Ερώτηση για το νέο αντεργατικό νόμο-ταφόπλακα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας που ψήφισε η κυβέρνηση της ΝΔ σε συνέργεια με τη συνδικαλιστική μαφία της ΓΣΕΕ και τον ΣΕΒ, υπέβαλαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή οι ευρωβουλευτές του ΚΚΕ, Κώστας Παπαδάκης και Λευτέρης Νικολάου-Αλαβάνος. Στην ερώτησή τους, οι ευρωβουλευτές του Κόμματος, τονίζουν τα εξής:
Αυτές τις μέρες κλιμακώνεται η πολεμική σύγκρουση με την ιμπεριαλιστική επίθεση των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, εξέλιξη που επιταχύνει την χρηματοδότηση της πολεμικής μηχανής μέσα από άγριες περικοπές και θυσίες στα εργατικά λαϊκά δικαιώματα και νέες αβάσταχτες επιβαρύνσεις, με νέο γύρο ακριβείας σε ενέργεια, καύσιμα, τρόφιμα κ.ο.κ. Απέναντι στη ασφυκτική θηλιά της εντεινόμενης ακρίβειας αποκτά καίρια σημασία το αίτημα των εργαζομένων για πραγματικές, ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς των εργαζομένων, και κατοχύρωση τους μέσα από ικανοποιητικές ΣΣΕ.
Η ψήφιση, ωστόσο, του απαράδεκτου νόμου για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, που μάλιστα συντελέστηκε λίγες μέρες μετά το θάνατο πέντε εργαζομένων στο νέο εργοδοτικό έγκλημα στη «Βιολάντα» στα Τρίκαλα επικύρωσε την απαράδεκτη συμφωνία κυβέρνησης, εργοδοσίας και ηγεσίας της ΓΣΕΕ -μια ηγεσία της οποίας ο πρόεδρος ερευνάται για υπεξαιρέσεις και ξέπλυμα μαύρου χρήματος- τη λεγόμενη «Κοινωνική Συμφωνία» που ενισχύει την επιρροή των εργοδοτών στις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Αποτελεί έναν ακόμα μηχανισμό που θωρακίζει την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων, αυτήν που ευθύνεται για την ένταση της εκμετάλλευσης και τα εργοδοτικά εγκλήματα.
Ο νόμος αυτός έρχεται στο πλαίσιο μιας αντεργατικής στρατηγικής ΕΕ και κυβερνήσεων που συστηματικά υπονόμευσε τις συλλογικές συμβάσεις και μείωσε δραματικά τους μισθούς. Το 2018, μάλιστα, εφαρμόστηκε ο νόμος «Βρούτση/ Αχτσιόγλου» ΝΔ/ΣΥΡΙΖΑ, που καθιέρωσε τον κυβερνητικό καθορισμό του κατώτατου μισθού, ενώ το 2024 η κυβέρνηση της ΝΔ καθόρισε τον κατώτατο μισθό με βάση αλγόριθμο προσαρμοσμένο στα συμφέροντα των εργοδοτών και την ανταγωνιστικότητα, απορρίπτοντας τον καθορισμό του στη βάση της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Με το νέο νόμο η όποια υπογραφή ΣΣΕ απαιτεί πλέον πρόσθετη έγκριση-κόφτη από κυβέρνηση, εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ κι εργοδότες που υπέγραψαν, άλλωστε, αυτήν την απαράδεκτη συμφωνία. Ταυτόχρονα όσον αφορά τη λεγόμενη «επαναφορά της μετενέργειας» εκτός του ότι μειώθηκε η διάρκεια της κατά τρεις ολόκληρους μήνες, επιτρέπει την μετατροπή των συλλογικών συμβάσεων σε ατομικές, οι οποίες και είναι άλλωστε προτιμητέες από την εργοδοσία. Οι εξοντωτικές συνθήκες δουλειάς, τα 13ωρα, όπως, άλλωστε, και η κατάπτυστη Οδηγία 2009/88, αποτελούν πλευρά της έντασης της εκμετάλλευσης των εργαζομένων σε περίοδο πολεμικής προετοιμασίας και εμπλοκής, όπως αυτή που βιώνει ο λαός της χώρας μας αυτή την περίοδο.
Οι εργαζόμενοι, συνεχίζουν τον αγώνα για τη μη εφαρμογή αυτού του νόμου, πλέον πιο δυνατοί μετά και την ενίσχυση των ταξικών δυνάμεων που είναι πρώτες στο μεγαλύτερο Εργατικό Κέντρο της χώρας, στην Αθήνα, άλλη μία απάντηση στην γραμμή της ευρωενωσιακής αρχής του κοινωνικού εταιρισμού. Απαιτούν καμία θυσία για τα πολεμικά σφαγεία, να μην πληρώσει ο λαός τις συνέπειες του πολέμου των ιμπεριαλιστών.
Με βάση τα παραπάνω, οι ευρωβουλευτές του ΚΚΕ υπέβαλαν τα εξής ερωτήματα:
«Ερωτάται η Επιτροπή πώς τοποθετείται στο γεγονός ότι:
- οι βασικές αντεργατικές διατάξεις που έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία, και οι οποίες υπονομεύουν τις ΣΣΕ, έχοντας συμβάλει στη μακρόχρονη μείωση των μισθών και περικοπή εργασιακών δικαιωμάτων στην Ελλάδα, βασίζονται σε Οδηγίες και κατευθύνσεις της ΕΕ, όπως είναι η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2041 για τους λεγόμενους «επαρκείς κατώτατους μισθούς», ή η Οδηγία 2019/1152 για τους «διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας στην ΕΕ»;
-σε 21 κράτη-μέλη της ΕΕ ο κατώτατος μισθός καθορίζεται πλέον από τις κυβερνήσεις και στα 14 από αυτά είναι κάτω από 1.000 ευρώ μεικτά, κάτι που βασίζεται στο γεγονός ότι η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2041 για τους «επαρκείς κατώτατους μισθούς», δεν προβλέπει καμία δεσμευτική υποχρέωση για την κήρυξη των ΣΣΕ ως καθολικά υποχρεωτικών, αλλά περιορίζεται σε μη δεσμευτικές «συστάσεις» και αυτές για την κατάρτιση «σχεδίων στο 80% των κρατών μελών για την επέκταση των συμβάσεων», χωρίς, δηλαδή, καμία υποχρέωση υλοποίησης τους;
-ο νόμος, βάζοντας «τοποτηρητή» το κράτος όπως και την εργοδοτική ΓΣΕΕ και διατηρώντας όλους τους προηγούμενους μνημονιακούς νόμους, περιορίζει τη συλλογική οργάνωση και δράση των εργαζομένων, τη δυνατότητα αγωνιστικής διεκδίκησης ΣΣΕ και εργασιακών δικαιωμάτων, ενισχύοντας μηχανισμούς κρατικής και εργοδοτικής παρέμβασης στο συνδικαλιστικό κίνημα, στο πλαίσιο της επιδίωξης ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων, όπως και αυτών της πολεμικής βιομηχανίας;»