25 Σεπ 2026
Αγρότες, Βουλή

 

Στην Διακομματική κοινοβουλευτική επιτροπή με αντικείμενο “τη μελέτη των προβλημάτων και την επεξεργασία προτάσεων για την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα, στη βάση των σύγχρονων προκλήσεων και των διεθνών εξελίξεων”

 

Το πόρισμα του ΚΚΕ περιέχει μια ουσιαστική, κριτική προσέγγιση της μελέτης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΓΠΑ): «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ: Φυτική & Ζωική Παραγωγή · Αγροδιατροφική Αλυσίδα · Αγροτική Οικονομία · Βιώσιμη Διατροφή · Επισιτιστική Επάρκεια – Ολοκληρωμένη Ανάλυση Προβλημάτων & Στρατηγικές Παρεμβάσεις»—την οποία αναμένεται ότι λίγο ως πολύ θα υιοθετήσουν τα υπόλοιπα κόμματα — αναδεικνύοντας ότι τα προβλήματα της αγροτικής παραγωγής δεν είναι τεχνικού χαρακτήρα, αλλά βαθύτατα πολιτικής - οικονομικής φύσης. Αποδομεί τις παραδοχές της μελέτης που ευθυγραμμίζονται με τη στρατηγική της ΚΑΠ της ΕΕ και της διεθνοποιημένης καπιταλιστικής αγοράς. Παράλληλα, το πόρισμα προβάλλει την πρόταση διεξόδου του ΚΚΕ για την οργάνωση της αγροτικής παραγωγής στο πλαίσιο του σοσιαλισμού.

  • Η θέση του ΚΚΕ για τη συγκρότηση της Διακομματικής Επιτροπής

Η μελέτη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών εκπονήθηκε στο πλαίσιο Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ του Πανεπιστημίου και της Βουλής των Ελλήνων, ως μια προσπάθεια αποδελτίωσης και ταξινόμησης των υπομνημάτων που κατέθεσαν οι φορείς που κλήθηκαν στη Διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τον αγροτοδιατροφικό τομέα. Σκοπός της, σύμφωνα με τους συντάκτες της, είναι να λειτουργήσει ως «συμβουλευτικό εργαλείο» για τους βουλευτές, χωρίς να δεσμεύει τις πολιτικές ομάδες στη διαμόρφωση της τελικής Έκθεσης της Επιτροπής. Η μελέτη αποτυπώνει τη συζήτηση που αναπτύχθηκε για τον αγροτικό τομέα κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επιτροπής, λειτουργώντας ουσιαστικά ως καθρέφτης των στρατηγικών επιλογών της κυρίαρχης πολιτικής. Το βασικό θεμέλιο πάνω στο οποίο στήνεται ολόκληρος ο αναλυτικός και προγραμματικός ιστός της είναι το πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), δηλαδή της διεθνοποιημένης καπιταλιστικής αγοράς, όπου το υπέρτατο κριτήριο της παραγωγής δεν είναι η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, αλλά το κέρδος.

Από την πρώτη στιγμή, το ΚΚΕ είχε επισημάνει ότι η συγκρότηση της διακομματικής επιτροπής αποτελούσε επιδίωξη της κυβέρνησης προκειμένου να διεξαχθεί μια συζήτηση εντός του δεδομένου πλαισίου, στο οποίο —πλην του ΚΚΕ— συμπλέουν όλα τα υπόλοιπα κόμματα. Στόχος ήταν να στηθεί μια διαδικασία που θα κατέληγε σε συμπεράσματα, ώστε η κυβέρνηση να τα αξιοποιήσει πολιτικά, προβάλλοντάς τα ως δήθεν «συναίνεση» για την εφαρμογή της αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής. Το ΚΚΕ, έχοντας από την αρχή σταθεί απέναντι σε αυτούς τους σχεδιασμούς και καταψηφίζοντας τη δημιουργία της Διακομματικής Επιτροπής, διαχωρίζει πλήρως τη θέση του και δεν δεσμεύεται από απολύτως κανένα από τα συμπεράσματα και τις κατευθύνσεις της μελέτης του ΓΠΑ.

Παρότι περιλαμβάνει και ορισμένα αιτήματα και διεκδικήσεις των βιοπαλαιστών αγροτών που έρχονται σε σύγκρουση με τις επιπτώσεις της εφαρμοζόμενης πολιτικής, η μελέτη κινείται αυστηρά εντός των ορίων της. Οι αγρότες διεκδικούν για να εξασφαλίσουν την άμεση επιβίωσή τους, να πάρουν μια ανάσα και να κρατήσουν τα χωράφια τους, και όχι απαραίτητα για να δώσουν απάντηση στο τι πρέπει να γίνει συνολικά. Αντικειμενικά, η συζήτηση σε αυτή την επιτροπή δεν μπορούσε να ανοίξει για την ουσία και τη συνολική προοπτική, καθώς το πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας και της ΚΑΠ θεωρήθηκε εκ των προτέρων δεδομένο και αδιαμφισβήτητο. Συνεπώς, δεν πρέπει να μας ξεγελά το γεγονός ότι ενσωματώθηκαν ορισμένα από τα αιτήματα του αγροτόκοσμου. Άλλο πράγμα είναι η δίκαιη πάλη ενός φορέα ή ενός παραγωγού για να σώσει την παραγωγή του μέσα στις σημερινές ασφυκτικές συνθήκες, και άλλο να επιχειρείται από τη μελέτη, από τα υπόλοιπα κόμματα κλπ να παρουσιαστούν οι συνθήκες αυτες και το σύστημα που τις γεννά ως μονόδρομος.

Επιπλέον, στη μελέτη του ΓΠΑ αποτυπώνονται με ιδιαίτερη βαρύτητα οι θέσεις και οι προτάσεις φορέων που εκπροσωπούν τα καπιταλιστικά συμφέροντα, όπως της μεταποίησης και του εμπορίου. Αντικειμενικά, το μεγαλύτερο μερίδιο στον χρόνο και στην προσοχή της επιτροπής το είχαν οι εκπρόσωποι των διεπαγγελματικών οργανώσεων, των μεγάλων συνεταιρισμών και των μονοπωλιακών ομίλων, διαμορφώνοντας τελικά το περιεχόμενο και τις προτεραιότητες του κειμένου της μελέτης. Άλλωστε, παρότι η μελέτη «τα έχει όλα» και καταγράφει μια τεράστια γκάμα απόψεων και επιμέρους ζητήματα που συζητήθηκαν, η κατεύθυνσή της είναι απολύτως συγκεκριμένη. Οι τελικές προτεραιότητες και τα συμπεράσματά της είναι διαμορφωμένα εντός του προκαθορισμένου πλαισίου που αναφέραμε παραπάνω.

Καθοριστική συμβολή στο να ανοίξει η συζήτηση από τη σκοπιά των πραγματικών διεκδικήσεων των βιοπαλαιστών αγροτών είχαν οι παρεμβάσεις και η παρουσία των βουλευτών του ΚΚΕ στην επιτροπή. Το ΚΚΕ σταθερά τοποθετείται και παρεμβαίνει από τη σκοπιά των συμφερόντων των βιοπαλαιστών αγροτοπαραγωγών και συνολικά του λαού, που έχει ανάγκες για φθηνή, ποιοτική και ασφαλή διατροφή. Αναδεικνύεται έτσι ότι η στήριξη του αγώνα των αγροτών δεν αφορά μόνο τους ίδιους για να μπορέσουν να κρατηθούν στην παραγωγή, αλλά συνδέεται άμεσα με τα συμφέροντα όλου του λαού. Η συνολική πρόταση του ΚΚΕ αποτελεί τη μόνη διέξοδο με πραγματική προοπτική για τον αγροτοπαραγωγό, αλλά και όλο τον λαό, καθώς χτυπάει στον πυρήνα τα πραγματικά αίτια των αδιεξόδων, τα οποία πηγάζουν από την καπιταλιστική εκμετάλλευση και την κυριαρχία των μονοπωλιακών ομίλων στον κλάδο της αγροτικής παραγωγής και γενικότερα.

  • Κριτική προσέγγιση της μελέτης του ΓΠΑ

Η κυρίαρχη αντίληψη προβάλλει ψευδώς την αγροτική παραγωγή ως ένα πεδίο επιχειρηματικής δράσης, όπου οι «ανθρωπογενείς και φυσικοί πόροι» πρέπει απλώς να «ορθολογικοποιηθούν» για να «υπηρετήσουν» τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία. Γι’ αυτό άλλωστε, το βασικό θεμελιώδες σφάλμα της προσέγγισης της μελέτης είναι ότι αντιμετωπίζει τους αγρότες σαν μια ενιαία, συμπαγή κοινωνική δύναμη. Αυτή η εξίσωση είναι βαθιά παραπλανητική και αξιοποιείται τελικά για να παρουσιάσει την αγροτική παραγωγή ως δήθεν «εθνικής σημασίας» ζήτημα που απαιτεί «εθνική συναίνεση» και κοινούς άξονες δράσης όλων των πολιτικών δυνάμεων. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική: η ελληνική ύπαιθρος είναι βαθιά διαιρεμένη. Από τη μια πλευρά βρίσκεται η συντριπτική πλειοψηφία των μικρών και μεσαίων αγροτοπαραγωγών που μοχθούν, παράγουν τον πλούτο και συνθλίβονται από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, και από την άλλη μια δράκα επιχειρηματιών της αγροτικής παραγωγής, βιομηχάνων και εμπορικών κυκλωμάτων που καρπώνονται αυτόν τον πλούτο πάνω στην πλάτη του αγροτόκοσμου της βιοπάλης. Αυτή η αντίθεση αποτυπώθηκε σε έναν βαθμό στα πρακτικά της επιτροπής, κυρίως κατά τις συνεδριάσεις στις οποίες πήραν μέρος εκπρόσωποι φορέων του ριζοσπαστικού αγροτικού κινήματος, που συντονίζονται πανελλαδικά μέσω της Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων — περιπτώσεις που ήταν ελάχιστες μπροστά στον συνολικό όγκο και τον προσανατολισμό των εργασιών της επιτροπής.

Η ανάλυση της οικονομικής κατάστασης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, όπως αποτυπώνεται στα δεδομένα για το μέσο Γεωργικό Οικογενειακό Εισόδημα (στην Ελλάδα 14.300 ευρώ) και τη διεύρυνση της απόκλισής του από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (διαρκής πτώση του μέσου ελληνικού αγροτικού εισοδήματος το οποίο σταθερά βρίσκεται κάτω από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου), επιβεβαιώνει τη σταθερή πορεία υποβάθμισης και περιθωριοποίησης της αγροτικής μικροϊδιοκτησίας. Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί τυχαία συγκυρία, αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Η κίνηση της οικονομίας αλλά και τα «εργαλεία» πολιτικής που προτείνονται στη μελέτη, επειδή ακριβώς έχουν ως αφετηρία την καπιταλιστική ιδιοκτησία και την κερδοφορία, αναπότρεπτα οδηγούν τους πιο αδύναμους αγρότες στην έξοδο. Καθώς όμως γίνεται αντιληπτό ότι η βίαιη απομάκρυνσή τους θα δημιουργήσει αντικειμενικά κενά στην παραγωγική διαδικασία, έλλειψη βασικών πρώτων υλών και κίνδυνο διατάραξης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων που ελέγχουν την αγροδιατροφική αλυσίδα, μέσω των προτάσεων της μελέτης επιχειρείται να υποδειχθούν μέτρα ώστε αυτή η συγκέντρωση να γίνει με τον πιο ανώδυνο τρόπο. Προωθείται η λογική, που ούτως ή άλλως διαπνέει την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), ότι η ύπαρξη μικρών εκμεταλλεύσεων είναι αναποτελεσματική· συνεπώς απαιτούνται «συνέργειες» και ισχυρά συλλογικά σχήματα, τα οποία όμως, υπό το καθεστώς της ελεύθερης αγοράς, λειτουργούν τελικά ως Δούρειος Ίππος για τον έλεγχο του προϊόντος από τα μονοπώλια και την εκτόπιση των πιο αδυνάμων. Το μονοπώλιο δεν έχει πάντα την πρόθεση να επενδύσει άμεσα στην πρωτογενή παραγωγή, διότι αυτή χαρακτηρίζεται από υψηλή αστάθεια, κινδύνους και σε πολλές περιπτώσεις χαμηλά περιθώρια κέρδους. Επιδιώκει όμως διακαώς να ελέγχει το αγροτικό προϊόν, ακόμα και όταν αυτό παράγεται ή στηρίζεται από μικρούς παραγωγούς, εξασφαλίζοντας φθηνή πρώτη ύλη. Απόδειξη αυτής της αγωνίας είναι η έμφαση που δίνει η μελέτη στο χαμηλό ποσοστό των αγροτικών συνεταιρισμών στην Ελλάδα και στην ανάγκη λειτουργίας των Διεπαγγελματικών Οργανώσεων, οι οποίες αποτελούν όχημα για να ενταθεί και να επεκταθεί ο έλεγχος της παραγωγής από τα μονοπώλια.

Τα στοιχεία για το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής σε συνεταιρισμούς παρουσιάζονται ως εγγενείς αδυναμίες του Έλληνα παραγωγού. Αποκρύπτεται όμως συνειδητά ότι η κατάρρευση των συνεταιρισμών και η απαξίωσή τους είναι νομοτελειακό αποτέλεσμα των ίδιων των κανόνων της αγοράς, αλλά και στοχευμένων πολιτικών επιλογών, οι οποίες επιτάχυναν την παράδοση της εμπορίας και της μεταποίησης στα χέρια των μονοπωλίων. Η αναφορά σε διεθνή παραδείγματα συνεταιρισμών (όπως η Arla, η FrieslandCampina ή η Fonterra) ως πρότυπα για την Ελλάδα είναι βαθιά παραπλανητική. Αυτοί οι οργανισμοί είναι γιγαντιαίες καπιταλιστικές επιχειρήσεις με τζίρους δισεκατομμυρίων. Λειτουργούν με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, εκμεταλλεύονται την εργασία χιλιάδων εργαζομένων και επιβάλλουν τους όρους τους στην αγορά, λειτουργώντας ως πολυεθνικές με συνεταιριστικό μανδύα. Η μεταφορά αυτού του μοντέλου στην Ελλάδα σημαίνει την πλήρη υποταγή των παραγωγών στους νόμους του ανταγωνισμού και την εξαφάνιση των πιο αδύναμων. Οι συνεταιρισμοί στον καπιταλισμό λειτουργούν ως διάμεσοι για τη συγκέντρωση της παραγωγής, εξασφαλίζοντας στα μεγάλα αγροτοδιατροφικά μονοπώλια φθηνή πρώτη ύλη σε μεγάλες ποσότητες, χωρίς το ρίσκο της μεμονωμένης παραγωγής, και αργά ή γρήγορα μετατρέπονται σε αμιγώς κεφαλαιουχικές επιχειρηματικές δομές (clusters). Ο στόχος είναι το μεταποιητικό και αγροτοδιατροφικό μονοπώλιο να διαπραγματεύεται με έναν φορέα συγκέντρωσης της παραγωγής, εξασφαλίζοντας σταθερές ποσότητες πρώτων υλών τις οποίες θα εκμεταλλεύεται στις χαμηλότερες δυνατές τιμές.

Η πρόταση της μελέτης για την υιοθέτηση των «Γεωργικών Εταιρικών Πράξεων»1 (ΓΕΠ) ως θεσμική «λύση» εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Η μετατροπή των παραγωγών σε «μετόχους» στα μεταγενέστερα στα στάδια της μεταποίησης και της εμπορίας δεν αναιρεί τους νόμους του ανταγωνισμού και της αγοράς. Στην πραγματικότητα, ο βιοπαλαιστής αγρότης αδυνατεί αντικειμενικά να εισέλθει σε τέτοιες εταιρικές δομές, καθώς στερείται το απαιτούμενο κεφάλαιο, την τεχνολογική υποδομή και τη δυνατότητα παραγωγής μεγάλης κλίμακας. Το μοντέλο αυτό λειτουργεί διπλά εις βάρος του: από τη μία πετάει εκτός τον μικρότερο κλήρο, και από την άλλη διευκολύνει την πλήρη ενσωμάτωση των εναπομεινάντων παραγωγών στις εταιρικές δομές των ομίλων.

Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, είτε μέσω των συμβατικών τραπεζών είτε μέσω «εξειδικευμένων» ιδρυμάτων (τη σύσταση των οποίων προτείνει η μελέτη), λειτουργεί ως ρυθμιστής της παραγωγής. Μηχανισμοί όπως η «συμβολαιακή γεωργία» και η «χρηματοδότηση έναντι αποθεμάτων» δεσμεύουν εκ των προτέρων τη σοδειά και τη γη του παραγωγού, μετατρέποντάς τον σε ουσιαστικά «μισθωτό» της τράπεζας ή του μεταποιητικού ομίλου.

Αντίστοιχα ως παγίδα ουσιαστικά λειτουργεί η πρόταση για τη «θεσμική ενδυνάμωση» των Διεπαγγελματικών Οργανώσεων, οι οποίες παρουσιάζονται ως πεδίο ισότιμου διαλόγου μεταξύ παραγωγών, μεταποιητών και εμπόρων. Η σύγκλιση αυτή αποτελεί μια καθαρή ψευδαίσθηση, καθώς επιχειρεί να γεφυρώσει εγγενώς αντικρουόμενα συμφέροντα: από τη μία πλευρά βρίσκεται ο αγροτοπαραγωγός που μάχεται για τιμές επιβίωσης, και από την άλλη το βιομηχανικό κεφάλαιο που επιδιώκει τη συμπίεση του κόστους της πρώτης ύλης με στόχο τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας του. Στην πραγματικότητα, οι οργανώσεις αυτές λειτουργούν ως εργαλείο επιβολής των συμφερόντων του μεγάλου εμπορικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, παρέχοντας επίφαση «συλλογικής συναίνεσης» σε αποφάσεις που υπονομεύουν τον παραγωγό. Αυτό αποδείχθηκε ανάγλυφα με τη διεπαγγελματική της φέτας και τη στάση της σε σχέση με το ζήτημα των ζωονόσων και του εμβολιασμού.

Όλες οι προτεινόμενες λύσεις όπως τα περί «καθετοποίησης» και μετατροπής του αγρότη σε «επιχειρηματία γης» λειτουργούν ως μοχλός συγκεντροποίησης της παραγωγής σε λιγότερα χέρια. Η “καθετοποίηση” απαιτεί επενδύσεις που δεν μπορεί να έχει ο άμεσος παραγωγός που αντιμετωπίζει τη συσσώρευση χρεών, το δυσβάστακτο κόστος ενέργειας και την υποτίμηση του προϊόντος του στην αγορά. Αντί για την ουσιαστική στήριξη του λαϊκού εισοδήματος, ο παραγωγός βλέπει τον μόχθο του να απομυζάται διπλά: αφενός από τα μονοπώλια των αγροτικών εισροών (σπόροι, λιπάσματα, μηχανήματα, καύσιμα) μέσω των εξωφρενικών τιμών, και αφετέρου από τους εμποροβιομήχανους και τις αλυσίδες λιανικής, οι οποίοι απορροφούν τη σοδειά σε χαμηλές τιμές και τη διοχετεύουν στην κατανάλωση πολλαπλάσια ακριβότερα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ζήτημα του ελληνικού ελαιολάδου, το οποίο η μελέτη προσεγγίζει με έντονο προβληματισμό. Επισημαίνεται η διαρροή σημαντικών πόρων λόγω της εξαγωγής του προϊόντος σε μορφή χύμα προς την ιταλική αγορά, όπου στη συνέχεια τυποποιείται και μεταπωλείται με σημαντικά υψηλότερη «προστιθέμενη αξία». Ωστόσο, η μελέτη αποδίδει το φαινόμενο αυτό σε εγχώριες διαχειριστικές αδυναμίες, υπονοώντας μια υποκειμενική αδράνεια ή ανεπάρκεια οργάνωσης. Στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη κατάσταση απορρέει από τους αμείλικτους νόμους του καπιταλισμού· από το γεγονός ότι οι ιταλικοί επιχειρηματικοί όμιλοι διαθέτουν πιο υψηλή συσσώρευση κεφαλαίου, μεγαλύτερη εσωτερική αγορά, προηγμένες υποδομές μεταποίησης και εδραιωμένα μονοπωλιακά δίκτυα διανομής στις διεθνείς αλυσίδες λιανικής. Η μελέτη, προσπερνώντας αυτή την υπεροχή, μεταφέρει τεχνητά την ευθύνη στον ίδιο τον αγρότη, προτείνοντας ως λύση τη λεγόμενη καθετοποίηση—δηλαδή να φτιάξει ο αγρότης δικό του συσκευαστήριο, να κάνει μάρκετινγκ και να πουλάει ο ίδιος το προϊόν του σε ακριβές συσκευασίες. Αυτή η πρόταση είναι εκτός πραγματικότητας για τη συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών. Αφορά τον προσανατολισμό των μεταποιητικών μονάδων, τη διάθεση κεφαλαίου για μια σύγχρονη μονάδα μεταποίησης και συσκευασίας, με ανάλογες πιστοποιήσεις, τμήμα προώθησης – εμπορίας στο εξωτερικό. Είναι ουτοπική λύση για κάθε μικρό αγρότη που χρωστάει στην τράπεζα για τα λιπάσματα και το πετρέλαιο; Η αλήθεια είναι ότι τέτοιες δυνατότητες έχουν μόνο οι καπιταλιστικού τύπου εταιρείες του αγροτικού τομέα. Τα προτεινόμενα «αντικίνητρα» για τις χύμα εξαγωγές τιμωρούν τον μικρό παραγωγό που αδυνατεί να τυποποιήσει, εξαναγκάζοντάς τον να πουλήσει όσο-όσο στους εγχώριους μεταποιητές.

Η προσπάθεια ορισμού του «βιώσιμου» αγρότη βάσει τυπικής εκπαίδευσης και «επιχειρηματικότητας» λειτουργεί αντικειμενικά ως μηχανισμός αναδιάρθρωσης. Ο διαχωρισμός των παραγωγών σε «ενεργούς» — επαγγελματίες και μη, παρότι προβάλλεται στο κείμενο ως μέτρο προστασίας της γης και εξορθολογισμού των πόρων, αντικειμενικά προωθεί τον περιορισμό της πρόσβασης των μικρότερων καλλιεργητών στις ενισχύσεις. Την ίδια στιγμή, η μελέτη διατυπώνει μια κριτική που φαίνεται εκ πρώτης όψεως «σωστή» όσον αφορά τους συνταξιούχους και τους ετεροεπαγγελματίες αγρότες, επισημαίνοντας τον κίνδυνο «κατάρρευσης της υπαίθρου» αν κοπούν οι ενισχύσεις τους. Ωστόσο, αυτή η οπτική δεν αγωνιά για τον ετεροαπασχολούμενο ή τον συνταξιούχο παραγωγό, αλλά για την εξασφάλιση των απαραίτητων πρώτων υλών (όπως το λάδι, το βαμβάκι και τα δημητριακά) που τροφοδοτούν τις αλυσίδες της εγχώριας μεταποίησης και εμπορίας. Το σύστημα χρειάζεται τη φθηνή παραγωγή τους, χωρίς να τους παρέχει καμία ουσιαστική προοπτική επιβίωσης. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, καμία αναφορά δεν γίνεται στη φθορά της υγείας των αγροτών και των κτηνοτρόφων. Η καθημερινή τους εργασία είναι ιδιαίτερα σκληρή και απαιτητική, συνεπάγεται βαριά σωματική καταπόνηση και συνεχή έκθεση σε επικίνδυνες χημικές ουσίες (όπως φυτοφάρμακα) χωρίς ουσιαστικά μέτρα προστασίας. Όλη αυτή η επιβάρυνση έρχεται να συναντήσει την τραγική κατάσταση με τις χαμηλές αγροτικές συντάξεις, που μετά από 40 χρόνια σκληρής δουλειάς φτάνουν μόλις τα 600 ευρώ, ενώ για τους περισσότερους είναι ακόμα και κάτω από 500 ευρώ. Αυτή η εξαθλίωση οδηγεί στα απανωτά κρούσματα όπου 80χρονοι αγρότες σκοτώνονται πάνω στο τρακτέρ, αναγκαζόμενοι να δουλεύουν μέχρι τα βαθιά γεράματα για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.

Η μελέτη του ΓΠΑ καταγράφει σωστά την οξεία δημογραφική γήρανση — όπου η πλειοψηφία των παραγωγών είναι άνω των 55 ετών και σε κάθε νέο εισερχόμενο αντιστοιχούν 4 με 5 αποχωρήσεις γηραιότερων. Παραλείπει όμως να τονίσει ότι η φυγή των νέων δεν είναι ατομική επιλογή, αλλά συνέπεια της εκτίναξης του κόστους παραγωγής και των εξευτελιστικών τιμών διάθεσης των προϊόντων. Τα προγράμματα «Νέων Αγροτών» δεν αγγίζουν την ουσία του προβλήματος. Επίσης, είναι γεγονός ότι χιλιάδες νέοι αγρότες μπήκαν σε προγράμματα, χρεώθηκαν και τώρα διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα, με αποτέλεσμα είτε να εγκαταλείπουν τη δραστηριότητα είτε να οδηγούνται στην ετεροαπασχόληση. Γι' αυτό και οι όποιες προτάσεις για αύξηση του ύψους της χρηματοδότησης των νέων αγροτών δεν αποτελούν λύση από μόνες τους, αν δεν εξασφαλίζονται εγγυημένες τιμές απέναντι στο τεράστιο κόστος παραγωγής. Παράλληλα, οι ελλείψεις σε σχολεία, δομές υγείας και βασικές υποδομές σημειώνονται στη μελέτη απλώς ως αντικειμενικές δυσκολίες διαβίωσης, συγκαλύπτοντας το γεγονός ότι αποτελούν συνέπειες μιας πολιτικής περικοπών των ήδη περιορισμένων κρατικών δαπανών για ανάλογες δωρεάν παρεχόμενες κοινωνικές υπηρεσίες.

Τα ποσοτικά σενάρια της μελέτης για το 2035 αποτυπώνουν την ουσία του σχεδιασμού: ο διπλασιασμός της αξίας των εξαγωγών, η αύξηση του μέσου μεγέθους των εκμεταλλεύσεων στα εβδομήντα δύο στρέμματα και ο συνεπαγόμενος «τριπλασιασμός του εισοδήματος» αφορούν τις πολύ λιγότερες μονάδες που θα επιβιώσουν. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των καλλιεργητών, το μέλλον που προδιαγράφεται μέσα από αυτούς τους στόχους δεν είναι η ευημερία, αλλά ο σταδιακός ή και πιο απότομος αποχωρισμός από τη γη τους. Αυτή η πορεία διαγράφεται ήδη ξεκάθαρα, και εδώ η μελέτη του ΓΠΑ παρουσιάζει μια ηχηρή παράλειψη: θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα πλούσια στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για να αποτυπώσει σε βάθος τον διαχρονικό και τον πρόσφατο ρυθμό μείωσης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων στην Ελλάδα. Θα μπορούσε να κάνει μια εμπεριστατωμένη ανάλυση αυτής της μείωσης ανά κλάδο και να εξετάσει τις δραματικές συνέπειες στην εγκατάλειψη της αγροτικής γης, η οποία απλώς καταγράφεται αποσπασματικά. Πρόκειται για ζήτημα για το οποίο έγιναν αρκετές αναφορές κατά τις συζητήσεις στην επιτροπή. Αυτή η επιλογή να μην υπάρξει ένας πιο εκτενής σχολιασμός αυτού του φαινομένου στη μελέτη κάθε άλλο παρά τυχαία είναι· πρόκειται για συνειδητή παράλειψη. Αντί να εστιάζει στον πυρήνα του προβλήματος, η μελέτη χαρτογραφεί επιφανειακά την κατάσταση και τονίζει διαρκώς τον κατακερματισμό και τη μικρή μέση έκταση αγροτικής εκμετάλλευσης στην Ελλάδα. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι η μέση έκταση αυξάνεται, και αυτό γίνεται επειδή ακριβώς ένας κόσμος που δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα εγκαταλείπει τη γη του, η οποία συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια. Πρόκειται για μια διαδικασία που εντείνεται ακόμα περισσότερο και με γρηγορότερους ρυθμούς στην τρέχουσα περίοδο της καπιταλιστικής «ανάπτυξης» σε σχέση με αυτήν της καπιταλιστικής κρίσης που προηγήθηκε.

Παρουσιάζοντας την αγροδιατροφική αλυσίδα ως μια «μάχη για την αξία», το κείμενο της μελέτης αποκαλύπτει σε έναν βαθμό τη ληστρική φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Άλλωστε, η συντακτική ομάδα δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς· όφειλε υποχρεωτικά να καταγράψει αυτή την κατάσταση, από τη στιγμή που πρόκειται για ένα ζήτημα που όλος ο λαός πλέον το συνειδητοποιεί, ως αποτέλεσμα του μεγαλειώδους αγώνα των αγροτών. Ενός αγώνα στα μπλόκα, που επί 55 ημέρες αποκάλυπτε και εισέφερε στοιχεία για τη ληστεία που υφίστανται οι παραγωγοί από τα μονοπώλια. Η διαπίστωση της μελέτης ότι ο παραγωγός εισπράττει μόλις το 12–25% της τελικής τιμής ραφιού δεν αποτελεί μια απλή «στρέβλωση της αγοράς». Είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της κυριαρχίας των εμπορικών ομίλων, των σούπερ μάρκετ, των καπιταλιστικών μονάδων μεταποίησης και των διεθνών μεσαζόντων. Διότι η διανομή δεν είναι μια ανεξάρτητη διαδικασία που ρυθμίζεται αυθαίρετα, αλλά άμεση συνέπεια των σχέσεων ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Για αυτό η αντίληψη περί καλύτερης «διαπραγμάτευσης» του αγρότη με τον εμποροβιομήχανο αποτελεί αυταπάτη που καλλιεργεί τη φρούδα ελπίδα μιας «δικαιότερης» καπιταλιστικής αγοράς, την ίδια στιγμή που η ίδια η νομοτέλεια του κεφαλαιοκρατικού ανταγωνισμού οδηγεί στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, στην κυριαρχία των ομίλων. Ο βιοπαλαιστής αγρότης δεν διαπραγματεύεται, αλλά υφίσταται την οικονομική επιβολή των μονοπωλίων, τα οποία -λόγω της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, επομένως και της θέσης τους στην αγορά- επιβάλλουν μονοπωλιακές τιμές, ιδιοποιούμενα τον μόχθο του παραγωγού.

Άλλωστε, στις σελίδες της μελέτης αποκαλύπτεται η πλήρης υποταγή της παραγωγής στο κίνητρο της κερδοφορίας και της εξωστρέφειας, την οποία πληρώνουν ακριβά ο αγρότης και ο λαός. Το γεγονός ότι η φέτα ή το ελαιόλαδο καταγράφουν ρεκόρ εξαγωγών δεν σημαίνει ότι ευημερεί ο παραγωγός· τον πλούτο αυτόν καρπώνονται οι βιομήχανοι, οι εξαγωγείς και τα δίκτυα διανομής. Από τη μία, η μελέτη επισημαίνει τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κέρδη από τις εξαγωγές αυτών των προϊόντων, και από την άλλη ομολογεί μια φοβερή αλήθεια: το 7% του πληθυσμού, δηλαδή περίπου 700.000 άνθρωποι, αδυνατεί να τραφεί σωστά ακόμα και υποτυπωδώς. Αυτό συμβαίνει επειδή η παραγωγή δεν σχεδιάζεται για τη διατροφική επάρκεια του λαού, αλλά για το πού και πώς θα πουληθεί το προϊόν ακριβότερα. Έτσι, τα εγχώρια ποιοτικά προϊόντα — όπως το ελαιόλαδο και η φέτα ΠΟΠ — γίνονται «απλησίαστα» εμπορεύματα υψηλής αξίας για αγοραστές στο εξωτερικό. Ο λαός δεν στρέφεται στα φθηνά, ανθυγιεινά και επεξεργασμένα τρόφιμα από «κακή ατομική επιλογή», αλλά γιατί οι μισθοί πείνας, τα ωράρια-λάστιχο όπως το 13ωρο και η ακρίβεια στα σούπερ μάρκετ δεν του αφήνουν περιθώριο. Η αύξηση του διαβήτη και των καρδιοπαθειών είναι ταξικό φαινόμενο, προϊόν της φτωχοποίησης. Η διάγνωση του κειμένου για την απομάκρυνση από τη μεσογειακή διατροφή στέκεται γύρω από το πρόβλημα, αλλά αποφεύγει να κατονομάσει τον ένοχο: το κεφάλαιο. Οι προτάσεις για παραπάνω δομές φιλανθρωπίας και κοινωνικά παντοπωλεία απλώς επικυρώνουν τη μόνιμη εξαθλίωση και δεν δίνουν καμία απάντηση στις αιτίες του προβλήματος.

Με τον τρόπο που γίνονται οι αναφορές της συντακτικής ομάδας της μελέτης στην «εξάρτηση των αγροτών από τις ενισχύσεις» και στον «επιδοματισμό», επιχειρείται να μεταφερθεί η ευθύνη από τον θύτη στο θύμα. Διότι οι επιδοτήσεις δίνονται συνειδητά από το ίδιο το σύστημα (μέσω της ΚΑΠ και του αστικού κράτους):

Το σύστημα συντηρεί ακόμα έναν αριθμό μη βιώσιμων —με όρους αγοράς— αγροτικών εκμεταλλεύσεων, ώστε να συνεχίσει να παράγει φθηνή πρώτη ύλη (γάλα, βαμβάκι, φρούτα, σιτάρι κ.ά.) και να τροφοδοτεί τα μονοπώλια της μεταποίησης, τους αγροτοβιομηχάνους και τα σούπερ μάρκετ. Επειδή οι τιμές που δίνει στον παραγωγό η «ελεύθερη» αγορά (στην οποία κυριαρχούν τα μονοπώλια της μεταποίησης και της εμπορίας) είναι τόσο χαμηλές που σε πολλές περιπτώσεις δεν καλύπτουν ούτε το κόστος παραγωγής, αν δεν υπήρχε η επιδότηση, ο παραγωγός θα είχε καταστραφεί εντελώς και η αλυσίδα τροφοδοσίας των μονοπωλίων θα κατέρρεε. Η επιδότηση, δηλαδή, λειτουργεί ως «αναπνευστήρας» για να κρατά τον αγρότη οριακά ζωντανό, ώστε να συνεχίσει να παράγει για λογαριασμό των μονοπωλίων.

Στην πραγματικότητα, η επιδότηση που παίρνει ο αγρότης δεν μένει στην τσέπη του. Κάνει έναν κύκλο και καταλήγει αμέσως στα ταμεία των μονοπωλίων των εφοδίων (πετρέλαιο, ρεύμα, λιπάσματα, σπόροι, μηχανήματα) και των τραπεζών. Το σύστημα δίνει τα χρήματα στον αγρότη για να τα μεταβιβάσει την επόμενη μέρα στους επιχειρηματικούς ομίλους. Είναι αποκαλυπτικά τα στοιχεία της διαΝΕΟσις που επικαλείται η μελέτη, τα οποία δείχνουν ότι το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια (ενέργεια +72%, λιπάσματα +55%, ζωοτροφές +39%), ρουφώντας ολόκληρο το αγροτικό εισόδημα.

Δεν πρόκειται λοιπόν για «ελαττωματική νοοτροπία» του αγρότη, αλλά για έναν συνειδητό μηχανισμό εγκλωβισμού. Το σύστημα δημιουργεί την «εξάρτηση» για να εξασφαλίζει φθηνή πρώτη ύλη και, όταν δεν χρειάζεται πια τον ατομικό αγροτοπαραγωγό επειδή έχει προχωρήσει η συγκεντροποίηση της γης και της παραγωγής σε λίγα χέρια, κατηγορεί κιόλας τους αγρότες ότι «έμαθαν στις επιδοτήσεις».

Η ίδια η μελέτη, επιχειρώντας να κατηγοριοποιήσει τις εκμεταλλεύσεις σε τρεις ομάδες βιωσιμότητας ανάλογα με τον βαθμό εξάρτησης από τις επιδοτήσεις, δίνει το εξής σχήμα:

  • Η ομάδα «υψηλής βιωσιμότητας» (Χοιροτροφία, Πτηνοτροφία, Κηπευτικά): Πρόκειται για εντάσεως κεφαλαίου, βιομηχανικού τύπου αγροτικές επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν με όρους καπιταλιστικής κερδοφορίας και εξασφαλίζουν την αυτονομία τους από τις επιδοτήσεις επειδή ακριβώς εκμεταλλεύονται μισθωτή εργασία και σύγχρονα μέσα, λειτουργώντας ως agribusiness.
  • Η ομάδα χαμηλού εισοδήματος και παράλληλης εξωαγροτικής απασχόλησης (Ελαιοκομία, Αμπελουργία, Φρούτα): Πρόκειται για μικρούς παραγωγούς που συμπληρώνουν το εισόδημά τους από άλλες πηγές για να επιβιώσουν.
  • Η ομάδα υψηλής εξάρτησης από τις επιδοτήσεις (Βαμβάκι, Εκτατικές καλλιέργειες, Βοοειδή κρεοπαραγωγής).

Στην ουσία, επιχειρείται να περάσει το αφήγημα ότι ο αγρότης ευθύνεται επειδή χρειάζεται την επιδότηση για να επιβιώσει ή ότι πρέπει να αισθάνεται «υποχρεωμένος» που επιδοτείται, αποκρύπτοντας επιμελώς το γεγονός ότι το ίδιο το οικονομικό σύστημα τον έχει ήδη αποξενώσει από τα μέσα παραγωγής που διαθέτει και λεηλατεί τον παραγόμενο προϊόν του. Παράλληλα, το ίδιο το οικονομικό σύστημα διαμορφώνει τις προϋποθέσεις ώστε εκμεταλλεύσεις να μπορούν να διατηρούνται χωρίς ενισχύσεις κυρίως σε κλάδους όπου η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου το επιτρέπει, συχνά ακόμη και σε σχετικά περιορισμένη έκταση γης. Αντιθέτως, στις κατηγορίες «υψηλής εξάρτησης», προκειμένου μια μονάδα να θεωρηθεί «βιώσιμη» σύμφωνα με τους αμείλικτους όρους της αγοράς, απαιτείται η γιγάντωσή της σε κλίμακα δεκάδων χιλιάδων στρεμμάτων, ώστε να προσεγγιστούν τα απαραίτητα για τη «βιωσιμότητα» επίπεδα παραγωγικότητας της εργασίας. Σε αυτό το τοπίο της συγκέντρωσης, ο ατομικός αγρότης-παραγωγός νομοτελειακά εξοντώνεται και εξαφανίζεται οριστικά.

Ξεδιπλώνοντας τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της, η μελέτη διαπνέεται συστηματικά και αδιάλειπτα από την κεντρική αντίληψη ότι η αγροτική παραγωγή δεν αποτελεί παρά ένα ακόμη πεδίο προσαρμογής στις επιταγές της πράσινης ατζέντας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ίδια η περιβαλλοντική επιβάρυνση, η οποία προέκυψε ιστορικά και αναπόφευκτα από την εμπορευματοποίηση και την αλόγιστη, ληστρική καπιταλιστική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, μετατρέπεται πλέον μεθοδικά σε ένα προσοδοφόρο προϊόν, προσδένοντας τον αγρότη ακόμα στενότερα στις απαιτήσεις τραπεζών και ισχυρών τεχνολογικών ομίλων. Αντίστοιχα, ο πολυδιαφημισμένος «ψηφιακός μετασχηματισμός» και η «γεωργία ακριβείας», ενώ θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, υπό τους αμείλικτους όρους του καπιταλιστικού ανταγωνισμού λειτουργούν αποκλειστικά ως σύγχρονοι μηχανισμοί υποδούλωσης.

Η Ευρωπαϊκή «Πράσινη Συμφωνία» και η μετάβαση στην ψηφιακή γεωργία παρουσιάζονται συστηματικά ως απόλυτες και αδιαμφισβήτητες αναγκαιότητες των καιρών. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η υποχρεωτική μείωση των εισροών και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, χωρίς την ταυτόχρονη εξασφάλιση ή εγγύηση του αγροτικού εισοδήματος, λειτουργούν ως ένας πρόσθετος, ιδιαίτερα αποτελεσματικός μηχανισμός οικονομικής αφαίμαξης: οι πολυεθνικές εταιρείες πουλούν την πανάκριβη «πράσινη» τεχνολογία και τα εξειδικευμένα, απαραίτητα λογισμικά, ενώ ο χρεοκοπημένος παραγωγός αδυνατεί πλήρως να καλύψει το τεράστιο κόστος και τελικά καταστρέφεται.

Η υποβάθμιση των εδαφών επιχειρείται προσχηματικά να παρουσιαστεί ως αποτέλεσμα της δήθεν «άγνοιας» των αγροτών που χρησιμοποιούν υπέρμετρα χημικά. Στην πραγματικότητα, η εντατική μονοκαλλιέργεια και τα χημικά σκευάσματα δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιων ατομικών επιλογών αλλά επιβλήθηκαν από τις ίδιες τις πολυεθνικές των φυτοφαρμάκων και των πιστοποιημένων σπόρων, οι οποίες επί δεκαετίες ολόκληρες κυνηγούν αδιάκοπα το μέγιστο κέρδος. Οι αγρότες δεν λειτούργησαν ποτέ από προσωπική «άγνοια», αλλά προσαρμόστηκαν αναγκαστικά σε ένα συγκεκριμένο θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο που τους ωθούσε καθημερινά στην αμείλικτη εντατικοποίηση. Η ίδια η καταστροφή του περιβάλλοντος δεν οφείλεται γενικά, αφηρημένα και αόριστα στον ανθρώπινο παράγοντα καθεαυτόν, αλλά στη συγκεκριμένη, ληστρική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων με αποκλειστικό γνώμονα τη συσσώρευση πλούτου σε λίγα χέρια.

Συχνά αναφέρονται οι επίσημοι στόχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Συμφωνίας των Παρισίων ως δήθεν σωτήριοι οδοδείκτες, ενώ παρασιωπάται επιμελώς το γεγονός ότι οι ίδιες ακριβώς ευρωπαϊκές πολιτικές στο πλαίσιο της ΚΑΠ προώθησαν επί σειρά δεκαετιών την εντατική, μονοκαλλιεργητική και χημικά εξαρτημένη γεωργία ακριβώς για να θησαυρίζουν ανενόχλητες οι πολυεθνικές, αφήνοντας πίσω τους κατεστραμμένα εδάφη και στεγνούς υδροφόρους ορίζοντες. Η λεγόμενη «κλιματική προσαρμογή» στα μέτρα της ελεύθερης αγοράς σημαίνει απλώς ότι οι ζημιές, οι καταστροφές και η διευρυνόμενη φτώχεια φορτώνονται στις πλάτες του λαού, ενώ τα παχυλά κέρδη από την «πράσινη μετάβαση» καταλήγουν ακέραια στα ταμεία των μονοπωλίων.

Το πιο αποκαλυπτικό, ίσως, σημείο αυτής της πολιτικής κατεύθυνσης είναι η θριαμβευτική παρουσίαση της «ανθρακικής γεωργίας» και των πιστοποιητικών άνθρακα ως μιας δήθεν «τεράστιας ιστορικής ευκαιρίας» για τον «πρωτογενή τομέα». Οι κυβερνήσεις και οι Βρυξέλλες στήνουν συστηματικά μια «νέα» αγορά. Αντί να υποχρεώσουν πραγματικά τη βαριά βιομηχανία, τις μεγάλες αεροπορικές εταιρείες και τους ενεργειακούς κολοσσούς να περιορίσουν ή να σταματήσουν να ρυπαίνουν το περιβάλλον, τους παρέχουν την άνετη δυνατότητα να «αγοράζουν» απλώς δικαιώματα ρύπανσης από τους αγρότες. Έτσι, τα λεγόμενα δικαιώματα άνθρακα μετατρέπονται σε κερδοσκοπικά χρηματιστηριακά προϊόντα. Μεγάλοι επενδυτικοί οργανισμοί και κερδοσκοπικά funds προχωρούν σε μαζικές αγορές τεράστιων εκτάσεων γης όχι για να καλλιεργήσουν και να παράγουν βασικά τρόφιμα για τον λαό, αλλά για να εμπορεύονται απρόσκοπτα πιστοποιητικά άνθρακα στο χρηματιστήριο ρύπων — σοβαρότατοι κίνδυνοι που άλλωστε αναφέρονται ακόμα και στην ίδια τη μελέτη. Η διαδικασία αυτή συνιστά την επιτομή του λεγόμενου «πράσινου ξεπλύματος» (greenwashing). Ο όρος περιγράφει τη στρατηγική δημοσίων σχέσεων και μάρκετινγκ μέσω της οποίας ένας οργανισμός ή μια επιχείρηση προβάλλει ένα παραπλανητικό, περιβαλλοντικά φιλικό προφίλ, προκειμένου να αποκρύψει τις πραγματικά επιβλαβείς δραστηριότητές της. Στην προκειμένη περίπτωση, το πράσινο ξέπλυμα επιτυγχάνεται καθώς η ρυπαίνουσα βιομηχανία «αγοράζει» τους ρύπους, που δεσμεύονται στη γη απο τις καλλιεργητικές φροντίδες του αγρότη, για να συνεχίσει ανενόχλητη τη δραστηριότητά της, μετατρέποντας την προστασία του περιβάλλοντος σε μπίζνα.

Στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση για την αντιμετώπιση της «οικολογικής κρίσης», η «αναγεννητική γεωργία» προβάλλεται συχνά ως μια καινοτόμος απάντηση στην «κλιματική αλλαγή» και τη ραγδαία υποβάθμιση των μεσογειακών εδαφών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Θεσσαλικός κάμπος, όπου η αλόγιστη εντατικοποίηση της παραγωγής έχει οδηγήσει την οργανική ύλη του εδάφους κάτω από το κρίσιμο όριο του 1%. Ωστόσο, μια προσεκτική ιστορική και επιστημονική επισκόπηση αποκαλύπτει ότι οι θεμελιώδεις αρχές αυτής της προσέγγισης δεν αποτελούν σύγχρονη ανακάλυψη, αλλά ενσωματώνουν πρακτικές γνωστές και εφαρμοσμένες επί αιώνες από τους παραδοσιακούς αγροτικούς πληθυσμούς. Η αποφυγή του βαθέος οργώματος για τη διατήρηση της εδαφικής δομής, η μόνιμη φυτική κάλυψη, η εναλλασσόμενη αμειψισπορά και η οργανική συνέργεια καλλιέργειας και κτηνοτροφίας αποτελούν ιστορικά διαπιστωμένες τεχνικές διαχείρισης των γαιών. Οι πρακτικές αυτές διατηρούσαν τη γονιμότητα του χώματος και τη βιοποικιλότητα πολύ πριν από την ευρεία εισαγωγή των συνθετικών λιπασμάτων και της βιομηχανικής γεωργίας. Παρ' όλα αυτά, το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης «θυμάται» και επαναφέρει τις αρχές αυτές στο προσκήνιο μόλις τις τελευταίες δύο δεκαετίες, συνδέοντάς τις άμεσα με τη λειτουργία των αγορών. Διότι η όψιμη αυτή αναγνώριση δεν κινείται από οικολογική ευαισθησία, αλλά από τη δυνατότητα μετατροπής της αποκατάστασης του εδάφους σε πεδίο χρηματιστηριακής δραστηριότητας και κερδοφορίας.

Η αναφορά στην οξεία λειψυδρία και στις τρομακτικές απώλειες του διαθέσιμου νερού στα απαρχαιωμένα αρδευτικά δίκτυα δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιείται ως βολικό πρόσχημα για νέα επώδυνα μέτρα που επιβαρύνουν αποκλειστικά τον παραγωγό. Η διαχρονική εγκατάλειψη των κρίσιμων υποδομών αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή των κυβερνήσεων, οι οποίες αντιμετωπίζουν τα έργα υποδομής ψυχρά ως «περιττό κόστος». Αντίθετα, η προώθηση δαπανηρών τεχνολογιών αιχμής και η είσοδος ιδιωτικών επενδύσεων μετατρέπουν σταδιακά το νερό από βασικό κοινωνικό αγαθό σε πανάκριβο εμπορικό προϊόν. Το βασικό μεθοδολογικό ελάττωμα του 5ου κεφαλαίου της μελέτης του ΓΠΑ έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι αντιμετωπίζει τα σχετικά προβλήματα της ελληνικής γεωργίας — όπως η λειψυδρία κ.λπ. — αποκλειστικά ως στενά τεχνικά προβλήματα διαχείρισης, εντελώς αποκομμένα από τις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Η μελέτη θεωρεί διαρκώς δεδομένη και απόλυτα αδιαπραγμάτευτη την καπιταλιστική αγορά, την Κοινή Αγροτική Πολιτική και τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσπαθώντας απλώς να προτείνει «έξυπνα», ψηφιακά και δήθεν αποτελεσματικά εργαλεία για τη βιωσιμότητα της αγροτικής εκμετάλλευσης, χωρίς ποτέ να τολμά να θέσει το θεμελιώδες, καίριο ερώτημα: ποιος ωφελείται πραγματικά από αυτή τη διαδικασία και ποιος πληρώνει το ακριβό κόστος αυτής της προσαρμογής; Το ίδιο το κείμενο αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι οι μικροί αγρότες πνίγονται καθημερινά στα χρέη, ότι οι ΤΟΕΒ καταρρέουν οικονομικά κάτω από το βάρος των οφειλών και ότι οι παραδοσιακοί καλλιεργητές αδυνατούν πλέον να ακολουθήσουν τις νέες απαιτήσεις. Ωστόσο, επιλέγει να αντιμετωπίζει αυτή την κατάσταση ως μια απλή τεχνική έλλειψη «διοικητικής επάρκειας». Η λύση που προτείνεται σταθερά — η βίαιη μετάβαση σε καλλιέργειες «υψηλής προστιθέμενης αξίας», η καθολική ψηφιακή παρακολούθηση, οι πληρωμές που είναι αυστηρά συνδεδεμένες με το αποτέλεσμα και η “πιστοποίηση άνθρακα” — στην πράξη ευνοεί αποκλειστικά και μόνο το μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο διαθέτει την απαραίτητη ρευστότητα, τα τεχνολογικά μέσα και την προνομιακή πρόσβαση στη χρηματοδότηση.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική προς αυτή την κατεύθυνση είναι η αναφορά στην καθιέρωση «τράπεζας νερού» κατά τα ξένα πρότυπα διαχείρισης, όπως ο γνωστός νόμος SGMA στην Καλιφόρνια. Το κείμενο ορθά αναγνωρίζει τον υπαρκτό κίνδυνο της ανεξέλεγκτης ιδιωτικοποίησης, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την καταστροφική περίπτωση της Kern Water Bank, αλλά αφήνει στο απυρόβλητο το γεγονός ότι στον καπιταλισμό κάθε προσπάθεια κρατικής ή δήθεν ρυθμιστικής διαχείρισης των φυσικών πόρων αργά ή γρήγορα υποτάσσεται αναπόφευκτα στις αμείλικτες απαιτήσεις του κεφαλαίου. Υπό αυτό το πρίσμα, το νερό και η γη μετατρέπονται σε καθαρά, κοινά εμπορεύματα. Όταν το κράτος εισηγείται τη δημιουργία μιας ενιαίας αρχής διαχείρισης και την τιμολόγηση του πολύτιμου νερού με «δίκαιους» οικονομικούς όρους, στη γλώσσα της καπιταλιστικής πραγματικότητας αυτό σημαίνει ξεκάθαρα ότι το νερό παύει οριστικά να αποτελεί κοινωνικό αγαθό και αποκτά μια σκληρή τιμή αγοράς ανάλογα με την κατανάλωση. Οι υδροβόρες καλλιέργειες, όπως για παράδειγμα το βαμβάκι, παρουσιάζονται συλλήβδην ως εγγενώς προβληματικές, και το κείμενο προτείνει τη σταδιακή αλλά σταθερή εξάλειψή τους. Ενώ είναι απόλυτα αληθές ότι η άναρχη μονοκαλλιέργεια εξαντλεί επικίνδυνα τους υδροφορείς, η λύση που προκρίνεται τελικά από τους συντάκτες δεν γίνεται ποτέ με γνώμονα τις πραγματικές διατροφικές ανάγκες του λαού και την εγχώρια επισιτιστική ασφάλεια, αλλά αποκλειστικά με αυστηρό κριτήριο την εξαγωγική ανταγωνιστικότητα και τα περιθώρια κέρδους στη διεθνή αγορά.

Τα ευρωπαϊκά «πράσινα» κονδύλια δεν κατευθύνονται για να στηρίξουν ουσιαστικά τον μικρό αγρότη που παλεύει καθημερινά να επιβιώσει κάτω από δύσκολες εδαφοκλιματικές συνθήκες, αλλά λειτουργούν ως ένα επιδοτούμενο δέλεαρ για να εξαγοραστεί η πλήρης συμμόρφωση των παραγωγών με τις στρατηγικές επιλογές των Βρυξελλών. Η περιβαλλοντική ευαισθησία μεταλλάσσεται έτσι σε ένα καθαρό χρηματιστηριακό προϊόν μέσα από τα πιστοποιητικά άνθρακα και τις σύγχρονες αγορές πράσινης μετάβασης, όπου το κεφάλαιο κερδοσκοπεί θρασύτατα πάνω στην ίδια την περιβαλλοντική υποβάθμιση που το ίδιο προκάλεσε.

Αντίστοιχα εκφράζεται η κατάσταση και στον τομέα της αλιείας: Τα προβλήματα που περιγράφονται –από την άνοδο της θερμοκρασίας και την επέλαση εισβολικών ειδών όπως ο λαγοκέφαλος που αυτή προκαλεί, μέχρι τις πιέσεις από προστατευόμενα είδη και το εκτοξευόμενο κόστος καυσίμων– πέφτουν ως δυσβάστακτο βάρος στις πλάτες των μικρών αλιέων. Ο ψαράς της παράκτιας ζώνης επωμίζεται ολόκληρο το ρίσκο της παραγωγής, τη φθορά των εργαλείων του από τα ξενικά είδη και τις ζημιές από φώκιες και δελφίνια, χωρίς σταθερούς και μόνιμους μηχανισμούς ουσιαστικής αποζημίωσης. Αντίθετα, οι όμιλοι των υδατοκαλλιεργειών –που κατέχουν ηγετική θέση στην ευρωπαϊκή αγορά σε τσιπούρα και λαβράκι– αξιοποιούν την κεφαλαιακή τους ισχύ για να συγκεντρώνουν τη δραστηριότητα, επιβάλλοντας τους δικούς τους όρους στην αγορά. Οι πολιτικές της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής και της «πράσινης μετάβασης» λειτουργούν ως μοχλοί επιτάχυνσης της συγκέντρωσης. Οι περιορισμοί, οι εποχικές απαγορεύσεις και το αυξημένο ενεργειακό κόστος πλήττουν δυσανάλογα τον μικρό στόλο, ενώ οι επιδοτήσεις κατευθύνονται με κριτήρια που ευνοούν τους ομίλους.

Η «επισιτιστική επισφάλεια» — δηλαδή η αδυναμία ενός ατόμου, νοικοκυριού ή πληθυσμού να διασφαλίσει σταθερή, φυσική και οικονομική πρόσβαση σε επαρκή, ασφαλή και θρεπτική τροφή — προβάλλεται στο κείμενο ως ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα της λεγόμενης «κλιματικής κρίσης». Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, η «μεταβλητότητα του κλίματος» και τα «ακραία καιρικά φαινόμενα» πλήττουν καίρια την αγροτική παραγωγή, καθιστώντας αδύνατη την επαρκή διατροφή του παγκόσμιου πληθυσμού. Η συστηματική αυτή απόδοση της ευθύνης στη λεγόμενη «κλιματική αλλαγή» αποσιωπά επιμελώς το γεγονός ότι η υπονόμευση της επισιτιστικής επάρκειας δεν συνιστά ένα αδυσώπητο φυσικό φαινόμενο, αλλά την άμεση συνέπεια των αντιθέσεων του καπιταλισμού. Στην πραγματικότητα, η αδυναμία κάλυψης των διατροφικών αναγκών απορρέει από την καπιταλιστική καταλήστευση των φυσικών πόρων, την κυριαρχία των μονοπωλιακών ομίλων και την κλιμάκωση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Οι ανταγωνισμοί αυτοί οδηγούν σε πολεμικές συρράξεις, μαζικές καταστροφές υποδομών και αποκλεισμούς κρίσιμων οδών μεταφοράς εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι μονοπωλιακοί όμιλοι που ελέγχουν την εμπορία τροφίμων και τις βασικές εισροές της αγροτικής παραγωγής (όπως σπόρους, λιπάσματα και ενέργεια) επιδίδονται σε κερδοσκοπικά παιχνίδια, εκτινάσσοντας τις τιμές στα ύψη. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται δραματικά από την οξυνόμενη οικονομική ένδεια. Ο συνδυασμός του υψηλού πληθωρισμού με την καθήλωση ή τη μείωση των πραγματικών μισθών συρρικνώνει την αγοραστική δύναμη των λαϊκών δυνάμεων. Έτσι, ενώ υπάρχει διαθεσιμότητα αγαθών στην αγορά, η πρόσβαση σε αυτά καθίσταται ανέφικτη για μεγάλες ομάδες του πληθυσμού λόγω της γενικευμένης ακρίβειας. Το πλέον οξύμωρο έγκειται στο γεγονός ότι η λεγόμενη επισιτιστική κρίση εκδηλώνεται σε μια εποχή όπου τα επιστημονικά και τεχνολογικά δεδομένα επιβεβαιώνουν πως η ανθρωπότητα διαθέτει όλα τα μέσα για να εξασφαλίσει πλήρη επισιτιστική επάρκεια. Η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, η αυτοματοποίηση και η βελτιστοποίηση των μεθόδων παραγωγής επιτρέπουν την παραγωγή τροφίμων σε ποσότητες ικανές να καλύψουν τις ανάγκες ολόκληρου του πλανήτη. Συνεπώς, η «επισιτιστική επισφάλεια» δεν αποτελεί τεχνικό ή περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά συνέπεια της υποταγής της διατροφής των λαών στους νόμους του κέρδους και της αγοράς.

Η προτεινόμενη από τη μελέτη αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, υπό το καθεστώς της «πράσινης μετάβασης», δεν αποτελεί μια ουδέτερη τεχνοκρατική πρόταση. Το κρίσιμο ερώτημα που σκόπιμα αποκρύπτεται είναι αμείλικτο: Ποιος παράγει, τι παράγει και κυρίως για ποιες ανάγκες; Η ταξινόμηση των καλλιεργειών σε «βιώσιμες» (όπως τα αρωματικά φυτά, η κινόα και τα ορεινά αμπέλια) και «μη βιώσιμες» (όπως το βαμβάκι, τα σιτηρά, ακόμα και τα ακτινίδια) λειτουργεί ως εργαλείο βίαιου εκτοπισμού. Η προτεινόμενη στροφή σε εναλλακτικές καλλιέργειες «υψηλής προστιθέμενης αξίας» απαιτεί κεφάλαια για νέες φυτεύσεις, εξειδικευμένο εξοπλισμό και σύγχρονες υποδομές άρδευσης. Ειδικά στην περίπτωση της φαρμακευτικής κάνναβης, το δήθεν «καινοτόμο προϊόν» απαιτεί τέτοιου ύψους επενδύσεις που εκ των πραγμάτων δεν απευθύνεται στον βιοπαλαιστή αγρότη, αλλά αποκλειστικά σε μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις, επιχειρηματικούς ομίλους και επενδυτικά funds.

Η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια. Αποτελεί διαχρονική κατεύθυνση στο πλαίσιο της ΚΑΠ, η οποία ανά τακτά χρονικά διαστήματα πλασάρει ψευδεπίγραφες «αλλαγές του παραγωγικού μοντέλου». Η πείρα των αγροτών είναι αποκαλυπτική: οι πολυσυζητημένες καλλιεργητικές αναδιαρθρώσεις του παρελθόντος και η προώθηση των λεγόμενων «δυναμικών» ή «εναλλακτικών» καλλιεργειών — όπως τα γκότζι μπέρι, τα ρόδια, το ιπποφαές κλπ — όχι μόνο δεν εξασφάλισαν την επιβίωση των παραγωγών, αλλά τους βύθισαν σε ακόμα μεγαλύτερα χρέη. Παράλληλα, η απομάκρυνση από τις βασικές παραδοσιακές καλλιέργειες (όπως τα σιτηρά), που καλύπτουν πραγματικές λαϊκές ανάγκες, οδηγεί στην πλήρη υπονόμευση της διατροφικής επάρκειας του λαού. Αφού οι καλλιεργητές ώθησαν το πενιχρό εισόδημά τους σε δαπανηρές φυτεύσεις και εξοπλισμούς, βρέθηκαν τελικά αντιμέτωποι με την έλλειψη υποδομών, τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές και την απόλυτη αισχροκέρδεια των μεσαζόντων.

Η πρόταση για τη χωρική οργάνωση της χώρας σε έξι αγροτικές ζώνες, σε συνδυασμό με τη θέσπιση τριών επιπέδων καταλληλότητας βάσει κλιματικών και οικονομικών δεδομένων, διαμορφώνει ένα αυστηρό πλαίσιο αναδιάρθρωσης στην ύπαιθρο. Στη Βόρεια Ελλάδα προωθούνται από τις αροτραίες καλλιέργειες το σκληρό σιτάρι, το κριθάρι, ο ηλίανθος και τα κτηνοτροφικά φυτά, με έμφαση στη λεγόμενη γεωργία ακριβείας. Στον Θεσσαλικό κάμπο προωθείται η μετάβαση από το «υδροβόρο» βαμβάκι στη μηδική, το τριφύλλι και τον βίκο για τη στήριξη της κτηνοτροφίας και την αποκατάσταση των εδαφών. Πρόκειται για μια μεταβολή των καλλιεργούμενων ειδών που πλασάρεται με πρόσχημα την εξοικονόμηση νερού, την ίδια στιγμή που το κράτος αρνείται συστηματικά να υλοποιήσει εκτεταμένα έργα υποδομής — όπως ταμιευτήρες και φράγματα — που έχει πραγματικά ανάγκη ο τόπος. Στην Κεντρική Ελλάδα και την Ήπειρο προτάσσονται η ορεινή αιγοπροβατοτροφία, η αμπελουργία και τα αρωματικά φυτά, ενώ στην Πελοπόννησο το βάρος πέφτει στο ελαιόλαδο, τα εσπεριδοειδή και τις ανθεκτικές ποικιλίες. Στην Κρήτη δίνεται έμφαση στο βιολογικό ελαιόλαδο, στα αμπέλια και στα συστήματα συλλογής νερού λόγω της υψηλής κλιματικής πίεσης. Τέλος, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου η προσοχή στρέφεται σε εξειδικευμένα προϊόντα, όπως η μαστίχα Χίου, το φιστίκι Αίγινας και το ασύρτικο. Στις λεγόμενες «ζώνες μετάβασης», όπου οι καλλιέργειες κρίνονται οριακές, προβλέπονται μέτρα όπως αποζημιώσεις εκρίζωσης και περιορισμοί στην άρδευση — διαδικασίες που οδηγούν στην εγκατάλειψη παραδοσιακών παραγωγικών εκτάσεων από χιλιάδες βιοπαλαιστές.

Η πολυσυζητημένη διασύνδεση της αγροτικής παραγωγής με τον τουρισμό και τη γαστρονομία προβάλλεται συστηματικά ως η «μεγάλη ευκαιρία» για την ελληνική ύπαιθρο. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, λειτουργεί επιλεκτικά και αποκλειστικά προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. Όταν η παραγωγή σχεδιάζεται με τη λογική της μετατροπής του αγροτικού προϊόντος σε πολυτελές εμπόρευμα — όπως η παραγωγή κρασιού με κύριο σκοπό την πώλησή του π.χ. προς 5 ευρώ το ποτήρι στον τουρίστα — η γη αποσυνδέεται από την προοπτική της εξασφάλισης της διατροφικής επάρκειας του λαού και υποβιβάζεται σε θεματικό σκηνικό στην υπηρεσία της τουριστικής βιομηχανίας. Είναι, πράγματι, αυτό «βιώσιμη» ανάπτυξη; Εάν ως «βιωσιμότητα» ορίζεται, σύμφωνα με την κυρίαρχη αστική οικονομική λογική, η διασφάλιση και η διεύρυνση της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων, τότε το σύστημα αυτό ανταποκρίνεται πλήρως στον στόχο του. Ο πλούτος που παράγεται από τη διασύνδεση της αγροτικής παραγωγής με τον εισαγόμενο τουρισμό και την εστίαση συγκεντρώνεται στους μεγάλους ξενοδοχειακούς ομίλους, τις εταιρείες εμπορίας και τους μεσάζοντες που οικειοποιούνται τον μόχθο του παραγωγού, αξιοποιώντας τα εγχώρια προϊόντα ως μέσο για να ενισχύσουν την εμπορευσιμότητα του δικού τους τουριστικού πακέτου. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, το 46,6% του πληθυσμού στην Ελλάδα (ηλικίας 16 ετών και άνω) δηλώνει ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πάει ούτε μία εβδομάδα διακοπές.

Οι διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, όπως η Mercosur, δεν αποτελούν απλώς «κακούς χειρισμούς» της εξωτερικής πολιτικής, αλλά αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ανάγκης των πολυεθνικών ομίλων να κατακτήσουν νέες αγορές και να συμπιέσουν το κόστος της λαϊκής διατροφής μέσω φθηνών εισαγωγών. Οι αυστηρές περιβαλλοντικές δεσμεύσεις και οι κανόνες της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) δεν αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος ή του παραγωγού, αλλά λειτουργούν ως ρυθμιστές του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της παγκόσμιας διεθνοποιημένης αγοράς. Το παράδειγμα του ρυζιού συμπυκνώνει απόλυτα τα αδιέξοδα των ιμπεριαλιστικών συμφωνιών για τον βιοπαλαιστή αγρότη: οι Έλληνες παραγωγοί πνίγονται από τα απούλητα προϊόντα στις αποθήκες τους, επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει την ανεξέλεγκτη εισαγωγή φθηνών εμπορευμάτων από τρίτες χώρες.

Όσον αφορά το χρόνιο ζήτημα των λεγόμενων «ελληνοποιήσεων» — δηλαδή το παράνομο βάπτισμα εισαγόμενων προϊόντων χαμηλού κόστους ως εγχώριων — η μελέτη περιορίζεται στην ανάγκη αυστηρότερων ελέγχων και διοικητικών προστίμων. Ωστόσο, το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί μια τυχαία ή μεμονωμένη παραβατική συμπεριφορά. Στην πραγματικότητα, οι αθρόες εισαγωγές αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων — νόμιμες ελέω ΚΑΠ και διεθνοποιημένης καπιταλιστικής αγοράς — δημιουργούν το πρόσφορο έδαφος πάνω στο οποίο εκδηλώνονται και γιγαντώνονται οι ελληνοποιήσεις. Όταν η αγορά κατακλύζεται ανεξέλεγκτα από φθηνές πρώτες ύλες — όπως το γάλα ή το κρέας — οι εισαγωγείς και οι βιομηχανικοί όμιλοι βρίσκουν το πεδίο για να τις ιδιοποιηθούν, να τις αναμείξουν και να τις διοχετεύσουν ως ελληνικές, αποσπώντας τεράστια κέρδη. Όσο το κίνητρο παραμένει η μεγιστοποίηση της κερδοφορίας, κανένας ελεγκτικός μηχανισμός δεν μπορεί να αναστείλει την πρακτική αυτή. Το ίδιο το οικονομικό σύστημα γεννά και συντηρεί την παρανομία, καθώς την καθιστά εξαιρετικά προσοδοφόρα.

Η μελέτη αναδεικνύει την εξής αντίφαση του ελληνικού αγροτικού ισοζυγίου: από τη μία πλευρά προβάλλεται η «εξαγωγική επιτυχία» με τον τετραπλασιασμό των εξαγωγών που αφορούν κυρίως συγκεκριμένα προϊόντα και η οποία οδήγησε στο εμπορικό πλεόνασμα, ενώ από την άλλη παρατηρείται μια ανησυχητική εξάρτηση από τις εισαγωγές ζωοτροφών και κρέατος, οι οποίες άγγιξαν το τεράστιο ποσό των 4,3 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2025. Η Ελλάδα εμφανίζει βαθύ έλλειμμα επάρκειας στο βόειο κρέας, βασιζόμενη σε τεράστιο ποσοστό σε εισαγωγές, με τις μονάδες κρεοπαραγωγής και πάχυνσης να συνθλίβονται από τα υψηλά έξοδα διατροφής. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της χοιροτροφίας, η οποία αποτελεί έναν από τους πιο οργανωμένους κλάδους σε κλειστά συστήματα υψηλής τεχνολογίας, στενά συνδεδεμένο με τη μεταποίηση αλλαντικών. Παρ' όλα αυτά, η χοιροτροφία υφίσταται έντονες πιέσεις λόγω της απόλυτης εξάρτησης από εισαγόμενες ζωοτροφές και του υψηλού ενεργειακού κόστους, ενώ απειλείται διαρκώς από υγειονομικές κρίσεις, όπως η αφρικανική πανώλη των χοίρων. Αξιοσημείωτο και αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι η συνολική αξία των χρησιμοποιούμενων ζωοτροφών είναι πλέον υψηλότερη από την παραγωγική αξία ολόκληρης της εγχώριας κτηνοτροφίας στην Ελλάδα. Το στοιχείο αυτό δείχνει την τεράστια καταπόνηση και την οικονομική πίεση που δέχεται ο κτηνοτρόφος, πάνω στην οποία, όμως, στηρίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της κερδοφορίας των μεγάλων αγροτοβιομηχανικών ομίλων — ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον τομέα του αιγοπρόβειου γάλακτος και της μεταποίησής του (φέτα κ.ο.κ.). Αυτό που αναδεικνύεται είναι ότι μπορεί σε έναν βαθμό να ισχύει η διαπίστωση της μελέτης πως στην αιγοπροβατοτροφία κυριαρχούν ακόμα οι μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, όμως αυτές διατηρούνται ως μηχανισμός υπερεντατικής εργασίας του κτηνοτρόφου και φθηνής παραγωγής. Ο αιγοπροβατοτρόφος φορτώνεται ταυτόχρονα και όλο το παραγωγικό ρίσκο, τις ζημιές από ζωονόσους, τις καιρικές καταστροφές και τις διακυμάνσεις των τιμών, λειτουργώντας έτσι ως ο αδύναμος κρίκος που τροφοδοτεί απευθείας την κερδοφορία του εμπορικού και βιομηχανικού κεφαλαίου με τον δικό του μόχθο.

Παράλληλα, η μελέτη επιχειρεί να ερμηνεύσει τη συνεχή διόγκωση του κόστους παραγωγής, εξετάζοντας αναλυτικά τη σύνθεση των εμφανών δαπανών μιας μέσης εκμετάλλευσης για το 2023. Στο κόστος κυριαρχούν οι ζωοτροφές με ποσοστό 15,9%, η ενέργεια με 13,3%, οι αποσβέσεις εξοπλισμού με 13,3%, η μισθωτή εργασία με 10,1% και τα λιπάσματα με 8,6%. Η διαπίστωση ότι η Ελλάδα εμφανίζει σχεδόν μηδενική εγχώρια παραγωγή σε κρίσιμες παραγωγικές εισροές — εισάγοντας ουσιαστικά το σύνολο των γεωργικών μηχανημάτων, των φυτοφαρμάκων, των πιστοποιημένων σπόρων και της σόγιας, αλλά και των πρώτων υλών για λιπάσματα — είναι απολύτως σωστή. Στην πραγματικότητα, η εικόνα αυτή δεν αποτελεί μια περιστασιακή αδυναμία, αλλά χαρακτηριστικό της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης και του διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας, όπως διαμορφώνεται από τον ανταγωνισμό. Αυτή η διαπίστωση αντανακλά άμεσα τους προβληματισμούς των αστικών επιτελείων και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το πώς θα καλυφθούν τα παραγωγικά κενά. Η ίδια η ΕΕ έχει ήδη ξεκινήσει τη συζήτηση για τη λήψη μέτρων, αφότου ήρθε αντιμέτωπη με τις δραματικές συνέπειες των ιμπεριαλιστικών πολέμων, τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, την κρίση στα λιπάσματα και την επιτακτική ανάγκη απεξάρτησης από την αμερικανική σόγια για την εξασφάλιση των ζωικών πρωτεϊνών.

Ο κλάδος των λιπασμάτων εξαρτάται ολοκληρωτικά από εισαγόμενες πρώτες ύλες και φυσικό αέριο. Οι γεωπολιτικές αναταράξεις και το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου στη Μέση Ανατολή, με τη συνεπακόλουθη εκτίναξη της τιμής της ουρίας στα 800 δολάρια ανά τόνο, έχουν σοβαρές επιπτώσεις, οι οποίες οδηγούν τους παραγωγούς ακόμα και σε συστηματική υπολίπανση των καλλιεργειών. Για την υποτιθέμενη «ανακούφιση» των παραγωγών προτείνονται μέτρα κρατικής ενίσχυσης. Ωστόσο, στην πράξη, οι επιδοτήσεις και τα μέτρα τύπου «fertilizer pass»2 (που τα υιοθέτησαν η ΕΕ και η ελληνική κυβέρνηση) λειτουργούν απλώς ως έμμεσες ενισχύσεις προς τις πολυεθνικές χημικών και ενέργειας, οι οποίες απορροφούν το κρατικό χρήμα διατηρώντας ανέπαφα τα υψηλά περιθώρια κέρδους τους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προτεινόμενη «Εθνική Στρατηγική Υποδομών και Εγχώριων Εισροών» — η οποία ευαγγελίζεται τη μερική υποκατάσταση των εισαγόμενων εισροών και τη «στρατηγική ανασυγκρότηση» της κτηνοτροφίας για τη μείωση του ελλείμματος των 4,3 δισ. ευρώ — συνιστά μια πρόταση «εξορθολογισμού» της υφιστάμενης βιομηχανικής διάρθρωσης με την οποία συνδέεται. Η διαμόρφωση ενός εθνικού σχεδίου υποκατάστασης των εισαγόμενων λιπασμάτων, αγροχημικών, μηχανημάτων και σπόρων, καθώς και η καλλιέργεια πρωτεϊνούχων ψυχανθών για την αντικατάσταση της σόγιας, κινείται σε μια αμιγώς τεχνοκρατική λογική. Στην πραγματικότητα απευθύνεται στους καπιταλιστές, με βέβαιο ότι η αντίστοιχη κυβερνητική πολιτική θα αφορά και τα ανάλογα υλικά κίνητρα. Ωστόσο το βάρος της αναδιάρθρωσης και πάλι ο αγροτοπαραγωγός και η εργατική τάξη θα το πληρώσουν.

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζεται στη μελέτη ως ένας ουδέτερος χρηματοδοτικός μηχανισμός, ως μια «μεγάλη ευκαιρία», ένα τεράστιο σακούλι με δισεκατομμύρια ευρώ που απλώς «εμείς», λόγω ανικανότητας ή γραφειοκρατίας, δεν ξέρουμε να αξιοποιήσουμε σωστά. Πρόκειται για μια τεράστια απάτη. Η ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να σώσει τον καλλιεργητή της Θεσσαλίας, της Κρήτης ή της Ηπείρου. Σχεδιάστηκε από την πρώτη στιγμή με βάση τις ανάγκες των μεγάλων ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Οι επιδοτήσεις, τα κριτήρια και οι απαιτήσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής στήνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να ευνοούν τη μεγάλη κλίμακα παραγωγής και τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό.

Γι' αυτό η ίδια η μελέτη έρχεται να παραδεχθεί, έστω και ετεροχρονισμένα, τις αρνητικές επιπτώσεις από την αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή — μέτρο που θεμελιώθηκε κυρίως με τη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ του 2003. Πρόκειται για μια πραγματικότητα για την οποία το ριζοσπαστικό αγροτικό κίνημα προειδοποιούσε έγκαιρα και με συνέπεια στους δρόμους. Παρ' όλα αυτά, όλες οι διαδοχικές κυβερνήσεις ευθυγραμμίστηκαν με αυτή την κατεύθυνση, καθώς αποτελούσε κεντρικό πυλώνα της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αποσύνδεση δεν ήταν μια τυχαία επιλογή, αλλά εξυπηρετούσε τη βασική στόχευση να πάψει η επιδότηση να λειτουργεί ως στήριγμα της τιμής του προϊόντος. Με αυτόν τον τρόπο, ο καθορισμός των τιμών αφέθηκε ανεμπόδιστα στους κανόνες της αγοράς και στη δύναμη των μονοπωλιακών ομίλων της μεταποίησης και του εμπορίου. Μέσω της «επιβράβευσης» της κατοχής γης ανεξάρτητα από την παραγωγή τροφίμων, η πολιτική αυτή οδήγησε στην απαξίωση της παραγωγικής διαδικασίας, την εγκατάλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων και τη μείωση της παραγωγής σε βασικά αγροτικά προϊόντα.

Ακόμη και η ονομαστική αύξηση του ελληνικού φακέλου την περίοδο 2028-2034 δεν μεταβάλλει τη βασική στόχευση των πόρων. Τα κονδύλια αυτά δεν προορίζονται για τη διάσωση του αγροτικού εισοδήματος, καθώς θα ταΐζουν με «ζεστό» χρήμα διάφορα επενδυτικά προγράμματα που δεν αφορούν τους βιοπαλαιστές, αλλά τα μεγαθήρια της αγροτικής παραγωγής και της μεταποίησης, με αποτέλεσμα την ένταση της καταλήστευσης του αγρότη μέσω της εκτόξευσης του κόστους παραγωγής και των χαμηλών τιμών παραγωγού,.

Στο ίδιο πλαίσιο, η έμφαση που δίνεται στην εκπαίδευση, την πιστοποίηση του αγροτικού επαγγέλματος και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών παρουσιάζεται ως μέσο εκσυγχρονισμού, μεταφέροντας την ευθύνη στον ίδιο τον αγρότη. Καλλιεργείται έτσι η αυταπάτη ότι η επιβίωση του εξαρτάται αποκλειστικά από τις ατομικές του διοικητικές ικανότητες και όχι από τους αντικειμενικούς νόμους της αγοράς. Από αυτή τη διαδικασία ωφελούνται κυρίως τα ιδιωτικά γραφεία συμβούλων και μελετητών, τα οποία καρπώνονται σημαντικό μέρος των κοινοτικών ενισχύσεων δημιουργώντας μια επικερδή αγορά γύρω από τη γραφειοκρατική διαχείριση της ΚΑΠ, αλλά και οι πολυεθνικοί όμιλοι τεχνολογίας και εισροών που ελέγχουν την έρευνα, τους σπόρους, τα φάρμακα και τον εξοπλισμό.

Στη μελέτη καταγράφεται σε έναν βαθμό η ανικανότητα του αστικού κράτους να στηρίξει ουσιαστικά τον βιοπαλαιστή αγρότη και κτηνοτρόφο, η οποία συνιστά συνειδητή επιλογή καθώς έχει άλλες προτεραιότητες και στηρίζει τους μεγάλους ομίλους. Η χρόνια υποστελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών αποτελεί συνειδητή επιλογή στο όνομα της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η παράδοση των ελέγχων σε ιδιώτες και η μετακύλιση της βιοασφάλειας στην ατομική ευθύνη οδηγούν σε αποτυχία αντιμετώπισης των ζωονόσων, ενώ οι καθυστερημένες αποζημιώσεις οδηγούν τους παραγωγούς σε χρεοκοπία. Σε αυτό το πλαίσιο, ελλείψει στελεχωμένων κρατικών υπηρεσιών, τα ελληνικά γεωπονικά καταστήματα λειτουργούν ως τεχνικοί σύμβουλοι του μικροκαλλιεργητή και του παρέχουν εκτεταμένη πίστωση από τη σπορά έως τη συγκομιδή. Αντίστοιχα, τα προβλήματα στη δακοκτονία και την προστασία της ελιάς από ασθένειες δεν αποτελούν απλές διοικητικές αστοχίες, αλλά συνέπεια της υποχρηματοδότησης, με στόχο την εμπορευματοποίηση και την ανάθεση σε ιδιωτικές εταιρείες. Η επιλεκτική αυτή ανικανότητα του κράτους αποκαλύπτεται και στις υπόλοιπες καλλιέργειες — από τα αντιχαλαζικά δίκτυα έως την αντιμετώπιση του αλευρώδη — αφήνοντας τον παραγωγό απροστάτευτο.

Η προτεινόμενη αναδιάρθρωση του υπουργείου και η δημιουργία νέων Γενικών Διευθύνσεων ή ανεξάρτητων αρχών δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα του κράτους, το οποίο σχεδιάζει και υλοποιεί με γνώμονα τη διασφάλιση των συμφερόντων των μονοπωλιακών ομίλων. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι δεν επιλέγεται ο εμβολιασμός για την αντιμετώπιση των ζωονόσων και τον έλεγχό τους δεν εξαρτάται από τη δομή της κτηνιατρικής υπηρεσίας, αλλά από την κατεύθυνση που αυτή έχει στη στήριξη των συμφερόντων των μεγαλοεξαγωγέων φέτας κ.λπ.

Επίσης, η πρόταση για τη δημιουργία ψηφιακού παρατηρητηρίου τιμών και ανταλλακτηρίων αγροτικών προϊόντων, με στόχο τη «διαφάνεια και την ενημέρωση του παραγωγού σε πραγματικό χρόνο», βασίζεται στη λανθασμένη παραδοχή ότι το κράτος λειτουργεί ως ουδέτερος επιδιαιτητής των διάφορων «κοινωνικών συμφερόντων», ενώ στην πραγματικότητα οι κρατικοί μηχανισμοί ευθυγραμμίζονται με τη δράση του μεγάλου κεφαλαίου. Η απλή πρόσβαση στην πληροφορία δεν μεταβάλλει τη θέση του μικρού καλλιεργητή. Εξαιτίας του ευαλλοίωτου των αγροτικών προϊόντων, ο παραγωγός πιέζεται χρονικά και υποχρεώνεται να διαθέσει τη σοδειά του στις τιμές που επιβάλλουν οι ισχυροί έμποροι και οι αλυσίδες λιανικής. Συνεπώς, η πληροφόρηση από μόνη της αδυνατεί να ανατρέψει τους καταναγκασμούς που ασκεί η οικονομική υπεροχή των μονοπωλιακών ομίλων.

Η πρόταση για τη δημιουργία «Τράπεζας Γης» παρουσιάζεται ως μηχανισμός προστασίας από την κερδοσκοπία. Στην πραγματικότητα, σε μια οικονομία της αγοράς, οποιοσδήποτε θεσμός διαχείρισης γης λειτουργεί τελικά ως καταλύτης για τη μεταβίβασή της από τους χρεωμένους αγρότες στα χέρια επενδυτικών funds, εταιρειών ΑΠΕ και αγροτοβιομηχάνων. Η ρύθμιση της αγοράς γης από το αστικό κράτος δεν εμποδίζει τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, αλλά τη διευκολύνει και τη νομιμοποιεί.

Η επίκληση από τη συντακτική ομάδα της «συνέχειας του κράτους» και της θεσμικής σταθερότητας εκφράζει την απαίτηση των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και της αγροτοβιομηχανίας για ένα ακλόνητο νομοθετικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει τις επενδύσεις τους, ανεξάρτητα από τις διαθέσεις ή τις διαμαρτυρίες των αγροτών και του λαού.

Η προτεινόμενη μετάβαση σε ένα μοντέλο γεωργικών ασφαλίσεων τριών πυλώνων, με τη διάκριση της κάλυψης σε βασική υποχρεωτική, ενισχυμένη προαιρετική και εκτάκτων αναγκών, αξιολογείται ως ένα εργαλείο έντασης της εμπορευματοποίησης. Ο διαχωρισμός αυτός, αντί να θωρακίζει τον παραγωγό, ανοίγει τον δρόμο στο ιδιωτικό ασφαλιστικό και χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, επιτρέποντας στις ιδιωτικές εταιρείες να αποσπούν τα κερδοφόρα τμήματα της ασφάλισης, ενώ τα βάρη των μεγάλων καταστροφών παραμένουν στο κράτος και στους ίδιους τους παραγωγούς. Η εισαγωγή της δυναμικής αναλογιστικής τιμολόγησης3 και η διαφοροποίηση των ασφαλίστρων βάσει της επικινδυνότητας ενισχύουν τη λογική της ανταποδοτικότητας που φορτώνει επιπλέον βάρη στον αγρότη. Παράλληλα, η αξιοποίηση των παραμετρικών ασφαλίσεων4 και των δεικτών συνδέει τις αποζημιώσεις με αφηρημένα μαθηματικά μοντέλα5 και όχι με την πραγματική ζημιά στο χωράφι. Η επίκληση της «κλιματικής κρίσης» χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την απόσυρση της κρατικής ευθύνης από την πλήρη αποζημίωση των ζημιών, μετακινώντας το κόστος αποκλειστικά στους αγρότες μέσω της αύξησης των ασφαλίστρων. Η εμπλοκή ιδιωτών και η λογική της αντασφάλισης6 μετατρέπουν την προστασία της σοδειάς σε πεδίο κερδοφορίας, εκτοξεύοντας το κόστος παραγωγής7.

Τα διεθνή πρότυπα που προβάλλονται στη μελέτη ως επιτυχημένα παραδείγματα, όπως αυτά της Ισπανίας και της Ιταλίας, παρουσιάζουν σοβαρές ανεπάρκειες στην πράξη. Τα ποσοστά κάλυψης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων στις χώρες αυτές δεν ξεπερνούν το 26% και 25% αντίστοιχα, γεγονός που σημαίνει ότι για το συντριπτικό 70% έως 75% των εκτάσεων δεν υπάρχει καμία κάλυψη. Σε συνθήκες όπου τα ακραία καιρικά φαινόμενα πολλαπλασιάζονται και πλήττουν αδιακρίτως την παραγωγή, τα συγκεκριμένα μοντέλα αφήνουν απροστάτευτη τη μεγάλη πλειοψηφία των παραγωγών, αποδεικνύοντας την ανεπάρκειά τους.

Οι διεκδικήσεις του αγροτικού κινήματος, τις οποίες στηρίζει το ΚΚΕ, βρίσκονται στον αντίποδα αυτού του σχεδιασμού. Βασικό αίτημα αποτελεί η εξασφάλιση 100% κάλυψης και αποζημίωσης της πραγματικής ζημιάς από τον ΕΛΓΑ για τα αίτια καταστροφών, απορρίπτοντας τα όρια που προτείνει η μελέτη, τα οποία καθηλώνουν την αποζημίωση στο 30% έως 60% της ασφαλιζόμενης αξίας8. Η χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος απαιτείται να βασίζεται σε σταθερή κρατική συμμετοχή. Σε μια χώρα όπου ο κρατικός προϋπολογισμός εμφάνισε το 2025 το θηριώδες πρωτογενές πλεόνασμα των 12 δισεκατομμυρίων ευρώ, το κράτος θα μπορούσε άνετα να διαθέτει ένα ποσό της τάξης των 300 - 350 εκατομμυρίων ευρώ — δηλαδή να δεκαπλασιάσει την κρατική επιχορήγηση που δίνεται σήμερα. Με αυτόν τον τρόπο, και παράλληλα με τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των αγροτών (που σήμερα είναι στο ύψος των 170 εκατομμυρίων ετησίως), θα εξασφαλιζόταν ένα επαρκές κονδύλι (πχ ύψους 400-450 εκ. ευρώ) που θα επέτρεπε την πλήρη αποζημίωση όλων των ζημιών, από όλους τους φυσικούς κινδύνους και τις ζωονόσους, σε όλα τα στάδια της παραγωγής. Η εμπλοκή των ιδιωτικών εταιρειών απορρίπτεται κατηγορηματικά από τους αγρότες, καθώς εξυπηρετεί το επιχειρηματικό κέρδος και όχι την προστασία της παραγωγής.

Οι Κρατικές Οικονομικές Ενισχύσεις (ΚΟΕ, πρώην ΠΣΕΑ) του ΕΛΓΑ αποτελούν ένα πενιχρό βοήθημα και όχι πραγματική αποζημίωση για την απώλεια αγροτικού κεφαλαίου και την ανασύσταση της παραγωγής που δίνονται σε πολύ μεγάλες καταστροφές. Τα κονδύλια αυτά συνιστούν σταγόνα στον ωκεανό απέναντι στις ανυπολόγιστες καταστροφές από πυρκαγιές και πλημμύρες. Υπακούοντας στις κατευθυντήριες οδηγίες της ΕΕ, τις οποίες συνδιαμόρφωσαν οι κυβερνήσεις ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, οι ενισχύσεις «πετσοκόβονται» μέσω ασφυκτικών περιορισμών: αποκλείονται όσοι υπέστησαν ζημιά κάτω του 30% της συνολικής τους έκτασης, επιβάλλεται «κούρεμα» τουλάχιστον 50% στις αποζημιώσεις των «μη κατά κύριο επάγγελμα» αγροτών (ν. 4797/2021 περί Κρατικής Αρωγής), ενώ εξαιρείται πλήρως ο κινητός εξοπλισμός (τρακτέρ, μηχανήματα), τα αντλιοστάσια και οι γεωτρήσεις. Παράλληλα, ο τομέας της πρόληψης και της προστασίας καταρρέει λόγω υποστελέχωσης, ιδιωτικοποιήσεων και δραστικής υποχρηματοδότησης σε έργα που κρίνονται ως «μη ανταποδοτικά» για το κεφάλαιο (αντιπλημμυρικά, πυροπροστασία). Την ώρα που δαπανώνται δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς τύπου Rafale, το κράτος δεν διαθέτει ούτε ένα αεροπλάνο αντιχαλαζικής προστασίας, εκχωρώντας τη σχετική εργολαβία σε ιδιώτες.

  • Ορισμένα Συμπεράσματα

Η μελέτη του ΓΠΑ είναι χρήσιμη όχι για αυτά που προτείνει, καθώς οι προτάσεις της οδηγούν αντικειμενικά σε ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση της παραγωγής με καπιταλιστικούς όρους, σε ισχυρότερο έλεγχο από τα μονοπώλια και σε διευρυμένα κέρδη για λίγους, και όχι στην επιβίωση του βιοπαλαιστή αγρότη ή στην κάλυψη των λαϊκών διατροφικών αναγκών. Η διάγνωση των προβλημάτων που πραγματοποιείται στις σελίδες της δεν γίνεται με γνώμονα το πώς ζει ο αγρότης ή το πώς τρέφεται ο λαός, αλλά με βάση το πώς θα ξεπεραστούν τα διάφορα «εμπόδια» που δυσχεραίνουν την κερδοφόρα για τα μονοπώλια παραγωγή. Στο όνομα αυτής της συλλογιστικής —και πάνω απ' όλα στο όνομα της ΚΑΠ— «πίνουν νερό» όλα τα αστικά κόμματα, ανεξαρτήτως απόχρωσης. ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Τσίπρας και λοιπά μορφώματα της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και οι υπόλοιποι αυτόκλητοι «σωτήρες» της υπαίθρου συναινούν απόλυτα στο στρατηγικό πλαίσιο που αντιμετωπίζει την αγροτική παραγωγή ως πεδίο κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων. Όσο κι αν στα λόγια «κόπτονται» για τη στήριξη του αγρότη ή υπόσχονται δήθεν «διορθώσεις» και «καλύτερη διαπραγμάτευση» των κονδυλίων στις Βρυξέλλες, στην πράξη έχουν ψηφίσει και εφαρμόσει μέχρι τελευταίας κεραίας όλες τις κατευθύνσεις που οδηγούν στην εκτίναξη του κόστους παραγωγής και στην παράδοση της παραγωγής στα μονοπώλια.

Μέσα από τις σελίδες της μελέτης, ωστόσο, εξάγονται ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα, καθώς καταρρίπτεται περίτρανα το αφήγημα ότι δήθεν στην Ελλάδα δεν παράγεται τίποτα και ότι οι αγρότες «κάθονται και ζουν από επιδοτήσεις». Γίνεται ορατός ο τεράστιος πλούτος που παράγεται. Η παρουσίαση των τεχνολογικών δυνατοτήτων και της εφαρμογής τους στο πεδίο τροφοδοτεί έναν γόνιμο προβληματισμό για το πώς αυτά τα μέσα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προς όφελος των αγροτών και του λαού. Παράλληλα, η ανάλυση των παραγωγικών δυνατοτήτων γεννά συνειρμούς για την προοπτική που διανοίγεται, εφόσον η αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα οργανωθεί στη βάση διαφορετικών σχέσεων παραγωγής, ώστε να καλύψει τις λαϊκές ανάγκες σε διατροφικά αγαθά. Αυτό είναι εφικτό να επιτευχθεί με την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων σε τομείς όπως τα φρούτα, τα λαχανικά, η πτηνοτροφία κ.ά., ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύονται τα περιθώρια ανάπτυξης κλάδων που σήμερα υποβαθμίζονται εξαιτίας του διεθνοποιημένου μονοπωλιακού ανταγωνισμού. Τομείς όπως η παραγωγή δημητριακών, ζωοτροφών και κρέατος, αλλά και η εγχώρια παραγωγή αγροτικών εισροών, έχουν τη δυνατότητα να στηρίξουν την επισιτιστική επάρκεια του λαού. Ωστόσο, η σημερινή κατεύθυνση οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: στη συστηματική μείωση της παραγωγής βασικών προϊόντων και στη συνεχή συρρίκνωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων.

Αυτή η εγκατάλειψη της αγροτικής γης και η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, με πιο εμβληματικό παράδειγμα την απαξίωση και διάλυση της παραγωγής ζάχαρης στη χώρα μας, αποτελούν έμπρακτη απόδειξη των ορίων και των καταστροφικών συνεπειών του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Στο τέλος της ημέρας, η ίδια η πραγματικότητα που αποτυπώνεται στη μελέτη επιβεβαιώνει ότι η διέξοδος για τον λαό δεν βρίσκεται στην υποταγή στα κελεύσματα της κερδοφορίας, αλλά στη σύγκρουση με αυτά και στην οργάνωση της παραγωγής με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες.

Οι αγώνες των αγροτών και οι απαντήσεις που δίνει η κυβέρνηση στα αιτήματά τους δείχνουν ήδη ότι η επιβίωσή του βιοπαλαιστή της υπαίθρου και η κάλυψη των κοινωνικών αναγκών δεν χωράνε στον στενό κορσέ της σημερινής οικονομίας και πολιτικής. Όλα τα δίκαια αιτήματα των βιοπαλαιστών αγροτών —όπως οι εγγυημένες τιμές, η μείωση του κόστους παραγωγής, οι αποζημιώσεις στο 100% της ζημιάς, ακόμα και ο εμβολιασμός των ζώων— αντιμετωπίστηκαν και στις πρόσφατες κινητοποιήσεις από την κυβέρνηση με τη λογική ότι δεν μπορεί να τα ικανοποιήσει, γιατί αυτά συγκρούονται με τους κανόνες της λεγόμενης ελεύθερης αγοράς και της ΚΑΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Απέναντι σε αυτή τη στάση της κυβέρνησης και της ΕΕ, το ΚΚΕ στηρίζει με κάθε τρόπο τον αγώνα των βιοπαλαιστών αγροτών, τις μορφές πάλης και τις συλλογικές αποφάσεις των αγροτικών συλλόγων και ομοσπονδιών, τον πανελλαδικό συντονισμό τους μέσω της Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων (ΠΕΜ). Με τη δράση των μελών και των στελεχών το, που είναι αγρότες, και βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των διεκδικήσεων, αλλά και με συνεχείς παρεμβάσεις εντός και εκτός Βουλής καθώς και στην Ευρωβουλή, το ΚΚΕ υποστηρίζει και προβάλλει τα δίκαια αιτήματα επιβίωσης:

Τη δραστική μείωση του κόστους παραγωγής με αφορολόγητο πετρέλαιο, πλαφόν στο αγροτικό ρεύμα, επιδότηση σε μέσα, εφόδια και ζωοτροφές κ.α, τις εγγυημένες τιμές που καλύπτουν το κόστος και εξασφαλίζουν εισόδημα επιβίωσης στον αγρότη και συνέχιση της αγροτική δραστηριότητας, την αλλαγή του κανονισμού του ΕΛΓΑ με επαρκή κρατική χρηματοδότηση για 100% αποζημιώσεις από όλες τις καταστροφές και νόσους, τη σύνδεση των ενισχύσεων με την πραγματική παραγωγή και το πραγματικό ζωικό κεφάλαιο, την άμεση παύση κάθε ποινικής δίωξης και των «αγροτοδικείων» σε βάρος των αγωνιζόμενων παραγωγών κλπ.

Η παραπάνω απάντηση που δίνει η κυβέρνηση φωτίζει την αλήθεια και πρέπει να οδηγήσει σε βαθιά συνειδητοποίηση: ο αγώνας δεν μπορεί να έχει άλλη κατεύθυνση από το να συγκρουστεί με τον πραγματικό ένοχο το σύστημα του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Όπως επισημαίνει σταθερά το ΚΚΕ, για να κερδίσει ο λαός, ο αγρότης, ο εργάτης και ο αυτοαπασχολούμενος, πρέπει να χάσει το κεφάλαιο. Μόνο όταν ο ίδιος ο λαός πάρει τα ηνία στα χέρια του και τραβήξει τον δρόμο της ανατροπής, η παραγωγή και ο πλούτος που παράγει θα γίνουν δική του υπόθεση και ιδιοκτησία.

  • Η πρόταση του ΚΚΕ για τη σοσιαλιστική οργάνωση της παραγωγής.

Η διέξοδος για τον βιοπαλαιστή αγρότη και τον λαό δεν βρίσκεται ούτε στη διαχείριση της σημερινής βαρβαρότητας ούτε στην επιστροφή σε μια ανύπαρκτη «χρυσή εποχή» μικροϊδιοκτησίας. Βρίσκεται στον δρόμο της ανατροπής, στην εργατική-λαϊκή εξουσία, στον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής και την κατάργηση της γης ως εμπορεύματος καθώς και στην αποδέσμευση από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, όπως την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Σήμερα, η τεράστια πρόοδος της επιστήμης, η ψηφιακή τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη επιτρέπουν να παράγουμε περισσότερα, με λιγότερο κόπο. Όμως, στον καπιταλισμό αυτά τα επιτεύγματα μετατρέπονται σε όπλα εξόντωσης του εργάτη και του αγρότη, σε εργαλεία για να συγκεντρωθεί η γη και η παραγωγή σε λίγα χέρια.

Στη νέα κοινωνία που προτείνει το ΚΚΕ, η γη παύει να είναι εμπόρευμα απαλλασσόμενη οριστικά από τα χρέη, τα βάρη και τη θηλιά των τραπεζών που απειλούν διαρκώς να την αρπάξουν από τα χέρια του παραγωγού. Οι αγρότες συνενώνονται εθελοντικά σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς, αξιοποιώντας τα τεράστια πλεονεκτήματα της μεγάλης κλίμακας παραγωγής και τη σύγχρονη μηχανοποίηση. Η βιομηχανία παραγωγής αγροτικών εισροών —λιπάσματα, σπόροι, ζωοτροφές, μηχανήματα— κοινωνικοποιείται και τίθεται στην υπηρεσία της παραγωγής και όχι της ληστρικής κερδοφορίας των μονοπωλίων.

Μέσα από τον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό, ο αγρότης δεν αγωνιά πια για το αν θα βρει να πουλήσει τη σοδειά του ή αν θα καταστραφεί από τις τιμές της αγοράς. Η εγχώρια παραγωγή οργανώνεται με βάση τις διατροφικές ανάγκες του λαού. Η απορρόφηση των προϊόντων είναι εγγυημένη από το εργατικό κράτος σε τιμές που καλύπτουν το κόστος παραγωγής και εξασφαλίζουν αξιοπρεπές εισόδημα, ενώ στα ράφια στη λαϊκή κατανάλωση τα τρόφιμα φτάνουν φθηνά και ποιοτικά. Το μόνο νοιάξιμο του αγρότη γίνεται η ίδια η καλλιέργεια και η φροντίδα της γης, έχοντας δίπλα του ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό, τα επιστημονικά ινστιτούτα και τις κρατικές υποδομές.

Αυτός ο σχεδιασμός αξιοποιεί πλήρως τα επιστημονικά εργαλεία της εποχής μας για να προστατεύσει την παραγωγή από τις φυσικές καταστροφές, να βελτιώσει τις αποδόσεις και να διασφαλίσει τη δημόσια υγεία. Η τεχνολογία δεν καταστρέφει τον παραγωγό ούτε τον αφήνει έρμαιο των διαθέσεων του χρηματιστηρίου· γίνεται το μέσο για να δουλεύει λιγότερο και να ζει καλύτερα.

Η εργατική-λαϊκή εξουσία δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή αστική “δημοκρατία” των λίγων, όπου η συμμετοχή του λαού περιορίζεται στο να ρίχνει μια ψήφο κάθε τέσσερα χρόνια, επιλέγοντας απλώς ποιος θα αποφασίζει για αυτόν, χωρίς αυτόν. Σε αυτό το νέο κράτος, η συμμετοχή του λαού στις αποφάσεις είναι ζωντανή, καθημερινή και ουσιαστική. Μέσω των συνελεύσεων στους χώρους δουλειάς, στους συνεταιρισμούς των αγροτών στα χωριά και στις γειτονιές, οι εργαζόμενοι και οι αγρότες δεν είναι απλοί θεατές, αλλά οι απόλυτοι πρωταγωνιστές που αποφασίζουν, ελέγχουν και διευθύνουν οι ίδιοι τη ζωή και την παραγωγή τους.

Παράλληλα, η ζωή στην ύπαιθρο αποκτά εντελώς άλλο περιεχόμενο. Εξασφαλίζονται σύγχρονα σχολεία, πλήρως στελεχωμένα κέντρα υγείας και νοσοκομεία, υποδομές πολιτισμού, αθλητισμός και ασφαλείς μεταφορές.

Όλα αυτά δεν είναι ουτοπία. Ουτοπία και επικίνδυνη αυταπάτη είναι να πιστεύει κανείς ότι ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει «ανθρώπινος». Το σύστημα αυτό, που γεννά την κρίση, την ακρίβεια, την εκμετάλλευση και τον πόλεμο, είναι που οδηγεί στην εξόντωση τον αγρότη και στη φτώχεια τον λαό.

Γι' αυτό ακριβώς απαιτείται η ισχυρή συμπόρευση με το ΚΚΕ. Για να ενισχυθεί ο αγώνας σήμερα για τις άμεσες διεκδικήσεις και την επιβίωση, αλλά ταυτόχρονα να φωτιστεί και να ανοίξει η προοπτική της οριστικής απελευθέρωσης. Αυτή η προοπτική αποκτά σάρκα και οστά μέσα στην ατσάλινη συμμαχία της εργατικής τάξης με τους αυτοαπασχολούμενους αγρότες και τα λαϊκά στρώματα της πόλης. Όταν οι εργάτες στα εργοστάσια, στις μεταφορές, στα σούπερ μάρκετ και οι αγρότες στα χωράφια ενώσουν τις δυνάμεις τους και πάρουν τα κλειδιά της οικονομίας στα δικά τους χέρια, ο πλούτος που παράγεται θα ανήκει σε αυτούς που τον δημιουργούν. Μόνο έτσι θα αφήσουμε οριστικά πίσω μας τη βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης, ανοίγοντας τον δρόμο για μια πραγματικά ανθρώπινη κοινωνία.

Αθήνα 25/09/2026

 

Οι Βουλευτές του Κ.Κ.Ε και μέλη της Διακομματικής Επιτροπής

Καραθανασόπουλος Νίκος

Μανωλάκου Διαμάντω

 

1 Στην πράξη, πρόκειται για ένα μοντέλο «εταιρικής συνεργασίας» όπου οι παραγωγοί ή οι αγροτικοί συνεταιρισμοί δεν πουλούν απλώς τα προϊόντα τους στον εμποροβιομήχανο, αλλά αποκτούν μετοχές ή ποσοστά στις επιχειρήσεις που τα μεταποιούν ή τα διακινούν. Έτσι, δημιουργείται μια ενιαία εταιρική δομή, στην οποία ο αγρότης θεωρείται «συνέταιρος» ή «μέτοχος» στο τελικό προϊόν που φτάνει στο ράφι, ενώ παράλληλα η παραγωγή δεσμεύεται μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές ποιότητας, ποσότητας και τιμής που ορίζει η εταιρεία.

2 Κρατικές οικονομικές ενισχύσεις (επιδοτήσεις) μικρής κλίμακας και προσωρινού χαρακτήρα, οι οποίες δίνονται στους αγρότες για να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες τιμές στα λιπάσματα.
3 Προσαρμογή των τιμών των ασφαλίστρων σε πραγματικό χρόνο (real-time) με τη χρήση αλγορίθμων, Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) και Big Data (π.χ. τηλεματική, έξυπνοι μετρητές).
4 Ασφαλιστικά προϊόντα που δεν στέλνουν γεωπόνο/εκτιμητή στο χωράφι να δει τη ζημιά. Αντίθετα, βασίζονται σε αυτοματοποιημένους δείκτες (π.χ. δεδομένα από μετεωρολογικούς σταθμούς, δορυφορικές εικόνες ή δείκτες ξηρασίας, θερμοκρασίας κλπ).
5 Η αποζημίωση ενεργοποιείται αυτόματα μόνο αν ο δείκτης πιάσει ένα συγκεκριμένο μαθηματικό όριο (π.χ. «αν βρέξει κάτω από X χιλιοστά σε 30 μέρες»). Αν ο δείκτης δεν πιάσει το όριο, το σύστημα θεωρεί ότι δεν υπάρχει ζημιά.
6 Αντασφάλιση είναι η «ασφάλεια των ασφαλιστικών εταιρειών». Πρόκειται για μια συμφωνία κατά την οποία μια ασφαλιστική εταιρεία μεταφέρει (εκχωρεί) μέρος των κινδύνων που έχει αναλάβει από τους πελάτες της σε μια άλλη, εξειδικευμένη εταιρεία, την αντασφαλιστική.
7 Για να προστατεύσουν την κερδοφορία τους από μεγάλες καταστροφές, οι αντασφαλιστές επιβάλλουν υψηλές χρεώσεις και αυστηρούς όρους στα συμβόλαια: υψηλές απαλλαγές (δηλαδή ο αγρότης πληρώνει μόνος του τις πρώτες ζημιές), εξαιρέσεις κινδύνων, πλαφόν στις αποζημιώσεις και χρήση παραμετρικών δεικτών.
8 Τη στιγμή μάλιστα που η ίδια η πραγματικότητα ανάγκασε την κυβέρνηση, σε περιπτώσεις πολύ μεγάλων καταστροφών, να αναπροσαρμόσει τα ποσοστά και να καλύπτει το 100% της ασφαλιζόμενης αξίας (από 80% που προβλέπει ο ισχύων κανονισμός του ΕΛΓΑ). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η ασφαλιζόμενη αξία στον ΕΛΓΑ (όπως και στα περισσότερα ασφαλιστικά συστήματα) βασίζεται σε προκαθορισμένους, λογιστικούς πίνακες και μέσες τιμές αναφοράς, χωρίς να αντανακλά το πραγματικό κόστος παραγωγής ή την τρέχουσα εμπορική αξία της σοδειάς στο χωράφι τη στιγμή της καταστροφής. Έτσι, η κάλυψη «100% της ασφαλιζόμενης αξίας» απέχει σημαντικά από την «100% αποζημίωση της πραγματικής ζημιάς».