκαν αν και με μεγάλη καθυστέρηση οι αναχρονισμοί στις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων στο θεσμό της οικογένειας, είχαν την αντανάκλασή τους και σε ορισμένες δημογραφικές εξελίξεις, όπως παρουσιάζονται στο πόρισμα της Επιτροπής της Βουλής.

Όμως δεν μπορούν να διαμορφωθούν νέες ισότιμες σχέσεις ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα, σχέσεις χωρίς απολύτως κανένα οικονομικό κίνητρο, που θα στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στην αμοιβαία πνευματική-ψυχική-σωματική έλξη, στον αμοιβαίο σεβασμό και την ειλικρίνεια. Γιατί στις συνθήκες της εκμεταλλευτικής κοινωνίας δεν μπορούν να διαμορφωθούν οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές προϋποθέσεις για την απελευθέρωση της γυναίκας από κάθε κοινωνική ανισότητα. Οι διακρίσεις σε βάρος της γυναίκας, ό,τι αναχρονιστικό επιβιώνει στην κοινωνική συνήθεια και συμπεριφορά αξιοποιείται, παίρνοντας και σύγχρονο περίβλημα, ως πηγή πρόσθετου κέρδους για το κεφάλαιο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι για χάρη της διαχείρισης της παρατεταμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, αναβίωσαν και θεωρίες γα τον πρωταρχικό ρόλο της γυναίκας στην οικογένεια, ως μητέρα. Προπαγανδίζουν ότι η γυναίκα πρέπει να διακόψει την εργασία της για ένα χρονικό διάστημα μέχρι να πάνε τα παιδιά στο σχολείο ή για να αφιερωθεί στον αποκλειστικό μητρικό θηλασμό για δύο και πλέον χρόνια. Ως συμπλήρωμα, προβάλλονται ανορθολογικές απόψεις για τον τοκετό στο σπίτι- που πριμοδοτείται και με επίδομα- για να κρυφτεί η υποβάθμιση και εμπορευματοποίηση των κρατικών υποδομών Υγείας, Πρόνοιας.

Πρόκειται για ιδέες και πρακτικές που επηρεάζουν αρνητικά τη στάση της γυναίκας και απέναντι στην εργασία και απέναντι στη μητρότητα, παρουσιάζοντας ως ζήτημα ατομικής ευθύνης και ικανότητας της νέας κοπέλας την επιλογή ανάμεσα στην “επαγγελματική ανέλιξη” ή στη δημιουργία οικογένειας.

Τελικά, τα αντικειμενικά εμπόδια στον αρμονικό συνδυασμό της συμμετοχής της γυναίκας στην κοινωνική εργασία με τη μητρότητα αντανακλώνται στην κοινωνική συνείδηση και στάση της νέας κοπέλας. Είτε αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας μεταθέτοντας την επίλυση της σύγκρουσης ανάμεσα στην εργασία και στην οικογένεια στο απώτερο μέλλον, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο μέσος όρος ηλικίας τεκνοποίησης των γυναικών. Είτε αποτυπώνεται στην τάση απόσυρσης της γυναίκας από την κοινωνική εργασία για τη δημιουργία οικογένειας.

Προτάσεις του ΚΚΕ

Η πολύ μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας κάνει αναγκαία και ρεαλιστική τη συνολική μείωση του γενικού εργάσιμου χρόνου, εξασφαλίζοντας σε όλες και όλους μόνιμη και σταθερή δουλειά με ταυτόχρονη άνοδο του βιοτικού επιπέδου, μέσω της αύξησης των μισθών, της βελτίωσης των συνθηκών εργασίας και ζωής. Ταυτόχρονα, όμως, η κατάκτηση των ισότιμων σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα προϋποθέτει αποκλειστικά κρατικές, δωρεάν παρεχόμενες κοινωνικές υπηρεσίες παιδείας, υγείας, πρόνοιας, με έμφαση στις ιδιαίτερες ανάγκες της γυναίκας λόγω του ρόλου της στην αναπαραγωγική διαδικασία, σε κάθε ηλικιακή περίοδο της ζωής της. Πρέπει να εξασφαλίζονται στην πράξη η κοινωνική προστασία της μητρότητας και οι δυνατότητες για τη δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου της σε όλα τα πεδία των ενδιαφερόντων της και της δράσης της, των σχέσεών της και με το παιδί.

Εμπόδιο σε αυτή τη δυνατότητα δεν αποτελούν κυρίως οι δήθεν “κακές” ή “λαθεμένες” πολιτικές επιλογές κάποιων κομμάτων που βρίσκονται στην κυβέρνηση, οι επιμέρους υποκειμενικές αδυναμίες πρωθυπουργών, υπουργών, άλλων κρατικών παραγόντων, η τάση τους προς το χρηματισμό, τη δωροδοκία και άλλα. Μπορεί οι κυβερνήσεις να αλλάζουν, να αναμορφώνεται το αστικό πολιτικό σύστημα και με νέα κόμματα και πρόσωπα, να αναδεικνύονται γυναίκες ως στελέχη επιχειρήσεων και στους θεσμούς του αστικού κράτους. Όμως παραμένει ο πυρήνας της ανάπτυξης με κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος, η σαπίλα των σύγχρονων καπιταλιστικών σχέσεων, στην εποχή του υπερσυγκεντρωμένου κεφαλαίου, των πολυεθνικών μονοπωλίων.

Το ΚΚΕ, με κριτήριο τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, διατυπώνει συγκεκριμένες προτάσεις για τα σύγχρονα δικαιώματα της εργατικής, λαϊκής οικογένειας, ώστε η απόφαση δημιουργίας οικογένειας ή συμβίωσης να μην εξαρτάται από οικονομικούς, κοινωνικούς παράγοντες. Να είναι πραγματικά ελεύθερη η επιλογή ενός νέου ζευγαριού πότε και αν θα κάνει και πόσα παιδιά, στηριγμένη στον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των δύο φύλων, στηριγμένη αποκλειστικά στη σωματική, πνευματική, ψυχική έλξη.

Το ΚΚΕ διεκδικεί:

Μόνιμη και σταθερή εργασία για όλους και όλες με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα με συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Κατάργηση των νόμων που προωθούν τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις και την κατάργηση της Κυριακής Αργίας.

Να καταργηθούν όλοι οι αντιασφαλιστικοί νόμοι που πετσοκόβουν μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές παροχές και δικαιώματα.

Επαναφορά της 5ετούς διαφοράς στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης γυναικών και ανδρών, στα 55 έτη για τις γυναίκες και στα 60 έτη για τους άνδρες και στα 50 για τις εργαζόμενες στα ΒΑΕ.

Εφαρμογή του νόμου για την προστασία της εργαζόμενης μητέρας, την απαγόρευση της απόλυσης. Καμιά απόλυση εγκύου.

Άδεια κύησης, τοκετού, λοχείας δύο μήνες πριν και έξι μήνες μετά τον τοκετό με πλήρεις αποδοχές και ασφαλιστικά δικαιώματα, ανεξάρτητα εργασιακών σχέσεων.

Άδεια μητρότητας για ένα χρόνο, με πλήρη μισθό, ασφάλιση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Δυνατότητα να γίνει χρήση της και από τον πατέρα.

Στη συνέχεια, διευκόλυνση της επιστροφής της μητέρας στην εργασία, με μειωμένα ωράρια κατά δύο ώρες για τα επόμενα δύο χρόνια και κατά μία ώρα για άλλα δύο.

Επίδομα μητρότητας για τις αυτοαπασχολούμενες, τις γυναίκες της υπαίθρου στο ύψος του βασικού μισθού για 2 μήνες πριν τον τοκετό και 6 μήνες μετά, ανεξάρτητα από την ασφαλιστική ενημερότητα. Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών για ένα χρόνο από τον τοκετό. Υπολογισμός του χρόνου αυτού του διαστήματος στο συντάξιμο χρόνο.

Τα μέλη των μονογονεϊκών οικογενειών να εργάζονται μόνο πρωινή βάρδια μέχρι τα παιδιά να φτάσουν στην ηλικία των 10 ετών. Μειωμένο ωράριο κατά 2 ώρες για τα μέλη μονογονεϊκών με ανάπηρα παιδιά και αυξημένη κατά μία βδομάδα καλοκαιρινή άδεια.

Επίδομα τοκετού για όλες τις γυναίκες, ύψους 1.000 ευρώ για κάθε παιδί, με δαπάνη από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Εφαρμογή του νόμου για την προστασία της εργαζόμενης μητέρας, την απαγόρευση της απόλυσής της.

Άδειες στο ζευγάρι για ασθένειες ή άλλες ανάγκες του παιδιού για τα επόμενα χρόνια. Μεγαλύτερη άδεια στις μονογονεϊκές οικογένειες και σε γυναίκες με αναπηρία ή με παιδιά ΑμΕΑ.

Ενιαίο, καθολικό αποκλειστικά Δημόσιο και Δωρεάν σύγχρονο σύστημα Υγείας- Πρόνοιας, με έμφαση στην πρόληψη, για όλες και όλους, χωρίς καμιά άλλη προϋπόθεση. Δωρεάν χορήγηση φαρμάκων. Κάλυψη όλων των εξόδων προγεννητικού ελέγχου, ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και τοκετού από το κράτος.

Δημιουργία κέντρων ενημέρωσης και εκπαίδευσης για το θηλασμό μέσα στα μαιευτήρια, αλλά και στο δίκτυο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, αποκλειστικά με ευθύνη του κράτους. Με επιστημονικά κριτήρια και πρακτικά μέτρα να διευκολύνεται η νέα θηλάζουσα μητέρα. Το έτοιμο βρεφικό γάλα είναι είδος πρώτης ανάγκης και θα έπρεπε να δίνεται δωρεάν ή σε πολύ χαμηλή τιμή.

Μέτρα υγείας και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς για τις εργαζόμενες. Εφαρμογή και επέκταση των ειδικών μέτρων προστασίας για τις εργαζόμενες εγκύους, λεχώνες και θηλάζουσες. Απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών στη βιομηχανία και στη βιοτεχνία.

Λειτουργία των υπηρεσιών νοσηλείας και φροντίδας στο σπίτι με χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Δίκτυο δημόσιων και δωρεάν βρεφονηπιακών σταθμών και υποδομών για τη δημιουργική απασχόληση βρεφών, νηπίων, παιδιών.

  • Να γίνουν δεκτά στους δημοτικούς παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς όλα τα παιδιά, Ελλήνων και μεταναστών, χωρίς όρους και προϋποθέσεις.
  • Να καταργηθούν τα τροφεία και κάθε είδους οικονομική επιβάρυνση για τους γονείς.
  • Να μονιμοποιηθούν όλοι οι συμβασιούχοι, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Να μη γίνει καμία απόλυση.
  • Κτιριακή επάρκεια, καταλληλότητα, υποδομή, επάρκεια και ποιότητα φαγητού.

Επέκταση του προγράμματος κοινωνικού τουρισμού, με δημόσιες και δωρεάν κατασκηνώσεις.

Παροχή δωρεάν σίτισης και στέγασης σε όλους τους φοιτητές και σπουδαστές.

Παροχή φτηνής, σύγχρονης κατοικίας στις πολύτεκνες οικογένειες από το κράτος.

Κατάργηση όλων των χαρατσιών (ΕΝΦΙΑ – «Εισφορά Αλληλεγγύης» - Στο πετρέλαιο θέρμανσης).

Κατάργηση του ΦΠΑ στα είδη πλατιάς, λαϊκής κατανάλωσης. Αφορολόγητο όριο για την πολύτεκνη οικογένεια τα 50.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί. Καμία περικοπή των πολυτεκνικών επιδομάτων και της «ισόβιας σύνταξης».

Ιδιαίτερα για τις οικογένειες, που ένας από τους δύο γονείς ή η/ γονέας είναι άνεργη/ος:

Επιδότηση ανεργίας για όλους τους ανέργους μέχρι να βρουν δουλειά. Παράλληλη απαγόρευση της διακοπής παροχής νερού, ρεύματος και σταθερού τηλεφώνου.

Χορήγηση δωρεάν κάρτας απεριόριστων διαδρομών στις αστικές συγκοινωνίες.

Επιδότηση ενοικίου στο 100% της αξίας του από το κράτος.

Δωρεάν παροχή πακέτου απαραίτητων σχολικών ειδών για τα παιδιά των ανέργων.

Παραπομπές

1. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2014, το 71,7% των εργαζομένων με μερική απασχόληση ήταν γυναίκες.

2. Μελέτη που παρουσιάστηκε στις 7/2/2018