Την ώρα που δόθηκε στο φως το πόρισμα του ΕΜΠ με νέα επιβαρυντικά στοιχεία για την εργοδοσία της Βιολάντα και την ενοχή της για το έγκλημα που στέρησε τη ζωή σε πέντε εργαζόμενες, η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ερώτηση της Ευρωκοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚΕ για το εργοδοτικό έγκλημα στο εργοστάσιο της Βιολάντα επιχειρεί να τη ρίξει στα μαλακά. Απαντώντας με απύθμενη πρόκληση στην ερώτηση που κατέθεσε ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ, Κώστας Παπαδάκης, η Κομισιόν επικαλείται την οδηγία-πλαίσιο 89/391/ΕΟΚ και τις σχετικές οδηγίες της ΕΕ που ορίζουν «ελάχιστες απαιτήσεις» για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων». «Ελάχιστα», δηλαδή, «μέτρα ασφαλείας», κι όχι βέβαια πλήρη, τα οποία θα κόστιζαν στο βιομήχανο της Βιολάντα προβλέπει η ευρωενωσιακή νομοθεσία.
Το «ξέπλυμα», όμως, στην ίδια απάντηση περνά σε άλλα επίπεδα καθώς -όπως σημειώνει με νόημα- οι ευρωενωσιακές οδηγίες «απαιτούν, ειδικότερα, από τον εργοδότη να αξιολογεί όλους τους επαγγελματικούς κινδύνους και να λαμβάνει προληπτικά και προστατευτικά μέτρα». Δηλαδή, ακόμα και αυτά τα «ελάχιστα μέτρα» αξιολογούνται και ελέγχονται από τους ίδιους τους εργοδότες. Στην πράξη, οι τελευταίοι «αυτοαξιολογούνται» και καθίστανται ταυτόχρονα και ελεγκτές του εαυτού τους. Αυτές οι «ελάχιστες απαιτήσεις» αφήνουν τεράστια περιθώρια στην εργοδοτική ασυδοσία, η οποία δεν ελέγχεται και βεβαίως δεν τιμωρείται, οδηγώντας τελικά στο να παίζονται «κορώνα - γράμματα» οι ζωές των εργαζομένων.
Τόσο οι «ελάχιστες απαιτήσεις», όσο και τα περί «αυτοαξιολόγησης» της ευρωπαϊκής νομοθεσίας παρουσιάζονται ως δήθεν εγγύηση προστασίας των εργαζομένων, ενώ στην πραγματικότητα καλύπτουν τις άθλιες και επικίνδυνες υποδομές, τις απαράδεκτες συνθήκες εργασίας, αφήνοντας ανεξέλεγκτη την εντατικοποίηση και τα εξαντλητικά ωράρια, πάντα με κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος.
Η Επιτροπή επικαλείται τις αντεργατικές οδηγίες για το χρόνο εργασίας, τις «διαφανείς και προβλέψιμες συνθήκες» και την «ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής», δηλαδή το πλαίσιο εκείνο που και η εργοδοσία της Βιολάντα αξιοποιούσε για να προωθεί την ευελιξία, την εντατικοποίηση και τα εξαντλητικά ωράρια που επωμίζονταν οι γυναίκες εργαζόμενες προκειμένου να δουλεύουν νύχτα για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.
Αυτή τη βαρβαρότητα αδειοδοτούσαν, επιδοτούσαν και ουσιαστικά επιβράβευαν όλες οι κυβερνήσεις, όπως και η σημερινή της ΝΔ, αλλά και οι Περιφερειακές αρχές, που «μπούκωναν» με χρήμα και κάθε είδους διευκολύνσεις την εργοδοσία της Βιολάντα, όπως είχε γίνει και πρόσφατα με 2 εκατομμύρια ευρώ.
Η Επιτροπή μεταφέρει την «πρωταρχική ευθύνη» στα κράτη-μέλη που εφαρμόζουν τις κατευθύνσεις της για «ελάχιστα μέτρα ασφαλείας», προσπαθώντας να κρύψει και τις δικές της ευθύνες για τα ανεπαρκή ή ανύπαρκτα μέτρα υγείας και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, ενώ ταυτόχρονα τους «λύνει τα χέρια», ώστε να υποβαθμίζουν τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όπως έγινε με το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, που λειτουργεί τραγικά υποστελεχωμένο με βάση τις κατευθύνσεις της «Ευρωπαϊκής Αρχής Εργασίας».
Η τραγωδία στη «Βιολάντα» δεν είναι «ατύχημα», είναι εργοδοτικό έγκλημα που επιβεβαιώνει την αντεργατική στρατηγική ΕΕ - κυβερνήσεων, που αντιμετωπίζει την υγεία και τη ζωή των εργαζομένων ως κόστος. Είναι αυτή που υπηρετεί την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων, συνδιαμορφώνεται σε επίπεδο ΕΕ από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, εφαρμόζεται από το αστικό κράτος και στηρίζεται από τα κόμματα του ευρωμονόδρομου.
Το δίλημμα «τα κέρδη τους ή οι ζωές μας» μπορεί επιθετικά να απαντηθεί με αποφασιστική ενίσχυση της οργάνωσης μέσα στους χώρους δουλειάς. Αυτή είναι η ασπίδα προστασίας απέναντι στην εργοδοτική ασυδοσία, για την προστασία της ζωής, βάζοντας στο στόχαστρο το καπιταλιστικό σύστημα που ευθύνεται για το αδυσώπητο κυνήγι του κέρδους, την εντατικοποίηση και την εκμετάλλευση.