Τις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρει στην ορυζοκαλλιέργεια και στους βιοπαλαιστές ορυζοκαλλιεργητές στην Ελλάδα η πολιτική ΕΕ και κυβερνήσεων, αναδεικνύει η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ, με ερώτηση που κατέθεσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο ευρωβουλευτής του Κόμματος, Λευτέρης Νικολάου-Αλαβάνος.

Η ορυζοκαλλιέργεια στην Ελλάδα, μια παραγωγή συγκεντρωμένη κυρίως στη Μακεδονία (Χαλάστρα, Σέρρες) και την Αιτωλοακαρνανία, δέχεται καίριο πλήγμα από την πολιτική της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων. Η χώρα μας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς στην ΕΕ, με την ετήσια παραγωγή να ξεπερνά τους 200.000 τόνους, αποδεικνύοντας τις τεράστιες δυνατότητες, που σήμερα υπονομεύονται.

Τα τελευταία δύο χρόνια, οι Έλληνες αγρότες βρίσκονται σε απόγνωση λόγω των αθρόων εισαγωγών ρυζιού από τρίτες χώρες (Καμπότζη, Μιανμάρ, χώρες Mercosur). Οι εμποροβιομήχανοι και οι όμιλοι μεταποίησης εισάγουν ανεξέλεγκτα ρύζι αμφίβολης και υποδεέστερης ποιότητας, παραγμένο συχνά με φυτοφάρμακα που είναι απαγορευμένα στην ΕΕ, εκμεταλλευόμενοι τις εμπορικές συμφωνίες της ΚΑΠ της ΕΕ.

Οι συνέπειες είναι καταστροφικές:

· Η τιμή παραγωγού έχει κατρακυλήσει σε επίπεδα που δεν καλύπτουν ούτε το κόστος παραγωγής, το οποίο έχει εκτοξευθεί λόγω της ακρίβειας στην ενέργεια, τα καύσιμα και τα λιπάσματα.

· Το εξαιρετικής ποιότητας ελληνικό ρύζι παραμένει στα αζήτητα των αποθηκών, την ίδια ώρα που οι όμιλοι θησαυρίζουν πουλώντας το εισαγόμενο ρύζι πανάκριβα στο ράφι για το λαό.

· Κάτω από την πίεση των μεγαλειωδών αγροτικών κινητοποιήσεων, η κυβέρνηση εξήγγειλε ένα ποσό ενίσχυσης (de minimis) ύψους 70 ευρώ/στρέμμα, που υπολείπεται των αναγκών για την αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος. Ωστόσο, μήνες μετά, οι παραγωγοί δεν έχουν λάβει ούτε ένα ευρώ, καθώς η δήθεν «στήριξη» παραμένει στα χαρτιά, την ώρα που η παραγωγή στραγγαλίζεται και χιλιάδες στρέμματα εγκαταλείπονται.

Αυτή η κατάσταση είναι το άμεσο αποτέλεσμα του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, που έχει το προσωνύμιο «ελεύθερη αγορά» και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), που θυσιάζει τους βιοπαλαιστές αγρότες για τα κέρδη των μεγαλεμπόρων και των μεταποιητών.

 

Με βάση τα παραπάνω ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ υπέβαλε τα εξής ερωτήματα:

«Ερωτάται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πώς τοποθετείται:

-στο γεγονός ότι οι εμπορικές της συμφωνίες της ΕΕ στο πλαίσιο της ΚΑΠ οδηγούν στο στραγγαλισμό της ελληνικής παραγωγής, επιτρέποντας την είσοδο προϊόντων που δεν ακολουθούν καν τις απαραίτητες προδιαγραφές που τηρούν οι αγρότες μας;

- στην κατεπείγουσα ανάγκη άμεσης και πλήρους αναπλήρωσης του χαμένου εισοδήματος των Ελλήνων ορυζοπαραγωγών, πέρα από τα ποσά των de minimis, τα οποία και ανεπαρκή είναι για την κάλυψη των αναγκών τους, αλλά και ακόμα δεν έχουν καταβληθεί;»